ΤΟ ΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ
Ειτάχενε γειτόνισσα το Πικρορηνιό κι εβαταλάλιενε οψάργας. Πρέπει πως την εδίκασεν ο Ρηνοδίκης για την δουλιάν απούκαμεν οπέρυσις το δευτερογούλη. Κι είντα κάμενε; Οπέρυσις επότιζενε το σώχωρότζη και τση δέσανε το νερό. Εφώνιαζεν αυτή απού τα σώχωρα. Όποιος έδεσενε το νερό να το κάμει κάτω γιατί ποτίζω. Σα δεν ήρχεντονε το νερό στο σώχωρο παίρνει μανισμένη το σκαλιδάκι τζη και ξεκινά όντεν έφταξενε στο χωριό θωρεί τη σκρόφα τση Μιχάλαινας απούτονε βαρεμένη και κοίτεντονε στη μέση του καταπότη και με … Συνέχεια