Ειτάχενε γειτόνισσα το Πικρορηνιό κι εβαταλάλιενε οψάργας.
Πρέπει πως την εδίκασεν ο Ρηνοδίκης για την δουλιάν απούκαμεν οπέρυσις το
δευτερογούλη.
Κι είντα κάμενε;
Οπέρυσις επότιζενε το σώχωρότζη και τση δέσανε το νερό. Εφώνιαζεν αυτή απού τα
σώχωρα.
Όποιος έδεσενε το νερό να το κάμει κάτω γιατί ποτίζω. Σα δεν ήρχεντονε το νερό
στο σώχωρο παίρνει μανισμένη το σκαλιδάκι τζη και ξεκινά όντεν έφταξενε στο χωριό
θωρεί τη σκρόφα τση Μιχάλαινας απούτονε βαρεμένη και κοίτεντονε στη μέση του
καταπότη και με τον κοίλιδότζη εσώφραζεν ο καταπότης κι εχύνουντανε τα νερά στη
στράτα μέσα. Απού τη μάνιτά τζη δεν την εμορφοζύγωξενε με το στελιαροσκάλιδο μόνο
τση πετά μια θρουλάκα στην κοιλιά κι έριξενε.
Δεκάξε γουρούνια βάστανε.
Παναγία μου λέει το Μανωλιό. Εδά σαν το πιθάρι θάτονε η κοιλιά τζη;
Πόσες ρόγες έχουνε μάννα οι σκρόφες.
Δεκατέσσερεις ρόγες έχουνε κοπέλλι μου μα κάνουνε κι οχτώ και δέκα και
δεκατέσσερα και δεκάξε γουρουνάκια.
Καλά μάννα έχουνε δεκατέσσερεις ρόγες και κάνουσι δεκάξε γουρούνια και πως
βυζάνουνε τα δυο ύστερα;
Απού πρωταρπάξει τη ρόγα.
Όποιο γουρουνάκι πρωταρπάξει τη ρόγα τση σκολινής τρώει το γάλα κι ανημένει το
άλλο.
ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ
Χειρουργός
ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1972