Η ΣΤΑΚΑ – Η ΤΣΙΠΑ

Απ’ όσα είδανε τα μάτια μου κι ακούσανε τ’ αυτιά μου

Όντεν ήτονε να κάμουνε το μεσημέρι, άδειασενε ο σύντεκνος το σταμνί το νερό σ’

ένα τσικάλι στο μέσα σπίτι, δίχως να τόνε δει η γυναίκα ντου και τση λέει.

Κένωσε γυναίκα τη στάκα γερά – γερά στα πιάτα για θα κρύγιωσενε και θα πεινούνε

οι συντέκνοι κι απαλάργον είναι ερθωμένοι.

Η στάκα μοιάζει του καφέ και δεν αχνίζει και θαρρείς πως είναι κρυγιός χόντρος.

Οι συντέκνοι με το «καλώς εκοπιάσετε» του συντέκνου πηρουνιάζουνε στάκα να

φάνε και τσι καίει στη μπούκα. Να τη γυρίσουνε στο πηρούνι απού το στόμα ντωνε

ντρέπουνται και αφίνουνε να καταπέσει στην κοιλιά ντωνε. Εζεμάτισε τζοι και τσι δυο.

Αποδακρύζουνε κι οι δυο χωρίτες και πέφτουνε από δυο δάκρυα του καθενούς εις

την πετσέτα ντωνε τσουριστά απού τα μάτια τω συντέκνω.

Αμίλητοι ξανοίγουνε ο ένας τον άλλον. Ο χωριάτης σύντεκνος απού παρακολουθά

φωνιάζει τση γυναίκας του και λέει.

Γυναίκα βάλε νερό γερά γερά τω συντέκνω και πρέπει πως ήτονε ζεστοπή η στάκα

και τσ’ έκαψενε.

Γλακά με το τάσι στο σταμνί η γυναίκα και το βρίσκει αδιανό και λέει.

Άχι συντέκνοι μου και πως τόκαμα και ξέχασα να το γεμίσω νερό απού τη βρύση το

σταμνί μας;

Όπως δεν εκάτεχα να πίνω καφέ στη χώρα πρέπει πως δεν εκατέχετε και του λόγου

σας να τρώτε τη στάκα;

Και πως τη ψήνετε σύντεκνε να μάθωμε τουλάχιστο να τήνε ψήνωμε λέει η

χωρίτησσα συντέκνισα.

Η συντέκνισα σας κατέει μόνο να τήνε ψήνει.

ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ

Χειρουργός

ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1972

Αφήστε μια απάντηση