Γάντα μάννα δε μας έκαμες μονοκοιλιδίτικα με το Δεσποινιό, απού θέλα φορώ δα
και τσοχαδέινα δυο ρόγες δεν έχεις.
Ότι πέψει ο Θεός κοπέλλι μου βάνεις εις την βούργια και λίγα και πολλά.
Οπροθές επέρνουνε τον πόρο τση θειάς μου του Παρασκιού και με θωρεί και μου
λέει.
Με γειά το γελεκάκι και το βρακάκι Μανωλιό και τση λέω
Κιαμέ θαρείς πως θα φορώ ακόμη τη φουστανέλλα να μου βάνεις το ρόβι για να το
φάω και να με ζεματίζει στα σκιανιά; Όι λέω κι ακόμη τ’ αναστορούμαι και δεν το ξεχνώ
ώστε να ζω.
Και πότες παιδί μου τόφαες το ρόβι και δεν το κατέω;
Το ρόβι το τρώνε μόνο τα βούγια.
Στον περασμένο πόλεμο ενενήτα εφτά ήμουνε πέντε χρονώ και φόρουνε
φουστανέλλες ακόμη μονοκόμματες από μπλάβο πανί και πήγα στο σπίτι τζη κι έβραζενε
ρόβι και μου λέει.
Κάτσε Μανώλη να βράσει το ρόβι να σου βάλω να φας (Σημ. Το ρόβι πρέπει να
πάρει εφτά βράσες πρώτας).
Πρέπει δα πως επείνουνε και δεν είχα και ξαναφαωμένο ρόβι και σηκώνω τη
φουστανέλλα μου να μου βάλει μια κουταλέ ρόβι και με ζεματίζει στ’ απόκρυφά μου. Ώστε
ν’ ακούσω και γω τη ζεστασά του νερού ασφεντουρώ το ρόβι χάμαι. Ύστεραν εξανάπιασα
την άκρα τση φουστανέλλας αλάργω και μούβαλεν άλλο κι έφαγα ρόβι κι ας το τρώνε του
βούγια μόνο.
(Ο γράφων ήτο κεινοσάς, έχομε καωμένα με έχομε και παθωμένα).
Ιστόρημα 100% αληθινον.
ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ
Χειρουργός
Τα πάντα στην Κρήτη και απού την Κρήτη τα πάντα
ΕΚΡΟΥΦΤΗΚΕΝΕ
Απ’ όσα είδανε τα μάτια μου κι ακούσανε τ’ αυτιά μου
Μάννα, είντα ναι οι φωνές στην απάνω ρούγα. Γροίκα κλάματα στ’ Αναγνώσταινας
κοντά δεν απόθανεν Αναγνώστης απού πονούσε όλο η κοιλιά ντου;
Γλάκα παιδί μου γερά γερά να πας να μάθεις και νάρθεις να μου πεις να κατέω.
Εδαέ θα σφίξω μάννα γιατί λιγοψυχώ κι εγώ λέει το Μανωλιό.
Άκουσες Δεσποινιό μου στη βρύσης απού πήγες γιάντα μοιρολογάται η γι’
Αναγνώσταινα αποδιαφωτισμένα.
Μια γυναίκαν κατέβαινεν απού την απάνω ρούγα κι ήρθενε να γεμίσει κι όντεν
επέρνανε λέει άκουσενε το μορολόιτση κι ήλεγενε.
Ώφου παιδί μου κι έκρουψάσε.
Πως όμως δεν εκάτεχενε γιατί βαστούσε το σταμνί στον ώμο τζη και δεν εμπήκενε
μέσα.
Ως τόσο γιαέρνει το Μανωλιό και λέει.
Μάννα κλαίει, και σκοτώνεται η γι’ Αναγνώσταινα γιατί απόθανε το βυζανάρικο τζη
λέει.
Κι αρρωστάρικον ήτονε και δεν το κατέχαμενε γη γιάντα πόθανε;
Άκουσα κι ελέγαν οι γυναίκες πως οψές εσπέρνανε το πατατοχώραφο ντωνε και
κουράστηκενε και τη νύχτα εβαροκοιμήθηκενε σαν το θράσος.
Τα αποξημερώματα έγνωσενε το κοπέλλι και κλαίει γιατί πεινά και του δίδει τη
ρόγα ντου κι αποκειμάται πάλι εκείνη και πήραινε τση μέρας τον ύπνο.
Εκείνη δα κατέμενε πως βαστά πάντα τσ’ αραγούς γεμάτους και το κοπελλάκι
τυλιγμένο στα κωλόπανα ντου τόκρουψενε με το βυζή τζη κρίμας το κοπέλλι.
Ώφου – ώφου η κακομοίρα λέει το Δεσποινιό κρίμας το κοπελλάκι κι ήτον όμορφο
θροφανό, κρίμα στο κοπέλλι.
Σα δε μ’ έκρουψες μάννα δυο χρόνους απού μ’ εβύζανες.
Είντα κουβεδιάζεις μωρέ; Κι είντα μοιάζει τσ’ Αναγνώσταινας η μάννα μας;
Μουδέ στα μισά του Καλλιού δεν είναι η μάννα μας.
Και συ Δεσποινιό μοιάζει τση μάννας μας κι είναι μικρούτσικα τα δικά σου.
Άσε πιάσω γω θα σου πω, να μιλείς για ετσά πράματα να μην ντρέπεσαι.
(Ιστόρημα 100% αληθινόν).
ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ
Χειρουργός
ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1972