Τ’ ΑΝΕΖΗΝΙΟ ΣΤΟΥ ΓΕΡΑΚΑΡΙ

ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ Οψές, κερ’ Ανεζινιό, επιάσανε, οι μυτατόροι κ’ εκαλέσανε τσι κοπελλιές και τσικοπελλολόγους του χωριού, να πάνε -γροικάς- στο μυτάτο, για να κάμουνε, λέειχεύκι. Λοιπός επήρανε κι αυτοί αποπαδά αυγά, ψωμί , κρασί…ό,τι χενε πασαείςκαι πήρανε και το μαντολίνο για να γλεντίσουνε ετσά που πρέπει. Πρίχου ναξεκινήσουνε, κάνει , κάνει η Καδιανή: λω: Φωνιάξετε, μπρέ, και τ’ Ανεζηνιού μηνπάει και τση κακοφανή πως δεν τη σαϊντίζομε να γράφη στη φημερίδα ότι τσηφανή για την παρέα μας. Κι όντιμως κάνει … Συνέχεια

ΤΑ ΓΕΡΑ – Ο ΓΕΡΟΣ

Τρέχα Δεσποινιό ν’ αναίξης το παππού σου. Σήκω Μανωλιό να φέρης το μεγάλο μας σκαμνί και δίπλωσε το ράσο του πατέρα σου να το θέσεις απάνω να το σιμώσης κοντά στην παρασθιά να κάτση ο παππούς σου ο Μιχελιός να πυρώνεται. Σαν έκατσενε τόνε ξανοίγει καλά καλά το κοπέλι και του κάνει. Γιάντα δε ξυρίζεσαι και δεν κόβγεις τα μαλλιά σου παππού. Απώς τα νεγέρασα κοπέλι μου επαραίτησα και τα λούσα και μόνο πως τρώω και ζω ανωφέλευτα μα δεν … Συνέχεια

ΙΣΤΟΡΙΕΣ – Ο ΘΕΟΣ

Μιάν αργαδινήν εδειπνούσανε και λέει το Μανωλιό τσ’ αδερφής του. Να σου πω μιαν ιστορίαν απού την άκουσα Δεσποινιό. Απής αποφάμενε να τήνε πης γιατί φοβούμαι να μην μ’ αναδράμη το φαητό. Σαν αποφάγανε κάνει το κοπέλι. «Μια φορά κι ένα καιρό λέει τον περασμένο αιώναν αλώνευγεν ένας εις τ’ αλώνι ντου μα ήσανε και πολλοί τζιτζίκοι στη θεμωνέ στην καλαμέ και στη γυραλωνέ. Ο ρεσπέρης το λοιπός έφερενε τσ’ όρθες του και μια κλωσού με τα κλωσοπούλια τσ’ αλώνι … Συνέχεια

ΑΣΠΑΛΑΘΟΣ

Πατέρα νάχες έχω μισοδόκια θέλα χτίσω ξεροπέτρι ένα σπιτάκι εις το χωράφι μας εις τον απάνω Λάκο ίσα-ίσα να με βάνει να θέτω. Γιάντα μωρέ συ τονέ ρωτά η γι’ αδερφή ντου. Για να μυρίζωμαι μέρα νύχτα τον αέρα απού μυρίζει τ’ ασπαλάθου τον αθό. Και γω μωρέ αμοναχή μου θα κοιμούμαι στην κοιμητέ. Μα ένα μήνα λέω μόνο; Εδά τσ’ Απριλομάηδες απ’ ανθούνε οι γι’ ασπαλάθοι μόνο. Στουμπώνει ο τόπος απού τη μυρωδιά των ασπαλάθω. Λένε δα κι οι … Συνέχεια

ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝΕ

Ήρθετε μωρέ κιόλας απού το σκολειό; Δεν αποψηστήκανε λέω μάνα οι σκορδουλάκοι; Άφεις τσοι κοπέλι μου να πάρουνε δυο  βράσες ακόμη και σήκω να πας εις τση θειά σου τσ’ Εμενίας να σου βάλει  στην  κρασόκουπα μας ξύδι, μόνο να το σκεπάσεις ύστερα με την άκρα τση ποδιάς σου να μην το θωρεί το φως τση μέρας για δεν κάνει γιατί λένε πως ξυδιάζει και το κρασί το καλό. Η καλύτερη εποχή πρέπει πως είναι εδά Δεσποινιό. Ούλες οι γι … Συνέχεια

ΦΤΟΥΣΟΥ ΜΑΡΚΟ

Απής εδειπνήσανε είχανε και μυζηθρόπιττες ψημένες κι έφανε το Μανωλιό πληθιερές κι εστρυφογυρίζεντονε τη νύχτα στην κοιμητέ. Με το στρυφογύρισμα πούκανε πάει μια πλεξούδα του Δεσποινιού στο λαιμό ντου πετά και το μπρότζο τζη στη μασέλα ντου κοιμεσμένα και τα δυο. Το Μανωλιό ονειρεύγεται τσι μαϊμούδες πως επετάχτηνε ο Μάρκος κι έκατσενε στο κούτελο ντου γιατί γροίκανε την κρυγιάδα τση χέρας τση κοπελιάς και την πλεξούδα στο λαιμό και θαρρεί πως είναι η γιορά του μάρκο και γαργαλίζει το λαιμό … Συνέχεια

ΤΑ ΓΕΡΑ – Η ΓΡΑΙ

Μανωλιό πάρε κοπέλι μου μοσώρα το γαλόχοντρον απούθεκα στο τραπέζι να τόνε πας τση κεράς σου να τόνε φάνε με τον παππού σου απού δε χρειάζεται μουδ’ αδόδια μόνο να βαστάς ντρέτα τη χρειγιά να μη χυθή το γάλα. Ως έφταξενε το κοπέλι στο σπίτι τση κεράς του λέει δυνατά. Κερά ε κερά; Πάρε λέει το χόντρο να τόνε φάτε λέει με τον παππού μου απού δεν θέλει λέει μουδα δόδια λέει. Και γιάντα κερά άλλο λίγο να σμίξη η … Συνέχεια

ΟΙ ΜΑΪΜΟΥΔΕΣ

Την ώραν απού δειπνούσανε δηγάται το Μανωλιό να δήτε μαϊμούδες κι αρκούδες απού τσι φέρανε στ’ Ακούμια ένας κορδοκαλάς και να ξεραθήτε στα γέλια και τώνε δίδουνε καρύδια και τα σπούνε με τα δόδια ντωνε σα και τον άνθρωπο και ξεδιαλέγουνε τη ψύχα και τήνε τρώνε και πετούνε τσι καρυδόκουπες πέρα, ίδια, κι εφτανίδια σαν τα κοπέλια. Μια μεγάλη αρκούδα τήνε σέρνουνε με μια αλυσίδα με το χαλκά περασμένο απού τ’ αρθούνια τζη και τήνε χορεύγουνε. Όντεν τση παίζει το … Συνέχεια

Ο ΓΕΡΝΤΑΝΕΣ

του Εμμ Φραγκεδάκη Απ’ όσα είδανε τα μάτια μου κι ακούσανε τ’ αυτιά μουΜην πα νάχετε θειαδάκι Κατεργιό να μου δώσης ένα γερντανέ να δέσωμενε τ’αρνίμας απού το σακάσαμενε μόνο σήμερο και δεν καταλαγιάζει μόνο γυρίζει γύρου γύρου καιστρίβει το σκοινί κι ας το δά πως θα το ξεσκίση μόνο θα πνιγή κιόλας.Ξάνοιξε Δεσποινιό στον τοίχο μας στο τζένιο και θαρώ πως είναι ένας παληόςγιορτανές να τση τόνε δώσεις μόνο να τόνε καλολαδώσης να γυρίζει γιατί ναι απώς τανοπέρυσις κρεμασμένος … Συνέχεια

ΕΦΑΝΤΑΧΤΗΚΕ Ο ΜΙΧΑΛΙΟΣ

Του κ. ΜΑΡ. ΓΙΟΥΜΠΑΚΙΌπως είτανε το χούϊ του Μιχαλιού Σκουλά από τ’ Ανώγεια, εγύριζενε από το ένα χωριόστο άλλο με τη λύρα ντου αναμάσκαλα και τη καλή του καρδιά πάντα έτοιμη να χαρίσητα καλαμπούρια του και τσοι παστρικές του κουβέντες.Ετσά μια αργαδινή ξεπέζεψε από το μουλαράκι του σ’ ένα καφενέ απ’ όξω στο χωριόΔαφνέδες του Μυλοποτάμου. Φτάνει σε μια ουλιά ο Μιχαλιός ακουμπά το πόδα ντου απαάνω στον τάφο καιαρχίζει τις κοντηλιές του.Άμα τελείωσενε βάζει πάλι τη λύρα αναμάσκαλα και … Συνέχεια