ΣΕΟΡΤΖΑΝΑΚΗ

Πέρδικα πα πέρδικα κει πέρδικα στο χαράκι Αφουγκραστείτε να σας πω για το Σεορτζανάκη. Με ήντα νου και λογισμό το πήρε το Λενάκι. Εφτά λογιό φορέματα άλλαζε την ημέρα και το βιολί στο χέρι της τον άνθρωπο λωλαίνει. Μια Κυριακή βουλήθηκε χαιρετισμό να πέψει. Δαχτυλιδάκι ολόχρυσο π’ αντικλισμούς δεν έχει, σε ταμπακέρα ολόχρυση βάνει το δακτυλίδι και με χαρά του δούλου του φωνάζει και το δίνει. – Πάρε το δα κουρκουνιστή με την ταπεινοσύνη κι αν σ’ απαντήξει η λυγερή … Συνέχεια

ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ

Πραματευτής κατέβαινε από το κορφοβούνι Λαλεί μουλάρια δώδεκα μουλίτσες δεκαπέντε σε μια μουλίτσα ταπεινή μόσχο είχε φορτωμένο  κι από το μόσχο τον πολύ και από την μυρωδιά του ο νιος αποκοιμήθηκε απάνω στη μουλίτσα  και η μούλα παραστράτησε ‘σ άγριο μονοπάτι. Χαρά σε τούτα τα βουνά που δεν υπάρχουν κλέφτες. Το λόγο δεν ετέλειωσε και η συμπλοκή αρχίζει. Ένας του χτυπά με σπαθί κι άλλος με το κοντάκι. Και ο σκύλος τ’ αδελφάκι του μένα φαλτσιδαράκι. – Αφήστε με μωρέ … Συνέχεια

ΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙ

Πέρα στη πόδε τω Χανιώ στη πόδε του Ρεθέμνου εκεί καμάρα κτίζετε με 62 μαστόρους Ολιμερίς εχτίζανε κι ολινυχτίς εχάλα κι ένα πουλί καλό πουλί εφώναξε μεγάλα. Αυτού καμάρα μη σταθεί καμάρα μη στελιώσει εκτός να βάλουν άνθρωπο να την εθεμελιώσει. Μη βάλουνε φτωχό παιδί Ούτε και διακονιάρη μόνο του πρωτομάστορα το πρώτο του στεφάνι. Ως τάκουσε ο πρωτομάστορας πολύ του βαροφάνει βάνει την πέτσα χαμηλά στο σπίτι του και πάει Βρίχνει την κόρη σε λουτρό σε μαρμαρένια βρύση και … Συνέχεια

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΩΡΓΗ

Πριν από πολλά χρόνια, τότε που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα κι οι άνθρωποιχρησιμοποιούσαν τα άλογα για να μετακινηθούν, ένας καβαλάρης πάνω στο άσπροάλογό του ταξίδευε και τον πήρε η νύχτα. Θα έπρεπε να βρει καταφύγιο για ναπεράσει το βράδυ του. Από μακριά βλέπει ένα φως, πλησιάζει, χτυπάει την πόρτα καιπεριμένει.Ανοίγει την πόρτα ο νοικοκύρης του σπιτιού. Φτάνουν στο χωριό της νύφης γίνεται ο γάμος και ακολουθεί μεγάλο γλέντι,όλοι χόρεψαν, τραγούδησαν, έφαγαν, ήπιαν και ευχήθηκαν στο ζευγάρι.Ήρθε και η ώρα να επιστρέψουν … Συνέχεια

ΣΚΟΥΛΟΥΦΙΑΝΗ ΚΑΜΑΡΑ

ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΘΡΥΛΛΟΙ Εις εκ των θρύλλων που αφθονούν εις όλους τους λαούς και μάλιστα εις τον ιδικόν μαςείναι ο κατώτερω αναφερόμενος εις την ενετοκρατικήν εποχήν.Κατά την εποχήν κατά την οποίαν οι Φράγκοι εις το χωρίον εκείνο εζούσαν δυοοικογένειαι εκ των οποίων η μια ήτο πλούσια και είχε ωραίαν κόρην της οποίας η μόνηασχολία ήτο να υφαίνη. Αντιθέτως η άλλη ήτο πτωχή, αλλά υπερήφανος και είχεν ωςμόνον στήριγμα εν αγόρι δια της εργασίας του οποίου συνετηρούντο.Της πλούσιας οικογένειας ήρεσα πολύ αι … Συνέχεια

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΤΩΝ ΑΜΑΘΙΩ

Ο6 Φεβρουαρίου 1976 Κρητικές Μαντινάδες ΥΠΟ Χειρουργού κ. Φραγκεδάκη Πίνω κρασί με δε μεθώ  αν πιώ και δυο κανάθια μα με μεθούν οι κόρες σου  πούχουν τα δυο σου μάθια. Πίνω κρασί δε με μεθεί  ρακί δε με ζαλίζει, όξω τα ζαχαρένια τζη μάθια π’ αναντρανίζει Πολλά – πολλά σου τα μηνώ μα λίγα σου τα λένε, κιόντε θα σου τα πω κι εγώ  τα μάθια σου θα κλαίνε.

Η ΣΚΛΑΒΑ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΙΣΣΑ

(Από τους θρύλους του τόπου μας) του Βασίλη Γ. ΧαρωνίτηΔιδασκάλου Η Σκεπαστή είν’ ένα μικρό χωριό που βρίσκεται πάνω στον εθνικό δρόμο Χανιά – Ηράκλειο, λίγαχιλιόμετρα μετά το Πάνορμο Μυλοποτάμου.Παλιότερα η Σκεπαστή ζούσε σε τούτη την ήσυχη κι απόμερη γωνιά, μακριά από το θόρυβο καιτην πολυκοσμία. Ούτε η βοή της θάλασσας καλά – καλά δεν άκουγε κι ας βρίσκονταν πολύ κοντάτης, γιατί την κρύβουν μια σειρά λόφοι. Μονάχα ο ήλιος τη συντρόφευε, έτσι όπως είναι μεσημβρινάχτισμένη κι έχει στο βλέμα … Συνέχεια

ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Ζ Ε Χ Ρ Α 1 Του Ε. Δικηγόρου κ. Μιχ. Μ. ΠαπαδάκηΠερισσότερα από ενενήντα χρόνια θάναι που ζούσε στο Ρέθεμνος ομεγαλοκτηματίας τουρκοκρητικός Καρπουζοζεϊνέλης. Έτσι τον έλεγεν ο κόσμος. Μα σταφορολογικά χαρτιά του Εφκαφίου γράφεται: Ζεϊνέλ Καρπουζάκις γυιός του Σαμπρή. Δενήτανε πάντα πλούσιος τούτος ο αγάς. Φτωχάκι ανήλικο, ξυπόλυτο και πειναλέο γύριζεστους δρόμους του Ρεθέμνου. Με τον καιρό τον φώτισεν ο Θεός κι η τύχη του κι άνοιξεφουρνάρικο κοντά στην πλατεία της Σωχώρας κείνο ακριβώς που, με μικρές παραλλαγές,χρησιμοποιεί και … Συνέχεια

Τ’ ΑΝΕΖΗΝΙΟ ΣΤΟΥ ΓΕΡΑΚΑΡΙ

ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ Οψές, κερ’ Ανεζινιό, επιάσανε, οι μυτατόροι κ’ εκαλέσανε τσι κοπελλιές και τσικοπελλολόγους του χωριού, να πάνε -γροικάς- στο μυτάτο, για να κάμουνε, λέειχεύκι. Λοιπός επήρανε κι αυτοί αποπαδά αυγά, ψωμί , κρασί…ό,τι χενε πασαείςκαι πήρανε και το μαντολίνο για να γλεντίσουνε ετσά που πρέπει. Πρίχου ναξεκινήσουνε, κάνει , κάνει η Καδιανή: λω: Φωνιάξετε, μπρέ, και τ’ Ανεζηνιού μηνπάει και τση κακοφανή πως δεν τη σαϊντίζομε να γράφη στη φημερίδα ότι τσηφανή για την παρέα μας. Κι όντιμως κάνει … Συνέχεια

ΤΑ ΓΕΡΑ – Ο ΓΕΡΟΣ

Τρέχα Δεσποινιό ν’ αναίξης το παππού σου. Σήκω Μανωλιό να φέρης το μεγάλο μας σκαμνί και δίπλωσε το ράσο του πατέρα σου να το θέσεις απάνω να το σιμώσης κοντά στην παρασθιά να κάτση ο παππούς σου ο Μιχελιός να πυρώνεται. Σαν έκατσενε τόνε ξανοίγει καλά καλά το κοπέλι και του κάνει. Γιάντα δε ξυρίζεσαι και δεν κόβγεις τα μαλλιά σου παππού. Απώς τα νεγέρασα κοπέλι μου επαραίτησα και τα λούσα και μόνο πως τρώω και ζω ανωφέλευτα μα δεν … Συνέχεια