ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΥΛ. ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗΣ(1907-1997)

του  Γιάννη Παπιομύτογλου

Πλήρης ημερών εγκατέλειψε τα εγκόσμια στις 24-7-97, ο γνωστός σε όλους τους Ρεθεμνιώτες συνταξιούχος δάσκαλος Ανδρέας Στυλ. Σταυρουλάκης. Ζω­ντανός και δραστήριος μέχρι τις τελευταίες του στιγμές και με πολυσχιδή δρα­στηριότητα, άφησε πλούσιο έργο και έντονα τα σημάδια της προσωπικότητάς του σε όλους τους τομείς που διοχέτευσε την πληθωρική του ενεργητικότητα. Υπήρξε υποδειγματικός παιδαγωγός, ακαταπόνητος συνδικαλιστής, δόκιμος συγγραφέας, μαχητικός δημοσιογράφος, ακριβοδίκαιος βιβλιοκριτικός και, προπάντων, φλογερός πατριώτης και αφοσιωμένος οικογενειάρχης.

Γεννήθηκε το 1907 στη Μουρνέ Αγ. Βασιλείου όπου άκουσε τα εγκύκλια γράμ­ματα. Από τα πέντε παιδιά της οικογένειάς του ήταν ο μόνος που προχώρησε στα γράμματα. Κατ’ αρχάς φοίτησε στην περιώνυμη Σχολή του Αγίου Πνεύμα­τος της επαρχίας του και στη συνέχεια τελείωσε το εξατάξιο Γυμνάσιο του Ρέθυ­μνου. Αμέσως μετά σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία το λειτούργημα του Δασκάλου, αφού οικονομικές δυσκολίες δεν του επέτρεψαν να ακολουθήσει την νομική επιστήμη, όπως επιθυμούσε. Έτσι μπορεί να τον έχασε η Θέμιδα τον κέρ­δισε όμως η εκπαίδευση την οποία υπηρέτησε με αφοσίωση και αυταπάρνηση από το 1926 μέχρι το 1966 οπότε συνταξιοδοτήθηκε.

Το πλείστο της θητείας του (25 χρόνια) αναλώθηκε σε σχολεία της υπαίθρου κοντά στους απλούς ανθρώπους του χωριού από τους οποίους άντλησε πλουσιότατο λαογραφικό υλικό. Τα τελευταία 13 χρόνια της θητείας του στη στοιχειώδη εκπαίδευση (1953-1966) υπηρέτησε στην πόλη του Ρεθύμνου και συγκεκρι­μένα στο 2ο Δημοτικό Σχολείο.

Άφησε πλουσιότατο συγγραφικό έργο, το οποίο απαρτίζεται από εφτά βιβλία και εκατοντάδες δημοσιεύματα στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Τα πρώτα τρία βιβλία του έχουν παιδοψυχολόγικό περιεχόμενο, όπως άλλωστε μαρτυρεί και ο τίτλος τους: Παιδαγωγικά ερεθίσματα (1950), Η αγωγή στην πράξη (1959) και Η παιδική ζήλεια (1959). Το επόμενο βιβλίο του εκδίδεται το 1982 με τίτλο Καταχανάδες, και περιέχει 120 κρητικές ηθογραφίες, που συνέλεξε κατά τα χρόνια της υπηρεσίας του στα σχολεία της υπαίθρου. Το 1984 εκδίδει το βιβλίο Κτυποκάρδια και αγωνίες της Κατοχής, στο οποίο περιγράφεται η δωδεκάμηνη οδύσσεια της επιστροφής του από το μέτωπο στην Κρήτη, η εμπειρία της στρα­τιωτικής του θητείας, καθώς και οι προσωπικές του εντυπώσεις από την Κατοχή και την Αντίσταση στην Κρήτη. Το έκτο του βιβλίο με τίτλο Επιλογές εκδόθηκε το 1987 και περιέχει επιλεγμένα κείμενα, που δημοσιεύθηκαν στις Ρεθεμνιώτικες εφημερίδες κατά την εικοσαετία 1966-1986. Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Συμπληγάδες εκδόθηκε το 1993 και αποτυπώνει την τριανταοχτάχρονη διαδρομή του στη στοιχειώδη εκπαίδευση.

Επιδόθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία στη βιβλιοκρι­τική και στο χρονογράφημα. Έκρινε με αντικειμενικότητα περί τα τετρακόσια βιβλία κυρίως Κρητών και ιδιαίτερα Ρεθεμνιωτών συγγραφέων και δημοσίευσε στις τοπικές εφημερίδες περί τις 2000 χρονογραφήματα από τις εξής στήλες: «Χωρίς φόβο και πάθος» (Κρητική Επιθεώρηση), «Εφήμερα» (Βήμα Ρεθύμνης), «Της ημέρας» (Ρεθεμνιώτικα Νέα), «Αδέσμευτα» (Ελεύθερη Γνώμη) κ.ά. Άφησε ανέκδοτο πλούσιο λαογραφικό υλικό και τέσσερα βιβλία έτοιμα προς έκδοση.

Και στον κοινωνικό τομέα η παρουσία του υπήρξε έντονη. Διετέλεσε επί σειρά ετών πρόεδρος του Διδασκαλικού Συλλόγου Ρεθύμνης με γόνιμο και επωφελές έργο για τη δημοτική εκπαίδευση και τον διδασκαλικό κλάδο. Υπήρξε ιδρυτής και επί πολλά χρόνια πρόεδρος του Συλλόγου Πολιτικών Συνταξιούχων Ρεθύ­μνης. Πρόεδρος επί μια πενταετία (1975-1980) της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιο­θήκης Ρεθύμνης και τέλος μέλος επί πολλά χρόνια του Δ.Σ. της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Ρεθύμνης.

Ας είναι αιωνία η μνήμη του και ελαφρύ το χώμα της Ρεθεμνιώτικης γής που τον σκεπάζει.



Γιάννης Ζ. Παπιομύτογλου

Ανδρέας Σταυρουλάκης: Ο πολυγραφότερος συνεργάτης

της Εύας Λαδιά

Θα μπορούσε να διεκδικήσει τον τίτλο του πολυγραφότερου συνεργάτη εφημερίδας, γιατί δεν περνούσε μέρα που να λείπει κείμενό του από τον τοπικό τύπο.

Κι όμως ο κ. Ανδρέας Σταυρουλάκης ποτέ δεν ζήτησε τίποτα, πέρα από την εκτίμηση του αναγνωστικού κοινού, που την έχει άλλωστε αμέριστη.

Η πένα του ήταν δωρική, οι προτάσεις σύντομες και περιεκτικές, η φιλοσοφία του «ουκ εν τω πολλώ το ευ». Κι ήταν δώρο Θεού να μιλάς με τον άνθρωπο αυτό, τον δάσκαλο και εκτός έδρας, που σου μετέδιδε χαρισματικά τα πιστεύω του για τις ηθικές αξίες, το πολύτιμο αγαθό της δημοκρατίας, τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου.

Το ύφος του ήταν πάντα μειλίχιο κι ο ίδιος πρότυπο ευπρέπειας στους τρόπους, στην εμφάνιση, στον χαρακτήρα. Μιλούσε πάντα στον πληθυντικό ακόμα και στους νεότερους σε ηλικία γνωστούς του. Σημείο οικειότητας ήταν να απαλείψει το κύριος ή κυρία. Αλλά και πάλι ο πληθυντικός κρατούσε τους τύπους της ευγενικής απόστασης. Όπως συνήθιζαν οι ευπατρίδες της εποχής «Θα θέλατε Εύα να δώσετε το κείμενο στο τυπογραφείο;».

Όταν σχολίαζε την επικαιρότητα σε κύκλο ποτέ δεν άφηνε περιθώριο να του χρεωθεί εμπάθεια ή φανατισμός. Εκεί που ήταν αμετανόητα οξύς ήταν σχολιάζοντας, στο ενυπόγραφο πάντα κείμενό του, τα κακώς κείμενα. Κι όταν καμιά φορά ο εκδότης διακρίνοντας υπερβολική οξύτητα με αρκετό τακτ ζητούσε να απαλύνει κάπως το ύφος, εκείνος αδιάλλακτος έσπευδε να διευκρινίσει. «Ευχαρίστως να το αποσύρω αλλά δεν μπορώ να μην εκφράσω επακριβώς τη σκέψη και τη θέση μου».

Και πριν φύγει, γύριζε να με αναζητήσει και να μου πει «Ξέρετε Εύα η δημοσιογραφία δεν είναι ανταλλαγή φιλοφρονήσεων. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω…».

Είχε πάντα κάτι να μου πει, κάτι να επισημάνει καλοπροαίρετα στα κείμενά μου κι είχε καταφέρει να καταθέτω στην κρίση του κάθε μου σκέψη, γιατί η συμβουλή του ήταν πολύτιμη. Κι ο δικός μου πατέρας ήταν τόσο μακριά…

Συγγραφέας και λαογράφος

Ο Ανδρέας Σταυρουλάκης ήταν επίσης ένας εξαίρετος συγγραφέας και λαογράφος.

Εκείνος μου έμαθε μέσα από τα κείμενά του τα ήθη και τα έθιμα τις μεγαλογιορτές στα χωριά μας.

Από όσα θυμάμαι δύο περιστατικά σκιαγραφούν απόλυτα το χαρακτήρα του Ανδρέα Σταυρουλάκη.

Ήταν περίοδος χούντας κι εγώ προσπαθούσα να απαλλαγώ από τον συνήθη επισκέπτη της συμφοράς που εννοούσε να περνά από κόσκινο και τη μικρή αγγελία της εφημερίδας. Κάποια στιγμή μπήκε ο κ. Ανδρέας ν’ αφήσει το κείμενό του και με την οξυδέρκεια που τον διέκρινε κατάλαβε αμέσως τι γίνεται. Ζήτησε με τον δικό του τρόπο να συνεργαστούμε και επικαλούμενος μεγάλη πίεση χρόνου, υποχρέωσε τον ανεπιθύμητο να σηκωθεί.

Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη όταν είδα τον υπηρεσιακό παράγοντα του καθεστώτος να στέκεται με σεβασμό μπροστά στον δάσκαλο, να του συστήνεται και να του θυμίζει πως ήταν μαθητής του.

– Κρίμα άκουσα τον δάσκαλο να λέει κι αφού πέρασαν μερικά λεπτά έντονης σιωπής πρόσθεσε «που δεν σας θυμάμαι».
Μια άλλη φορά έτυχε να έρθει, ενώ ήταν στην εφημερίδα ο Γιάννης ο Κεφαλογιάννης. Επειδή γνώριζα τον άνθρωπο και τις πεποιθήσεις του κι εκείνες τις εποχές τα κομματικά πάθη ήταν έντονα, κάπου αγχώθηκα. Δεν ήξερα πως θα εξελιχθεί η απρόοπτη αυτή συνάντηση.

Αντίθετα ο κ. Ανδρέας χαιρέτισε ευγενικά και είπε στον υπουργό:

-Σας είμαι ευγνώμων.

Κι επειδή ο άλλος κοιτούσε απορημένος ο καλός μου δάσκαλος πρόσθεσε:

– Είχα κάποιο πρόβλημα υγείας την ημέρα που συναντηθήκαμε στη Νομαρχία για κάποιο θέμα των πολιτικών συνταξιούχων. Κι εσείς μου συστήσατε να ακολουθήσω μια αγωγή που με θεράπευσε.

Όταν έφυγε ο κ. Ανδρέας, παράτησε ο γιατρός κάτι χαρτιά που διάβαζε και μου είπε:

– Μ’ αρέσουν αυτοί οι άνθρωποι ξέρεις. Μπορεί να μας χωρίζει άβυσσος πολιτικού πιστεύω αλλά έχουν βρε παιδί μου ποιότητα. Δεν βλέπεις τον Σταυρουλάκη;

Δίδαξε για δεκαετίες σε σχολεία της υπαίθρου

Ο Ανδρέας Σταυρουλάκης γεννήθηκε το 1907, στο χωριό Μουρνέ Αγίου Βασιλείου. Οι γονείς του ήταν αγράμματοι αγρότες. Αλλά κάθε φορά που μου μιλούσε γι’ αυτούς μου έδινε την αίσθηση ότι μιλούσε για πρυτάνεις της αρχοντιάς και της πρεπιάς. Από τα έξι παιδιά της οικογένειας μόνον ο Ανδρέας σπούδασε. Δεν μπορούσαν οι γονείς του να παραβλέψουν τη ζωηρή του έφεση για μάθηση. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές, σπούδασε παιδαγωγικά και δάσκαλος πια ετοιμάστηκε για τον αγώνα της ζωής. Ήδη κρατούσε περγαμηνές ήθους, επιμέλειας και συνέπειας με ό, τι καταπιανόταν.

Υπηρέτησε τη στοιχειώδη πρωτοβάθμια δημόσια εκπαίδευση με ευσυνειδησία, φιλοπονία και αγάπη επί 38 ολόκληρα χρόνια. Τα 25 από αυτά τα πέρασε στην ύπαιθρο δείγμα του ασυμβίβαστου χαρακτήρα του. Εκείνα τα χρόνια, που όλα τα καθόριζε το φρόνημα του δασκάλου και η άριστη σχέση με τον επιθεωρητή, οι δημοκράτες και οι απροσκύνητοι δάσκαλοι δεν καλοπερνούσαν.

Ο Ανδρέας Σταυρουλάκης ως δάσκαλος άφησε τα έντονα ίχνη του στα χωριά, Αείμονας, Καρίνες, Σπήλι, Ασώματος, Ορνέ, Αγιος Βασίλειος.

Κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής υπηρέτησε στο 22ο και 23ο Πολυθέσια Πειραιά και στο 1ο Πολυθέσιο Γυθείου σαν αποσπασμένος, ενώ το 1953 μετατέθηκε στο 2ο εξαθέσιο σχολείο Ρεθύμνου από όπου και συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό του Διευθυντή το 1966.

Πάθος για τη δημοσιογραφία

Από τα πρώτα χρόνια που υπηρετούσε στην εκπαίδευση ασχολήθηκε παράλληλα με τη δημοσιογραφία. Στα χωριά που ήταν δάσκαλος εργαζόταν και σαν ανταποκριτής επαρχιακών εφημερίδων. Λάτρευε το διάβασμα και το γράψιμο ήταν η διαφυγή του. Ασχολήθηκε με ζήλο στη συλλογή λαογραφικού υλικού και συνέγραψε πάνω από 250 κρητικές ηθογραφίες. Απλά και γλαφυρά τα διηγήματα αυτά αποπνέουν την αγνότητα της παράδοσης. Έθιμα, ήθη, θρύλοι και δοξασίες παρελαύνουν από ενότητες γραμμένες με φροντίδα και γλωσσικό πλούτο.

Είχε δημοσιεύσει γύρω στα 500 κρητικά ανέκδοτα, καθώς και πολλά δίστιχα, παροιμίες και παραδόσεις.

Αυτά όλα τα είχε ταξινομήσει με το μεράκι αρχειοθέτη υποδειγματικά κι όπως μου έλεγε μπορούσε με κλειστά μάτια να ανασύρει το φάκελο που τον ενδιέφερε ανά πάσα στιγμή.

Κάθε τοπική εφημερίδα είχε κείμενά του και μάλιστα σε τακτικές περιόδους. Ήταν ανεξάντλητος σε θεματική χωρίς να επαναλαμβάνεται. Ποτέ δεν έθιγε γνωστό θέμα αν δεν είχε ο ίδιος να προσθέσει μερικές πινελιές από προσωπική έρευνα. Και που δεν βρίσκεις κείμενά του «Κρητική Επιθεώρηση», «Ρεθεμνιώτικα Νέα», «Βήμα», «Ελεύθερη Γνώμη» από τις καθημερινές εφημερίδες, στην εβδομαδιαία «Αλλαγή», στα Λαογραφικά και ιστορικά περιοδικά «Προμηθέας», «Ρεθεμνιώτικα Χρονικά», και «Κέντρος».

Εκατοντάδες τα άρθρα του, οι μελέτες, οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις και τα χρονογραφήματα.

Αθεράπευτα προοδευτικός

Μέσα από τα κείμενά του ο Σταυρουλάκης διακήρυξε σύγχρονες προοδευτικές αντιλήψεις και ιδέες.

Με θάρρος και παρρησία αντιμετώπισε τις σαθρές αντιλήψεις του καιρού του, τη δεισιδαιμονία και την προκατάληψη, την οπισθοδρομικότητα, τις αναχρονιστικές μεθόδους, την παραποίηση και καπηλεία της θρησκείας από μερίδα του Κλήρου. Και είχε τη λεβεντιά να διασαλπίσει την ανάγκη μεταρρυθμίσεων.

Έδωσε αγώνα για να καταργηθούν τα κόλλυβα στα μνημόσυνα και προώθησε τις δωρεές σε φιλανθρωπικά ιδρύματα αντί για μνημόσυνα.

Επιδόθηκε ιδιαίτερα και στη βιβλιοκριτική δημοσιεύοντας πάνω από 300 στον τοπικό τύπο. Από τις εκδόσεις του θα πρέπει να αναφέρουμε «Παιδαγωγικά Ερεθίσματα» 1949, «Αγωγή στην πράξη» 1959, «Η παιδική ζήλεια» 1960, «Οι καταχανάδες» 1982, «Αγώνες και κτυποκάρδια της Κατοχής» 1984. «Οι συμπληγάδες», «Ιστορικά θέματα», «Επιλογές», «Αγωγή και παιδί» και τη μονογραφία «Τα μοναχοπαίδια».

Διετέλεσε και από τους στενούς συνεργάτες του Ραδιοφωνικού Σταθμού Κρήτης.

Έφυγε αθόρυβα τον Ιούλιο του 1997. Αλλά εκείνοι που τον έζησαν από κοντά δεν ένοιωσαν ποτέ την απουσία του. Σαν δάσκαλος, σαν δημοσιογράφος, σαν δημοκράτης, σαν ΑΝΘΡΩΠΟΣ άφησε παντού τα χνάρια του. Ο ΑΛΕΚΟΣ το σύνηθες όνομα που έδινε στον ήρωα των διηγημάτων του, αυτοβιογραφικά τα περισσότερα, παραμένει τόσο οικείος να διδάσκει θάρρος και πίστη.

Ένα μικρό κερί ανάβουμε στη μνήμη του με το αφιέρωμα αυτό. Ασήμαντο μπροστά στο τόσο φως που σκόρπισε με την πληθωρική εκπαιδευτική και συγγραφική παρουσία του όπου κι αν έγραψε, όπου κι αν δίδαξε. Για να έχει έτσι επάξια κερδίσει την υστεροφημία ενός Ρεθεμνιώτη που ήξερε να τιμά τις παραδόσεις και να υπηρετεί τις ηθικές αξίες με κάθε τίμημα.

Εύα Λαδιά

ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗ

ΠΛΑΝΗ ΚΑΙ ΑΓΝΟΙΑ

20 Μαρτίου, 2026

Του κ. ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗ
Όσο κι αν είναι αλματώδης η πρόοδος των τελευταίων χρόνων κι όσο κι αν οι νέοι
και γενικά οι νεώτεροι, κάτω του μεσήλικα άνθρωποι, έχουν προσαρμοσθή στη σύγχρονη
σκέψη και νοοτροπία, κι ακολουθούν το κλίμα της εποχής, έχουν εκσυγχρονισθή μ’ ένα
λόγο, υπάρχουν άνθρωποι, οι λίγοι παλαιότεροι, που παραμένουν αμύητοι στη
συντελούμενη γύρω των ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ, μένουν προσκολλημένοι στην παράδοση, είναι
όλως διόλου απροσάρμοστοι στη σημερινή πραγματικότητα.
Μεταπολεμικά έχει κορυφωθή η ΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ. Όλοι οι γονείς
αγρότες και αστοί ζουν με την ζωηρή επιθυμία να σπουδάσουν τα παιδιά των. Σπάνια είναι
η εξαίρεση γονέας να κρατήση κοντά του τα τέκνα του σαν τελειώσουν το Δημοτικό και
ιδίως τότε που δεν απητούντο εισιτήριες εξετάσεις στα Γυμνάσια. Δεν επηρεάζονται οι
γονείς από την πνευματική ικανότητα τους. Ακολουθούν τυφλά το υπάρχον γενικό ρεύμα,
χωρίς να εξετάζουν αν τα παιδιά μπορούν να μάθουν περισσότερα, αν έχουν κλίση προς τα
γράμματα, αν έχουν επιμέλεια προς μάθηση! Τα στέλνουν τα Γυμνάσια από σνομπισμό,
διότι τα έστειλαν οι γειτόνοι που είναι κατώτεροί τους, τα έστειλε η Χήρα, και άλλοι πτωχοί
άνθρωποι.
Τους είναι αδιάφορο ότι τα παιδιά των άλλων είναι επιμελείς καλοί μαθητές.
Πιστεύουν ότι κάθε παιδί που θα πάη στο Γυμνάσιο θα μάθη. Ότι όλα τα παιδιά έχουν τις
ίδιες ικανότητες, το ίδιο πνεύμα, την ίδια νοητική δύναμη.
ΜΕΓΑΛΗ ΠΛΑΝΗ
Σφάλμα. Όχι ηθελημένο. Σ’ άγνοια οφείλεται. Δεν έχουν χωνέψει το αληθινό νόημα.
Αγνοούν οι γονείς πως για να μάθη ένα παιδί γράμματα πρέπει να βοηθείται από τη ΦΥΣΗ.
Τούτο σημαίνει πως πρέπει νάχη προικισθή εκ γενετής με πνευματική δύναμη, κρίση,
αντίληψη και όλες τις άλλες πνευματικές λειτουργίες. Νάχη έμφυτη τη διάθεση προς
μάθηση.
Τότε το παιδί, ενδιαφέρεται για το σχολείο, καταβάλλει προσπάθειες, αναπτύσσει
επιμέλεια. Αν στερείται πνευματικών ικανοτήτων λείπει κι η επιμέλεια. Στη θέση της
θρονιάζεται η αδιαφορία, η αμέλεια η στασιμότητα, η πνευματική απραξία! Καμμιά
επίδοση, καμμιά πρόοδος. Χωλαίνει, υστερεί στα μαθήματα, απορρίπτεται. Στους γονείς
φαίνεται παράξενο. Θυμώνουν προς τα ανεπίδεκτα προς μάθηση παιδιά τους,
εκνευρίζονται, τα υβρίζουν, τα κακομεταχειρίζονται.

-«Δεν σου έλεγα να διαβάζης κερατά,
-Εδιάβαζα, απαντά ο μαθητής
-Κύττα το Γιώργη της Λενιάς πως τα ξαίρει!!
-Δεν μπορώ να τα μάθω εγώ»
Κι όμως δεν φταίνε τα παιδιά όλες τις φορές, για την έλλειψη προόδου στα
μαθήματα. Φταίνε στις λίγες περιπτώσεις που, ενώ είναι παιδιά έξυπνα, παρασύρονται
από κακές συναναστροφές στον «κακό δρόμο». Παραμελούν το βιβλίο, δεν φοιτούν στο
σχολείο, δεν μελετούν. Έχουν αλητέψει. Σ’ όλες τις άλλες, δεν είναι υπεύθυνα για την
αμέλεια και την καθυστέρηση. Φταίει η Φύση. Δεν των έδωσε πλούσια εφόδια.
Περισσότερες ικανότητες.
Γενικά λοιπόν -πρέπει να ξαίρουν οι γονείς- πως κάθε παιδί «όπου φτάνει το χέρι
του κρεμά το καλάθι του». Δεν μπορεί να μάθη το παιδί περισσότερα απ’ όσα μπορούν να
χωρέσουν στο μυαλό του. Το μυαλό, ο νους των παιδιών μοιάζει με αποθήκη. Έχει διάφορα
μεγέθη η αποθήκη. Κάθε αποθήκη ίδια χωρητικότητα. Αποθήκη γνώσεων είναι ο νους.
Όσες γνώσεις χωρέσουν συγκρατούνται. Οι άλλες διασκορπίζονται, χάνονται. Μικρόμυαλα
τα παιδιά με μικρές, στενές αποθήκες. Με μικρή αντίληψη και αντίληψη και νόηση. Δεν
νοιώθουν! Νωθρή η σκέψη τους, αμβλεία η κρίση τους. Δεν χωράνε στην αποθήκη του νου
όσα δεν καταλαβαίνη το παιδί. Και δεν τα μαθαίνει όσα μέσα κι αν μεταχειριστούμε!
Οι γνώσεις, δεν είναι τροφή που εισέρχεται στον οργανισμό του ανθρώπου με
ορούς, ενέσεις, ακόμη και τη βοήθεια χωνιού από στόματος! Οι γνώσεις γίνονται κτήμα
των παιδιών, που τις νοιώθουν. Τις αφομοιώνουν. Τις χωνεύουν στο μυαλό όπως
χωνεύονται τα σκληρότερα φαγητά στο στομάχι των.
Αποκτώνται οι γνώσεις αν είναι ευπρόσδεκτες στο παιδί. Μοιάζουν του σπόρου που
ευδοκιμεί αν πέση στο κατάλληλο έδαφος. Γονιμοποιούνται οι γνώσεις αν το μυαλό των
παιδιών είναι ενεργητικό, γόνιμο, αν τις καλλιεργεί και τις επεξεργάζεται περαιτέρω. Όπως
ο σπόρος φυτρώνη και αναπτύσσεται στο καλά καλλιεργημένο έδαφος.
Μα η γονιμότητα του παιδικού μυαλού είναι έμφυτη. Από τη Φύση δίδεται. Είναι
θείο δώρο η ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΗΣ ΔΩΡΕΑΣ. Δεν αποκτάται. Το άγονο, το στείρο μυαλό, δεν
μεταβάλλεται σε καρποφόρο, σε αποδοτικό με όσες προσπάθειες κι αν καταβληθούν. Ούτε
οι μεθοδικώτεροι Καθηγητές. Τα τελειότερα Φροντιστήρια δεν μπορούν να αναπληρώσουν
τα κενά της Φύσεως στη διάνοια των παιδιών. Δεν μπορούν να μεταβάλλουν ριζικά την
νοητική αντίληψη. Μπορούν να συμπληρώσουν μικρο-παραλλείψεις. Να βοηθήσουν
μέτριους μαθητές να βελτιωθούν λίγο. Να μπαλλώσουν. Ποτέ δεν μπορούν τους
πνευματικά νωθρούς να κάμουν νοήμονες. Τους βλάκες να κάνουν ευφυείς.
Τους ανίκανους ικανούς. Κι όμως οι γονείς πλανώνται νομίζοντες πως με τα
φροντιστήρια ως διά μαγείας θα μεταβληθή ριζικά, η «Φύση» των παιδιών των, γινόμενα
από ανεπίδεκτα προς μάθηση φωστήρες και αριστούχοι!!
Δεν είναι αρκετή η φοίτηση μόνον των παιδιών εις τα Γυμνάσια δια να αποκτούν κατά
τις προσφερόμενες εις αυτά γνώσεις. Θα συνέβαινε τούτο αν ήτο αρκετόν να εισέρχωνται
οι μαθηταί εις τα Σχολικά Κτήρια και να ακροώνται στις αίθουσες παραδώσεων τους
Καθηγητές. Για να αφομοιώνουν απροσκόπτως τις προσφερόμενες γνώσεις, για να
μαθαίνουν με λίγα λόγια τα μαθήματα των πρέπει: ΝΑ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ όπως
λέει ο λαός. Τούτο σημαίνει: Να νοιώθουν, να μαθαίνουν τα μαθήματά των χωρίς πολύ
κόπο, όλως αβίαστα. Να έχουν όρεξη και ενδιαφέρον. Όταν έχουν αυτές τις ιδιότητες είναι
καλοί μαθητές. Έχουν επιφέλειαν, προσέχουν τον Καθηγητήν στη παράδοση γιατί τον
νοιώθουν. Διαβάζουν λίγο το βιβλίο στο σπίτι και μαθαίνουν το μάθημα. Είναι επιδεκτικοί
μαθήσεως. Οι ανεπίδεκτοι μαθήσεως ως τόσο είναι κακοί μαθητές. Γιατί; Διότι δεν τους
βοηθεί το μυαλό τους. Δεν είναι για γράμματα. Δεν προσέχουν τον Καθηγητήν γιατί δεν
νοιώθουν το μάθημα. Δεν έχουν όρεξη για το σχολείο ούτε αισθάνονται κανένα
ενδιαφέρον προς τα μαθήματα. Όσο και αν διαβάσουν στο σπίτι δεν μαθαίνουν γιατί, δεν
νοιώθουν. Ματαιοπονούν λοιπόν παιδιά και γονείς επιδιδόμενοι σε μια προσπάθεια
άχαρη, που τους απογοητεύει στο τέλος. Οι κακοί μαθηταί αισθάνονται αποστροφή όχι
μόνον προς το σχολικό βιβλίο αλλά προς κάθε έντυπο. Ακόμη και το Διδακτήριο έχει θέση
ΦΥΛΑΚΗΣ στην ψυχή των.
Προς την κατηγορία τούτη των ανεπίδεκτων προς μάθηση μαθητών, ούτε οι
μεθοδικώτερες ιδιαίτερες παραδόσεις, ούτε τα Φροντιστήρια μπορούν να επιφέρουν
βελτίωσή τινα. Είναι ότι τα ΔΑΚΕΝΙΚΙΑ προς τους Αναπήρους. Βαδίζουν οι ανάπηροι με την
βοήθειά των. Δεν παύουν όμως από του να είναι ΑΝΑΠΗΡΟΙ.
Στην περίπτωση των παιδιών, πάσχουν ταύτα από πνευματική αναπηρία γιατί η
Φύση υπήρξε φειδωλή προς αυτό. Με τσιγγουνιά των χάρισε το πνεύμα, το νου, τη νόηση.
Ε ουδεμία επίγεια δύναμη δύναται να αναπληρώση την έλλειψη, υποκαθιστώσα τη Φύση.
Προς ώτα μη ακουόντων λοιπόν αποτεινόμαστε. Έχει πλήρη εφαρμογή η παροιμία:
«Όσο θέλεις κτύπα στου κουφού την πόρτα».
Πόσο αλλοιώτικη θα ήτο η όψη της χώρας και πόσο ανετώτερη η ζωή των
ανθρώπων αν οι γονείς ήσαν γνώστες των παραπάνω λεπτομερειών.
Πολλών εκατομμυρίων άσκοπες δαπάνες θα αποφεύγονταν και δεν θα
εσπαταλώνταν τα εφηβικά χρόνια των νέων μας στις αυλές των Γυμνασίων και των
Φροντιστηρίων σε μια άνευ περιεχομένου προσπάθεια ήτις, αντί να τους οδηγήση στην

οδό της μαθήσεως τους εκτρέπει, εκ της οδού της εργασίας και της Τέχνης προς το
Κηφηναριό και ενίοτε την οκνηρία, για να μη ειπούμε αλητεία.
Δεν υποστηρίζομε ότι δεν προσφέρουν τίποτε οι ιδιαίτερες παραδόσεις και τα
Φροντιστήρια. Τουναντίον βοηθούν συντελούν στο ξεκαθάρισμα αμφιβόλων σημείων της
μαθήσεως και την εμπέδωση της ύλης.
Επαναλαμβάνομε όμως πάλιν: Επί μαθητών επιδεικτικών προς μάθηση.
Ποτέ δεν θα δυνηθούν να πελεκήσουν ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ. Βελτιώνουν μαθητές που
μπορούν να βελτιωθούν.
Μέτριους μπορεί να κάμουν λίγο καλύτερους. Πολύ καλούς μπορεί να κάμουν
αρίστους. Αυξάνουν και βελτιώνουν υπάρχουσα καλλιέργεια. Δεν δημιουργούν όπου δεν
υπάρχει!!
Χαίρομαι ιδιαιτέρως για την υπάρχουσα εις τους γονείς έφεση (αγάπη) προς τα
γράμματα. Αποτελεί τεκμήριο προόδου και πολιτισμού. Αλλά και λυπούμαστε όταν
επιμένουν να πετούν εις τα σύννεφα.
Όταν εννοούν να τυφλώττουν ενώ υπάρχει φως. Όταν αρνούνται να παραδέχωνται
ότι τα παιδιά των δεν «είναι για γράμματα!!». Όταν τα αφήνουν 2 και 3 χρόνια στην ίδια
τάξη εν ω έδει να τα αποσύρουν στη πρώτη απόρριψη.
Ένας πατέρας έγινε «έξω φρενών» τις ημέρες αυτές και στο τέλος χρειάσθηκε
γιατρός, η δε μάννα έδωσε τις φρικτότερες κατάρες στο γυμνασιόπαιδο γυιό τους διότι
είχε την παρρησία να ομολογήση ότι δεν έγραψε άπταιστα στα μαθηματικά.
Συνέβη να παρευρεθώ στη σκηνή. Προσπάθησα να μαλακώσω τα πράγματα.
Στάθηκε αδύνατον. Ανένδοτοι ήσαν οι γονείς:
-Ξαίρετε κ. Σ. πόσα ξοδεύω στα Φροντιστήρια. Του έχω όλο το χρόνο ιδιαίτερο
Καθηγητή… Τι άλλο μπορούσα να κάνω; Δεν διαβάζει ο…. Μα εγώ θα τον κάμω.
Συνέχισα τη διαφώτιση.
Δεν ξαίρω αν το επέτυχα. Επαναλαμβάνομε όμως για το ευρύτερο κοινό πως όταν
«λείπη η σφραγίδα της δωρεάς» από το μαθητή και αν ακόμη ο φροντιστής του τα μάθη
σαν παπαγάλου και πάλιν θα βρεθή κάποιο εμπόδιο να μη γράψη άριστα.
Ο παραπάνω μαθητής, δεν έχει το δώρο της φύσεως να είναι άριστος. Δεν θα γίνη
λοιπόν ποτέ ούτε με τον φροντιστή. Ίσως να ήτο χειρότερος άνευ αυτού. Πάντως καλύτερος
απ’ ότι, τον έπλασε η Φύση, δεν γίνεται!
Αγαπητέ του είπα. Το παιδί όσο μπορεί κάνει. Τόσο, δυναμικό έχει. Δεν έχει
σημασία πως του κάνετε φροντιστήριο. Στο κάτω-κάτω πιθανόν να απορριπτότανε χωρίς
αυτό. Αφού τώρα προάγεται πρέπει να μένετε ικανοποιημένος.
-Μα έπρεπε να είναι ο καλύτερος! Επανέλαβε. Όπως τον πατέρα αυτό σκέπτονται
όλοι οι πατεράδες!! Αλλά μέχρι να σκέπτωνται έτσι, δεν πρόκειται να ανακοπή το ρεύμα
προς τα Γυμνάσια, θα είναι πληθωρική η φοίτηση θα αυξάνουν αφ’ ενός αι ανάγκαι της
Μέσης Παιδείας εις χώρον και Διδακτικό προσωπικό και θα πίπτη η στάθμη της προόδου
ταύτης αφ’ ετέρου.
Μια ευρυτάτη διαφώτιση του πληθυσμού προς τον τομέα αυτό θα μετέβαλε
πιθανώτατα την κατάσταση.

Α. ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗΣ

Υ.Γ.
Προσπάθησα να εκλαϊκεύσω το θέμα. Να γίνω περισσότερο κατανοητός από
ευρύτερο κοινόν. Και πάλι αμφιβάλλω αν το επέτυχα.

Α.Σ.Σ.

ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1968

Παρανόηση ρόλου…

7 Μαρτίου, 2026

Του Ανδρέα Σταυρουλάκη

Το έργο των Επιθεωρητών παλαιότερα ήτο δυσχερές, ακανθώδες, κοπιώδες,

πολύπλευρο. Διοικητικό, εποπτικό, καθοδηγητικό. Σ’ όλο το Νομό μας προΐστατο ένας και

μόνο Επιθεωρητής. Βέβαια προ 40 ετών ο αριθμός των σχολείων ήτο περιωρισμένος.

Σχολεία λειτουργούσαν στα κεντρικά χωρία, τα μεγάλα, τα κεφαλοχώρια. Δεν υπήρχε όμως

αυτοκινητιστική συγκοινωνία. Από το Πέραμα και εκείθεν προς το επάνω ορεινό

Μυλοπόταμο οι δρόμοι ήσαν ημιονικοί, δύσβατοι. Με δυσκολίες και κόπους μετάβαινε

κανένας από το ένα χωριό στο άλλο. Δια πρώτη φορά νομίζω πήγε στο Σπήλι αυτοκίνητο το

1927-1928. Δυσχερής όθεν και επίπονη ήτο η μετάβαση των Επιθεωρητών στα σχολεία τον

καιρό εκείνο προς επιθεώρηση. Προς μετακίνησή των απαιτούνταν μουλάρι και αγωγιάτης.

Τα ορεινά, και γενικά απομεμακρυσμένα σχολεία επιθεωρούνταν, κατά πολύ, αραιά

χρονικά διαστήματα. Και όμως τότε ήτο αναγκαία η παρουσία των Επιθεωρητών. Όχι μόνον

άγευστοι παιδαγωγικής καταρτίσεως ήσαν οι διδάσκαλοι εκείνης της εποχής, αλλά ακόμη

ήσαν, και αγράμματοι. Στερούνταν οι πλείστοι των στοιχειωδεστέρων γραμματικών

γνώσεων. Διορίζονταν γιατί, δεν υπήρχαν καλύτεροι. Ήσαν δασκάλοι της ανάγκης.

Πολλαπλή τότε η αποστολή των Επιθεωρητών: Να διδάξουν τη μέθοδο διδασκαλίας στους

δασκάλους κατά την επίσκεψή των. Να τους δείξουν τον τρόπο κατά τον οποίον θα

διδάσκουν κάθε μάθημα. Να ελέγξουν για τυχόν ολιγωρία και παράλειψη καθηκόντων.

Τέλος να εποπτεύσουν για την εφαρμογή των Νόμων και Διατάξεων.

Όσο με την πάροδο των χρόνων ο κλάδος των δασκάλων πλουτιζότανε με

πτυχιούχους, τόσο απλουστευότανε ο ρόλος των Επιθεωρητών. Από το 1940 και εντεύθεν

τα σχολεία είχαν επανδρωθή μόνον με πτυχιούχους. Ο Νομός Ρεθύμνης είχε διχοτομηθή σε

δυο Επιθεωρητικές Περιφέρειες. Το διδακτικό προσωπικό τυγχάνει κατά τεκμήριο ίσης

μορφώσεως με το εποπτικό προσωπικό (Επιθεωρητές). Πέραν τούτων υπάρχει

ανεπτυγμένη συγκοινωνία. Λιγοστά είναι τα στερούμενα τοιαύτης, σχολεία. Σήμερα

αμφιβάλλω αν υπάρχη χωριό μη συνδεόμενο δι’ αυτοκινήτου. Οι διδάσκαλοι του 1950 και

πτυχιούχοι ήσαν όλοι, και πτυχία μετεκπαιδεύσεως είχαν πολλοί. Το έργο των

Επιθεωρητών της περιόδου είχε καταστή εκ των ευνοϊκών συνθηκών ευκολώτερο,

ευχερέστερο, περιωρισμένο και ακοπώτερο… Είχαν πλούσια συγκοινωνιακά μέσα στη

διάθεσή τους προς μετακίνηση. Είχαν μορφωμένους δασκάλους να επιθεωρήσουν. Και

σημαίνει τούτο ότι ο ρόλος των περιοριζόταν στην διαπίστωση του επιτελεσθέντος απλώς,

εις έκαστο σχολείο έργου. Αν παρατηρούσε ότι εχώλαινε η διδασκαλία κάπου, χρέος είχε

να υποδείξη -αν φυσικά γνώριζε – καταλληλότερο τρόπο. Υπήρχαν πάντοτε περιπτώσεις

νεοδιωρισμένων δασκάλων. Ήσαν οι νεοσσοί, οι πρωτόπειροι, οι άπειροι. Που ευρίσκονταν

στο μεταίχμιο: μεταξύ θεωρίας και πράξεως. Σ’ αυτούς υπήρχε περιθώριο συμβουλής,

υποδείξεως, καθοδηγήσεως. Όπου όμως υπήρχε πολυετής, αποκρυσταλλωμένη, πλούσια

πείρα ο Επιθεωρητής, δεν είχε ή να θεωρήση κι ελέγξη το Αρχείο, το διδακτήριο και την

απόδοση του μέχρι στιγμής εκείνης διδακτικού έργου του δασκάλου. Ακόμη να τον

παρακολουθήση διδάσκοντα, να εκτιμήση την διδακτική του ικανότητα, την παιδαγωγική

του κατάρτιση και την όλη επιστημονική του συγκρότηση. Πέραν τούτου ώφειλε ο

Επιθεωρητής να μεταχειρίζεται πάσαν λεπτότητα στις τυχόν παρατηρήσεις του και να

επεμβαίνη με διακριτικότητα κι επιφύλαξη για να μη θιγή το δάσκαλο μπροστά στους

μαθητές, να μειώση την προσωπικότητά του και να καταρρίψη το κύρος του. Μπροστά

στους μαθητές οι δάσκαλοι έστω και κενοί περιεχομένου δέον να στέκωνται σαν

προσωπικότητες. Επ’ ουδεμία αιτία πρέπει να κλονίζεται η προς αυτούς εμπιστοσύνη των

μαθητών. Πάντοτε ώφειλε, και οφείλει να έχη στο νου του ο επιθεωρών και ελέγχων, ότι

απευθύνεται ως ίσος προς ίσον στις γνώσεις, στην επιστημονική συγκρότηση, στην

διδακτική ικανότητα και παιδαγωγική κατάρτιση. Μοναδική του υπεροχή είναι η εξουσία

που έχει. Δεν πρέπει λοιπόν να παρασύρεται από το προνόμιο αυτό που τον ώπλισε άρτι η

Πολιτεία να παραγνωρίζη την πραγματικότητα: Να λησμονή πως πριν λίγο καιρό ο ίδιος κι

ο επιθεωρούμενος ήσαν συνάδελφοι: αμφότεροι δασκάλοι. Σήμερα ο ένας είναι

προϊστάμενος και ο άλλος υφιστάμενος. Με το να γίνη προϊστάμενος προστέθηκε απλώς η

νόμιμη εξουσία. Οι γνώσεις έμειναν οι ίδιες. Δεν έγινε σοφώτερος. Δεν τελέσθηκε

εκκλησιαστικό μυστήριο κατά την επιθεωρητικοποίηση. Δεν επεφοίτησε το Άγιο Πνεύμα

επί της κεφαλής του να τον φωτίση και τον καταστήση παντογνώστη, πάνσοφο, αλάθητο.

Το προνόμιο αυτό του αλαθήτου αμφισβητούμε σήμερα στον Πάπα. Τι να ειπούμε όθεν

στην περίπτωση των λαϊκών;

Κάθε Επιθεωρητής που παραγνωρίζει τις ως άνω βασικές αλήθειες αποτυγχάνει ως

προϊστάμενος μορφωμένων ανθρώπων. Ο νουνεχής, ο σώφρων, ο συνετός και λογικός δεν

απομακρύνεται της πραγματικότητος όσον ψηλά κι αν ανέλθη. Είναι προσγειωμένος,

ταπεινός. Δεν επαίρεται για την άνοδό του. Προτιμά να τον υψώνουν οι άλλοι. Γνωρίζει το

του Ευαγγελίου: «Ο υψώνων εαυτόν ταπεινωθήσεται». Οι φαντασμένοι, οι επηρμένοι, οι

υπερόπτες, οι «λοξοί» δηλαδή, αφ’ ότου περιβληθούν την τήβεννο του προϊσταμένου,

λάβουν ανά χείρες τη μαγική ράβδο της Εξουσίας αποκτούν αυτομάτως το ΑΛΑΘΗΤΟ.

Έκτοτε όλους τους άλλους υφισταμένους – δασκάλους ή γονείς βλέπουν μπροστά τους σαν

μυρμήγκια ή ανδρείκελλα που πρέπει να υπακούουν, να πειθαρχούν τυφλά και να

εκτελούν άνευ αντιλογίας τις διαταγές και υποδείξεις των. Δεν τους αναγνωρίζουν γνώμη,

έστω ορθήν. Εντεύθεν, πηγάζουν οι αφορμές των συγκρούσεων, που γίνονται

αναπόφευκτες μεταξύ προϊσταμένων και υφισταμένων ή εκτραχύνσεως των μεταξύ τους

σχέσεων. Κυρίως, εις το ό,τι αναγνωρίζουν οι προϊστάμενοι μόνον υποχρεώσεις και

καθήκοντα εις τους υφισταμένους ουχί δε και δικαιώματα.

Στην κατηγορία των ούτω πως σκεπτομένων Επιθεωρητών ανήκε ο Χ2. Στην

κατηγορία των πλανωμένων. Των σφαλλομένων. Από πλευρά δασκάλων ο Αλέκος ανήκε

στην κατηγορία των ευσυνειδήτως εργαζομένων και ευόρκως εκτελούντων τα καθήκοντα

και τις υποχρεώσεις ως δημοσίων λειτουργών. Πλήν όμως παραλλήλως είχε πλήρη

συνείδηση των δικαιωμάτων του. Εγνώριζε να τα διεκδική. Διεμαρτύρετο όταν

κατεπατούντο εφαρμόζων το νομικό αξίωμα: «Ανοχή παραβιάσεως των ιδίων δικαιωμάτων

αποτελεί προσβολή του ιδίου καθήκοντος του ανθρώπου προς εαυτόν». Ιδού γιατί, κατά

την μακρόχρονη υπηρεσία του συνεκρούσθη πολλάκις με μερικούς Επιθεωρητές. Αυτούς

φυσικά που είχαν παρανοήσει το ρόλο τους…

ΤΟ ΩΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Πριν εισέλθομε στη δεύτερη αφορμή συγκρούσεως του Επιθεωρητή Χ2, με τον

Αλέκο οφείλομε να παράσχωμε όσες διευκρινήσεις νομίζομε αναγκαίες προς διαφώτιση

των μη εκπαιδευτικών αναγνωστών μας. Ο Αλέκος φυσικά, δεν διαφωνούσε προς τον

προϊστάμενό του απλώς για να «πάη κόντρα» από ιδιοτροπία ή δυστροπία χαρακτήρος.

Διαφωνούσε και αντιτασσότανε όταν ο Χ2 έθιγε τα καλώς κείμενα. Τα νομίμως

λειτουργούντα. Όταν έκανε κατάχρηση της εξουσίας του. Υπέρβαση των δικαιωμάτων του.

Όταν, υπερπηδώντας τα όρια της δικαιοδοσίας του εισερχόταν εις αλλότριους χώρους.

Καταπατούσε ξένα οικόπεδα. Παραβίαζε δικαιώματα άλλων. Όταν διάπραττε αυθαιρεσίες.

Αυτές τις αυθαιρεσίες πολλοί τις αντιλαμβάνονταν. Ή αν θέλετε όλοι. Τις ανέχονταν όμως,

αντιπαρέρχονταν αδιαφόρως και σιωπούσαν: Ίσως από συγκατάβαση, έλλειψη θάρρους,

δειλία ή ατολμία. Ή γιατί, δεν είχαν εμπιστοσύνη στους εαυτούς των ή δεν είχαν σαφή

αντίληψη των δικαιωμάτων τους. Άλλοι από ωχαδερφισμό, μοιρολατρεία κι αδιαφορία. Και

άλλοι τέλος για να φαίνωνται αρεστοί, να τάχουν καλά και να κερδίσουν την εύνοιά του!! Ο

Αλέκος, δεν ανήκε σε καμμιά από τις ανωτέρω κατηγορίες. Είχε συναίσθηση υποχρεώσεων

και δικαιωμάτων του. Ιδίαν γνώμη και κρίση. Ακόμη, Αρχές και πεποιθήσεις. Τέλος,

εμπιστοσύνη στον εαυτό του, ότι μπορεί να κάνη διάκριση του ορθού από το εσφαλμένο.

Του πονηρού από το αγαθό. Του λογικού από το παράλογο.

Και ώρθωσε το ανάστημά του στον Χ2 και σ’ όλους τους πολιτευθέντες κατά τον

ίδιο τρόπο, αδιαφόρως αν θα επέσυρε τη δυσμένειά των, και θα καταχωρείτο το όνομά του

στον μαύρο πίνακα. Αν ορθώς ή όχι έπραξε θα κρίνουν στο τέλος οι αναγνώστες.

Χρειάζεται ωστόσο να οπλισθούν με το ανάλογο ποσό υπομονής, προς παρακολούθηση

των αφορμών, των συγκρούσεων, διαφωνιών και αντιθέσεων.

Έχει ήδη εξιστορηθή η αφορμή της πρώτης συγκρούσεως με τον Επιθεωρητή Χ2 στο

9 ο σημείωμα. Η δεύτερη αφορμή που θα μας απασχολήση σήμερο ήτο το Ωρολόγιο

Πρόγραμμα.

Κατά την έναρξη εκάστου σχολικού έτους υποχρεούται έκαστος Διευθυντής

σχολείου, και είναι όλοι που υπηρετούν εις μονοθέσια σχολεία διευθυντές, να υποβάλη

στον Επιθεωρητή μεταξύ των άλλων στοιχείων, δυο αντίτυπα Ωρολογίου Προγράμματος. Ο

Επιθεωρητής ελέγχει, αν είναι συντεταγμένο κατά τον Νόμον, και αν πληροί τις σχετικές

αρχές της Γενικής Διδακτικής και Ψυχολογίας. Τα εγκρίνει, τα υπογράφει και επιστρέφει το

ένα. Το έτερον παραμένει στην Επιθεώρηση. Βέβαια εάν, δεν είναι σύμφωνο προς τα

νόμιμα, ως εξέθεσα, ο Επιθεωρητής οφείλει να επιφέρη τις διορθώσεις του, να το

τροποποιήση και σημειώση τις παρατηρήσεις του και να το επιστρέψη.

Ο Επιθεωρητής Χ2 ωστόσο έσπευσε κι απόστειλε έντυπο, ομοιόμορφο Πρόγραμμα

σ’ όλα τα μονοθέσια και λοιπά σχολεία της Περιφερείας του. Πριν υποβληθούν τοιαύτα

από τους δασκάλους των. Δεν ξαίρω τι έκαναν οι άλλοι δασκάλοι. Ο Αλέκος όμως

εδυσφόρησε, στενοχωρήθηκε. Πρώτα γιατί ήτο σε θέση να συντάξη το Πρόγραμμά του

όπως κάθε χρόνο. Έπειτα, γιατί εθεωρούσε εαυτόν μειωμένο. Και ακόμη γιατί είχε

συνηθίσει το ιδικό του Πρόγραμμα συντεταγμένο, κατά την αρχή της επαλληλίας. Στο κάτω

κάτω δε, ήτο λανθασμένο το Πρόγραμμα του Επιθεωρητή. Αντί 2 ημιωρίων διδασκαλίας

Ιστορίας και 2 Φυσικής Ιστορίας καθ’ εβδομάδα που καθώριζε ο Νόμος προφανώς εκ

λάθους ή αβλεψίας αδιάφορον είχε 1 ημίωρος Ιστορίας και 3 Φυσικής Ιστορίας στις ΓΔ΄

τάξεις. Πάλι για τους μη εκπαιδευτικούς σημειούμε ότι έκαστος διδάσκαλος είναι

ελεύθερος να συντάξη το Πρόγραμμα της τάξεώς του εις τα πολυθέσια ή του σχολείου του

στα μονοθέσια κατά την μέθοδο και την παιδαγωγική αρχή που προτιμά. Ουδείς δύναται

να πειθαναγκάση τούτον να εφαρμόση κάτι που δεν πιστεύει και δεν ασπάζεται. Αρκεί να

είναι πλήρες το ωράριο ημερήσιο κι εβδομαδιαίο κι η θέση των μαθημάτων σύμφωνη προς

τις Αρχές Διδακτικής και Ψυχολογίας.

Επί 20 χρόνια εφάρμοζε το ιδικό του Πρόγραμμα ο Αλέκος. Ήτο πλήρως

δοκιμασμένο. Ουδείς Επιθεωρητής το εμέμφθη. Όλοι οι συνάδελφοί του που το είχαν κατά

καιρούς ίδει στις τοπικές συγκεντρώσεις, που γίνονταν στο σχολείο του είχαν εκτιμήσει την

πληρότητά του και το είχαν εφαρμόσει. Κατά ποια λογική λοιπόν θα το αχρηστεύση τώρα

ο Αλέκος και αντ’ αυτού θα εφαρμόση ένα Πρόγραμμα λανθασμένο, αντιπαιδαγωγικό,

ανορθόδοξο; Μόνο από δουλοφροσύνη, υποκρισία, έλλειψη πεποιθήσεως ή κολακεία θα

το υιοθετούσε. Αλλά δεν ήτο ανδρικό να ανεχθή κάτι που δεν πίστευε. Δεν δίστασε λοιπόν.

Υπόβαλε όπως πάντοτε ο ιδικό του Πρόγραμμα προς έγκριση συνοδεύσας αυτό με

αιτιολογημένη έκθεση, προς πρόληψη οιασδήποτε παρεξηγήσεως. Μνημόνευε τους

λόγους για τους οποίους θα προτιμήση το ιδικό του Πρόγραμμα και παράθετε τα

σφάλματα που περιείχε το Πρόγραμμα του Επιθεωρητή που επί τέλους δεν ήτο σύμφωνο

προς καμμιά Παιδαγωγική Αρχή ούτε προς το ισχύο επίσημο του Κράτους. Απόφυγε δε

επιμελώς να θίξη ή να προσβάλη τον συντάκτη του.

Ο Χ2 το επέστρεψε πάραυτα, κανονικά εγκεκριμένο, υπογεγραμμένο ιδιοχείρως και

άνευ ουδενός σχολίου. Δεν απαιτείτο ωστόσο να είναι κανένας γραφολόγος για να

αντιληφθή την ψυχολογική κατάσταση του Επιθεωρητή τη στιγμή που έγραφε το

«εγκρίνεται» κι έθετε την υπογραφή του. Έκδηλη ακόμη και στους ανίδεους και αφελείς

ήταν η σύγχυση, η νευρικότητα, η ταραχή, η οργή κι αλλοφροσύνη του…

Αν εν τούτοις, δεν τον τύφλωνε το σφοδρό πάθος του στείρου εγωισμού του και της

παθολογικής του εγωπάθειας θα ικανοποιείτο από την ενέργεια του Αλέκου και θα

έσπευδε να τον συγχαρή για την πρωτοβουλία του. Χάρη σ’ αυτή -ως έμαθε βραδύτερο-

εξαπόστειλε νέα εγκύκλιο προς τα σχολεία διορθώνουσα το ωράριο της Ιστορίας και

Φυσικής Ιστορίας κατά τις υποδείξεις του Αλέκο, χωρίς να την κοινοποιήση στο σχολείο του

τελευταίου! Μα οι αφορμές των διαφωνιών συνεχίσθησαν.

Σπιούνος εκ των ένδον…

Την περίοδο στην οποία συνέβαιναν όσα έδωσαν τις αφορμές για τη συγγραφή της

σειράς των παρόντων σημειωμάτων μου είχε ανασυστηθή ο Διδασκαλικός Σύλλογος που

είχε ως ήτο επόμενο νεκρωθή και αυτοδιαλυθή την περίοδο της Κατοχής. Στο Διοικητικό

Συμβούλιο, ο Αλέκος κατείχε τη θέση του Αντιπροέδρου. Ο Πρόεδρος υπηρετούσε και

διαμένει στην Πόλη. Όταν ο Αλέκος ανελήφθη τις προθέσεις του Χ2 για ριζικές αλλαγές,

επιβολή μεταρρυθμήσεων, πρωσοποπαφών συστημάτων και γκρέμισμα των πάντων, σαν

να ερχότανε να διοικήση Περιφέρεια που, δε γνώριζε ακόμη Παιδαγωγική Εποπτεία έκρινε

αναγκαίο, να απευθύνη φιλική επιστολή στον Πρόεδρο, με την οποία, τον καθιστούσε

κοινωνό των σκέψεών του, και υποδείκνυε πως οφείλει να συγκαλέσει το ταχύτερο το

Διοικητικό Συμβούλιο όπερ να εξετάση τα δεσμευτικά μέτρα που θεσπίζει ο Χ2 και να

προβή στα αναγκαία διαβήματα προς ανάκληση, όσων πρέπει να ατονήσουν, και να μη

τύχουν εφαρμογής. Εν κατακλείδι έγραφε χαρακτηριστικά πως πρέπει «να του τραβήξουμε

τα ηνία τώρα που είναι αρχή, γιατί βραδύτερον θα είναι αργά…».

Ο Πρόεδρος έλαβε την επιστολή… Αντί όμως να συγκαλέση το Δ.Σ. κατά την

υπόδειξη του Αλέκο την παράδωσε στον ίδιο Επιθεωρητή Χ2. Φυσικά υπό τον ρητό όρο

αυστηρής εχεμύθειας. Ματαίως ανάμενε ο Αλέκος την πρόσκληση του, προς συμμετοχή

του στη συνεδρίαση, που εναγώνια περίμενε. Του ήταν αδιανόητο να μαντεύση την

απρόβλεπτη τύχη που είχε η επιστολή του.

Όταν μετά ένα μήνα κατήλθε, προς λήψη των αποδοχών του, συνάντησε και

διεμαρτυρήθη στον Πρόεδρο γιατί ανδράνησε. Δικαιολογήθηκε εκείνος πως πρέπει… «Να

αποφύγωμε μια τέτοια ανάμιξη, γιατί μόνο οι δυο τους έχουν αυτή τη γνώμη», τα δε λοιπά

μέλη του Δ.Σ. με τα οποία ήλθε εις επαφή αποκρούουν τη σκέψη να αναμιχθή ο Σύλλογος

εις έργα του Επιθεωρητού, αποκλειστικώς απορρέοντα εξ υπηρεσιακού καθήκοντος και επί

τέλους δεν είναι θέμα συνδικαλιστικό.

-«Διαφωνώ ριζικώς προς τέτοιες αντιλήψεις, και θα διαχωρίσω τις ευθύνες μου. Ο

Σύλλογος έχει χρέος να λάβη ενεργό θέση. Δεν είναι έργο του να ζητά μόνο αύξηση του

μισθού, παρατήρησε σ’ έντονο ύφος ο Αλέκος.

Και πάλι, δεν πονηρεύθηκε, πως τον έχει προδώσει ο συνάδελφός του!

Μα δεν σταύρωσε τα χέρια. Αφού επανήλθε στο χωριό του συνέταξε και απηύθυνε

προσωπικές επιστολές προς τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. παραπονούμενος για τις αντιλήψεις

που είχαν εκφράσει στον Πρόεδρο περί μη αναμείξεως του Συλλόγου εις τα του Χ2.

Απάντησαν όλοι διαπορούντες για το περιεχόμενο της επιστολής του, αρνούμενοι

ότι είχε πραγματοποιηθή επαφή και συνεννόηση με τον Πρόεδρο…

Ο Αλέκος έννοιωσε αμέσως ότι επρόκειτο περί προσωπικών σκέψεων του

Προέδρου όστις προφανώς απόφευγε να λάβη θέση φοβούμενος τη δυσμένεια και

δυσαρέσκεια του Επιθεωρητού… Και πάλι, δεν καθησύχασε. Απηύθυνε νέα επιστολή –

Πρόσκληση προς όλους και προς τον Πρόεδρο φυσικά, παρακαλών τούτους να

συναντηθούν κατά την ημέρα της καταβολής του μισθού του επομένου μηνός, ίνα

ενημερώση τούτους επί εκτάκτου θέματος. Συναντήθηκαν. Η συνεδρίαση υπήρξε

θυελλώδης. Ο Αλέκος επετίμησε τον Πρόεδρο για το προηγούμενο ψεύδος του και τον

κατηγόρησε ό,τι με τη στάση του συγκαλύπτει -άγνωστο γιατί- τον Χ2. Επέμεινε να λάβουν

σαν Συμβούλιο σαφή θέση και να απαιτήσουν από τον Χ2 την ανάκληση των δεσμευτικών

και καταπιεστικών μέτρων που έχει κοινοποιήσει υπό τύπο διαταγών, ιδίως, όσον αφορά

την κάθοδο των Δασκάλων στην Πόλη άπαξ του μηνός, προς λήψη των αποδοχών των

άνευ προηγουμένης αιτήσεως προς χορήγηση αδείας, και τη αδέσμευτη του

προγράμματος.

Τα μέλη, πλην του Προέδρου, απεδέχθησαν την εισήγηση του Αλέκο. Ο Πρόεδρος εν

τούτοις την απόκρουσε με την αιτιολογία, πως την έκρινε περιττή, γιατί στις προσωπικές

του επαφές έθιξε αμφότερες τις περιπτώσεις έπειτα από τις επιστολές του Αλέκου κι είχε

ρητή τη διαβεβαίωση του Χ2 πως είναι σύμφωνος να μην ισχύσουν στο μέλλον, αλλά να

ατονήσουν σιωπηρώς.

Πρόσθεσε μάλιστα ό,τι αν Δάσκαλός τις ελεγχθή εξ αφορμής αυτών θα φέρη ο ίδιος

την ευθύνη και θα λογοδοτήση στη Συνέλευση… Δεν παράλειψε μάλιστα να δηλώση ότι αν

επιμείνουν, δεν θα ακολουθήση ο ίδιος και ότι σε περίπτωση που νομισθή ότι

καταδολεύεται το Δ.Σ. είναι έτοιμος να παραιτηθή από την ηγεσία του Συλλόγου. Τα λοιπά

μέλη παραιτήθηκαν περαιτέρω επιμονής, αρκεσθέντες στη δήλωση το Προέδρου περί

υποχωρήσεως του Χ2. Κι ο Αλέκος «εκών και άκων» δέχτηκε τη λύση. Δεν επέμεινε

περαιτέρω. Η συνεδρίαση εθεωρήθη λήξασα. Σαν έμεινε μόνος κατεκλύσθη από σκέψεις,

αμφιβολίες, υποψίες και ανησυχίες ο Αλέκος. Λίαν ύποπτος στάθηκε ο ρόλος του

Προέδρου. Παρουσιάσθηκε στα μέλη του Δ.Σ. σαν υπέρμαχος των δικαιωμάτων των

δασκάλων.

Μίλησε για παραστάσεις και φιλικές επαφές με τον Χ2. Ακόμη, πως άσκησε

διπλωματία έναντι του και κέρδισε το παιχνίδι με πολιτικότητα, χωρίς διαμαρτυρίες και

φωνές… Όλ’ αυτά δημιούργησαν δυσπιστία στον Αλέκο. Δεν είχε άδικο…

Στην πρώτη Γενική Συνέλευση του Συλλόγου ο Πρόεδρος δεν επανεξελέγη ούτε

απλούν μέλος του Δ.Σ. Ο ρόλος του εκρίθη ύποπτος. Και για να συντομεύσω, δηλώνω πως

ο Χ2 καθ’ όλες τις περιοδείες του στα χωριά κατηγορούσε ως αντιδραστικό και ταραξία τον

Αλέκο. Βέβαια δεν γινόταν πιστευτός. Μάλιστα, όταν μετά διετία εμπιστεύθηκε τη

διάστασή τους σε κοινό, φίλο συνήλικο, του Αλέκο εκείνος δεν δίστασε να μιλήση με

παρρησία…

Έπρεπε κ. Επιθεωρητά ν’ αποφύγετε τη σύγκρουση με τον Αλέκο…

-Γιατί; Αφού είναι απείθαρχος και μου σηκώνει μπαϊράκι…

-Είναι παρεξήγηση στη μέση. Ο Αλέκος είναι ευσυνείδητο, φιλόπονος, εργατικός.

Τον αναγνωρίζομε όλοι και σαν καλό δάσκαλο και σαν καλό συνάδελφο.

-Μα έχω χειροπιαστά πράγματα. Διάβασα επιστολή του που παρακινούσε «να μου

πιάσουν τα ηνία!»…

Διηγήθηκε τα της επιστολής μου προς τον Πρόεδρο… στο φίλο μου κι εκείνος του το

ενεπιστεύθη αφ’ ενός να γνωρίση την «προδοσία» κι αφ’ ετέρου να φυλάγεται από τον

«σπιούνο» συνάδελφο. Ας λεχθή πως πάντοτε πλησίαζε τον Αλέκο προφανώς για να του

παίρνη μυστικά. Αφ’ ότου όμως του κίνησε δυσπιστία δεν του εμπιστευόταν παρά «όσα

επεθυμούσε να του μεταδώση!». Κάποτε εις χρόνο ανύποπτο τον έφερε προ τετελεσμένου

γεγονότος και ωμολόγησε την προδοσία του:

-Κύριε Πρόεδρε, τον ρώτησε σε τόνο φιλικό κι εμπιστευτικό: Του Χ2 φεύγουν που

και που φράσεις περιλαμβανόμενες στην αλλοτινή επιστολή μου…

-Καλά, τι άκουσες Αλέκο;

-Να ο Χ2 ομιλεί για «πιάσιμο ηνίων» και τα τοιαύτα!

Ο Πρόεδρος αναψοκοκκίνησε, σάστισε, κόμπιασε!

-Α μώρ’ Αλέκο ξαίρεις την ημέρα που την έλαβα την διάβασα. Έπειτα, την

λησμόνησα στο γραφείο. Φαίνεται πως την διάβασε όταν μ’ επεσκέφθη κι εγώ τον άφησα

μόνο και πήγα να δώσω οδηγίες στο προσωπικό…

-Τα συγχαρητήριά μου τότε… Μπράβο… Πιάστηκες στη φάκα. Καθαρή προδοσία.

Έγινες σπιούνος… Κρίμα, του είπε ο Αλέκος κατά πρόσωπο.

Α.Σ.Σ.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1972

Η εκμαίευση… δώρων

του Ανδρέα Σταυρουλάκη

Σ’ ένα χωριό λειτουργούσε Διθέσιο σχολείο. Υπηρετούσαν δάσκαλος και δασκάλα,

γνωστοί του Αλέκο. Αμφότεροι οικογενειάρχες. Όταν μετάβαινε προς επιθεώρηση ο

Επιθεωρητής Χ4 διανυκτέρευε, εφιλοξενείτο και εγευμάτιζε συνήθως στο σπίτι της

Δασκάλας. Την πρώτη φορά ανέχθηκε την προτίμηση αυτή ο δάσκαλος. Τη δεύτερη φορά

διεμαρτυρήθη:

-Α, έχω σειρά κ. Επιθεωρητά. Ας φάμε στο σπίτι.

-Μα έχει ετοιμασθή και στο δικό μου είπε παρεμβαίνουσα η δασκάλα.

-Για να μη μαλλώσετε θ’ ακούσω το φαγητό και θα εκλέξω: Τι έχει ετοιμασθή κ. Ν.

ρώτησε το δάσκαλο;

-Κουνέλι κ. Επιθεωρητά κοκκινηστό με φρέσκο βούτυρο…

-Πέρδικες κ. Επιθεωρητά έσπευσε ν’ αναγγείλη η δασκάλα.

-Θα προτιμήσω τις πέρδικες. Είναι πειρασμός για μένα και συ κ. Ν. στείλε μου στη

Χώρα το κουνέλι που θα τρώγαμε εδώ… είπε χαριτολογών, δήθεν ο Επιθεωρητής.

-Αν την επομένη Επιθεώρηση δεν έλθετε στο ιδικό μου σπίτι θα θεωρηθή ως

περιφρόνηση προς το πρόσωπο μου η προτίμησή σας αυτή προς τη συνάδελφο είπε

ταραγμένος ο δάσκαλος.

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν έστειλε το κουνέλι στο σπίτι του στο Ρέθυμνον ή

αν το έφερε ο ίδιος κατά την πρώτη του μετάβαση στην πόλη.

Γνωρίζω όμως ότι η μέθοδος αυτή να εκμαιεύη δώρα σε παρόμοιες περιπτώσεις

του ήταν λίαν προσφιλής. Η ικανότης του μάλιστα στη χρήση της μεθόδου ήτο άφθαστη.

Κατά τα γεύματα που του παρατίθενταν πλουσιώτατα, ως είναι ευνόητο, οσάκις υπήρχε

χρόνος αλλά, και οι κατάλληλες συνθήκες έπαιρνε στόχο κάποιο έδεσμα: εδώ ελιές, εκεί

μέλι, αλλού μυζήθρα, κοτόπουλο, αυγά, λάδι, κρασί, καρύδια κλπ. Στην κουβέντα του

επιδόρπιου καλαμπουρίζοντας ή σοβαρολογώντας ανάλογα προς το κλίμα… και το

περιβάλλον έρριπτε τη ΣΠΟΝΤΑ σαν παράκληση αξίωση ή απαίτηση!!!

-Αυτές οι ελιές κουζουλαίνουν την κερά…

-Α, αυτό το μέλι μυρίζει θυμάρι. Σπολάετη που έφθασε κάποιος βάζος στη χώρα…

-Μωρέ καρύδια! Έχετε πολλά εδώ; Δική σας παραγωγή βέβαια. Αφράτα, Αμάν. Όλο

ψύχα και κουζουλαμός είναι!

Άλλοτε βρέθηκε πάλι στο ίδιο χωριό. Εγευμάτισαν το μεσημέρι ως συνήθως στο

σπίτι της Δασκάλας όλοι μαζί κι ο Δάσκαλος, που τον κράταγαν πάντοτε. Έφαγαν ένα

αχνιστό κόκορα βραστό μεταξύ των άλλων. Το απόγευμα συνεχίστηκε η επιθεώρηση του

Δασκάλου. Στο τέλος ο Δάσκαλος παρατήρησε στον Επιθεωρητή, που ετοιμαζότανε να

φύγη γι’ άλλο γειτονικό που θα διανυκτέρευε:

-Όχι κ. Επιθεωρητά, εδώ θα διανυκτερεύσετε να φάμε και τον ιδικό μου κόκορα.

Αλλοιώς θ’ αρχίσω να μου κακοφαίνεται η προνομοιακή μεταχείριση προς τη συνάδελφο…

-Στείλε το νε μωρέ στη Χώρα μα πιο καλό θα μου κάμη εκειά, για θα τόνε φάω με

την φαμελιά. Εδώ το βαρέθηκα… κρέας… κρέας παντού.

Σ’ άλλη περίοδο που επί τέλους εγευμάτισαν στο σπίτι του παρετέθησαν ολόκληρη

φαγιάντζα βρασμένων αυγών.

-Μωρέ αυγά… Που τα βρίσκετε μωρέ τόσα… κι εμείς στη Χώρα σπάνια βρίσκομε της

προκοπής.

-Έχομε ορνιθοτροφείο έσπευσε να πληροφορήση ανύποπτη η οικοδέσποινα.

-Ορνιθοτροφείο; Και ποιος το ξέρει; Μόνο οι ίδιοι. Πουλείτε τα μωρέ; Πέψετέ μου

να τα πλερώσω…

Μόνιμη λοιπόν τακτική η εκμαίευση δώρων για τον Χ4. Με την πολυχρόνια

υπηρεσία του στην ίδια περιφέρεια είχε καταστή γνώστης προσώπων και πραγμάτων.

Γνώριζε που θα εύρη το κάθετι και μεταχειριζότανε τον κατάλληλο τρόπο προς κάρπωσή

του.

Οι γείτονές του εδώ στο Ρέθυμνο παρακολουθούσαν με κατάπληξη τα

προσκομιζόμενα τακτικώς, σχεδόν καθημερινώς από τα χωριά πράγματα καθ’ όλες τις

εποχές του χρόνου: Καλάθια κεράσια, και βερύκοκα, τελάρα μήλα, ντομάτες, σακκούλια με

πατάτες, πορτοκάλλια, λεμόνια κλπ. Πολλοί που μου τα διηγούνταν κατά τα χρόνια, που

είχα την τιμή να ηγούμαι του Διδασκαλικού Συλλόγου Ρεθύμνης πίστευαν, πως δεν ήταν

δυνατό να καταναλώνη στο σπίτι του τόσα πράγματα, λαχανικά, φρούτα, κρέας λάδι κλπ.

Αλλά έδινε τα πλεονάσματα σ’ άγνωστό συμβεβλημένο μαζί του μανάβη προς πώληση. Με

εβεβαίωσαν αξιόπιστοι άνθρωποι πως από γνωστό δάσκαλο που επεδίωκε τη μετάθεσή

του στη Πόλη αποστέλλονταν προϊόντα σοβαράς αξίας. Ολόκληρη ημέρα παράμεινε στο

πεζοδρόμιο δοχείο λαδιού υπέρ 50 οκάδων με τα ονόματα παραλήπτη και αποστολέα επί

ετικέττας. Η κυρία, δεν βρήκε προφανώς αχθοφόρο για την εισαγωγή του κι εκκένωσή του.

Εκείνος απουσίαζε σε περιοδεία. Ο αποστολέας – δωρεοδότης βασανίστηκε πολύ να πάρη

την μετάθεση. Την πήρε όμως τελικά. Δεν ήταν ανόητος ο Επιθεωρητής. Αν του

ικανοποιούσε το αίτημά του γρήγορα τι θα έπαιρνε; Τα δώρα θα σταματούσαν αυτομάτως,

όπως κι έγινε αργότερα.

Είναι αρκετά τα εκτεθέντα να δώσουν την εικόνα του Επιθεωρητή Χ4, και να

σχηματίση το αναγνωστικό κοινό σαφή αντίληψη περί του χαρακτήρος των κακών έξεων

της ψυχοσυνθέσεως κι επιθυμιών του. Από της εποχής του κυρίως και εντεύθεν η

προσφορά δώρων από μέρους των υφισταμένων του κατέστη μόνιμη συστηματική,

εγενικεύθη. Έγινε ΕΘΙΜΟ. Κλίμα δουλοπρέπειας δημιουργήθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε

κάθε υφιστάμενος κι αν δεν είχε λόγους προσεγγίσεως κι εξευμενισμού του Προϊσταμένου

του να θεωρή εαυτόν μειωμένο και υποδεέστερο των συναδέλφων του αν έμενε πίσω, αν

υστερούσε στο κεφάλαιο της προσφοράς δώρου. Ίσως συνετέλεσε το πατροπαράδοτο

ρεθεμνιώτικο φιλότιμο, που αναπτύχθηκε στο ζενίθ με την κατάλληλη καλλιέργεια που

σκόπιμα δόθηκε από τον έμπειρο άμεσα εκμεταλλευτή του.

Θλιβερές σκέψεις μας προκαλούσε η δυσώδης αυτή κατάσταση. Πολλοί από τους

εντός της Πόλεως υπηρετούντες δυσφορούσαμε, αγανακτούσαμε κι αισθανόμαστε ντροπή

για τον υφιστάμενο φαύλο καθεστώς στο Νομό μας. Μα τι να κάμωμε; Από που θ’

αρχίζαμε; Ανταλλάσαμε τις εκάστοτε πληροφορίες που κάθε τόσο έρχονταν στο φως.

Τίποτε άλλο. Δεν ανήκαμε στους συμμεριζόμενους το έθιμο της προσφοράς. Μα

περιωρισθήκαμε μόνο στην «αποχή». Δεν αντιδράσαμε…

Το δυσώδες τέλμα έδει να κινηθή. Αλλά ποιος θα έρριπτε την πρώτη πέτρα.

Πρότασή μου να συντρέξουν μια τέτοια προσπάθεια έμεινε άνευ αποτελέσματος. Δεν

αναλάμβαναν ευθύνες. Ήθελαν και την «πίττα γερή και το σκυλί χορτάτο».

Αποδοκίμαζαν το κακό μα δεν τολμούσαν να συμβάλουν στην πάταξή του.

Κι όσο ο χρόνος κυλούσε τόσο αύξαινε το αίσχος. Μέχρι του σημείου ώστε να

παρακινούν οι περί της «Αυλές» άνθρωποι, που είχαν αποτελέσει οργανωμένες «κλίκες»

την προσφορά δώρων μεγάλης αξίας κάθε φορά που οι ίδιοι οι Επιθεωρητές ή έτερα μέλη

των οικογενειών των «ήγον την ονομαστήρια εορτή!!»: Ωρολόγια, πολύτιμα κοσμήματα,

έπιπλα, ψυγεία, γραφεία, μεταλλικά κλπ. κλπ. Μορφή επιχειρήσεως έλαβε το έθιμο. Απέβη

μέσον πλουτισμού. Και δικαιούτο ο Επιθεωρητής Χ4 διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Α.Σ.Σ.

ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1972

Η ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΕΚ ΤΗΣ ΕΔΡΑΣ…

του Ανδρέα Σταυρουλάκη

Ο ΑΣΗΜΑΚΗΣ που θα είναι του λοιπού ο Επιθεωρητής Χ2, εγκαταστάθηκε στο

Ρέθυμνο κατά την περίοδο των θερινών διακοπών. Με την έναρξη του σχολικού έτους

απηύθυνε την πρώτη του εθιμοτυπική χαιρετιστήρια εγκύκλιο. Ακολούθησε άλλη

περιέχουσα παιδαγωγικές συμβουλές και μεθοδικές οδηγίες για την αποδοτικώτερη

λειτουργία των σχολείων, αλλά και μέτρα απαγορευτικά, τινά των οποίων, χωρίς να

ωφελούν το παράπαν, ήταν δεσμευτικά για το δάσκαλο, κι ακόμη μειωτικά. Μεταξύ των

άλλων απαγόρευε αυστηρώς την απομάκρυνση των δασκάλων εκ της έδρας των άνευ

αδείας. Τούτο βέβαια κατά βάση είναι ορθό. Το επιτάσσει άλλως τε κι ο Νόμος. Δεν

νοείται απομάκρυνση υπαλλήλου επ’ ουδεμία αιτία άνευ προηγουμένης αδείας της

Υπηρεσίας χορηγουμένης κατόπιν αιτήσεώς του. Προκειμένου εν τούτοις ειδικώς περί των

δασκάλων, που υπηρετούν εις τα χωριά, μακρυά εκ της έδρας του Προϊσταμένου των –

Επιθεωρητή είναι δυσχερής αν μη καταπιεστική και καταθλιπτική η εφαρμογή τοιούτου

μέτρου. Οι δασκάλοι της έδρας για μια έκτακτη ανάγκη θα μεταβούν αυτοπροσώπως στο

γραφείο της Επιθεωρήσεως, θα εκθέσουν τους λόγους της απουσίας εκ του σχολείου και

θα λάβουν τη σχετική άδεια. Οι δασκάλοι της υπαίθρου πως θα επικοινωνούσαν τότε;

Κοινοτικοί ιατροί και φάρμακα δεν ύπαρχαν πριν 20 χρόνια στα χωριά. Πως θα

αντιμετωπιζότανε λοιπόν μια αιφνίδια ασθένεια του δασκάλου ή μέλους της οικογενείας

του; κατά το επιθεωρητικό μέτρο έπρεπε να υποβάλη αίτηση στον Επιθεωρητή και θα

ανάμενε την χορήγηση αδείας για να μεταβή στο γιατρό. Η διαδικασία αυτή απαιτούσε το

ολιγώτερο πάροδο 8 ημερών. Ανεφάρμοστο όθεν εκ των πραγμάτων. Δεν μπορεί ο

ασθενής να αναμένη 8 ημέρες. Ή να προσέρχεται στο γιατρό κατόπιν «εορτής». Τόσες όμως

περιπτώσεις παρουσιάζονται εκτάκτως που επιβάλλουν την άμεση απομάκρυνση του

δασκάλου. Χωρίς να υπάρχη ο αναγκαίος χρόνος προς εφοδιασμό του με άδεια. Η

σοβαρότερη απ’ όλες ήτο ωστόσο η απομάκρυνση του δασκάλου μια φορά το μήνα τότε,

προκειμένου να κατέλθη στην πόλη, προς παραλαβή του μισθού του. Τότε πληρωνόμαστε

άπαξ του μηνός. Σήμερα δις, κατά δεκαπενθήμερο. Κατ’ αναπότρεπτη ανάγκη

κατερχόμαστε άπαξ του μηνός άνευ αδείας, εν γνώσει της Υπηρεσίας. Μέχρι το 1940

απαιτείτο η αυτοπρόσωπη παρουσία στο Δημόσιο Ταμείο για την παραλαβή του μισθού. Η

διά καταστάσεων πληρωμή που ισχύει ακόμη και σήμερο εφαρμόσθη την περίοδο της

Κατοχής. Η κατά δεκαπενθήμερα δε, πολύ μεταγενέστερα. Τούτο κατά τη γνώμη μου

σήμερα δεν εξυπηρετεί καμμιά σκοπιμότητα. Τουναντίον απασχολεί τους Εκκαθαριστές

Αποδοχών δις του μηνός, ενώ μπορούσαν εξ’ άπαξ κατά μήνα να συντάσσουν τις

μισθοδοτικές καταστάσεις για ολόκληρο το μήνα όπως συμβαίνει με τους συνταξιούχους.

Απορώ μάλιστα πως, δεν έχει υποπέσει στην αντίληψη του Υπουργείου Οικονομικών.

Συνεχίζω όμως.

Ο Αλέκος παρείδε όλα τα σημεία της εγκυκλίου. Δεν μπορούσε όμως να αφίση

απαρατήρητο το τελευταίο. Επιθυμούσε να εκκαθαρίση τη θέση του έναντι του νέου

Επιθεωρητή και της συνειδήσεώς του. συνέταξε λοιπόν αναφορά με την οποία ζητούσε

παροχή διευκρινήσεων. Έθετε το κάτωθι συγκεκριμένο ερώτημα:

-«Παρακαλούμεν όπως μας γνωσθή εάν εις την απαγόρευσιν της απομακρύνσεως

των διδασκάλων εκ της έδρας των άνευ αδείας συμπεριλαμβάνεται η κάθοδος αυτών εις

την πόλιν προς απόληψιν των αποδοχών των. Και τούτο διότι αποτελεί δικαίωμα τούτων

αναφαίρετον εφ’ όσον, δεν υπάρχει έτερος ασφαλής τρόπος καταβολής μισθού εις τους εν

χωρίοις υπηρετούντας. Παρέχω παρεμπιπτόντως την πληροφορίαν ότι διδάσκαλοι

αναθέσαντες εις τρίτους, την παραλαβήν του μισθού των απώλεσαν αυτούς καθ’ ότι οι

κομισταί τους ιδιοποιήθησαν… Προτείνομεν όθεν όπως η κάθοδος των διδασκάλων εις την

πόλιν προς τον ως άνω σκοπόν θεωρείται δικαιολογημένη οίκοθεν, η δε παρουσία των εις

το Γραφείον σας έδραν του εκκαθαριστοί αποδοχών θεωρείται, ως ζωντανή αναφορά των.

Η τυχόν, παρά ταύτα, επιμονή σας εις την υποβολήν αιτήσεως αδείας αποτελεί αλυσιτελές

μέτρον, λίαν καταπιεστικόν, μηδόλως προάγον το υπηρεσιακόν συμφέρον. Δέον να μη

παροράται το γεγονός ότι η συνείδησις των Ρεθυμνίων διδασκάλων ευρίσκεται εις λίαν

υψηλήν στάθμην και ουδείς φόβος υπάρχει να γίνη καταστρατήγησις του Νόμου,

υπονόμευσις της νομίμου εξουσίας του Επιθεωρητού ή ηθελημένη παραμέλησις του

υπηρεσιακού καθήκοντος. Ασυνείδητοι διδάσκαλοι δεν υπάρχουν. Κι αν υπάρξη τις

εύκολος θα καταστή εις υμάς η επισήμανσις και η άσκησις ελέγχου κατ’ ακολουθίαν…».

Ατυχώς απερρίφθη η ως άνω λογική υπόδειξη… Με έγγραφό του επέμεινε στην

αυστηρή συμμόρφωση όλων, στα παραγγελλόμενα.

Φυσικά ο Επιθεωρητής δεν έχει το δικαίωμα να νομοθετή. Η αρμοδιότητά του

έγκειται στην επαγρύπνηση της πιστής εφαρμογής των υπαρχόντων Νόμων και Διατάξεων

και ο έλεγχος των τυχόν παραβατών. Δεν είχε προσέτι το δικαίωμα να εμποδίση τους

δασκάλους από του να λάβουν τις αποδοχές των. Ουδείς εργάζεται χωρίς να τρώγη. Για να

τρώγη πρέπει να έχη χρήματα. Για να έχη χρήματα πρέπει να λαμβάνη από τον εργοδότη.

Απλοί συλλογισμοί λογικής τους οποίους αγνοούσε ηθελημένως ή αθελήτως ο

Επιθεωρητής. Κατά συνέπεια οι δασκάλοι των χωρίων δικαιούνται να απομακρυνθούν της

θέσεώς των να μεταβούν προς λήψη των αποδοχών των, να φάγουν, για να δύνανται να

εκτελέσουν την υπηρεσία τους στα σχολεία. Κανένας γραπτός ή άγραφος Νόμος δύναται

να τους εμποδίση εφ’ όσον δεν υπάρχει έτερος τρόπος μισθοδοσίας των. Δικαιούνται μια

φορά τον μήνα να απουσιάσουν για τον λόγο αυτό, της απουσίας των λογιζομένης οίκοθεν,

ως ημέρας αδείας.

Υπήρχε όμως εις ισχύν και ο Α.Ν. 2180/1940 ο οποίος με το άρθρο 75 παρείχε το

δικαίωμα στους Διευθυντές των σχολείων χορηγήσεως αδείας δύο ημερών, εις έκτακτες

περιστάσεις και μέχρι 10 ημερών ετησίως. Αντί λοιπόν να εξακολουθήση τον χαρτοπόλεμον

της αλληλογραφίας ο Αλέκος μετά του Επιθεωρητή, προτίμησε κι έθεσε εις εφαρμογή τον

ως άνω Νόμο. Δια πράξεώς του υποβαλλομένης στον Επιθεωρητή εκάστοτε χορηγούσε 24

ωρών άδειαν απουσίας εκ της έδρας του εις τον εαυτό του (Αλέκο). Ταυτοχρόνως

κατερχόταν στην πόλη, εμισθοδοτείτο, προμηθευόταν εφόδια για την οικογένειά του ενός

μηνός κι επανερχόταν. Ο Επιθεωρητής φυσικά δεν μίλησε ποτέ. Η ενέργεια ήτο νόμιμη. Δεν

ηδύνατο να την απαγορεύση. Και το μέτρο αυτό σιγά – σιγά εγενικεύθη σ’ όλη την επαρχία

του Αλέκο, γιατί ο ένας δάσκαλος το μετάδιδε στον άλλο. Ο Επιθεωρητής ανέχθη την

κατάσταση θέλοντας και μη. Υποχώρησε. Δεν επέμεινε ευτυχώς. Ο Αλέκος όμως που

υπήρξε ο μοχλός της ήττας του επέσυρε φυσικά την δυσμένειά του. Τον έβλεπε με κακό

μάτι. Μάλλον δεν τον έβλεπε καθόλου. Τον θεωρούσε εχθρό. Μα η διαφωνία τους δεν ήτο

η μόνη. Επακολούθησε κι έτερη ως θα ιδούμε στη συνέχεια.

Α.Σ.Σ.

ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1972

Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *