«Ο ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΑΠΕΙΛΕΙ ΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΙΣΤΟ…»

Του ΓΙΩΡΓΗ ΛΕΛΕΔΑΚΗ

Μια ενδιαφέρουσα εκδήλωση πραγματοποίησε η «Κίνηση Φοιτητών των
Πανεπιστημίου Κρήτης» την Τετάρτη στο Ωδείο (Τέμενος Χατζή Χουσεΐν Πασά) της πόλης
μας, γύρω από το βιβλίου του Γάλλου κοινωνιολόγου Πιέρ Μπουρντιέ, «Λόγοι πυρών.
Λόγοι για την αντίσταση ενάντια στη νεοφιλελεύθερη εισβολή», των εκδόσεων Πατάκη της
σειράς «Λόγοι δράσης».
Ομιλητές ήταν η κυρία Μαρία Αντωνοπούλου, αναπληρώτρια καθηγήτρια
κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο κ. Παναγιώτης Νούτσος, καθηγητής πολιτικής
και κοινωνικής φιλοσοφίας στο Τμήμα Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας στο
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, και ο κ. Νίκος Παναγιωτόπουλος, διευθυντής της σειράς «Λόγοι
δράσης» και επίκουρος καθηγητής κοινωνιολογίας στο τμήμα Φιλοσοφικών και
Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν αρκετοί φοιτητές και καθηγητές των σχολών του
Πανεπιστημίου Κρήτης αλλά και ικανός αριθμός Ρεθεμνιωτών. Μετά από τις εισηγήσεις
ακολούθησε συζήτηση.
Η εκδήλωση ήταν η πρώτη παρουσία της κίνησης φοιτητών και όπως τόνισε
εκπρόσωπος της, στόχος της κίνησης είναι, «… η έμφαση σε προβλήματα κοινωνικά και όχι
στενά ακαδημαϊκά, η ενασχόληση με ευρωπαϊκά και παγκόσμια ζητήματα και η ουσιαστική
σύνδεση Πανεπιστημίου – κοινωνίας, μια σύνδεση που θα υπερβαίνει τα στενά όρια των
οικονομικών συνδιαλλαγών και θα επεκταθεί σε ένα διάλογο για τα κοινά προβλήματα».
Ο κ. Παναγιωτόπουλος ευχαρίστησε την κίνηση φοιτητών για την πρόσκληση,
τονίζοντας ότι τέτοιες προσπάθειες συμβάλλουν στον επανακαθορισμό της σχέσης
Πανεπιστημίου – κοινωνίας και σε κάθε περίπτωση εγγράφονται στις προσδοκίες της
σειράς «Λόγοι δράσης».
Η σειρά «Λόγοι δράσης» δημιουργήθηκε λίγο μετά τον Δεκέμβρη του 1995 στη
Γαλλία, μετά την περίοδο των μεγάλων κοινωνικών συγκρούσεων που πραγματοποιήθηκαν
τότε.
Με αφετηρία αυτά τα γεγονότα, συγκεντρώθηκε ένας μεγάλος αριθμός
διανοουμένων, επιστημόνων και καλλιτεχνών απ’ όλη την Ευρώπη, ύστερα από την
πρόσκληση του Μπουρντιέ. Ο Μπουρντιέ πρότεινε τη δημιουργία ενός εκδοτικού οίκου,
και την ανάπτυξη μέσα από αυτόν ενός διεθνούς δικτύου διανοουμένων, οι οποίοι με τη
συνεργασία των αντίστοιχων προοδευτικών κοινωνικών δυνάμεων, θα δημιουργήσουν αν
εξουσιαστικούς χώρους σε μια εποχή υψηλής συγκέντρωσης εξουσιών.
Η εκδοτική σειρά γνώρισε τεράστια επιτυχία στη Γαλλία. Πρόσφατα δημιουργήθηκε
και στην Ελλάδα ως παράρτημα της Γαλλικής, διατηρεί όμως τη δική της αυτονομία και
στόχος μας είναι να αξιοποιήσουμε τις εργασίες Ελλήνων συγγραφέων, ώστε να
δημιουργηθεί μια διεθνής εγκυκλοπαίδεια.
Η σειρά φιλοδοξεί να καλύπτει γεγονότα της πολιτικής και κοινωνικής
επικαιρότητας ενώ παράλληλα προσπαθεί να απαντήσει σε ένα γνωστό και παλιό

ερώτημα, σχετικά με την αποστολή ενός επιστήμονα και την απήχηση του μηνύματός του
στον ευρύτερο περίγυρό του.
Όσον αφορά το ίδιο το βιβλίο, ο κ. Παναγιωτόπουλος τόνισε, ότι ο Μπουρντιέ
επιχειρεί κατ’ αρχήν μια διερεύνηση των νεοφιλελεύθερων πεποιθήσεων της θέασης του
κόσμου, με την οργάνωση των ανάλογων ρήξεων, όπως με τον πειθαναγκασμό του
νεοφιλελευθερισμού, τον οποίο ασκούν οι σχετικοί ρήτορες και υποστηρικτές του, σχετικά
με την αναπόφευκτη αναγκαιότητά του. Δημιουργεί ρήξη επίσης με τη φυσική καθιέρωση
της νεοφιλελεύθερης σκέψης, η οποία επιχειρεί να μετατρέψει μια πλαστή σχέση με τον
κόσμο σε μία έγκυρη και τέλος μια ρήξη με το χρηματιστηριακό χώρο.
Με αυτόν τον τρόπο παρουσιάζει τον τρόπο παραγωγής και επιβολής του
νεοφιλελευθερισμού, της άποψης δηλαδή ότι η αγορά είναι το θεμέλιο της κοινωνικής και
οικονομικής οργάνωσης μιας κοινωνίας.
Ο Μπουρντιέ εξηγεί πως ο νεοφιλελευθερισμός απειλεί τον κοινωνικό ιστό, πως
υπονομεύει τα θεμέλια ενός ολόκληρου πολιτισμού, ο οποίος δημιουργήθηκε από το
κράτος πρόνοιας.
Αυτή είναι η λογική του εγχειρήματος του συγγραφέα. Σημασία έχει πάντως ότι
εξαιτίας του νεοφιλελευθερισμού, ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά των
καπιταλιστικών ιδεών η κατά προσέγγιση υπολογισημότητα της θεσμικής και κοινωνικής
ζωής, τείνει να εξαλειφθεί από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.
Ελάχιστη προϋπόθεση υπολογισημότητας, είναι (όπως την περιγράφει ο Βέμπερ) η
σχετική μονιμότητα των όρων ύπαρξης και των κοινωνικών κανόνων του παιχνιδιού.
Στη συνέχεια η κυρία Αντωνοπούλου, τόνισε ότι το βιβλίο του Μπουρντιέ είναι
ιδιαίτερα επίκαιρο γιατί μας επιτρέπει να αμφισβητήσουμε πολλά από τα αυτονόητα
σύμφωνα με τα οποία λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις ακόμη και στη χώρα μας.
Μέσα από τα κείμενά του, ο Μπουρντιέ αποκαλύπτεται ως γνήσιος κριτικός
διανοούμενος, όχι γιατί αποδεικνύει τι κρύβεται πίσω από το ιδεολόγημα του
νεοφιλελευθερισμού, ούτε επειδή εκθέτει με σαφήνεια τη διαπλοκή των οικονομικών και
πολιτικών κέντρων εξουσίας, ούτε μόνο γιατί καταγγέλλει το ρόλο ορισμένων
διανοουμένων για τη διάδοση και νομιμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού, αλλά γιατί θέτει
το πρόβλημα των αξιών της κοινωνίας με τη θεωρία.
Θέτει λοιπόν το ερώτημα και κάνει μια σημαντική διάζευξη ανάμεσα σε αυτό που
θα ονομάζαμε κατοχυρωμένη σκέψη, του ορθολογισμού και των μαθηματικών, η οποία
είναι έξω από την εκπεφρασμένη βούληση της κοινωνίας, είναι σε τάση επιβολής απέναντι
στην κοινωνία και αγνοεί τις ανάγκες της, τις απαιτήσεις της.
Ο Μπουρντιέ θέτει το ερώτημα της υπέρβασης αυτού του προβλήματος,
θεωρώντας ότι είναι αδύνατον να το υπερβούμε μεθοδολογικά, γιατί οι μέθοδοι είναι
επαρκώς διατυπωμένες, αλλά να θέσουμε το ερώτημα του πολιτισμένου ανθρώπου, ο
οποίος διατυπώνει άποψη για το πως θέλει να είναι η ζωή του.
Η συζήτηση που μπορεί να προκαλέσει αυτό το ερώτημα, είναι ο μόνος τρόπος για
να υπερβούμε τη διχοτομία ανάμεσα στην επιστήμη, την κατοχυρωμένη, η οποία δεν είναι
δυνατόν να προτείνει λύσεις για την υπέρβαση των προβλημάτων. Όπως το αποδεικνύει ο

Μπουρντιέ, η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία είναι υπηρετική της δράσης του
χρηματιστηριακού κεφαλαίου, το οποίο επεκτείνεται παντού και δημιουργεί τις συνθήκες
της παγκοσμιοποίησης.
Κατά τον Μπουρντιέ, η συντηρητική σκέψη η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τις αξίες
και τη βούληση της κοινωνίας, είναι οργανωμένη έτσι ώστε να υπηρετεί την επάνοδο ενός
άγριου καπιταλισμού.
Ως λύση προτείνει την επιστροφή στις αρχές του διαφωτισμού, στην ύπαρξη του
κράτους που αποτελεί τον πυρήνα του πολιτισμού μας. Ο Μπουρντιέ χαρακτηρίζει το
Δυτικό ορθολογισμό στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, «παγκόσμιο εθνικισμό», καθώς
αγνοεί τις τοπικές ιδιαιτερότητες και ταυτότητες. Ο Μπουρντιέ θεωρεί ότι για να είναι
παραγωγικός ο διανοούμενος, πρέπει να ελέγχει τις διαπιστώσεις του μέσα στην κοινωνία
που διαμορφώνονται προτάσεις, ιδέες και προσανατολισμοί.
Ο Μπουρντιέ θεωρώ ότι είναι αμήχανος όσον αφορά τις προτάσεις, δήλωσε η κ.
Αντωνοπούλου, και αυτή η αμηχανία είναι γνώρισμα όλων μας, καθώς δεν μπορούμε να
προτείνουμε πολλά πράγματα πέραν από τα δικά μας οριοθετημένα κοινωνικό-ιδεολογικά
πλαίσια. Ο Μπουρντιέ προτείνει, λοιπόν, όχι μόνο την ανασύνθεση του κράτους πρόνοιας,
αλλά τη δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού κράτους πρόνοιας, όπου θα αξιοποιηθούν οι
κατακτήσεις του εθνικού κράτους πρόνοιας.
Είναι μια ουτοπία χρήσιμη στο επίπεδο του στόχου, αλλά γνωρίζει ότι υπάρχουν
ενδοευρωπαϊκές αντιθέσεις και λείπει το ιστορικό υποκείμενο. Ο Μπουρντιέ γνωρίζει ότι
λίγοι είναι εκείνοι που έχουν αυτές τις απόψεις, γι’ αυτό τονίζει στα κείμενά του ότι, η
κοινωνική συνοχή απειλείται ιδιαίτερα στην Ευρώπη, όπου μέχρι πριν λίγα χρόνια η
εργασία και το κοινωνικό επίπεδο ήσαν εξασφαλισμένα. Θεωρώ πάντως ότι οποιαδήποτε
πρόταση δεν είναι δυνατό να μη λαμβάνει υπόψη για το τι μπορεί να γίνει στις κοινωνίες
των άλλων ηπείρων.
Μετά την κυρία Αντωνοπούλου, έλαβε το λόγο ο κ. Νούτσος, ο οποίος τόνισε ότι ο
Μπουρντιέ απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, θέτει τον πολιτισμό του Δημοσίου όπως τον
ονομάζει.
Ο πολιτισμός αυτός αναφέρεται στη δημοκρατική ισότητα των δικαιωμάτων, όσον
αφορά την παιδεία, την υγεία την έρευνα, την τέχνη και πριν απ’ όλα το δικαίωμα στην
εργασία. Οι διαπιστώσεις δεν στρέφονται μόνο στη Γαλλία, αλλά σε όλη την Ευρώπη, όπου
τίθεται το θέμα του δημοσίου συμφέροντος. Πρέπει λοιπόν να επινοηθεί μια καινούρια
νοηματοδότηση στο Διεθνισμό, πιστεύει ο Μπουρντιέ, αυτό που τον απασχολεί με βάση το
σύνολο των καθημερινών ψυχολογικών, πολιτιστικών σχέσεων μια διαρκής εργασιακή
αβεβαιότητα.
Το συμπέρασμα στο οποίο θα μπορούσε να οδηγηθεί αυτού του είδους η
ερωτηματοθεσία -αν και δεν είναι το μόνο- είναι το ότι βρίσκεται σε κάποιου είδους
αμηχανία βλέπει τον παραδοσιακό ρόλο των διανοουμένων, λέει να αφήσουμε στο
βεστιάριο της ιστορίας την ξύλινη γλώσσα που θα μπορούσε ο καθένας να έχει, όμως δεν
θα μπορούσε να έχει άλλο σημείο αναφοράς παρά μόνο μέσα από το κοινωνικό κίνημα
των ανέργων, όπου και ο ίδιος συμμετείχε ενεργά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *