
Ο Αντώνης Τσουράκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1913 και πέθανε στο Ηράκλειο το 1945.
Πατέρας του ήταν ο Κώστας Τσουράκης από το Αμπελάκι Ρεθύμνου και μητέρα του η
Αιμιλία Λαμπρινού από το Ρουσοσπίτι Ρεθύμνου.
Στο σχολειό είχε δάσκαλο το σπουδαίο εκπαιδευτικό και ακούραστο διά βίου πρωτοπόρο
της κοινωνικής και πολιτιστικής προόδου της πόλης, Γιώργη Ζανουδάκη, με τον οποίο θα
ξανασυναντηθούν στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στις γραμμές της εαμικής εθνικής
αντίστασης.
Μαθήτευσε ως οπλοδιορθωτής δίπλα στον πατέρα του, που διατηρούσε κατάστημα
πώλησης και διόρθωσης όπλων στην οδό Β. Κορνάρου στο ισόγειο της κατοικίας του.
Ειδικεύτηκε επίσης, ως μηχανοδηγός, διπλωματούχος οδηγός οδοστρωτήρα, που ήταν το
δεύτερο επάγγελμα του πατέρα του.
Στη δεκαετία του 1930 εργάστηκε ως μηχανικός στο ελαιουργείο ΒΙΟ, απ΄ όπου απολύθηκε
μετά την επιβολή του βασιλικού-μεταξικού καθεστώτος.
Νεότατος ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Εργατικού Κέντρου
Ρεθύμνου και, σε ηλικία 22 ετών, γενικός γραμματέας της διοίκησής του, που καθαιρέθηκε
από τη δικτατορική κυβέρνηση Μεταξά.
Από τις πρώτες μέρες της γερμανικής κατοχής στρατεύτηκε μαζί με τη σύζυγό του
Ελευθερία Βαρούχα στην εθνική αντίσταση, στο ΕΑΜ, συνεργαζόμενος με συντρόφους του
από το κομουνιστικό κίνημα, μεταξύ άλλων την εξαδέλφη του Ελένη Λαμπρινού, τον
κουμπάρο του Βαγγέλη Ζυμβραγουδάκη και τον Γιάννη Κυριακάκη, τον οποίο συναντούσε
στην “περιβόλα της Αγγελιδάκαινας”, κάτω από την Φορτέτζα, όπου κρυβόταν ο γνωστός
κομουνιστής αγωνιστής πριν συλληφθεί και μεταφερθεί σε χιτλερικό στρατόπεδο
συγκέντρωσης.
Ο Αντώνης Τσουράκης προσέφερε τις υπηρεσίες του σε αντάρτες και των δύο ιδεολογικών
κατευθύνσεων για τις επισκευές και τη συντήρηση των όπλων τους. Η παράνομη
οργάνωση αντίστασης χρησιμοποιούσε το σπίτι του στην οδό Β. Κορνάρου – ερειπωμένο
κατά το ήμισυ ( όπως και το όμορο της οικογένειας Κούνουπα ) από τους βομβαρδισμούς
στη Μάχη της Κρήτης – για την απόκρυψη αντιχιτλερικών κατοχκών στρατιωτικών, κυρίως
Αυστριακών και Ιταλών, μέχρι να εξασφαλιστούν συνθήκες ασφαλούς μετάβασής τους στις
περιοχές που ελέγχονταν από τους αντάρτες.
Σε όλη τη διάρκεια της κατοχής εργάστηκε ως οδηγός οδοστρωτήρα στην οδοποιία, με
Ελληνα εργολάβο, αλλά με καθημερινή εποπτεία από Γερμανό αξιωματικό. Οταν, κατέρρεε
από την ασθένεια – προχωρημένη φυματίωση- κατέφθανε στο σπίτι του Γερμανός, από τους
γνωστούς «πεταλάδες», ο οποίος τον υποχρέωνε να τον ακολουθήσει στο εργοτάξιο.
Μέχρι εδώ ήταν το μεγαλείο. Ακολούθησε η αθλιότητα, απόρροια του εμφύλιου διχασμού
που άρχισε να καλλιεργείται πριν ακόμη απαλλαγεί ο τόπος από τον κατακτητή.
Οταν οι κατακτητές αποχώρησαν προς τα Χανιά και η πόλη ήταν πια ελεύθερη, η
καταναγκαστική εργασία σταμάτησε και ο Κώστας Τσουράκης μεταφέρθηκε σε κακή
κατάσταση στο Ηράκλειο για να εισαχθεί επειγόντως στο σανατόριο να φροντίσουν την
υγεία του. Δεν στάθηκε δυνατό να εισαχθεί επειγόντως, διότι “Τα νοσοκομεία μας δεν είναι
για τσι κουμουνιστές. Αν δεν υπογράψει, δεν μπαίνει”. Δεν υπέγραψε, και μπήκε λίγο πριν
πεθάνει, για να διαπιστωθεί ο θάνατός του. Που ήταν άλλωστε προδιαγεγραμμένος,
ανεξάρτητα από το βαθμό απανθρωπιάς της εξουσίας που διαδέχθηκε την κατοχή, ως
νικήτρια του επάθλου της εμφύλιας διαμάχης.
Ολα έγιναν όπως έπρεπε. Σύνταξη το ΙΚΑ δεν χορήγησε στη σύζυγο και τα τέσσερα ανήλικα
παιδιά τους. Η οικογένειά του συνέχισε να κατοικεί στα ερείπια του βομβαρδισμένου
σπιτιού. Ενα επίδομα που είχε χορηγηθεί σε όλα τα ορφανά ελληνόπουλα, διακόπηκε για
τα παιδιά του, όταν η μάνα τους φυλακίστηκε γιατί – τοις κείνου ρήμασι πειθόμενη- είχε
αναβιώσει το ερείπιο ως κρησφύγετο – για διωκόμενο στέλεχος του ΚΚΕ αυτή τη φορά – σε
συνεργασία με την αξέχαστη Βαγγελιώ Κλάδου και την Ελένη Λαμπρινού.
Πολύ αργότερα, την 21 Απριλίου 1967, όταν θα συλληφθεί και θα χτυπηθεί απάνθρωπα
στο αστυνομικό τμήμα της Καστέλλας στον Πειραιά, η σύζυγος του Αντώνη Τσουράκη
αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση νομιμοφροσύνης, παρότι δεν είχε από πολλά χρόνια
καμιά κομματική ένταξη, ούτε πολιτική δραστηριότητα. Την ίδια άρνηση αντέταξε και στη
Γυάρο και εν συνεχεία στην Αλικαρνασσό, όπου εκτοπίστηκε ως «αμετανόητη
κομμουνίστρια»!
Οπως επισημαίνει ο πρωτότοκος γιος της (και συνεξόριστός της στη διάρκεια της χουντικής
Επταετίας) Κώστας Τσουράκης, «εξίσου αρνητική ήταν και στη δεκαετία του 1980, όταν
έλαμπε η Ελλάς Ελλήνων Αντιστασιακών». Στις επανειλημμένες προσκλήσεις του
αείμνηστου Γιάννη Κυριακάκη να υπογράψει την αίτηση αναγνώρισης της συμμετοχής της
στην Αντίσταση, η απάντηση ήταν σταθερή. «Δεν υπογράφω Γιάννη. Δεν μ΄ αφήνουν και τα
παιδιά μου.»

Αφήστε μια απάντηση