«Η περιβόλα του Συριανού και η πηγάδα της Μεγάλης Πόρτας»

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

(Μαρτυρία προσωπική)
Του ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
(Δάνδολου)

Ένα ξεχασμένο άρθρο του Χριστόφορου Σταυρουλάκη που είχε δημοσιευθεί στο
«ΒΗΜΑ» Ρεθύμνης το Μάιο του 1967 έφερε στο φως της δημοσιότητας ο φίλος Γιάννης
Παπιομύτογλου στα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» στις 11/2/1999, λίγες μέρες μετά την ανεύρεση
«του πηγαδιού της Μεγάλης Πόρτας» και την αξία του. Στο άρθρο αυτό το Χρ.
Σταυρουλάκης αναφέρει την «Περιβόλα του Συριανού» με το πηγάδι του Γαντζάγα. Ο
φίλος συγγραφέας Ανδρέας Νενεδάκης του δίνει την πληροφορία ότι η «περιβόλα του
Συριανού» βρισκόταν στη θέση του Νοσοκομείου. Ο Ανδρέας Νενεδάκης δεν σφάλλει,
επειδή όμως έτυχε να μεγαλώσω εκεί την ξέρω καλά.
«Η περιβόλα του Συριανού» κρατούσε μια έκταση γύρω στα 10 στρέμματα, ίσως και
περισσότερα. Αριστερά είχε ένα πέτρινο τοίχο, κατά μήκος, που τμήμα του σώζεται ακόμα
και σήμερα, δεξιά είχε το ρέμα της σημερινής Κ. Κριάρη με μουριές και μήκος, βόρεια
έφτανε περίπου ως τη σημερινή οδό Κουμουνδούρου και νότια έφτανε ως την οδό
Χ΄΄Μιχάλη Γιάνναρη απ’ όπου είχε και είσοδο. Κατά μήκος του πέτρινου τοίχου και ενός
τμήματος σημερινής οδού Τρανταλλίδου ήταν συκιές. Ο δρόμος της Τρανταλλίδου
σταματούσε ως την παλιά είσοδο του Νοσοκομείου και μετά είχε ένα στενό πέρασμα,
χωματόδρομο που επικοινωνούσε με την Κ. Κριάρη. Έτσι το πρόλαβα εγώ.
Ο πατέρας του Συριανού είχε έρθει από τη Σύρο, γι’ αυτό και το επίθετο Συριανός.
Το Δημήτρη Συριανό (μπ. Μήτσο τον λέγαμε όλοι στη γειτονιά) τον έζησα από κοντά γύρω
στα 15 χρόνια. Ήταν ένας άνθρωπος καλοκάγαθος και φιλεύσπλαχνός. Παντρεύτηκε την
Ευτυχία Μανιουδάκη (; Μια γυναίκα καλοσυνάτη, γλεντζού και πλακατζού, δίχως να
αφήσουν απογόνους. Η Ευτυχία ξεσήκωνε πολλές φορές τις γειτόνισσες ντύνονταν τις
Απόκριες μαζί με τα παιδιά και γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι έκανε καλαμπούρια. Ο
Δημήτρης Συριανός πέθανε φυματικός λίγο πριν τη δικτατορία. Το σπίτι του ήταν πίσω από
το σπίτι του Εμμανουήλ Σταγάκη (λυροποιού) και η είσοδος ήταν όπως προανάφερα από
την Χ΄΄Μιχάλη Γιάνναρη απ’ όπου κατέβαινες τρία – τέσσερα σκαλιά. Στην αριστερή
πλευρά είχε ένα πατητήρι όπου έβγαζε τη ρακί και τη μουρνόρακι και ένα πηγάδι απ’ το
οποίο έπαιρνε νερό η γειτονιά αλλά και τα σπίτια που χτίζονταν σε μια μεγάλη ακτίνα μέχρι
τα Γαβαλιανά. «Η περιβόλα του Συριανού» ήταν αμπελώνας και μόνο ένα μικρό τμήμα
κοντά στο σπίτι του χρησιμοποιούσε για να φυτεύει τα κηπευτικά του. Μέσα σ’ αυτό τον
αμπελώνα με τις συκιές από μια και τις μουριές από την άλλη στήναμε ξόβεργες πιάνοντας
πουλιά ή ανεβαίναμε στις μουριές και τις συκιές και τρώγαμε τους καρπούς τους.
Ένα άλλο πηγάδι μεγαλύτερο υπήρχε στη θέση του σημερινού Νοσοκομείου. Μέρος
«της περιβόλας» ο Δ. Συριανός δώρισε στο υπό ανέγερση τότε Νοσοκομείο έχοντας μέσα
και το πηγάδι αυτό του Γαντζάγα. Μετά την ανέγερση του Νοσοκομείου το νερό του
πηγαδιού χρησίμευε για τη λάντζα του, ενώ πριν το έπαιρναν οι Ρεθεμνιώτες για πόσιμο. Σ’

ένδειξη ευγνωμοσύνης η Διοίκησης του Νοσοκομείου είχε εντοιχίσει πλάκα με τους
ευεργέτες όπου ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και του Δ. Συριανού. Προς έκπληξή μου έμαθα ότι
η πλάκα με τους ευεργέτες του Νοσοκομείου βρίσκεται τώρα πεταμένη αριστερά από το
Λογιστήριο του Νοσοκομείου.
Πριν τη δικτατορία ο σημερινός μας δήμαρχος έμεινε σε μια θεία του επί της Κ.
Κριάρη και απέναντι από την «περιβόλα του Συριανού» την οποία πρέπει να θυμάται, όπως
και το ρέμα της Κ. Κριάρη που με τα νερά που κατέβαζε το χειμώνα σκέπαζε ακόμα και τα
γεφύρια που είχαν όλα τα σπίτια της οδού και τσαλαβουτούσαμε στα νερά για να μπούμε
μέσα. Πρέπει να δεινοπάθησε και ο ίδιος που τον θυμάμαι να πηγαινοέρχεται με τη στολή
του εφέδρου (αν δεν με απατά η μνήμη μου) κι έτσι μόλις έγινε δήμαρχος μπάζωσε το
ρέμα φτιάχνοντας τη σημερινή οδό Κ. Κριάρη.
Για την «πηγάδα της Μεγάλης Πόρτας» έχω να πω ότι περνούσα απ’ αυτήν τρεις με
τέσσερις φορές την ημέρα για να πάω στο Ιδιωτικό Σχολείο «ΑΘΗΝΑ» που βρισκόταν δίπλα
στην Εθνική Τράπεζα και πίσω από το εμπορικό του Μαμαλάκη με είσοδο από την
Τσουδερών και αργότερα στο 1 ο Δημοτικό Σχολείο (το «Τούρκικο») όπως ακούγεται ακόμα
και σήμερα.
Το στόμιο «της πηγάδας της Μεγάλης Πόρτας» ήταν στρογγυλό, διαμέτρου 70-80
cm. Θυμάμαι ότι και πριν ανοίξουν καλά καλά τα μαγαζιά της μικρής πλατείας την πηγάδα
ανοικτή και τους μαγαζάτορες στη σειρά καμιά φορά για να πάρουν νερό μ’ ένα σιγλί και
να κάνουν λάτρα. Περισσότερο νερό κατανάλωναν οι ιχθυοπώλες και οι μανάβηδες της
πιάτσας. Το σιγλί δεμένο σ’ ένα σχοινί όχι μεγαλύτερο των τριών μέτρων κι αυτό γιατί το
νερό «της πηγάδας» ήταν ψηλά. Αρκετές φορές που είχα σκύψει πιο πολύ από παιδική
περιέργεια είδα ότι το βάθος του κυμαινόταν ένα με ενάμισι μέτρο απ’ το δρόμο. Αρκετές
φορές μάλιστα έπαιρνε νερό από «την πηγάδα» αυτή ο «κατρουλιάρης» (=καταβρεχτήρας)
του δήμου και μ’ αυτό κατάβρεχε τους δρόμους της πόλης τα μεσημέρια του καλοκαιριού.
Αυτά όσον αφορά την «περιβόλα του Συριανού» και την «πηγάδα της Μεγάλης
Πόρτας». Πιστεύω ότι σύντομα η Διοίκηση του Νοσοκομείου θα αναρτήσει και πάλι την
πλάκα σε θέση που αρμόζει και ελπίζω ο δήμαρχος να βρει τη χρυσή τομή για αξιοποίηση
της «πηγάδας της Μεγάλης Πόρτας».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *