Επίσκεψη στην Κένυα

ΜΑΡΙΑ ΧΟΥΡΔΑΚΗ


Της ΜΑΡΙΑΣ ΧΟΥΡΔΑΚΗ

Με πόνο, όσο πιστεύω ότι αισθάνεται όλο το Πανελλήνιο, αρχίζω τούτο το
σημείωμα μου και με τα ίδια συναισθήματα το τελειώνω, με την ενδιάμεση παρένθεση
αναφοράς σε επίσκεψή μου στην Κένυα. Δεν είναι βέβαια η τωρινή. Αυτή τη γράφει, ήδη, η
ιστορία, σε σκοτεινές σελίδες της, για να μαθαίνουν οι μελλούμενες γενιές και να κρίνουν.
Η δική μου επίσκεψη έγινε πριν από αρκετά χρόνια. Βρισκόμουν στο Παρίσι,
συνέδριο της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, όταν παρουσιάστηκε, στη σύνθεση των
πορισμάτων, ένα παράδοξο φαινόμενο: τα βρέφη στην Ουγκάντα πέθαιναν – έτσι έδειχναν
οι στατιστικές – στον 6 ο -7 ο μήνα της ζωής τους. Σχηματίστηκε αμέσως επιτροπή από
παιδιάτρους, με υπεύθυνη την παιδίατρο Marcelle Geber, φίλη μου, που έγινε λάτρης της
Ελλάδας, είχε έρθει και στο Ρέθυμνο, 1986, με την ευκαιρία διεθνούς συνεδρίου. Και
έφυγαν για την Ουγκάντα, για έρευνα τριών εβδομάδων. Έμαθαν, όπως μου είπε και
βασικές λέξεις της γλώσσας για καλύτερη συνεννόηση. Γύρισαν πίσω άπρακτοι. Τα στοιχεία
που τους έδωσε σχετικό ερωτηματολόγιο δεν ερμήνευαν το περιστατικό. Σκέφτηκαν τότε οι
παιδίατροι, που συνηθίζουν, ότι χρειάζεται να γίνεται και στη χώρα μας, να εκπαιδεύονται
στην ψυχολογία του επιστημονικού αντικειμένου τους, που είναι το παιδί, τους
ψυχολόγους. Μου ζήτησαν να πάρω μέρος στην επιτροπή και φύγαμε. Πέρα από τις άθλιες
συνθήκες ζωής δεν δυσκολευτήκαμε να βρούμε την αιτία. Οι μητέρες στην Ουγκάντα
συνήθιζαν -δεν ξέρω τι γίνεται σήμερα- να δένουν τα βρέφη στην πλάτη τους.
Κυκλοφορούσαν έτσι στα χωράφια, στις εργασίες τους, στις φροντίδες φαγητού και
καλύβας. Αργότερα στον 6 ο -7 ο μήνα του παιδιού, έμεναν πάλι σ’ ενδιαφέρουσα για να
γεννήσουν το επόμενο. Και βέβαια, μη μπορώντας να περιφέρονται με δύο παιδιά, στην
πλάτη, στα σπλάχνα τους, άφηναν το βρέφος να «αυτοεξυπηρετείται» στο χωμάτινο
πάτωμα της κατοικίας. Το δυνατό ένστικτο της επιβίωσης διαμόρφωνε στον ψυχισμό του
αδύναμου παιδιού το συναίσθημα -και είναι φοβερά ευάλωτα όλα τα παιδιά- της
απόρριψης, της εγκατάλειψης, της άρνησης κάθε περίστασης φαγητού, του αργού
θανάτου. Που η υπόλοιπη οικογένεια δέχεται με ιδιαίτερη ψυχραιμία και καθησυχαστική
φιλοσοφία «ο Θεός -όποιος Θεός- που δίνει τα παιδιά, τα παίρνει».
Όταν χρειάστηκε, για δεύτερη φορά, να πάμε στην Ουγκάντα, έχοντας πια έτοιμα τα
συμπεράσματά μας, επισκεφθήκαμε το Ναϊρόμπι. Φιλοξενηθήκαμε τότε με τον Παύλο (γιο
μου), είχε κι αυτός τις συνεννοήσεις, με φίλο του, διευθυντή πολύ γνωστής εταιρείας, στο
σπίτι του. Σπίτι «παλάτι». Μαύροι υπηρέτες σε κάθε βήμα μας, σε 24ωρη σχεδόν βάση.
Περίμεναν όρθιοι, στην πόρτα του κήπου, όταν γυρίζαμε αργά το βράδυ, από τις εκδρομές
μας, από επισκέψεις σε άθλιες φτωχογειτονιές, σε άλλους καταπράσινους τόπους.
Έπαιρναν ευθύς αμέσως τα παπούτσια μας, απαστράπτοντα το πρωί στις πόρτες μας, με τα
ρούχα μας σιδερωμένα, το τραπέζι έτοιμα, βαρυφορτωμένο από όλα τα εδέσματα του
κόσμου.
Κάποια πρωινά περπατούσα μόνη μου, στους δρόμους, τις λεωφόρους του τόπου,
σε κάθε δέκα βήματα πετάγονταν μπροστά μου φοβισμένες, εξαθλιωμένες φιγούρες που

εκλιπαρούσαν «πάρε με μαζί σου, δούλος μόνο για φαγητό». Και τα βράδια οι προσκλήσεις
σε φιλικά σπίτια ξένων.
Σε καμιά άλλη χώρα -αυτής της κατηγορίας- δεν βρήκα τόσα «παλάτια» κατοικίες,
με απέραντους κήπους, πεντάμορφα ευωδιαστά λουλούδια, δέντρα με αστραφτερά φύλλα
σίγουρη καθημερινή καθαριότητα -και αλίμονο αν δεν γινόταν αυτό- των πολυάριθμων
σκλάβων. Πιο πέρα οι καταχωνιασμένες καλύβες, με τα ημίγυμνα παιδιά, χωμένα στα
χώματα. Τόση απάνθρωπη διαφορά κοινωνικών τάξεων. Με έπνιγε η διάχυτη απειλητική
ατμόσφαιρα, ο έντονος καημός που κουβαλούσα μέσα μου, οι παράξενες φιγούρες που
κυκλοφορούσαν στους δρόμους, οι κάποιοι ξυλοδαρμοί στις γωνιές.
Πήραμε στα γρήγορα το αεροπλάνο και φύγαμε. Σήμερα ξαναγυρίζω, περιφέρομαι
στους ίδιους τόπους. Μα γιατί, πως βρέθηκαν εδώ κυνηγημένοι, βασανισμένοι αγωνιστές;
Είναι το ερώτημα μα και η απάντηση για ισχυρούς μα και ανεύθυνους διαχειριστές, που
καταγράφει πάλι η ιστορία των δύο λαών, στις σελίδες της, να τις διαβάζουν στο σχολείο
τους οι μελλούμενες γενιές. Για μας σήμερα η αγανάκτηση, ο πόνος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *