Στην πόλη των βράχων


Του ΓΙΑΝΝΗ Γ. ΑΝΔRΟΥΛΙΔΑΚΗ

Τοπίο βραχώδες. Ξερό. Αποχρώσεις της θαλασσοδαρμένης πέτρας: σταχτί και
σκούρο καφέ. Μακρόστενο ακρωτήρι που ανοίγεται στο πέλαγος. Πάνω του ράθυμη η
πόλη κάθεται. Κάποτε την είπαν ζωγραφιά των βράχων. Ξεχασμένη σε μια άκρη σιωπά.
Στην Ανατολή. Αιώνες στο ίδιο σημείο. Νύχτα και μέρα να βλέπει το είδωλό της, φορές να
τραμπαλίζεται στην κόμψη των κυμάτων κι άλλες να νανουρίζεται λικνιστικά μες τα νερά
του κόλπου.
Κόλπος γαλήνιος. Σαν μια μεγάλη στέρνα. Τα καΐκια σαν τις χαρτόβαρκες των
παιδικών μας ταξιδιών. Φυγή και αναπόληση στιγμιαία. Κρυφτό πρωινό με τον ήλιο, που
υπομονετικά στο δρόμο του ουρανού ταξιδεύει. Που παιχνιδιάρικα αναπηδά, κάθε φορά
πριν απ’ το γέρμα, όπως ένα βότσαλο στα κύματα, πάνω στις πτυχές του μπλε προτού
καταλήξει μ’ ένα σάλτο στην αγκαλιά της δύσης. Φλοίσβος θαλασσινός με χτυπά και με
σπρώχνει.
Το μουρμουρητό φτάνει ως εδώ ψηλά και με χαϊδεύει. Δεσπόζω της θάλασσας.
Νιώθω σαν να κυριαρχώ. Τινάζω τα μαλλιά μου πίσω και χαμογελώ μ’ αυτήν την αυταπάτη
μου. Παίρνω το παλιό μονοπάτι. Πατώ στις φαγωμένες απ’ το πήγαινε – έλα πέτρες και
νωχελικά κατεβαίνω. Καρνάγιο. Οι μάστοροι καλαφατίζουν τα σκαριά. Οι πινελιές της
ώχρας, του πορτοκαλί, του άσπρου, ανακατεμένες με το γαλάζιο του νερού. Πινελιές
απαλές σαν χάδι. Τραγούδια γλυκά. Σφυρίγματα πολυφωνίας. Αντίλαλος στους βράχους
απ’ τα χτυπήματα των ξύλων. Άγγιγμα ερωτικό, απ’ το χέρι του πρωτομάστορα, στα σημεία
των αρμών.
Εφτά ζάλα νωθρά με φέρνουν στο παρατημένο καΐκι. Τ’ ακουμπώ. Ξεφλουδισμένο
το δέρμα του. Στρώσεις λαδομπογιάς. Αραβικά γράμματα στην πλώρη. Τι να λένε άραγε; Το
όνομα ποιας αγαπημένης; Από κάτω λουλούδια ζωγραφισμένα, μ’ ανεξίτηλο χρώμα.
Πλεγμένα σαν κοτσίδες. Της θάλασσας κρινάκια, λουλούδια της αλμύρας, της πέτρας άνθη.
Ποιο χέρι τεχνίτη, ποιος καημός ερωτευμένου να ανθοφόρησε;
Περπατώ στον πέτρινο μόλο. Μπόλιασμα των πολιτισμών. Των Ενετών και των
Τούρκων. Κομμάτι μιας πόλης που δεν έζησα. Κομμάτι μιας πόλης που αναπλάθω.
Μπροστά μου ο νέος μόλος. Τρεις γέροι με τραγιάσκες ψαρεύουν. Ο ένας δίπλα στον άλλο.
Εδώ δεν χωρούν ανταγωνισμοί. Το τρεμουλιαστό χέρι δεν χρειάζεται γυαλιά για να
δολώσει. Ο χρόνος μετριέται με τα τσιμπήματα. Εδώ τα νερά γαληνεύουν με ιστορίες
παλιές για το χαμένο παρελθόν της πόλης.
Τις ακούω. Παρατηρώ τ’ οχυρό που είναι απέναντι. Στα χρώματα της μελαγχολίας.
Δέκα κεραμιδόσπιτα τριγύρω θυμίζουν την ξεπεσμένη αρχοντιά. Ο αέρας, σαν να θύμωσε,
δυνάμωσε και με μαστιγώνει. Πιτσιλιές απ’ τ’ ασήμι της θάλασσας στο πρόσωπό μου. Να
‘ναι άραγε ανεξίτηλες; Οι γλάροι με προειδοποιούν με πτήσεις και κραυγές. Σιωπώ και εγώ
σαν την πόλη. Μένω εκεί. Τα σύννεφα απειλητικά μας σκεπάζουν. Ανάμεσά τους μια
φωτοδέσμη του ήλιου πέφτει πάνω στο φρούριο. Στο κάστρο των βράχων. Μαγνητίζεται το

βλέμμα μου. Μένει για ώρα πάνω του. Ξαναζωντανεύουν οι θρύλοι και τα παραμύθια, οι
ιστορίες και οι φαντασιώσεις.
Ξανάρχονται οι σκούνες και οι μπρατσέρες στο παλιό λιμάνι. Απ’ το μονοπάτι,
ανάμεσα στους βράχους, φάνηκαν οι έμποροι με τα μουλάρια και τα φορτωμένα κοφίνια.
Κι αντηχούν απ’ τα καλντερίμια φωνές και ψίθυροι. Κι ακούω τον ποιητή να μου
απαγγέλλει, με παράπονο, απ’ τον Ερωτόκριτο: «Σαν όντε μαύρο νέφελο, άγριο και
θυμωμένο, έχει τον ήλιο μ’ όχθρητα στο σκότος του χωσμένο και με τη σκοτεινάδα του τη
λάμψη του εμποδίζει και με βροντές και μ’ αστραπές τον κόσμο φοβερίζει…».
Μοναξιά τούτες τις ώρες που σκοτεινιάζει. Η ανάσα μου στείρα. Η πόλη
φρεσκοπλυμένη στεγνώνει τη νύχτα. Στο βάθος τα φαναράκια του λιμανιού έχουν ανάψει
τη θάλασσα και παίζουν μαζί με τ’ αεράκι ένα βραδινό παιγχνίδι: τις μεταμορφώσεις του
νερού. Στο παραθύρι μου φτάνουν ανατολικές ευωδιές. Τις μυρίζω και μοσχοβολώ.
Η πόλη άναβε τα φωτάκια της απόψε. Χιλιάδες φωτάκια των βράχων άνθιζαν τη
νύχτα. Οι μεταλλάξεις της και οι δικές μου σε μια αρμονία. Δεν μιλούσε κανείς. Ούτε οι
γρύλλοι. Πόλη. Σιωπή των βράχων. Τοπίο ξερό. Άιντε και να μιλούσαν οι βράχοι. Να
‘σπαγαν την αιώνια σιωπή τους. Πόλη της ανατολής. Ξεχασμένη. Άιντε και να μιλούσε κι
εκείνη. Ν’ άνοιγε την καρδιά της. Να πρόφερε τις φράσεις της με την προγονική λαλιά.
Άιντε και να μιλούσα και ‘γω. Έναν άνθρωπο να ‘βρισκα να μιλούσα απόψε.
Ε, λέει, και να γινόταν όλα αυτά στην πόλη των βράχων. Πρωτοχορευτής θα
γινόμουν στον πιο παραπονιάρικο χορό της.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *