Ο ΠΕΤΕΙΝΟΣ
– Εδά γιατί που λες, οπροθές ηλέγανε για τον Ψαρόγαρο, πως τον επήρενε μια μπατούλια σεϊτάνιδες κουντούρι και θες και πης γοργότον έουνε να τρωζαθή. Καμπουλαντίζω το κ εγώ πως από εβερντέ ειν’ ο χωρατάς, μα μια ουλιά δα κιόλας. – Ετσά που σου γροικώ. Πράμα κατσουκανιά, μπεσπελί, του φχιαλώσανε πάλι. – Απού δε μπορεί γενή! Μα τον αφέντη του κόσμου ροιζικάρει να σκαρτάρη σωμπιντεβίς, α δε τονέ κάμουνε ντεμπίχι μουδέ σε σπήτι, μουδέ σε μοναστήρι μπιλέ μου να … Συνέχεια