<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Κιβωτός μνήμης &#8211; Πολιτιστικό Ρέθυμνο</title>
	<atom:link href="https://politistiko-rethymno.org/category/kivotos-mnimis/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://politistiko-rethymno.org</link>
	<description></description>
	<lastBuildDate>Sat, 10 Oct 2026 14:38:28 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.1.3</generator>
	<item>
		<title></title>
		<link>https://politistiko-rethymno.org/16422-2/</link>
					<comments>https://politistiko-rethymno.org/16422-2/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Εύα Λαδιά]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 10 Oct 2026 14:38:28 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κιβωτός μνήμης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://politistiko-rethymno.org/?p=16422</guid>

					<description><![CDATA[<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/16422-2/"></a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-embed is-type-video is-provider-youtube wp-block-embed-youtube wp-embed-aspect-16-9 wp-has-aspect-ratio"><div class="wp-block-embed__wrapper">
<iframe title="ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΕΣ  ΜΝΗΜΕΣ" width="500" height="281" src="https://www.youtube.com/embed/QeRL9XIvRGQ?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe>
</div></figure>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/16422-2/"></a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://politistiko-rethymno.org/16422-2/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΚΙ ΑΞΕΧΑΣΤΑ</title>
		<link>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bd%ce%bf%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%b5%cf%82-%cf%81%ce%b5%ce%b8%ce%b5%ce%bc%ce%bd%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b5%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%b5%cf%82/</link>
					<comments>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bd%ce%bf%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%b5%cf%82-%cf%81%ce%b5%ce%b8%ce%b5%ce%bc%ce%bd%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b5%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%b5%cf%82/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Εύα Λαδιά]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 26 Apr 2026 21:10:46 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κιβωτός μνήμης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://politistiko-rethymno.org/?p=15340</guid>

					<description><![CDATA[<p>Του. Κώστα Μαμαλάκη ΓΕΩΡΓΙΟΣ Φ. ΔΑΦΕΡΜΟΣ. (1879-1959): Πέμπω, συγκινημένος,ευγνωμονούσα τη σκέψι μου στο σοφό μου Δάσκαλο της Δ’ τάξεως ΔημοτικούΣχολείου Ρεθύμνου, αλησμόνητο Γ ε ώ ρ γ ι ο Φ. Δ α φ έ ρ μ ο. Τον έξοχοπαιδαγωγό και λαογράφο.Το &#60;&#60;ευ ζην&#62;&#62; οφείλουμε στους προικισμένους Δασκάλους. Να, τώρα όμωςστους κοσμογονικούς καιρούς μας, χάθηκε κι’ [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%ce%bd%ce%bf%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%b5%cf%82-%cf%81%ce%b5%ce%b8%ce%b5%ce%bc%ce%bd%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b5%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%b5%cf%82/">ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΚΙ ΑΞΕΧΑΣΤΑ</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-image size-full"><a href="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/04/vasilis-tzanidakis-petros-chourdakis_-_Rethymno_Nea_1749804213-1.jpg"><img fetchpriority="high" decoding="async" width="183" height="275" src="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/04/vasilis-tzanidakis-petros-chourdakis_-_Rethymno_Nea_1749804213-1.jpg" alt="" class="wp-image-15341"/></a></figure>



<p class="wp-block-paragraph"><br>Του. Κώστα Μαμαλάκη</p>



<p class="wp-block-paragraph">ΓΕΩΡΓΙΟΣ Φ. ΔΑΦΕΡΜΟΣ. (1879-1959): Πέμπω, συγκινημένος,<br>ευγνωμονούσα τη σκέψι μου στο σοφό μου Δάσκαλο της Δ’ τάξεως Δημοτικού<br>Σχολείου Ρεθύμνου, αλησμόνητο Γ ε ώ ρ γ ι ο Φ. Δ α φ έ ρ μ ο. Τον έξοχο<br>παιδαγωγό και λαογράφο.<br>Το &lt;&lt;ευ ζην&gt;&gt; οφείλουμε στους προικισμένους Δασκάλους. Να, τώρα όμως<br>στους κοσμογονικούς καιρούς μας, χάθηκε κι’ αυτό. Κι’ αναζητώντας καταφυγή<br>παραμυθίας στην ψευδαίσθηση, γινόμαστε κι’ αιθεροβάμωνες!! Να σταματούσε λέει,<br>ο χρόνος. Και στάσιμοι ισόβια να μέναμε, στα τ ό τ ε, βέβαια, αμεριμνοαμέριμνα<br>μαθητικά χρόνια: &lt;&lt;Στα χρόνια του ονείρου&gt;&gt;!<br>Ο Γ. Φ. Δ α φ έ ρ μ ο ς στάθηκαν ένας σωστός, πλήρης, αγαθός άνθρωπος.<br>Ένας φωτισμένος εκπαιδευτικός, (διατέλεσε και Επιθεωρητής), ένας φλογερός<br>πατριώτης με αδιάκοπες πνευματικές ανησυχίες, και ποικίλα πνευματικά<br>ενδιαφέροντα. Που έφθαναν μέχρι την &lt;&lt;βιοσοφία&gt;&gt;. Ήταν πολυεπίπεδος, με μια<br>πίστη αμετακίνητη στα ιδανικά του. Χάρις στο λαγαρό μυαλό του και την<br>πολυμάθειά του καταπιάστηκε και με επιστημονικές θεωρίες, έχοντας την ικανότητα<br>μετά, να τις κάνει &lt;&lt;εφηρμοσμένην πράξιν&gt;&gt;.<br>Το 1911 ιδρύει μετεωρολογικό σταθμό στ’ Ανώγεια και το 1923 στο Ρέθυμνο<br>και χρηματίζει και παρατηρητής τους. Με τις παρατηρήσεις, τις καταγραφές<br>στοιχείων και τα ε π α λ η θ ε υ μ έ ν α σ υ μ π ε ρ ά σ μ α τ ά του, συνέβαλε στην<br>πρόοδο της τωρινής Ε.Μ.Υ.<br>Φαινόμενο φιλοπονίας, δεν του απολείπανε και άλλες δραστηριότητες. Και<br>ιδρύει το 1925 το Διδασκαλικό Σύνδεσμο Ρεθύμνης και το 1926 τον Σύλλογο<br>Πολυτέκνων, και οι δύο από τους πρώτους της χώρας. Το 1925 εκδίδει το Περιοδικό<br>&lt;&lt;ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Ο ΠΥΡΦΟΡΟΣ&gt;&gt; που κράτησε μέχρι το 1941, όταν οι ορδές των<br>Γερμανών Ούνων, κατάλαβαν, με φοβερό τίμημα στην μυθική αντίσταση των<br>κατοίκων, την γραφική πολιτεία. Ήταν ένα σοβαρό πολιτιστικό Περιοδικό, από τα<br>ελάχιστα τότες στο είδος του, με ποικίλα υπεύθυνα θέματα: παιδαγωγικά,<br>επιστημονικά, ο λαογραφικός πλούτος του πολύτιμος. Ακόμη, λογοτεχνικά,<br>μετεωρολογικά, και πρωτότυπα π.χ. Λεξικό φυτολογικό, Ζωολογικό, διαφόρων<br>επαγγελμάτων. Ως και για τον &lt;&lt;Λούξηγκα&gt;&gt; 1 πραγματεύεται. Αμέτρητα είναι τα<br>λαογραφικά παρατηρήματα και μελετήματα, που περιλαμβάνουν προλήψεις, γηθειές,<br>ίσαμε λαϊκή ιατρική που δεν είναι τελείως απορριπτέα, γιατί στηρίζεται στη<br>μακροχρόνια παρατήρηση, ένα από τα κύρια σκέλη της επιστήμης: πείραμα –<br>παρατήρηση. Κοντολογίς ο &lt;&lt;ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ&gt;&gt; μεταλαμπάδεψε το φως του στην<br>πολιτεία του Ρεθέμνου.<br>Δημοτικιστής, είπαμε, ο Γ. Φ. Δαφέρμος, αλλά στο Περιοδικό του είχεν<br>αφήσει τίτλο καθαρευουσιάνικο. Δεν ήταν Δημοτικιστής έξαλλος. Τον διέκρινε, να<br>πούμε, αισθητική της γλώσσας. Και δεν εύρισκε τουλάχιστο τη λέξη &lt;&lt;Πυρφόρος&gt;&gt;<br>αδόκιμο, για να τη μεταγλωττίσει στη Δημοτική. Επίστευε και ορθά, ότι η φτωχούλα<br>1 Λύγξ – λυγγός = ο λόξυγκας στην γλώσσα του Αριστοτέλους.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Δημοτική έπρεπε να εμπλουτίζεται &lt;&lt;ενθοφθαλμίζοντας&gt;&gt; λέξεις καθαρεύουσας. Τω<br>καιρώ εκείνω, τις δεκαετίες 1920 και 1930, οι άνθρωποι ήσαν ήρεμοι, σεβόντουσαν ο<br>ένας τον άλλο, και έκαναν ανταλλαγή άδολων πειραγμάτων πασπαλισμένων με το<br>ανυπέρβλητο &lt;&lt;Κρητικόν άλας&gt;&gt;. Ένας από τους χαριτωμένους τύπους του<br>Ρεθέμνου, και ο αλησμόνητος Στέλιος Δρακάκης. Χημικός είχε σπουδάσει, αλλά η<br>ιδιοσυγκρασία του τον τραβούσε σε άλλους δρόμους, κάθε άλλο βέβαια παρά<br>βιοποριστικά σίγουρους. Είχε χιούμορ πηγαίο, και εξωστρεφής καθώς ήταν, είχε<br>συχνά εκκρήξεις ενθουσιασμού. Έγινε δημοσιογράφος, εκδίδοντας την εφημερίδα<br>&lt;&lt;Αστραπή&gt;&gt; και ταυτόχρονα μελετούσε τους Αρχαίους συγγραφείς μας. Πολλά<br>σπαρταριστά περιστατικά θα μπορούσε να αναφέρει κανείς σχετικά με το<br>Δημοσιογραφικό βίο του. Καταπληκτικός στη σάτυρα και αυτοσάτυρά του.<br>Μαχητικός δημοσιογράφος, αλλά και ευπρεπής. Εκείνο που ηχεί ακόμη έναυλα στ’<br>αυτιά μου, είναι η βαρύτονη, ρητορικά αρθρωμένη και τονισμένη φωνή του. Από μια<br>Διάλεξή του για το Σωκράτη που είχεν εντυπωσιάσει – είχε και ευχέρεια λόγου – ένα<br>απόσπασμα επιγραμματικό, με τα προφητικά λόγια του μεγάλου φιλοσόφου, έχει<br>συγκρατήσει η μνήμη: &lt;&lt;Καθεύδοντες διατελείτε, αν, ει μη τινα άλλον ο Θεός<br>επιπέμψειεν υμίν, κηδόμενος υμών&gt;&gt;. Δηλαδή, εξηγούσε ο Δρακάκης, και για τους<br>μέσους ακροατές του: &lt;&lt;Θα κοιμάσθε και θα εξακολουθήσετε να κοιμάσθε, εάν ο<br>Θεός δεν Σας λυπηθή και σας στείλει ένα άλλον να σας σώσει!&gt;&gt;.<br>Από τις στήλες λοιπόν της &lt;&lt;Αστραπής&gt;&gt; πειρακτήρι ο Δρακάκης, πιλάτευε<br>τον εκδότη του &lt;&lt;Προμηθέα&gt;&gt; ν’ αλλάξει τον τίτλο του, εκδημοτικίζοντάς τον:</p>



<ul class="wp-block-list">
<li>&lt;&lt;Πώς εσύ φίλτατε, υπέρμαχος της Δημοτικής, αντέχεις να έχει το Περιοδικό<br>σου, τίτλο καθαρευουσιάνικο;</li>



<li>&lt;&lt;Και πώς να τον αλλάξω μπρε Στελιανέ; Δεν βρίσκω την λέξη<br>&lt;&lt;ΠΥΡΦΟΡΟΣ>> &lt;&lt;αδόκιμο>> για να την μεταγλωττίσω στη Δημοτική>>,<br>είπε του Δρακάκη, σε μια συνάντηση στα γραφεία της &lt;&lt;Κρητικής<br>Επιθεώρησης>> που θα κάμωμε ειδική μνεία πάρα κάτω.</li>



<li>&lt;&lt;Το μόνο εύκολο, Γιώργη μου>> απαντά ο Δρακάκης. &lt;&lt;Βρήκα τη λέξη:<br>&lt;&lt;Προμηθέας ο Καραφωθιάς>>! Και άφησε ένα βροντερό ομηρικό γέλιο<br>(δακρυόεν γελάν), που τράνταξαν τα τζάμια των Γραφείων της Εφημερίδας.<br>Και ο Δαφέρμος έκλεισε το θέμα σοβαρά: &#8211; &lt;&lt;Δεν βλάπτει νομίζω να έχουμε<br>υπ’ όψι και τη ρήση του Κοραή: &lt;&lt;Μήτε τύραννοι των χυδαίων γίγνεσθαι,<br>μήτε δούλοι της χυδαιότητος αυτών>>.<br>Το χιούμορ του Δρακάκη όταν το καλούσε, κατά τη γνώμη του, η ανάγκη,<br>γινόταν και &lt;&lt;Μπλακ>>. Ο αξέχαστος Μ ά ν ο ς Τ σ ά κ ω ν α ς, ένας πανέξυπνος,<br>και μορφωμένος Ρεθεμνιώτης, (έγραφε στην εφημερίδα &lt;&lt;Ο Τύπος>> που έβγαζε<br>στο Ρέθυμνο, άρθρα, διπλωματικό δελτίο, οικονομικά θέματα, κοινωνιολογικά<br>λογοτεχνικά), που είχε φέρει τα χρόνια εκείνα μια νότα Ευρώπης στη μικρή μας<br>πολιτεία, με τις μεγαλόπρεπες δεξιώσεις του, στα μέλη της κοινωνίας του Ρεθύμνου,<br>και τις φιλοξενίες του σε ντόπιους και Υψηλούς ξένους. Κοινωνικώτατος,<br>γλωσσομαθέστατος και εγκάρδιος άνθρωπος, είχε αποκτήσει σχέσεις και γνωριμίες<br>με προσωπικότητες, χάρις στη θέση του Υπασπιστή του Ελευθερίου Βενιζέλου, στις<br>δοξασμένες εκείνες μέρες του 1919. Στις κοσμικές εκδηλώσεις του οίκου Μάνου<br>Τσάκωνα, στη σπιταρόνα στα &lt;&lt;Πεταλάδικα>> του πάμπλουτου Τούρκου Αλή</li>
</ul>



<p class="wp-block-paragraph">Βαφή, η ψυχή ήταν η Παριζιάνα, υπέροχη σύζυγός του, Ιουλιέττα, με τους αβρούς<br>τους τρόπους, τη φιλόξενη διάθεση και τη Γαλατική ευγένεια.<br>Η &lt;&lt;Αστραπή&gt;&gt; του Δρακάκη, ήταν &lt;&lt;στα μαχαίρια&gt;&gt; (ο λόγος το λέει), με τον<br>&lt;&lt;Τύπο&gt;&gt; του Τσάκωνα. Η &lt;&lt;Αστραπή&gt;&gt; βέβαια τόπαιζε όχι στα σοβαρά. Κούκιζε<br>με χιούμορ, τις γιαλαντζί επιθέσεις της. Οπότε κάποτε ο &lt;&lt;Τύπος&gt;&gt; του απάντησε<br>σοβαρά και σε αυστηρό τόνο. Ο Δρακάκης δεν χάνει καιρό και του απαντά σε ύφος<br>απειλητικό: &lt;&lt;Φίλε κ. Διευθυντά του ‘’Τύπου’’, έχε με παραιτημένο, γιατί<br>θ’αναγκασθώ να σε παραδώσω τω Χαριδήμω, διά… τα περαιτέρω!!&gt;&gt; Έστιν δε<br>Χαρίδημος, ο πελώριος τότε, νεκροθάφτης του Ρεθέμνου, φοβερός – (αν και άκακο<br>αρνί) και στην όψη.<br>Στα παλιά τυπογραφεία της Εφημερίδας &lt;&lt;Κρητική Επιθεώρησις&gt;&gt;, το σωτήριο<br>πραγματικά, έτος 1928, (άρχιζε η ευλογημένη και γόνιμη τετραετία του Ελευθερίου<br>Βενιζέλου, η ι δ ε ω δ έ σ τ ε ρ η δ ι α κ υ β έ ρ ν η σ η που είδε ποτέ η Χώρα), στην<br>πλατεία του Αγνώστου Στρατιώτη, υπήρχε και ένας χώρος, συνεχόμενος, χωρισμένος<br>με ξύλινα τορνευτά καφεθιά κάγκελα, με μια εξωτερική ιδιαίτερη πόρτα, που<br>χρησίμευε για Γραφεία της Εφημερίδας. Εκεί μαζευόντουσαν τα βραδάκια, οι λόγιοι<br>Ρεθεμνιώτες και οι συνεργάτες της Εφημερίδας και τα κουβέντιαζαν. Μεταξύ τους<br>παρόντες και οι γλυκύτατοι και ψυχικά ωραίοι, εκδότες της, οι αλησμόνητοι Γ ι ά ν ν<br>η ς και Β α σ ί λ η ς Κ α λ α ϊ τ ζ ά κ η ς. Πότε – πότε έδιδε το παρόν και ο<br>συνεργάτης της Εφημερίδας σεβαστός και πολυαγαπητός μου Καθηγητής της<br>Θεολογίας Κ ώ σ τ α ς Π ο λ ο γ ι ώ ρ γ η ς, που άμα ήλθε στο γυμνάσιο Ρεθύμνης,<br>έδωσε μια βαρύτητα στο μάθημα (ήταν αυστηρός στη βαθμολογία), και νέα διάσταση<br>στη διδασκαλία των Θρησκευτικών. Όσοι είχαν την όρεξη να τον παρακολουθούν και<br>να κρατούν σημειώσεις, δεν έχασαν. Κέρδισαν βαθμό καλό και άνοιξαν γι’ αυτούς<br>νέοι ορίζοντες που πλάταιναν τη σκέψη τους. Τα άρθρα του Πολογιώργη, των<br>Χριστουγέννων και του Πάσχα, αποτελούσαν πνευματικό γεγονός, αναμενόμενο με<br>ύψιστο ενδιαφέρον, για το εύρος του στοχασμού των και την στιλπνότητα του ύφους<br>των. Έτυχα και εγώ, μαθητής Γυμνασίου τότε, ένα βραδάκι, εκεί στη σύναξη στα<br>Γραφεία της &lt;&lt;Κρητικής Επιθεώρησης&gt;&gt; &#8211; χάρις στο φιλονεϊσμό των εκδοτών – να<br>πάω ένα χειρόγραφό μου για δημοσίευση. Είχα αρχίσει τα πρώτα δειλά<br>δημοσιογραφικά μου βήματα. Εκεί συνάντησα και τον παλιό Δάσκαλό μου Γ. Φ.<br>Δαφέρμο: &#8211; &lt;&lt;Κάθησε παιδί μου ν’ ακούσεις&gt;&gt; μου’ πε – να έχει τον λόγο πάνω σ’<br>ενδιαφέροντα θέματα. Κρεμόμαστε από τα χείλη του. Εκεί και ο μακαρίτης Γ ι ώ ρ γ<br>η ς Γ ε ω ρ β α σ ά κ η ς, τρυφερός ποιητής του Ρεθέμνου. Ήταν παραμονή Αγίου<br>Σπυρίδωνα και απάγγειλε ένα επίκαιρο ποίημά του. Δύο στίχους του θυμάμαι:<br>&lt;&lt;Ρέθεμνος αγαπητερό, με τσ’ άγιους Σπυριδώνους&gt;&gt;…<br>Δυο τους είχε και τους έχει τους Άγιους, η πόλις: Στα Δυτικά, στα πλευρά της<br>Φορτέτζας, και στον Κουμπέ.<br>Ο Γ ε ώ ρ γ ι ο ς Φ. Δ α φ έ ρ μ ο ς έφυγεν από τον κόσμο τούτο, πλήρης, για την<br>εποχή του, ημερών, με πεντακάθαρη τη συνείδηση και φυσικά, δίχως ν’ αφήσει<br>υλικές επενδύσεις. Άφησεν όμως ε π ε ν δ ύ σ ε ι ς ηθικές: Τα καλά και αντάξια<br>παιδιά του, που ανάθρεψεν υποδειγματικά, με τη συμπαράσταση της Ελένης,<br>συντρόφου διαλεκτής, ακριβής κόρης της Αργυρούπολης… Έχει π ν ε υ μ α τ ι κ ή π</p>



<p class="wp-block-paragraph">α ρ ά δ ο σ η η οικογένεια Δαφέρμου. Οι δυο γιοί πήραν την σκυτάλη από τον πατέρα<br>και έγιναν εκπαιδευτικοί:<br>Ο Δ η μ ή τ ρ η ς, λαμπρός Φιλόλογος με μουσική Παιδεία (δεξιοτέχνης<br>βιολίστας), αξιόλογος πεζογράφος – συγγραφέας, αλύγιστος αγωνιστής κάθε υψηλού<br>και ωραίου. Ο πρώτος που άρχισε με πάθος αγώνες ανένδοτους, επίμονους,<br>κρατερούς, που κράτησαν καιρό, με άρθρα σε εφημερίδες, κινητοποιήσεις μαζικών<br>φορέων. Μπροστάρης, μαζί με άλλους, για την ίδρυση Πανεπιστήμιου στην Κρήτη<br>αρχικά, και μετά με τίτλους γνήσιους και απαράγραπτους και συγκλίνοντες<br>ευεργετικούς παράγοντες για τους φοιτητές, ζητούσε, η έδρα του να γίνει στο<br>συνθλιβόμενο &lt;&lt;εν μέσω συμπληγάδων>> Ρέθυμνο.<br>Δημήτρη μας αξέχαστε, &lt;&lt;ο ζήλος της γενέτειράς σου, κατέφαγε σε!>> Και<br>μίσεψες πολύ πρόωρα. Και ήταν κρίμα. Δεν αξιώθηκες να δεις τη σάρκωση, έστω<br>δυστυχώς και ευνουχισμένου του ονείρου σου.<br>Ο άλλος, ο Λ ε υ τ έ ρ η ς, πνευματικός άνθρωπος, είχε κι’ αυτός λαμπρή<br>σταδιοδρομία στην εκπαίδευση. Συνεχίζει το έργο του πατέρα του, με την έκδοση,<br>από το 1977 του &lt;&lt;ΠΡΟΜΗΘΕΑ ΠΥΡΦΟΡΟΥ>>, που τον ανέβασε σε υψηλό<br>επίπεδο περιεχομένου και εμφάνισης. Είναι η Β’ περίοδος. Περίοδος ανθοφορίας του,<br>που αποτελεί σταθμό. Επίλεκτες συνεργασίες λογίων, επιστημόνων, σε θέματα<br>ιστορικά, παιδαγωγικά, λογοτεχνικά, παιδευτικά, και ιστοριοδιφικές έρευνες και<br>μελέτες περισπούδαστες κ.ά. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η αξία δημοσίου επαίνου<br>πολιτιστική προσπάθεια του Λευτέρη Δαφέρμου, γίνεται με μόχθους και θυσίες<br>υλικές, εξοντωτικές, που καθιστούν προβληματική τη συνέχιση της έκδοσης του<br>&lt;&lt;ΠΡΟΜΗΘΕΑ>>.<br>Ν’ αγιάσει η ψυχούλα σου, Δάσκαλέ μου καλέ, που στάθηκε αφορμή η αιώνια<br>μνήμη σου, να σεριανίσει η θύμισή μας πίσω σε χρόνους αλλαργινούς. Στα<br>περασμένα κι’ αξέχαστα της πολιτείας της πολυαγαπημένης, που αντίκρυσα πρώτα το<br>φως και τα θάματα του κόσμου ετούτου. Δεν πρόφθασα να προφέρω τ’ όνομά σου<br>Ρέθεμνος, κι’ αυθόρμητα ήρθε και μούκαψε τα χείλια, ο στίχος του βάρδου σου Γ. Κ<br>α λ ο μ ε ν ο π ο ύ λ ο υ:<br>&lt;&lt;Στο Ρέθεμνος στον πλάτανο εις τη δεξά χαχάλη,<br>εκειά να με κρεμάσουνε αν αγαπήσω άλλη…>><br>Να αναστοριθούμε Περβολιανά μοσχομυριστά πρωϊνά, που &lt;&lt;μας γνέφαν τα<br>γαρύφαλλα>>, και κουμπεδιανά μεσημέρια, με τ’ αθάνατο νερό &lt;&lt;πούβγαζε, λέει,<br>και στο κέφι>>. Ματωμένα δειλινά, από πορφυρές ειρηνικές δύσεις. Κι’ ανταύγειες<br>πυρκαγιών του ήλιου της Κυδωνίας, αντίκρυ στα νερά τ’ Ακρωτηριανά. Και τα<br>μεθυστικά μουχρώματα πού ’σφιγγαν τις καρδιές, από ρεμβασμούς κι’ ακοίμητους<br>πόθους. Τ ό τ ε ς ήταν που ξυπνούσαν και οι ίσκιοι στη Φορτέτζα. Σκυφτοί από το<br>βάρος ανείπωτων Ρεθεμνιώτικων πόνων και καϋμών αιώνων, σχημάτιζαν λιτανείες<br>ονείρων, που όδευαν για να βουτήξουν στ’ ακρογιάλια με τα γκρενά ροδοπέταλα!<br>Τ ώ ρ α, το χαοτικό &lt;&lt;χίλια εννεακόσια τίποτα>> ε ί ν α ι, που οι γραμμές αυτές –<br>που χαράσσονται με τρεμάμενο χέρι και νοτισμένα τα κρύσταλλα των γιαλιών από<br>συγκίνηση άφατη &#8211; , γίνονται αγγελτήρια θανάτου: Των ονείρων που έγιναν Fumo et<br>umbra = καπνός και σκιά. Των ανθρώπων που χάθηκαν. Των καιρών που διάβηκαν. Των ερώτων που<br>έσβυσαν. Των νιάτων που έφυγαν. Ναι, αγγελτήρια, που τα ακομπανιάρει ρέκβιεμ<br>θρήνων!!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αθήνα: Γενάρης 1984</p>



<p class="wp-block-paragraph"></p>





<p class="wp-block-paragraph"></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%ce%bd%ce%bf%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%b5%cf%82-%cf%81%ce%b5%ce%b8%ce%b5%ce%bc%ce%bd%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b5%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%b5%cf%82/">ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΚΙ ΑΞΕΧΑΣΤΑ</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bd%ce%bf%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%b5%cf%82-%cf%81%ce%b5%ce%b8%ce%b5%ce%bc%ce%bd%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%b5%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b4%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%b5%cf%82/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Στον Πλάτανο</title>
		<link>https://politistiko-rethymno.org/%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%80%ce%bb%ce%ac%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%bf/</link>
					<comments>https://politistiko-rethymno.org/%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%80%ce%bb%ce%ac%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%bf/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Εύα Λαδιά]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 28 Mar 2026 15:24:32 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κιβωτός μνήμης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://politistiko-rethymno.org/?p=15141</guid>

					<description><![CDATA[<p>Άνθρωποι και γαϊδούρια χωραΐτες και χωρικοί γέμιζαν κάθε μέρα τον Πλάτανο, τούδιναν ζωή, τούδιναν κουράγιο, δύναμη κι’ αυτός γεμάτος χαρά στεκότανε πάντα ολόρθος, αγέραστος, λεβεντόκορμος ο Πλάτανος το καμάρι της γειτονιάς, το στολίδι του Ρεθύμνου. Και διάβαιναν τα χρόνια και περνούσαν οι καιροί. Η γραφική ζωγραφιά της γειτονιάς αρχίζει να χαλά, κι’ ο πλάτανος τρίζει [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%80%ce%bb%ce%ac%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%bf/">Στον Πλάτανο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-image size-full"><a href="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/images-1.jpeg"><img decoding="async" width="194" height="259" src="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/images-1.jpeg" alt="" class="wp-image-15143"/></a></figure>



<p class="wp-block-paragraph">Άνθρωποι και γαϊδούρια  χωραΐτες και χωρικοί γέμιζαν κάθε μέρα τον Πλάτανο, τούδιναν</p>



<p class="wp-block-paragraph">ζωή, τούδιναν κουράγιο, δύναμη κι’ αυτός γεμάτος χαρά στεκότανε πάντα ολόρθος, αγέραστος,</p>



<p class="wp-block-paragraph">λεβεντόκορμος ο Πλάτανος το καμάρι της γειτονιάς, το στολίδι του Ρεθύμνου.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και διάβαιναν τα χρόνια και περνούσαν οι καιροί. Η γραφική ζωγραφιά της γειτονιάς αρχίζει να</p>



<p class="wp-block-paragraph">χαλά, κι’ ο πλάτανος τρίζει τα κουφάρια του γιατί στοχάζεται την τύχη του.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τα μαγαζιά χαλούνται στην μια πάντα και μια ανοιχτερή πλατεία ξετρυπώνει στην πίσω μεριά του</p>



<p class="wp-block-paragraph">Πλατάνου, ενώ πιο πέρα ένα σαντριβάνι ή μάλλον ένα μνήμα με δυό σταυρούς στελειώνεται. Σκύβει</p>



<p class="wp-block-paragraph">ο πλάτανος και το θωρεί αρχίζει να κλαίη και τα μεγάλα του φύλλα σαν μαύρα δάκρυα γεμίζουν την</p>



<p class="wp-block-paragraph">πλατεία, φαντάστηκε και πίστεψε πως ήρθε πια η ώρα του αφού του στέσαν κι’ όλας τον σταυρό.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και να, ο φόβος του, η σκέψις του, ο στοχασμός του έγινε αλήθεια.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μια πρωϊνή, χέρια άπονα έριξαν κάτω το θεριό το δοξασμένο τον αγέραστο πλάτανο.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έφυγε ο πλάτανος, μαζύ του όμως έφυγε ότι αγάπησε. Τα μαραμένα φύλλα του απά τον πόνο την</p>



<p class="wp-block-paragraph">ώρα που πέφταν σαν το τσεκούρι τούσκιζε το κορμί του απλώθησαν δεξά και ζερβά και σκόρπισαν</p>



<p class="wp-block-paragraph">τον μαρασμό.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έφυγε ο πλάτανος μα και η χαρά τσι γειτονιάς μαζύ του χάθηκε. Δεν έμεινε τίποτε, το φεύγα του τα</p>



<p class="wp-block-paragraph">πήρε όλα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έφυγε ο πλάτανος μα τουλάχιστον έμεινε τ’ όνομά του.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έμεινε λες για παρηγοριά, λες για ειρωνεία και το περισσότερο, και για τα δύο.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Όμως, και αν ο σημερινός πλάτανος εφτώχαν και αν έχασε το μεγαλείο της παληάς εποχής, </p>



<p class="wp-block-paragraph"> δεν παύει  να είναι ο μοναδικός</p>



<p class="wp-block-paragraph">μαχαλάς του Ρεθύμνου, η πιο γνωστή γωνιά της πόλης μας  για τα καλαμπούρια και για τα</p>



<p class="wp-block-paragraph">γεροντοπαλλήκαρα του.</p>



<p class="wp-block-paragraph">ΒΗΜΑ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1956</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%80%ce%bb%ce%ac%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%bf/">Στον Πλάτανο</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://politistiko-rethymno.org/%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%80%ce%bb%ce%ac%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%bf/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μια ξεθωριασμένη ιστορία</title>
		<link>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%ce%be%ce%b5%ce%b8%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b1/</link>
					<comments>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%ce%be%ce%b5%ce%b8%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Εύα Λαδιά]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 26 Mar 2026 23:16:20 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κιβωτός μνήμης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://politistiko-rethymno.org/?p=15116</guid>

					<description><![CDATA[<p>ΤΟΥ Β. ΧΑΡΙΤΑΚΗ Η επίσκεψη σε μονάδα που υπηρετεί αγαπημένο πρόσωπο τη στρατιωτική τουθητεία, μούφερε στο νου μια παληά ξεθωριασμένη ιστορία.Υπηρετούσα στον Όρχο αυτοκινήτων, που ήταν τότε στο Γουδί και είχα διοικητήτο μακαρίτη τον Καραπάνο που με τις μουστάκες του και τις αγριοφωνάρες του,ήταν ο φόβος και ο τρόμος για όλους μας.Μια μέρα με κάλεσε [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%ce%be%ce%b5%ce%b8%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b1/">Μια ξεθωριασμένη ιστορία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<p class="wp-block-paragraph">ΤΟΥ Β. ΧΑΡΙΤΑΚΗ</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η επίσκεψη σε μονάδα που υπηρετεί αγαπημένο πρόσωπο τη στρατιωτική του<br>θητεία, μούφερε στο νου μια παληά ξεθωριασμένη ιστορία.<br>Υπηρετούσα στον Όρχο αυτοκινήτων, που ήταν τότε στο Γουδί και είχα διοικητή<br>το μακαρίτη τον Καραπάνο που με τις μουστάκες του και τις αγριοφωνάρες του,<br>ήταν ο φόβος και ο τρόμος για όλους μας.<br>Μια μέρα με κάλεσε στο γραφείο του και μου είπε κοφτά:<br>«Αύριο το πρωί θα πας να αντικαταστήσης για ένα μήνα το δεσμοφύλακα τον<br>Κορωνιό που φεύγει με άδεια για το χωριό του».<br>Μούρθε ταμπλάς, ξεροκατάπια, βλαστήμησα, μα την άλλη μέρα πήγα και<br>παρέλαβα.<br>Το πειθαρχείο ήταν ένα από τα πιο καλά και τα πιο ζεστά δωμάτια του Όρχου<br>και η πρώτη μου δουλειά ήταν να μεταφέρω εκεί το κρεβάτι μου.<br>Τις μέρες εκείνες είχε κληθή η κλάσις του ….23 και ο Καραπάνος για ψύλλου<br>πήδημα κοπάναγε εικοσιτετράωρες και σαρανταοκτάωρες αράδα.<br>Το Πειθαρχείο ήταν πάντα γεμάτο και η δουλειά πήγαινε πρίμα.<br>Όταν νύχτωνε άνοιγα την πόρτα και φώναζα: «Παιδιά όποιος είναι για κάτω<br>δρόμο. Αλλά το νου σας, πρωί, πρωί μη με κάψετε».<br>Τα παιδιά είχαν φιλότιμο, γύριζαν αξημέρωτα και όλα πήγαιναν ρολόι.<br>Εκτός όμως από τους κρατούμενους είχα τους περαστικούς κα τους άστεγους<br>που τους τραβούσε η ζεστασιά και η καλόκαρδη διάθεση.<br>Και έτσι με το κουβεντολόι και το αστείο περνούσε η βραδιά.<br>Ένα βράδυ -τι το ήθελε ο χριστιανός- έκανε έφοδο ο Καραπάνος και μέσα στ’<br>άγρια μεσάνυχτα άκουσα την αγριοφωνάρα του να με φωνάζει και να βλαστημάει<br>που δεν μ’ έβρισκε.<br>Πετάχτηκα σαν λάστιχο, ντύθηκα γρήγορα και μόλις πρόλαβα να φωνάξω<br>«Παρών» μέσα από το Πειθαρχείο.<br>Τι κανείς εκεί ρε; Μου λέει. Έφοδο, κύριε Διοικητά, απαντώ εγώ.<br>Με ένα γρύλισμα έδειξε την ικανοποίησή του.<br>Είναι σωστοί; Μου λέει και άρχισε να τους μετρά από την πόρτα.<br>Οι περαστικοί και οι άστεγοι είχαν λουφάξει και δεν ξεχώριζες κεφάλι έξω από<br>την κουβέρτα.<br>Στο μέτρημα βγήκε ένας παραπάνω και ξαφνιασμένος μου λέει.<br>-Εγώ τιμώρησα έντεκα σήμερα. Πού βρέθηκε ο δωδέκατος;<br>-Τον τιμώρησα εγώ απόψε, είπα στην απελπισία μου.<br>Και κείνος χωρίς να σκεφθή, αν είχα το δικαίωμα αυτό, μου λέει:</p>



<p class="wp-block-paragraph">-«Μπράβο έτσι σε θέλω, να είσαι κέρβερος».<br>Και από τότε οι μετοχές μου ανεβήκανε στα μάτια του Καραπάνου.<br>Ένας από τους πιο τακτικούς πελάτες μου ήταν ο Θανάσης ο Τσικλής, που &#8211;<br>καθώς μούλεγε- είχε ένα κινηματογράφο στο Πασαλιμάνι και μούχε φάει τ’ αυτιά<br>να κατέβω καμμιά Κυριακή για να βγάλη και αυτός μερικές από τις υποχρεώσεις<br>που μου χρώσταγε.<br>Κάποια Κυριακή τ’ απεφάσισα και αφού γυάλισα καλά τις αρβύλες μου, τύλιξα<br>σφικτά τις γκέτες μου, εφόρεσα στραβά το καπέλο μου, και εκατηφόρησα.<br>Ρωτώντας βρήκα το Πασαλιμάνι.<br>Στη μέση της Πλατείας ήταν μια μεγάλη παράγκα, φτιαγμένη από αροκάνιστες<br>σανίδες, με πισόχαρτο στη σκεπή και με μεγάλα μαύρα γράμματα στη φάτσα που<br>γράφαν «ΣΑΡΛΩ».<br>Στο Ταμείο ήταν η μητέρα του, που μόλις άκουσε πως ζητώ τον προκομμένο της<br>-ήξερε δα τι κουμάσι ήταν- τα χρειάσθηκε.<br>Της είπα πως ήμουν φίλος του και ησύχασε.<br>Μου έκοψε ένα εισιτήριο και μου είπε να περάσω στη «ΣΑΛΑ» ώσπου νάρθη ο<br>Θανάσης.<br>Επαραμέρισα τις λινάτσες που ήταν στην είσοδο και μπήκα μέσα.<br>Από τη «ΣΑΛΑ» ακουγότανε αρκετή φασαρία και είπα μέσα μου.<br>-Φαίνεται ότι το έργο συγκινεί!<br>Προχώρησα στο σκοτάδι, αλλά κάποιον σκούντησα γιατί τον άκουσα να μου<br>λέει ευγενικά «στραβομάρα»!<br>Σε μια αναλαμπή της προβολής είδα ένα κάθισμα και κάθισα.<br>Στην οθόνη φαινότανε εκείνη τη στιγμή ένας άνδρας καβάλα σ’ ένα άλογο με<br>δύο πιστόλια στα χέρια να σκοτώνη αράδα, ενώ από κάτω του φωνάζανε<br>-«Γεια σου Τομ».<br>-Μπράβο Τομ. Απάνω τους Τομ. Κοπάνα τους Τομ».<br>Σε λίγο ανάψανε τα φώτα και γεμάτος περιέργεια στράφηκα γύρω μου και …<br>πάγωσα.<br>Ο μεγαλύτερος απ’ όλους και ο μόνος που φορούσε παπούτσια εκεί μέσα<br>ήμουν εγώ.<br>Επερίμενα λίγο να ξανασβύσουν τα φώτα και τράβηξα προς την έξοδο.<br>Φαίνεται όμως ότι αυτή τη φορά ήμουν πιο βιαστικός γιατί άκουσα πιο πολλές<br>φορές -αλλά εξ ίσου ευγενικά- να μου φωνάζουν:<br>-Στραβομάρα…»</p>



<p class="wp-block-paragraph">ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ»<br>ΑΡ. ΤΕΥΧΟΥ 7<br>ΙΟΥΛΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1983</p>



<p class="wp-block-paragraph"></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%ce%be%ce%b5%ce%b8%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b1/">Μια ξεθωριασμένη ιστορία</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%ce%be%ce%b5%ce%b8%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Λιμανάκι: διάφορες ιστορίες</title>
		<link>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%ce%b4%ce%b9%ce%ac%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b5%cf%82-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b5%cf%82/</link>
					<comments>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%ce%b4%ce%b9%ce%ac%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b5%cf%82-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b5%cf%82/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Εύα Λαδιά]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 24 Mar 2026 11:58:08 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κιβωτός μνήμης]]></category>
		<category><![CDATA[Πρωτοχρονιά]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://politistiko-rethymno.org/?p=15081</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η ΗΡΕΜΙΑ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΑΚΙΟΥ ΜΑΣ διεκόπτετο ενίοτε με την παρουσία του Μουσταφά. Αυτός ήταν ένας αγαθός τύπος που έπασχε από δειλία, η οποία φανερωνότανε έντονη άμα θα τον έπειθαν οι λιμενεργάτες να αποπειραθή να μπη σε μια βάρκα. Μόλις θελα φανή, λοιπόν, στο λιμάνι, φορώντας μία μονοκόμματη ποκαμίσα και κάτι τεράστιους φελλούς (ένα είδος τσόκαρα), [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%ce%b4%ce%b9%ce%ac%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b5%cf%82-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b5%cf%82/">Λιμανάκι: διάφορες ιστορίες</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<p class="wp-block-paragraph">Η ΗΡΕΜΙΑ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΑΚΙΟΥ ΜΑΣ διεκόπτετο ενίοτε με την παρουσία του</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μουσταφά. Αυτός ήταν ένας αγαθός τύπος που έπασχε από δειλία, η οποία φανερωνότανε</p>



<p class="wp-block-paragraph">έντονη άμα θα τον έπειθαν οι λιμενεργάτες να αποπειραθή να μπη σε μια βάρκα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μόλις θελα φανή, λοιπόν, στο λιμάνι, φορώντας μία μονοκόμματη ποκαμίσα και</p>



<p class="wp-block-paragraph">κάτι τεράστιους φελλούς (ένα είδος τσόκαρα), τον παραλάβαιναν δύο δήθεν φίλοι του, οι</p>



<p class="wp-block-paragraph">οποίοι με χίλια λόγια παραπλανητικά, τον έπειθαν να πλησιάση στην άκρη του μουράγιου.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Άμα, λοιπόν, έφθαναν εκεί, τραβούσαν την βάρκα και έφτανεν στα πόδια του μπροστά και</p>



<p class="wp-block-paragraph">με χίλια λόγια τον έπειθαν να απλώσει το πόδι του. Μόλις, όμως, ετολμούσεν να το</p>



<p class="wp-block-paragraph">απλώσει… Με τις φοβερές φωνάρες όλων των λιμενεργατών, «Στο γιαλό ο Μουσταφάς!!!&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Στο γιαλό ο Μουσταφάς!!!&#8230;», κατετρόμαζεν, τραβούσε το πόδι του και απελπισμένα</p>



<p class="wp-block-paragraph">προσπαθούσε να απαλλαγή από την αγκάλη των φίλων του. Αμέσως νεκρική σιγή</p>



<p class="wp-block-paragraph">βασίλευε, έως ότου θελα πεισθή εκ νέου ο Μουσταφάς να πλησιάση και ν’ απλώση το πόδι</p>



<p class="wp-block-paragraph">του ξανά, οπότε αμέσως ακολουθούσανε οι φωνάρες, «Στο γιαλό…» και επαναλάμβάνετο η</p>



<p class="wp-block-paragraph">ίδια κίνησις, να τιναχτή πίσω πάλι ο δυστυχής Μουσταφάς και να σκούν από τα γέλια όλοι</p>



<p class="wp-block-paragraph">οι παρακολουθούντες. Αυτό επαναλαμβανότανε και ίσαμε δέκα φορές, ώσπου</p>



<p class="wp-block-paragraph">απελπισμένος, απεφάσιζε αμετακλήτως να αναχωρήση.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Στο λιμανάκι δεν ήταν μόνο ο κήπος που τραβούσε τους νέους στο καφενεδάκι του</p>



<p class="wp-block-paragraph">Κόκκινου, αλλά και ένα άλλο κέντρον καθαρά χαρτοπαικτικό, και το οποίον ήταν πάνω από</p>



<p class="wp-block-paragraph">την νυν ταβέρνα «Λιοδάκι». Επειδή δε η είσοδός του ήταν σε απόμερο σημείο του</p>



<p class="wp-block-paragraph">λιμανιού, πίσω από την τωρινή ταβέρνα και στο πάνω πλατύσκαλο της διπλής σκάλας που</p>



<p class="wp-block-paragraph">είναι εκεί, το προτιμούσαν Τούρκοι και Έλληνες.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αυτή η πράσινη τσόχα έχει την ιδιότητα να εξομοιώνει όλους που καθίζουν γύρω</p>



<p class="wp-block-paragraph">της, ευγενείς ή αγενείς, μορφωμένους ή αμόρφωτους, πλούσιους ή πτωχούς που έτσι</p>



<p class="wp-block-paragraph">εξομοιωμένοι και αδελφωμένοι, περιμένουν την τύχη να δώση σ’ άλλους την χαρά του</p>



<p class="wp-block-paragraph">κέρδους, σ’ άλλους την ικανοποίηση χάνοντας αδιάφορα να επιδεικνύουν τον πλούτον</p>



<p class="wp-block-paragraph">τους και εις άλλους, τους περισσοτέρους, την απελπισία του κατεστραμμένου.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Είναι βράδυ λοιπόν, χειμώνας, τραμουντάνα, που το κύμα κτυπώντας στο μουράγιο</p>



<p class="wp-block-paragraph">έκανε να τρέμουν τα σπίτια γύρω στο λιμανάκι. Περασμένα μεσάνυχτα, μένουν ακόμη στην</p>



<p class="wp-block-paragraph">λέσχη λίγοι σεϊριτζίδες (θεαταί) και ένας Τούρκος με ένα Χριστιανό και οι δυο μανιώδεις</p>



<p class="wp-block-paragraph">και αχόρταγοι παίκτες. Παίζουν ζάρια.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Για να βλέπουν καλά, έχουν κατεβάσει την πετρελαιόλαμπα σχεδόν πενήντα</p>



<p class="wp-block-paragraph">πόντους πάνω από το τραπέζι. Αποτείνεται, λοιπόν, ο Τούρκος στον Χριστιανό και του</p>



<p class="wp-block-paragraph">λέει…</p>



<p class="wp-block-paragraph">«Κατές ένα μπράμα; Ήντα ‘χεις ομπρός σου;…»</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μετρά τα λεπτά του ο Χριστιανός κι έχει μπρος του εκατόν πενήντα ναπολεόνια.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Παρακολουθεί ο Τούρκος το μέτρημα και βλέπει το ποσόν. Γυρίζει, λοιπόν, και του</p>



<p class="wp-block-paragraph">λέει… «Βάνεις τα ούλα κι εγώ το σπίτι μου απέναντι στο Δεσποτικό;…»</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο Χριστιανός το ακούει μα σκέπτεται και δειλιάζει, γιατί πρόκειται για μια ολόκληρη</p>



<p class="wp-block-paragraph">περιουσία. Αλλά που κι αυτός, είναι καβήδικος κουμαρτζής και δεν τον αφήνει το σκουλήκι</p>



<p class="wp-block-paragraph">να υποχωρήση… Ταλαντεύεται ακόμη λίγο και στο τέλος τα σπρώχνει όλα από μπροστά του</p>



<p class="wp-block-paragraph">και δέχεται.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Παίρνει ο Τούρκος πρώτος τα ζάρια και τα τσουρά. Βγαίνει έξη-πέντε, σχεδόν</p>



<p class="wp-block-paragraph">πλήρης επιτυχία, διότι δεν κερδίζεται αυτό παρά αποκλειστικώς με εξάρες.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έρχεται η σειρά του Χριστιανού, τσουρά τα ζάρια αλλά στην τσόχα πέφτει μόνο ένα</p>



<p class="wp-block-paragraph">ζάρι. Μωρέ τι γίνηκε το ζάρι… Όλοι παραξενεύονταν. Κοιτάζουν παντού. Κάτω από το</p>



<p class="wp-block-paragraph">τραπέζι και γύρω στο δωμάτιο… αλλά άφαντο! Εν τω μεταξύ, το ζάρι που ‘πεσε στην τσόχα</p>



<p class="wp-block-paragraph">δείχνει άσσο.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο Τούρκος, βλέποντας πως δεν βρίσκεται το ζάρι, γυρίζει και λέει του Χριστιανού…</p>



<p class="wp-block-paragraph">«Ήθελα να κάτεχα, ήντα γυρεύετε άδικα να το βρήτε απού τούτονα…», και δείχνει τον</p>



<p class="wp-block-paragraph">άσσο, «… ότι κι άνε δείξη κειόν’ απού γυρεύετε, χαμένοι θα ‘στε!».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο Χριστιανός, όμως, με τους σεϊριτζίδες εξακολουθούν να ψάχνουν να το βρουν κι</p>



<p class="wp-block-paragraph">ας χάση… Μια φορά πάντως, χωρίς να πέση το ζάρι στην τσόχα, είναι δυνατόν ν’ ακυρωθή</p>



<p class="wp-block-paragraph">η ριξιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Εκεί, λοιπόν, που το γυρεύουνε γύρω-γύρω, με το τράνταγμα του πατώματος που</p>



<p class="wp-block-paragraph">ήταν ξύλινο, ξεκολλά το ζάρι που ήταν μπερδεμένο στην άκρη του αμπαζούρ (της λάμπας),</p>



<p class="wp-block-paragraph">πέφτει, κτυπά πάνω στο ζάρι που έδειχνε άσσο, το γυρίζει και δείχνει εξάρι… Κυλιέται λίγο</p>



<p class="wp-block-paragraph">παρακάτω και στέκει κι αυτό … στο έξη! Δηλαδή εξάρες! Η μόνη ζαριά που μπορούσε να</p>



<p class="wp-block-paragraph">πάρη το έξη-πέντε.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Κόκκαλο, λοιπόν, με αυτό το συμβάν και οι παίκτες και το θεωρείο, χωρίς να</p>



<p class="wp-block-paragraph">πιστεύουν τα μάτια των.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Πρώτος ο Τούρκος μιλεί και λέει… «Αφερήμ εφέντη μου!» (μπράβο) και πετά το</p>



<p class="wp-block-paragraph">κλειδί του σπιτιού του στα χέρια του Χριστιανού.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Άλλη μια φορά, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, σ’ ένα ιδιαίτερο στρογγυλό τραπέζι,</p>



<p class="wp-block-paragraph">κάθουνται τρεις Χριστιανοί, από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς της πόλεως, και περιμένουν</p>



<p class="wp-block-paragraph">τον τέταρτο για να συμπληρωθή το καρρέ, να παίξουν πόκερ λίγους γύρους, να δοκιμάσουν</p>



<p class="wp-block-paragraph">την τύχη τους και μόλις πάει παρά πέντε δώδεκα, να το διαλύσουν να πάνε στα σπίτια των</p>



<p class="wp-block-paragraph">να κάμουν Πρωτοχρονιά. Κατά τις εντεκάμιση λοιπόν, φτάνει ο τέταρτος και παίζουν ως τις</p>



<p class="wp-block-paragraph">δώδεκα παρά πέντε, οπότε σηκώνονται και μετρά ο κερδισμένος τα λεπτά του και είχε</p>



<p class="wp-block-paragraph">κερδίσει… διακόσια ναπολεόνια! Ολόκληρη περιουσία.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Όλους τους παραπάνω παίκτες τους ξέρω με τα ονόματά των, πλην μου φαίνεται</p>



<p class="wp-block-paragraph">περιττόν να τα αναφέρω.</p>



<p class="wp-block-paragraph">ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ &#8220;ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ&#8221;</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%ce%b4%ce%b9%ce%ac%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b5%cf%82-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b5%cf%82/">Λιμανάκι: διάφορες ιστορίες</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%ce%b4%ce%b9%ce%ac%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%b5%cf%82-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b5%cf%82/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Λιμανάκι: Καρνάγιο – Ψάρεμα</title>
		<link>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%bd%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%bf-%cf%88%ce%ac%cf%81%ce%b5%ce%bc%ce%b1/</link>
					<comments>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%bd%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%bf-%cf%88%ce%ac%cf%81%ce%b5%ce%bc%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Εύα Λαδιά]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 24 Mar 2026 11:43:17 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κιβωτός μνήμης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://politistiko-rethymno.org/?p=15079</guid>

					<description><![CDATA[<p>του Θεμιστοκλή Βαλαρή ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΑΚΙ ΜΑΣ ΔΕΝ ΒΑΣΙΛΕΥΕ πάντοτε το άγχος και η πάλη. Τα καλοκαίρια έπαιρνε μια ζηλευτή ειδυλλιακή γαλήνη. Το καλοκαίρι άδειαζε από καΐκια, γιατί φρόντιζαν να είναι πάντα ναυλωμένα και μόλις φορτώνουνταν το εμπόρευμα, ξεκινούσαν, κυνηγώντας να εκμεταλλευτούν και την πλιό ασθενή πνοή ανέμου κι ας έμεναν στο πέλαγος ακίνητα τον περισσότερο [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%bd%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%bf-%cf%88%ce%ac%cf%81%ce%b5%ce%bc%ce%b1/">Λιμανάκι: Καρνάγιο – Ψάρεμα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<p class="wp-block-paragraph">του Θεμιστοκλή Βαλαρή </p>



<p class="wp-block-paragraph">ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΑΚΙ ΜΑΣ ΔΕΝ ΒΑΣΙΛΕΥΕ πάντοτε το άγχος και η πάλη. Τα καλοκαίρια έπαιρνε μια ζηλευτή ειδυλλιακή γαλήνη. Το καλοκαίρι άδειαζε από καΐκια, γιατί φρόντιζαν να είναι πάντα ναυλωμένα και μόλις φορτώνουνταν το εμπόρευμα, ξεκινούσαν, κυνηγώντας να εκμεταλλευτούν και την πλιό ασθενή πνοή ανέμου κι ας έμεναν στο πέλαγος ακίνητα τον περισσότερο καιρό. Αρκεί κάπως να πρωχωρούσαν, να φτάσουν ενωρίτερα στον προορισμό, να εισπράξουν τους ναύλους, για να ξεχειμωνιάσουν.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έτσι, λοιπόν, έμενε η λεκάνη του λιμανιού σχεδόν αδειανή και εγέμιζε η επιφάνειά της από κεφαλόπουλα… Κάθε απόγευμα κατέβαιναν οι ερασιτέχνες ψαράδες με τα καλαμάκια των και καθισμένοι σε μικρά σκαμνάκια, εγέμιζαν τον μώλο ψαρεύοντάς τα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αυτή η σιωπηλή απασχόλησις δεν ετάραζε την επικρατούσαν ησυχία. Μόνο οι κτύποι των βαρελάδων που είχαν τις βιοτεχνίες των στο λιμάνι, όπου και σκάρωναν χιλιάδες βαρέλια ξύλινα, για να βάζουν τα κίτρα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Από αυτήν την βιοτεχνία αποζούσαν πολλές οικογένειες. Η κίνησις για τα κίτρα και τα λάδια απορροφούσε όλη την παραγωγή.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Για να αντιληφθήτε το μέγεθος της κινήσεως στα κίτρα, σας λέω ότι παρ’ όλον που σχεδόν καθημερινά φόρτωναν βαπόρια για την Ευρώπη, εν τούτοις ήταν σχεδόν πάντα γεμάτη η προκυμαία από βαρέλια με κίτρα στο προς την θάλασσαν πλακόστρωτό της και όχι μόνον αυτό, αλλά και στην άμμο να φτάση κανείς, μέχρι&nbsp; εκεί που είναι το κέντρο «Δελφίνι» και πέρα απ’ αυτό.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Είμασταν ο πρώτος κιτροπαραγωγός Νομός της&nbsp; Κρήτης.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Επίσης το καλοκαίρι δίνανε ζωή στο λιμανάκι οι ιταλικές τράτες που ψάρευαν τα ψάρια με συρτή.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Οι&nbsp; ψαράδες, εκείνη την εποχή, ψαρεύανε μόνο με παραγάδια, με μικρά δίχτυα και με γρι-γρι. Πολλές φορές, οι Ιταλοί πίνοντας κρασάκι βγαίνανε στο κέφι και τραγουδούσαν πολύ ωραία, προς μεγίστην διασκέδασιν ολοκλήρου του λιμανιού.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Οι τράτες που ψάρευαν οι Ιταλοί ήταν δύο ζευγάρια με πανιά μόνο, με πλήρωμα γύρω στους τριάντα ναύτες. Πλοίαρχος των και αρχηγός και των δύο ζευγαριών ήταν ο καπετάν Γιακουμής, Ιταλός βέβαια κι αυτός.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μαζί των είχανε και μερικά παιδάκια που έβγαιναν, ως ήτανε πολύ ελαφρά, στην τρούλα του μοναδικού πανιού που είχε η τράτα και με τα χεράκια και ποδαράκια των μάζευαν το πανί και το έδεναν με σχοινάκι που, επί τούτου, ήταν στερεωμένο στο ξάρτι κι έτσι, μαζεύοντάς το σιγά σιγά, εκατέβαιναν κάτω.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Το πανί των ήταν ιδιόρρυθμο. Ήταν ένα μονοκόματο&nbsp; τεράστιο ξάρτι&nbsp; που κρατιώτανε σε στύλο δύο μέτρα από την πλώρη, το δε υπόλοιπο που ήταν άνω από οκτώ μέτρα, στέκονταν πολλές φορές ολόρθο ή ελαφρά πλαγιαστό, ανάλογα με τον καιρό.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μια φορά, λοιπόν, ήταν στο πέλαγος και ο καιρός επέβαλε να μαζευτή το πανί. Βγήκαν τα παιδάκια να το μαζέψουν και φαίνεται πως από το σκαμπανέβασμα της τράτας ζαλίστηκε το μικρότερο παιδάκι και από την τρούλα που ήταν έπεσε στο κατάστρωμα και έμεινε νεκρό.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τι ήταν να γίνη αυτό το κακό!&#8230; Όλο&nbsp; το λιμάνι εστάθηκε στο πόδι!!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Οι δύστυχοι Ιταλοί, αλλά και οι Τούρκοι και οι Έλληνες, το έκλαψαν σαν δικό τους παιδί. Μέγα πένθος σ’ όλο το λιμάνι!!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Από ‘κει κι ύστερα πέρασαν πολλοί μήνες ώστε να συνέλθουν οι Ιταλοί και ν’ ακούσωμε ξανά τις ωραίες των καντάδες.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αυτή η αλληλεγγύη και αγάπη που συνέδεαν όλους τους ναυτικούς μας ήταν όντως συγκινητική, χαρακτηριστική ανθρώπων με γνώση και ανθρωπιά. Πολλές πράξεις αυτών των βιοπαλαιστών προδίδανε την ψυχική ανωτερότητά των, όπως και η παρακάτω συμπεριφορά των που αναφέρω.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Από την άλλη μεριά της πόλεως, κάτω από την Φορτέτζα, στον Άγιο Σπυρίδωνα, στον αφρό της θάλασσας, ήταν εγκατεστημένο το καρνάγιο μας, το οποίον δεν διέθετε παρά μόνον ένα μποτζεργάτη για να ανελκύη τα σκάφη που ήθελαν επισκευή και μια γλύστρα, που άλειφαν με βοδινό ξύγκι για να γλυστρά εύκολα το σκάφος, ανελκυόμενο και καθελκυόμενο.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Εν τούτοις, όλες οι μαούνες που χρησιμοποιούνταν για να γίνεται η εργασία στο λιμάνι ως και βάρκες και ιστιοφόρα γύρω στους πενήντα τόνους, εκεί εκτίζονταν.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αυτό το κατόρθωναν, γιατί ο αρχιμάστορας ήταν πραγματικά γερός μάστορας και οι ολίγοι βοηθοί του άριστοι, όλοι Έλληνες.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αυτός&nbsp; έβγαινε στα χωριά, έβλεπε τους κλάδους των βελανιδιών και όσους εύρισκε με σχήμα που τον εξυπηρετούσε στην δουλειά του, τους αγόραζε και τους μετέφερε στο καρνάγιο. Εκεί, ο ίδιος με μια μεγάλη μανάρα, που το σχήμα της ήταν&nbsp; καμωμένο να μην κόβει κάθετα αλλά όπως ήταν πλαγιαστή, να πλανιάρη το ξύλο, χάρις εις την τέχνη του έδιδε σχήμα και διαστάσεις απόλυτα ακριβείς. Έτσι μορφωμένα τα πλευρά του σκάφους, ετοποθετούντο και εστηρίζοντο με μεγάλες ξύλινες πρόκες στην βάση (καρίνα), σχηματίζοντας την μορφήν και τον όγκον που θα έπαιρνε το σκάφος. Αφού εκάλυπταν τα πλευρά με σανίδια, τα καλαφάτιζαν, τα πίσσωναν και αμέσως φώναζαν τους λιμενεργάτες, το καθελκούσαν και με τα κουπιά το μετέφεραν στο λιμάνι, όπου και συμπληρώνουνταν το κτίσιμο&nbsp; του σκάφους.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Όλη η εργασία ανελκύσεως και καθελκύσεως των σκαφών γινόνταν από τους λιμενεργάτες που έτρεχαν ανιδιοτελώς να κάμουν την δουλειά.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έτσι κατόρθωναν όχι μόνο να διατηρήσουν το καρνάγιο αλλά και να εξυπηρετούν πλήρως τις ανάγκες σε τέτοια σκάφη του λιμένος μας.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ακόμη και τώρα σώζονται ίχνη του καρνάγιου, το οποίο η εξέλιξις ηνάγκασε να διαλυθή.</p>



<p class="wp-block-paragraph">ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ  &#8220;ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ&#8221;</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%bd%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%bf-%cf%88%ce%ac%cf%81%ce%b5%ce%bc%ce%b1/">Λιμανάκι: Καρνάγιο – Ψάρεμα</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%bd%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%bf-%cf%88%ce%ac%cf%81%ce%b5%ce%bc%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Το λιμανάκι</title>
		<link>https://politistiko-rethymno.org/%cf%84%ce%bf-%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9/</link>
					<comments>https://politistiko-rethymno.org/%cf%84%ce%bf-%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Εύα Λαδιά]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 22 Mar 2026 09:52:34 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κιβωτός μνήμης]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://politistiko-rethymno.org/?p=14920</guid>

					<description><![CDATA[<p>του Θεμιστοκλή Βαλαρή ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ &#8220;ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ&#8221; ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΚΟ βενετσιάνικο λιμανάκι ήταν η ζωή της πόλεώς μας. Δρόμοιδεν υπήρχαν ούτε για την εις το εσωτερικόν της Κρήτης επικοινωνίαν. Για να πάη κανείςστα Χανιά ή στο Ηράκλειο, έπρεπε με ζώο να ταξιδεύη δυο μέρες κι έτσι μόνον, χάρις σ’αυτό το λιμανάκι, [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%cf%84%ce%bf-%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9/">Το λιμανάκι</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<p class="wp-block-paragraph">του Θεμιστοκλή Βαλαρή</p>



<p class="wp-block-paragraph"></p>



<figure class="wp-block-image size-full"><a href="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/02/BALARHS.jpg"><img loading="lazy" decoding="async" width="450" height="225" src="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/02/BALARHS.jpg" alt="" class="wp-image-13856" srcset="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/02/BALARHS.jpg 450w, https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/02/BALARHS-300x150.jpg 300w" sizes="auto, (max-width: 450px) 100vw, 450px" /></a></figure>



<p class="wp-block-paragraph">ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ &#8220;ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ&#8221;</p>



<figure class="wp-block-image size-large"><a href="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/20190929_162356.jpg"><img loading="lazy" decoding="async" width="1024" height="538" src="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/20190929_162356-1024x538.jpg" alt="" class="wp-image-14875" srcset="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/20190929_162356-1024x538.jpg 1024w, https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/20190929_162356-300x158.jpg 300w, https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/20190929_162356-768x403.jpg 768w, https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/20190929_162356.jpg 1200w" sizes="auto, (max-width: 1024px) 100vw, 1024px" /></a></figure>



<p class="wp-block-paragraph">ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΚΟ βενετσιάνικο λιμανάκι ήταν η ζωή της πόλεώς μας. Δρόμοι<br>δεν υπήρχαν ούτε για την εις το εσωτερικόν της Κρήτης επικοινωνίαν. Για να πάη κανείς<br>στα Χανιά ή στο Ηράκλειο, έπρεπε με ζώο να ταξιδεύη δυο μέρες κι έτσι μόνον, χάρις σ’<br>αυτό το λιμανάκι, επικοινωνούσαμε με τον έξω κόσμο και με τις άλλες πόλεις του νησιού<br>μας.<br>Το χειμώνα, μόλις κατορθώναμε δύο ή τρεις φορές τον μήνα, λόγω κακοκαιρίας, να<br>έχωμε προσέγγιση βαποριού, το καλοκαίρι όμως απαραίτητα δύο ή τρεις φορές, αλλά την<br>εβδομάδα.<br>Τα βαποράκια, που μας εξυπηρετούσαν, τα θυμούμαι ακόμα με τα ονόματά των.<br>Ήταν τα της εταιρείας του Πανταλέοντος (οι Τούρκοι τον έλεγαν Πανταλεόνη), το<br>«Ουράνα», η «Σπάρτη», το «Βυζάντιον», το «Αρκαδία», που κυρίως έκαναν την<br>συγκοινωνίαν μας. Αλλά μια φορά την εβδομάδα βοηθητικά, έπιαναν στο λιμάνι μας και τα<br>των εταιρειών Γιαννουλάτου και του Τζών.<br>Πιο παλιά ήταν μόνο ένα βαπόρι, το ονομαζόμενο «Κατράκης». Μεγαλύτερος<br>σκυλοπνίχτης αυτό από τα άλλα και γι’ αυτό, μόλις ‘βάλαν γραμμή τα των άλλων εταιρειών,<br>αυτό σταμάτησε να έρχεται.<br>Σκεφθείτε ότι με τους ανωτέρω σκυλοπνίχτες του Πανταλέοντος, εγίνετο και η<br>επικοινωνία με την Αίγυπτον. Με την ταχύτητα που είχαν, έξη μίλια των ώρα, εχρειάζοντο<br>τρία μερόνυχτα για να πιάσουν την Αλεξάνδρειαν, για την απόσταση από ‘δω στο Ηράκλειο<br>έξη ώρες, στα Χανιά τέσσερις ώρες, διότι δεν έπιανε στη Σούδα, αλλά παρέκαμπτε το<br>Ακρωτήρι και έπιανε στα Χανιά.<br>Τότε δεν υπήρχε δρόμος, παρά μόνον για ζώα, που συνέδεε την Σούδα με τα Χανιά.<br>Για να εξυπηρετηθή αυτή η κίνησις εμπορευμάτων και επιβατών, το λιμανάκι μας είχε οκτώ<br>μαούνες για τα εμπορεύματα και άνω από δέκα βάρκες για τους επιβάτες, που χωρούσε<br>περί τους δέκα επιβάτες η κάθε μια. Αυτές οι βάρκες εκινούντο με κουπιά, ο αριθμός των<br>οποίων εξηρτάτο από τον καιρό. Δηλαδή, επί περιπτώσεως κακοκαιρίας, εγίνοντο<br>οκτάκοπες με λίγους επιβάτες, εξάκοπες δε ή τετράκοπες, αναλόγως της εντάσεως της<br>κακοκαιρίας και με περισσοτέρους επιβάτες. Καθημερινά, καιρού επιτρέποντος βέβαια<br>έμπαιναν και έφευγαν καΐκια, ιστιοφόρα, μεταφέροντα εμπορεύματα.<br>Το Τελωνείον και αι αποθήκαι του ήσαν στιβαγμένα σε τρεις χώρους, που τώρα<br>είναι ταβέρνες πάνω στην νοτική πλευρά του λιμανακιού.<br>Οι βαρκάρηδες και οι λιμενεργάτες μαζύ, ξεπερνούσαν τους ογδοήντα ανθρώπους,<br>οι οποίοι αποκλειστικώς απησχολούντο στις φορτοεκφορτώσεις των εμπορευμάτων και<br>επιβιβάσεις και αποβιβάσεις των επιβατών, έπαιζαν δε την ζωή των πραγματικά κορώνα<br>γράμματα, για να κάνουν την δουλειά των αυτήν, όσο έπαιρνε φιλότιμα και με πρωτοφανή<br>ανθρωπιά.<br>Ποτέ, όσων χρονών είμαι, δεν συνέβη να χάση την ζωή του επιβάτης, ενώ από<br>αυτούς τους εργάτες πολλοί έχασαν την ζωήν των.<br>Η φόρτωσις των εμπορευμάτων εγίνετο ως εξής.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Οι λιμενεργάται εφόρτωναν τις μαούνες, πάνω στις οποίες έμεναν δυο εργάτες,<br>ένας δηλαδή τιμονιέρης κι ένας στην πλώρη. Κατόπιν προσέδεναν την μαούνα στην<br>οκτάκοπη ή εξάκοπη βάρκα, ανάλογα με την κατάστασιν του καιρού και με πραγματικά<br>σκληρόν αγώνα και σιγά σιγά, την επλεύριζαν στο βαπόρι, άμα βέβαια εδίδετο το πράτηγο.<br>Αμέσως άρχιζε η εκφόρτωσις της μαούνας και ακολουθούσε η φόρτωσις της, με το τέλος<br>της οποίας, με δυο σφυρίγματα του βαποριού, ξεκινούσε η βάρκα από το λιμάνι και<br>έφερνε άλλη φορτωμένη μαούνα αν υπήρχε φορτίον ή αδειανή αν δεν υπήρχε φορτίον για<br>φόρτωσιν αλλά μόνον για ξεφόρτωμα. Η βάρκα αυτή έπαιρνε την φορτωμένη μαούνα από<br>το βαπόρι την έφερνε στο λιμάνι, όπου αμέσως πλευρισμένη ως ήταν στην νοτική πλευρά<br>του λιμανιού, την εξεφόρτωναν, τοποθετούντες τα εμπορεύματα στις απέναντι αποθήκες<br>και ούτω κάθ’ εξής, έως ότου γίνει η φορτοεκφόρτωσις και φύγει το βαπόρι.<br>Αυτή η δουλειά, προπάντων τον χειμώνα, γινότανε με όσο ήτο ανθρωπίνως δυνατόν<br>μεγαλύτερη ταχύτητα, για τον φόβο μήπως και πιάσει κανένα μπουρίνι. Δεν ήτο σπάνιον<br>όμως να ενσκύψη το μπουρίνι πριν προλάβουν να τελειώσουν την δουλειά, οπότε, για να<br>σώσουν την μαούνα και το πλήρωμά της, οι βαρκάρηδες ηγωνίζοντο σκληρά και πολλές<br>φορές επνίγοντο.<br>Ο χαμός ενός ανθρώπου, ως αυτοί, που ήσαν οι περισσότεροι οικογενειάρχες,<br>ισοδυναμούσε με πλήρη καταστροφή της οικογενείας του, γιατί δεν υπήρχε ούτε ΙΚΑ, ούτε<br>προστατευτικός νόμος και τα παιδιά και η γυναίκα του ζητιάνευαν στους δρόμους για να<br>ζήσουν.<br>Μεταξύ των δραματικών περιστατικών που συνέβαιναν συχνά, θα σας περιγράψω<br>ένα που συνέβη την ημέρα των Χριστουγέννων.<br>Την ημέρα των Χριστουγέννων εκείνη την χρονιά, η θάλασσα ήταν μπονάτσα.<br>Έπιασε, λοιπόν, εύκολα το βαπόρι και οι του λιμένος μας πήραν τις μαούνες και τους<br>επιβάτες και άρχισαν την φορτοεκφόρτωσιν και την μεταφοράν των επιβατών. Δεν είχε<br>περάσει μία ώρα από την στιγμήν που είχε ελευθεροκοινωνήσει το βαπόρι και ευτυχώς,<br>μόλις είχε τελειώσει η μεταφορά των επιβατών και πιάνει ένα δαιμονισμένο μπουρίνι.<br>Ο Χουσεΐν καπετάνιος στέκει απείκος με τα κυάλια στο πάνω πλατύσκαλο της<br>διπλής σκάλας, που είναι πάνω από την ταβέρνα «Λιοδάκη» σήμερα, και παρακολουθεί.<br>Ο Χουσεΐν καπετάνιος ήταν ο τσάρος του λιμανιού μας. Ήταν αρχηγός των Τούρκων<br>λιμενεργατών, που ήταν και οι περισσότεροι, και οι διαταγές του ήσαν σεβασταί και<br>εξετελούντο ασυζητητί, όχι μόνον από τους Τούρκους αλλά και από τους Χριστιανούς.<br>Εκεί, στο πλατύσκαλο αυτό, ήταν το παρατηρητήριόν του και παρηκολούθει την<br>κίνησιν του λιμένος και τα εξ Ηρακλείου προσεγγίζοντα βαπόρια. Υπελόγιζε δε την<br>απόστασιν που εφαίνετο το βαπόρι και την ταχύτητά του και εφώναζε… «Το βαπόρι<br>φουντάρει π.χ.. σε μισή ώρα!…Να ετοιμαστούν μαούνες και βάρκες και να στέκουν αρόδο,<br>όξω από το λιμάνι, εκειά που θα φουντάρη το βαπόρι. Ο καιρός είναι καλός και θα ‘ρθη ν’<br>αράξη κοντά», ή αν δεν ήταν καλός, έλεγε… «…θ’ αράξη ανοικτά».<br>Όντως αμέσως εξεκινούσαν οι μαούνες και οι βάρκες με τους επιβάτες ανοίγονταν<br>έξω από το λιμάνι και περίμεναν την βάρκα του λιμεναρχείου να δώσει το πράτηγο, για ν’<br>αρχίση η προσέγγισις και η γνωστήν διαδικασία.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η βάρκα του λιμεναρχείου προηγείτο, με τον Λιμενάρχην, τον αστύατρον και τον<br>πράκτορα. Έβγαιναν στο βαπόρι, ήλεγχαν τα χαρτιά του, ως και αν έχη άρρωστον μέσα,<br>διότι τότε τα βαπόρια αυτά έπιαναν στην Αίγυπτον, όπου έβραζε η χολέρα και εφ’ όσον<br>όλα ήσαν εν τάξει, έφευγαν με την βάρκα και φώναζαν «Πράτηγο!!». Αμέσως ξεκινούσαν<br>τα πλεούμενα, πλεύριαζαν στο βαπόρι και άρχιζε η φορτοεκφόρτωσις.<br>Βλέπει, λοιπόν, ο Χουσεΐν καπετάνιος από το παρατήριό του το μπουρίνι ξαφνικά<br>να ‘ρχεται και το βαπόρι να τραβά την άγκυρά του για να φύγη, παρατώντας την μαούνα<br>στο πέλαγος έρμαιον των κυμάτων (ήταν ο σκυλοπνίχτης του Τζών), και τραβά μια<br>φωνάρα… που σείστηκε κυριολεκτικά το λιμάνι… «Γλακάτε (τρεχάτε), μωρέ, και χάνεται η<br>μαούνα με τσ’ ανθρώπους μέσα!!!».<br>Δεν είχε αποτελειώσει την φράση του και όλοι οι λιμανίτες, με την ψυχή στο στόμα,<br>στέκονται και περιμένουν την διαταγή. Ορμούν οκτώ Τούρκοι, διαλεκτοί κωπηλάτες και<br>κολυμβηταί, πετούν τα ρούχα των, γιατί παπούτσια δεν είχαν, στέκει κι ο καπετάνιος στο<br>τιμόνι και ξεκινούν.<br>Ο κόσμος εν τω μεταξύ στην πόλιν ακούει το σφύριγμα του βαποριού και βλέπει και<br>το μπουρίνι και τρέχουν όλοι στο λιμάνι να δουν τι γίνεται. Πολλοί πάνε μπρος από το<br>φανάρι που προεκτείνεται λίγα μέτρα ο μώλος και με κίνδυνο να παρασυρθούν από τα<br>κύματα που τον καβαλικεύουν, περιμένουν ίσως και μπορέσουν να βοηθήσουν την ώρα<br>που θα στρίβουν τα πλεούμενα, για να μπουν στο λιμάνι, που ήταν το πλιό επικίνδυνο<br>σημείο.<br>Μόλις έστριψεν η βάρκα τον μώλο αυτό και βγήκε στο πέλαγος, έρχεται ένα θεριό<br>κύμα, θέτει μια στην βάρκα, την τινάζει ολόρθη σαν καρυδότσουφλο στον αέρα αλλά χωρίς<br>να την αναποδογυρίση. Οι κωπηλάτες έγιναν ένας σωρός στην πρύμνη της βάρκας, έτσι<br>που το κύμα την έστεσε ολόρθη, μα μόλις αυτή έκατσε, πάλι ορμούν σαν θεριά και πιάνουν<br>τα κουπιά.<br>Ο καπετάνιος της βάρκας ολόρθος κουλαντρίζει την τιμονιέρα με τα πόδια του,<br>όρθιοι και οι κωπηλάτες πέφτουν ανάσκελα στα κουπιά, που τα πιέζουν με όλο τους το<br>κορμί, με τα χέρια και τα πόδια και πάνε να σπάσουν από το ζόρι που τους δίνουν… αλλά<br>αυτού!… εκεί! … αυτοί, ακλόνητοι μπρος στον θάνατο, τραβούν, παλεύοντας λιονταρίσια<br>και φτάνουν την μαούνα.<br>Εμείς οι θεαταί, με την γλώσσα κυριολεκτικά καταπιωμένη, παρακολουθούμε αυτόν<br>τον υπεράνθρωπο αγώνα που καταβάλουν άνθρωποι αγράμματοι αλλά με την ψυχή<br>γεμάτη γνώση, που δεν αποκτάται με τα γράμματα, παρά μόνο αν έχης κληρονομιά την<br>μαγιά μέσα σου, όπως την είχαν αυτοί.<br>Εβλέπαμε με δέος, μια την μαούνα να σκαμπανεβάζη στην τρούλα του κυμάτου και<br>στην στιγμή να χάνεται από τα μάτια μας και την άλλη, την βάρκα στην τρούλα και τους<br>κωπηλάτες να κάνουν λυσσασμένο αγώνα, για να προχωρήση και να σύρη πίσω της και την<br>μαούνα μαζύ και πάλι να χάνεται μέσα στα κύματα και να προβάλλη η μαούνα με τον<br>κάβο που την έσερνε τεντωμένο να σπάση, από το ζόρι που του ‘δίναν τα θεριά που<br>αγωνίζουνταν μέσα στην βάρκα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τέλος, έφτασαν μπροστά στον μώλο, στην στροφή, αλλά η στροφή αυτή ήταν<br>θανάσιμα επικίνδυνη, γιατί την ώρα που θα ‘στριβε η μαούνα υποχρεωτικά θα εξετίθεντο<br>τα πλευρά της στην μανία των φοβερών κυμάτων, ώστε ή θ’ αναποδογυρίζετο ή θα την<br>παρέσυραν να την πετάξουν έξω στην άμμο ή στον μώλο κι έτσι να χαθούν και οι άνθρωποι<br>και η μαούνα.<br>Σηκώνεται, λοιπόν, ο πρώτος κωπηλάτης, Χουρχίτης με τ’ όνομα, απλώνει τα χέρια<br>του και ζητά σκοινί από τους ανθρώπους που στέκονταν στην άκρη του μώλου, κάτω από<br>το φανάρι. Οι άνθρωποι, που επί ταυτού στέκονταν εκεί, έτοιμοι ως ήταν, πετούν τον κάβο<br>και τον πιάνει ο Χουρχίτης, σκύβει να τον δέσει στην βάρκα, για να ελευθερώση τα χέρια<br>του να πιάση το κουπί και όλοι μαζύ να τραβήξουν την μαούνα από τον μώλο και να πάρη<br>την στροφή, αλλά καθυστερεί… τραβιέται το σκοινί και ως ήτανε σκυμμένος, παρασύρεται<br>και πέφτει στην θάλασσα.<br>Αυτό ήταν το τέλος της ζωής του! Ούτε ξαναφάνηκε στον αφρό, ούτε τον βρήκαν<br>ποτέ! Τον τύλιξαν τα φοβερά ρεύματα και χάθηκε για πάντα, κι ας ήταν, όπως όλοι το<br>ανεγνώριζαν, ο καλύτερος κολυμπητής του λιμανιού.<br>Εν τω μεταξύ, βγήκε και μια άλλη βάρκα, δίκωπη, με τον σκοπό να δώση τον κάβο<br>στην μαούνα.<br>Μόλις, όμως, ξεκίνησε από τον μώλο, έρχεται ένα κύμα, μα τι κύμα… Ακόμα το<br>βλέπω στα μάτια μου, να τρέχη αφηνιασμένο άλογο… Τινάζει μια στην βάρκα, την σηκώνει<br>στον αέρα ολόρθη, την αναποδογυρίζει. Οι άνθρωποι παρουσιάζονται δέκα μέτρα από την<br>μπουμπουρισμένη (ανάποδα) βάρκα, αλλά άλλο κύμα, αφηνιασμένο, θέτει μια στην<br>βάρκα, την σηκώνει ολόρθη ξανά και βρίσκεται γυρισμένη στα ίσια να πλέη, σαν είκοσι<br>μέτρα παρακάτω.<br>Εμείς, με την ψυχή στο στόμα, παρακολουθούσαμε το τρομερό δράμα, που<br>εκτυλίσσεται μπροστά μας και βλέπομε τους ναυαγούς να πλησιάζουν την βάρκα, οπότε<br>την φτάνει ο ένας και γαντζώνεται στην πλώρη της από το ξύλο που περισσεύει, ο άλλος<br>όμως σηκώνει τα χέρια του ψηλά και χάνεται.<br>Αυτά όλα εξελίσσοντο σε απόσταση μικρότερη από 50 μέτρα από κει που<br>στεκόμασταν, χωρίς να μπορούμε να βοηθήσωμε με κανέναν τρόπο.<br>Εν το μεταξύ, η βάρκα που είχε απομείνει με επτά ανθρώπους, εξακολουθεί, παρά<br>την εξαφάνιση του καλλίτερου της κωπηλάτη, να παλεύη για την σωτηρία των επιβατών<br>της μαούνας και την δική των. Αλλά μάταια, γιατί μια έφτανε η μαούνα μπρος την στροφή,<br>μια ερχόνταν ένα βουνό κύμα… και βάρκα και μαούνα ξαναβρίσκονταν στο πέλαγος.<br>Στο τέλος, ένα κύμα σπρώχνει την μαούνα με την βάρκα μπροστά στον μώλο και<br>ευνοϊκά ρεύματα βάζουν και τα δυο σκάφη στο λιμανάκι. Τα ρεύματα σπρώχνουν και την<br>δεύτερη βάρκα προς την αρχή της προκυμαίας, όπου ως επλησίασεν πετούν ένα αγκυράκι<br>δεμένο με σκοινί, πιάνουν την βάρκα, την πλησιάζουν και στα γρήγορα τραβούν τον<br>Χουσάκι, αυτόν που είχε πιαστεί και σκαρφαλώσει απάνω της, από την πλώρη που ήταν<br>γαντζωμένος.<br>Μετά δυο λεπτά, η βάρκα είχε γίνει θρύψαλα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αργότερα, βρέθηκε νεκρός ο σύντροφός του να πλέη στην είσοδο του λιμανακιού<br>μας.<br>Αυτό ήταν ένα επεισόδιον από τα πολλά που τραβούσαν οι αφανείς αυτοί ήρωες,<br>χωρίς ποτέ να βαρυγκομήσουν ή να δειλιάσουν μπροστά στον κίνδυνο, αλλά πάντα με<br>αυτοθυσία και ανθρωπιά άφθαστη, προσέφεραν την ζωή των.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Λιμανάκι…. Ο Δερβίσης</p>



<p class="wp-block-paragraph">ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΑΚΙ ΜΑΣ δεν περιοριζότανε μόνον στην μεταφορά των<br>μαουνών, ήταν και των επιβατών, που ο βαρκάρης υποχρεωνότανε να παλεύη όχι μόνο το<br>φοβερό θαλασσομάνι, αλλά τον τρόμο και τις φωνές απελπισίας των γυναικών, που στην<br>αλήθεια δεν ήταν αδικαιολόγητες.<br>Σ’ αυτό το έργο, που ήταν απείρως πιο επικίνδυνο, γιατί μ’ ένα καρυδότσουφλο<br>πάλευαν τρομερές θάλασσες, είχαν δε και την ευθύνη για τις περίπου δεκαπέντε ψυχές<br>που ήταν μέσα στην βάρκα, υπεύθυνοι και εκτελεσταί ήσαν οι Χριστιανοί, με αρχηγό τον<br>Δερβίση.<br>Αυτός ήταν ένας πολύ ιδιόρρυθμος τύπος.<br>Ήταν κοντός, αδύνατος, εκπαιδευθείς περί την μαγκείαν εις Πειραιάν, όθεν και είχε<br>μάθει, ενίοτε, να ροφά χασισάκι, όχι παθιασμένα, αλλά όταν οι στενοχώριες και τα βάσανα<br>το καλούσαν…<br>Όποτε, λοιπόν, συνέβαινε τοιούτον τι, επήγαινε στο στέκι του, που ήταν ένα<br>καφενεδάκι, εκεί που τώρα είναι η πρώτη ταβέρνα ως μπαίνομεν στο λιμανάκι από την<br>προκυμαία. Εκεί καθισμένος που λέτε, με ύφος μάγκα και φορώντας μαύρα ρούχα,<br>σακκάκι πάντοτε φορεμένο από την μια μανίκα, την αριστερή, για να ‘ναι το δεξί χέρι<br>λεύτερο να ξεπλύνει με μαχαίρι την προσβολή, πανταλόνι τζογέ, δηλαδή στενό στο κάτω<br>μέρος, τόσο, που να μη χωρή να βγη ούτε και ξυπόλυτο το πόδι του, παρά μετά από<br>προσπάθεια, και στο πάνω μέρος φαρδύ, να τον χωρά δυο φορές. Μια χωρίστρα ακριβώς<br>πάνω από το δεξιό φρύδι, με την μαλλιαδούρα στο άκρον κατσαρή και γυρισμένη σαν<br>λουκάνικο και μαστουρωμένος ων, από καρέκλας έβγαζε ένα λόγο, που ούτε ο ίδιος<br>καταλάβαινε τι έλεγε.<br>Τέλος πάντων, αυτός ο άνθρωπος είχε μια ψυχή… βουνό!<br>Αυτός είχε σώσει από βέβαιο πνιγμό πάνω από είκοσι παιδιά, γιατί ακριβώς<br>απέναντι από το στέκι του πλεύριζαν τα μεγάλα ιστιοφόρα, που με μια μεγάλη τράβα<br>συνεδέοντο με την ξηρά… Νεαρά, λοιπόν, παιδιά, συνήθως χωριατάκια, που εδιψούσαν να<br>δουν πως ήταν μέσα στα καΐκια, περιφρονώντας ή μάλλον αγνοώντας τον κίνδυνον που<br>έκρυβε η τράβα, όταν έφτανε κανείς στην μέση της που ετραμπάλιζε, έχαναν την<br>ισορροπίαν των και να τα μέσα στη θάλασσα.<br>Ο Δερβίσης, που καθότανε απ’ έξω από τον καφενέ και ροφούσε τον καφέ του<br>φουμάροντας ναργιλέ, αλλά και παρακολουθών τα γύρω του συμβαίνοντα, μόλις</p>



<p class="wp-block-paragraph">αντελαμβάνετο πως καθυστερούσε το κοπέλι να πλέξη, άρα δεν ήξερε κολύμπι και θα<br>πνιγότανε, σαν αστραπή, όπως ήταν με τα ρούχα, βουτούσε και το ‘βγαζε στην επιφάνεια<br>κρατώντας το από τα μαλλιά.<br>Εν τω μεταξύ, έτρεχαν και οι άλλοι λιμανίτες και τραβούσαν έξω το παιδί και τον<br>σωτήρα του. Ο Δερβίσης, μούσκεμα βέβαια, όπως ήταν, τινάζονταν να πετάξη το νερό από<br>πάνω του, κτυπούσε τα παπούτσια του χάμω και πλησιάζοντας το παιδί που έκανε πως<br>έκλαιγε, για να μη φάη ξύλο που του ‘βγαινε, το ‘πιανε από το χέρι, τού ‘δινε ένα<br>σκαμπιλάκι και του ‘λεγεν… «Άντε, ρε, τράβα και μη σε ξαναδώ στα μάτια μου!…»<br>Αυτός, λοιπόν, ήτανε ο άφθαστος αρχηγός των βαρκάρηδων, που επέβλεπε και<br>οδηγούσε τις άλλες βάρκες και τον υπάκουαν και Τούρκοι.<br>Όταν τύχαινε να είναι κακοκαιρία αλλά το βαπόρι μπορούσε, με αρκετό κίνδυνο<br>όμως, να δουλέψη, αποφάσιζε ο πλοίαρχος να πιάση υπολογίζοντας και στηριζόμενος κατά<br>κύριον λόγον στον Δερβίση, αλλά και στην ικανότητα των βαρκάρηδων. Σφύριζε, λοιπόν,<br>για να ειδοποιήση πως θα πιάση να δουλέψη και αμέσως γέμιζε η βάρκα με 10-15 επιβάτες<br>και όρθιος ο Δερβίσης στο τιμόνι, που το κουλάντριζε με δυο σχοινάκια δεμένα δεξιά και<br>αριστερά της τιμονιέρας, έβγαινε έξω από το λιμάνι.<br>Αλλά τι ήταν να βγη! Κύματα σαν αφρισμένα άλογα, πότε πετούσαν την βάρκα στον<br>αφρό, πότε αυτή εξαφανίζονταν ανάμεσά τους. Εν τω μεταξύ, πολλοί πολίτες, που είχαν<br>ακούσει το σφύριγμα του βαποριού, κατεβασμένοι στο μουράγιο παρακολουθούσαν με<br>αγωνία την βάρκα να παραδέρνει σαν τρελλή και τους κωπηλάτες να αγωνίζωνται σαν<br>θεριά να κατορθώσουν να πλησιάσουν την βάρκα στο βαπόρι.<br>Εκείνο όμως που επέτεινεν την συγκίνηση των θεατών ήταν οι απελπισμένες φωνές<br>των επιβατών, που γίνουνταν πραγματικός σύθρηνος κάθε φορά που ανεβοκατέβαινε η<br>βάρκα.<br>Επί τέλους, μετά από πάλη άνω από μισή ώρα, έφταναν στο πλοίο. Αλλά πως να<br>σιμώση, που τα κύματα το ‘γλειφαν και πότε σκέπαζαν την σκάλα, πότε άφηναν ένα χάος<br>από κάτω της, και τίναζαν και την βάρκα άνω από πέντε μέτρα μακρυά…<br>Ο Δερβίσης, όλο αυτό το διάστημα όρθιος και με τα σκοινάκια του τιμονιού στα<br>χέρια, κρατώντας εκπληκτική ισορροπία, κατηύθυνε την βάρκα. Επί τέλους, με άφθαστη<br>τέχνη, διαλέγει ένα κύμα, πλησιάζει την βάρκα στο πλοίο και ο κωπηλάτης της πλώρης,<br>κρατώντας στο χέρι ένα γάντζο δεμένο με σχοινί, περιμένει την διαταγή του Δερβίση για να<br>τον πετάξη. Μόλις παίρνει την διαταγή, πετά τον γάντζο, πιάνει την σκάλα, δένει την βάρκα<br>με το σχοινί και πετιέται στο πλατύσκαλο της σκάλας, όπου, για να σιγουρευτή μην τον<br>πάρη το κύμα, που πότε τον πιάνει ως την μέση και πότε βλέπει το χάος που ανοίγεται από<br>κάτω του, περιμένει απείκως διαταγή από τον Δερβίση.<br>Ο Δερβίσης παραμερίζει τους άλλους κωπηλάτες και με το ζόρε σέρνει ένα-ένα<br>επιβάτη στην πλώρη της βάρκας και στρεφόμενος προς τον κωπηλάτη που στέκονταν<br>έτοιμος στην σκάλα… «Άρπα!», του φωνάζει, ακριβώς την στιγμή που το κύμα σήκωνε<br>ψηλά την βάρκα, πλάι στην σκάλα, και του πετά σαν τσουβάλι, παρ’ όλες τις σκληριές και<br>τα κλάμματα, την επιβάτιδα που την πιάνει στον αέρα ο ναύτης, την αποθέτει στα</p>



<p class="wp-block-paragraph">σκαλοπάτια να βγη στο βαπόρι και γυρίζει, έτοιμος πάλι, να πιάση το ίδιο και έναν έναν<br>όλους τους επιβάτες.<br>Αυτή η διαδικασία γίνουνταν σε κάθε επιβάτιδα. Μόνο τους άνδρες περιορίζετο να<br>τους υποστηρίζη από την μασχάλη απλώς, για να μην πέσουν, επειδή η βάρκα<br>σκαμπανέβαζε σαν τρελλή και ο μόνος που μπορούσε να σταθή όρθιος ήταν ο Δερβίσης.<br>Όταν έφθανε στο σημείο που αυτός ενέκρινε, έσπρωχνε τον επιβάτη, άπλωνε τα<br>χέρια του ο ναύτης της σκάλας, τον έσερνε πάνω στην σκάλα και τον άφηνε να βγη μόνος<br>του στο βαπόρι. Αυτά γινότανε αστραπιαία και με πολύ μεγάλη προσοχή και ακρίβεια,<br>γιατί η ελαχίστη κακή εκτίμησις θα στοίχιζε την ζωή ενός ανθρώπου.<br>Πρέπει να σημειωθή ότι στα χρόνια μου δεν συνέβη να πνιγή επιβάτης, αν και αυτή<br>η διαδικασία και σκληρή πάλη γινότανε πάρα πολύ συχνά, γιατί αυτό συνέβαινε όχι μόνον<br>κατά την επιβίβασιν αλλά και κατά την αποβίβασιν των επιβατών.<br>Κατά τον χειμώνα, κάθε προσέγγισις πλοίου γινότανε σχεδόν με όχι μπονάτσα και<br>επαναλαμβανότανε αυτή η ηρωική πάλη προς τα στοιχεία της φύσης.<br>Σ’ αυτόν τον άνθρωπο, λοιπόν, η μοίρα επεφύλασσε ηρωικόν τέλος.<br>Κατά την κατάληψίν μας από τους Γερμανούς, ευρίσκετο στα Περιβόλια, όπου ένας<br>Γερμανός αλεξιπτωτιστής ηθέλησε να τον συλλάβη. Αυτός όμως αντέστη και, αμ’ έπος αμ’<br>έργον, ο «πολιτισμένος» αλλά χωρίς γνώση τραβά το μπιστόλι του και σκοτώνει τον γέρο<br>και ανήμπορο άνθρωπο, τον προικισμένο με τόση γνώση και ανθρωπιά.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Λιμανάκι: Φάρος</p>



<p class="wp-block-paragraph">ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΛΙΜΕΝΟΣ ΜΑΣ, το οποίον εκάλυπτε ολόκληρη την βόρεια πλευρά<br>του, το λέγαμε κήπο, γιατί ως ήταν καμωμένο με τεράστια θόλατα, τα οποία όχι απλώς<br>είχαν καλύψει με χώματα αλλά στρώσει πραγματικά και είχαν γεμίσει με ρύκια που είχαν<br>φυτέψει και στην μέση είχαν κοσμήσει με ένα αναβρυτήριο, με γύρω γύρω πλακάκια, δεν<br>έδιδε την εντύπωσιν φρουρίου, αλλά κήπου. Εις το βάθος του κήπου υπήρχε μικρό σπιτάκι<br>για αναψυκτήριο, όπου πότε πότε έπαιζε η ρωσσική μουσική.<br>Αμέσως μετά τον κήπον, άρχιζε ο βραχίων του λιμένος που εκάλυπτε με τον φάρο<br>το ανατολικόν τμήμα του. Στην αρχή αυτού του βραχίονος ήταν κτισμένο ένα<br>μικροσκοπικό σπιτάκι, όπου διανυκτέρευε ο φαροφύλακας. Το ως ανωτέρω σύνολον<br>αποτελούσε ένα ανεπανάληπτο κόσμημα, το οποίον, δυστυχώς εν μέρει μόνον, υφίσταται<br>ακόμη.<br>Ο φάρος αυτός είχε δύο λάμπες που κάθε μία είχε από δυο φυτίλια. Κατετόπιζε με<br>το αμυδρό φως του τους ναυτιλλομένους, τον άναβε δε ο φαροφύλακας απ’ όταν έδυε ο<br>ήλιος ως την ανατολή του.<br>Την υπεύθυνη αυτή εργασία έκανε ένας, ο καπετάν Τζουριός, που ήταν ένας<br>τεράστιος άνδρας, με πλάτες παλαιστού και ύψος άνω από 1,90 μέτρα. Αυτός είχε<br>διορισθεί φαροφύλακας τιμής ένεκεν, γιατί, όταν είμαστε υποδουλωμένοι στους Τούρκους,<br>κουβαλούσε με καΐκι, και υστερότερα με βαποράκι, πολεμοφόδια στους αντάρτες στην</p>



<p class="wp-block-paragraph">πίσω μεριά της Κρήτης. Δυο φορές τον βούλιαξαν οι Τούρκοι και τις δυο γλύτωσε<br>κολυμπώντας.<br>Αυτός, λοιπόν, ο ήρωας, όλη νύκτα τον χειμώνα εκάθητο μέσα στο σπιτάκι του, από<br>το παράθυρο του οποίου έβλεπε μη τυχόν σβύσουν οι λάμπες για να τρέξη να τις<br>ξανανάψη.<br>Μετά καιρόν απεχώρησε της υπηρεσίας συνταξιοδοτηθείς και τον διεδέχθη ο<br>Καυκαλάς, και αυτός με αξιόλογη πολεμική δράση.<br>Το επάνω στον κήπο αναψυκτήριον, το είχε ενοικιάσει ο Κόκκινος (παρανόμι), το<br>όνομά του ήτο Εμμανουήλ Χαμαράκης, και το κρατούσε ανοικτό και την νύκτα, όπου και<br>κατέφευγαν πολλοί νέοι, κατά τις ατελείωτες νύκτες του χειμώνα.<br>Αυτός ο άνθρωπος ήταν προικισμένος με ωραίαν αφηγηματικότητα, αλλά ήταν και<br>ψεύτης φοβερός.<br>Τις νύκτες, λοιπόν, του χειμώνος, επήγαιναν ορισμένοι νέοι, καθίζανε, τον βάζανε<br>στην μέση, τον παρακαλούσανε με τρόπο να αρχίση να διηγήται και αλλοίμονον σ’ εκείνον<br>που θα τολμούσε να διαψεύση τα λεγόμενά του. Έπρεπε να στέκεται πλάι στην πόρτα, που<br>να του είναι εύκολο να πεταχτή έξω, αλλοιώς εκινδύνευεν η ακεραιότης του. Χάρις στην<br>ευκολία που έπλαθε τους μύθους αυτούς, οι οποίοι κάθε άλλο παρά ανάξιοι προσοχής<br>ήταν, κατώρθωνε να ζη απ’ αυτήν την δουλειά, σκαρώνοντας, σαν Μυνχάουζεν, συχνά<br>ιστορίες προς μεγάλη διασκέδασιν των ακροατών του, οι οποίοι με επιφωνήματα δήθεν<br>θαυμασμού, παρεδέχοντο τα φαντασιώματά του, από μέσα των δε σκούσαν στα γέλια.<br>Τύχαινε καμμιά φορά να τολμήση κανείς να του φέρη αντίρρηση, οπότε, για να μην<br>οξυνθούν τα πράμματα, επενέβαιναν και τα συμβίβαζαν μια παρέα εκλεκτών νέων, που ως<br>ήσαν και ταχτικοί πελάτες, είχαν το απαιτούμενο κύρος.<br>Δεν μπορώ βέβαια να σας διηγηθώ όλες του τις φαντασιώσεις, αλλά μερικές θα σας<br>τις γράψω.<br>Επειδή τύχαινε να είναι μανιώδης κυνηγός, μεταξύ των διαφόρων κατορθωμάτων<br>που διηγείτο ήταν ότι… μια φορά που κυνηγούσε στον Πλατανιά, έπεσεν πλάι του ένα<br>κοπάδι χειμάδια. Αμέσως αυτός πυροδοτεί και τις δυο κάνες του όπλου συγχρόνως και τι<br>να δη; Μαύρισεν το χωράφι από σκοτωμένα πουλιά. Τρέχει, λοιπόν, τα μαζώνει και γεμίζει<br>τρία τσουβάλια. Κάποιος των ακροατών τόλμησε να τον ρωτήσει… «Μα είναι δυνατόν, με<br>δυο φυσέκια να σκοτώσης τόσα πουλιά;».<br>Αμέσως αυτός οργισμένος, του απαντά… «Ναι, μωρέ μπουνταλά! Τα σκότωσα, γιατί<br>τσι ‘παιξα σουρουπανιστές!», δηλαδή, ώστε να προκάμουν να βγουν τα σκάγια από τις<br>κάννες του ντουφεκιού, πρόκαμε και κουνούσε το ντουφέκι δεξιά κι αριστερά και<br>σκόρπιζαν τα σκάγια.<br>Άλλη φορά πάλι, εδιηγείτο ότι ήταν στην Αίγυπτο και κολυμπούσε στον Νείλο<br>γυμνός, οπότε μια στιγμή, εκεί που κολυμπούσε, σκοτείνιασε ο κόσμος γύρω του…<br>«Παναγία μου!», λέει κατατρομαγμένος, «….ήντα τρέχει; Κάνω τη χέρα μου ετσέ, πιάνω<br>σκώθια. Κάνω την άλλη μου χέρα ετσέ, πιάνω άντερα. Μονομιάς ένοιωσα πως μ’ είχεν<br>φαωμένο θεριό τση θάλασσας. Και σκέφτομαι. Πας τα, κακομοίρη Μανώλη! (το όνομά</p>



<p class="wp-block-paragraph">του). χάθηκες! Το γιαμιάς, σφίγγω το νου μου και αρπώ το σουγιά μου και τόνε καρφώνω<br>στην κοιλιά του θεριού και μονομιάς ξερνά και με πετά όξω και σώθηκα».<br>Κάποιος των ακροατών αποτολμά και τον ρωτά… «Μα που βρήκες εδά, Μανωλάκη,<br>το σουγιά, απού ‘σουνε ολόγυμνος και στα χέρια σου εκράθιες τσοι κοιλιές και τα σκώθια;»<br>«Α, κακομοίρη μπουνταλά!» του απαντά… «Επαέ, μωρέ, στο αφάλι έχω μια<br>λαβωματέ από μπάλα τούρκικη και πάντα μου έχω ένα σουγιά εκειά χωσμένο κι εκείνοσας<br>μ’ έσωσε!»<br>Εύκολα φαντάζεται κανείς τι γέλια απηκολούθησαν, αλλά πνιχτά και ως εκ τούτου<br>ακράτητα γιατί φανερά δεν ετολμούσε κανείς να γελάση.<br>Ο μακαρίτης ο Κόκκινος, σαν κυνηγός, ήταν και δεισιδαίμων.<br>Η παρέα, λοιπόν, αυτή των διαλεκτών νέων που συνεβίβαζαν τους πελάτες με τον<br>Κόκκινο, όταν τσακώνονταν, απεφάσισαν ένα Σαββατόβραδο να μην κοιμηθούν και να του<br>στήσουν καρτέρι στο δρόμο που θα περνούσε για να πάη στο κυνήγι, με σκοπό να τον<br>πειράξουν.<br>Κατά τα ξημερώματα, λοιπόν, ένας από αυτούς κρύφτηκε στο στενό της τότε<br>Δημαρχίας, ο δεύτερος στο στενό της Χαλάστρας κι ο τρίτος στο ξύλινο γεφύρι του<br>Καμαρακιού, που τότε ήταν ανοικτό ρυάκι και ήταν εκεί που τώρα είναι η λεωφόρος<br>Κουντουριώτου.<br>Έτσι λοιπόν τοποθετημένοι, περίμεναν τον δυστυχή Μανωλάκη.<br>Όντως δεν είχε ακόμη διαφωτίση και να!… τον Μανωλάκη, που κούτσαινε λίγο, να<br>σέρνη τον σκύλο του και να τραβά για το κυνήγι. Μόλις, λοιπόν, έφτασε στο ύψος του<br>στενού της Δημαρχίας, πλησιάζει ο πρώτος, δήθεν αδιάφορος και του λέει… «Καλή μέρα,<br>Μανωλάκη!» Αυτός του γυρίζει την πλάτη αλλά δεν του απαντά, για να μην του φύγη το<br>γούρι.<br>Προχωρεί, λοιπόν, και φτάνει στην Χαλάστρα, οπότε πηδά ο δεύτερος και δήθεν<br>έκπληκτος του λέει… «Ω! πρωί πρωί σηκώθηκες! Καλημέρα σου…»<br>Ο Μανωλάκης δεν του απαντά, μόνο γυρίζει τα μούτρα του πέρα. Από μέσα του,<br>όμως, κάνει ολάκερη λειτουργία και συνεχίζει τον δρόμο του. Φτάνει στο γεφύρι που τον<br>περίμενε ο τρίτος.<br>«Καλημέρα, Μανωλάκη», του λέει. «… Που πας;…» Και τότε πνιγμένος από θυμό<br>αυτός του λέει… «Στραβός είσαι, μωρέ; Σκύλο, μωρέ, θωρείς και σέρνω! Ντουφέκι, μωρέ,<br>κρατώ και με ρωτάς που πάω: Στο διάολο, μωρέ, πάω, στο διάολο!»<br>Και γυρίζει πίσω!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Λιμανάκι: Καρνάγιο – Ψάρεμα</p>



<p class="wp-block-paragraph">ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΑΚΙ ΜΑΣ ΔΕΝ ΒΑΣΙΛΕΥΕ πάντοτε το άγχος και η πάλη. Τα καλοκαίρια<br>έπαιρνε μια ζηλευτή ειδυλλιακή γαλήνη. Το καλοκαίρι άδειαζε από καΐκια, γιατί φρόντιζαν<br>να είναι πάντα ναυλωμένα και μόλις φορτώνουνταν το εμπόρευμα, ξεκινούσαν,<br>κυνηγώντας να εκμεταλλευτούν και την πλιό ασθενή πνοή ανέμου κι ας έμεναν στο<br>πέλαγος ακίνητα τον περισσότερο καιρό. Αρκεί κάπως να πρωχωρούσαν, να φτάσουν<br>ενωρίτερα στον προορισμό, να εισπράξουν τους ναύλους, για να ξεχειμωνιάσουν.<br>Έτσι, λοιπόν, έμενε η λεκάνη του λιμανιού σχεδόν αδειανή και εγέμιζε η επιφάνειά<br>της από κεφαλόπουλα… Κάθε απόγευμα κατέβαιναν οι ερασιτέχνες ψαράδες με τα<br>καλαμάκια των και καθισμένοι σε μικρά σκαμνάκια, εγέμιζαν τον μώλο ψαρεύοντάς τα.<br>Αυτή η σιωπηλή απασχόλησις δεν ετάραζε την επικρατούσαν ησυχία. Μόνο οι<br>κτύποι των βαρελάδων που είχαν τις βιοτεχνίες των στο λιμάνι, όπου και σκάρωναν<br>χιλιάδες βαρέλια ξύλινα, για να βάζουν τα κίτρα.<br>Από αυτήν την βιοτεχνία αποζούσαν πολλές οικογένειες. Η κίνησις για τα κίτρα και<br>τα λάδια απορροφούσε όλη την παραγωγή.<br>Για να αντιληφθήτε το μέγεθος της κινήσεως στα κίτρα, σας λέω ότι παρ’ όλον που<br>σχεδόν καθημερινά φόρτωναν βαπόρια για την Ευρώπη, εν τούτοις ήταν σχεδόν πάντα<br>γεμάτη η προκυμαία από βαρέλια με κίτρα στο προς την θάλασσαν πλακόστρωτό της και<br>όχι μόνον αυτό, αλλά και στην άμμο να φτάση κανείς, μέχρι εκεί που είναι το κέντρο<br>«Δελφίνι» και πέρα απ’ αυτό.<br>Είμασταν ο πρώτος κιτροπαραγωγός Νομός της Κρήτης.<br>Επίσης το καλοκαίρι δίνανε ζωή στο λιμανάκι οι ιταλικές τράτες που ψάρευαν τα<br>ψάρια με συρτή.<br>Οι ψαράδες, εκείνη την εποχή, ψαρεύανε μόνο με παραγάδια, με μικρά δίχτυα και<br>με γρι-γρι. Πολλές φορές, οι Ιταλοί πίνοντας κρασάκι βγαίνανε στο κέφι και τραγουδούσαν<br>πολύ ωραία, προς μεγίστην διασκέδασιν ολοκλήρου του λιμανιού.<br>Οι τράτες που ψάρευαν οι Ιταλοί ήταν δύο ζευγάρια με πανιά μόνο, με πλήρωμα<br>γύρω στους τριάντα ναύτες. Πλοίαρχος των και αρχηγός και των δύο ζευγαριών ήταν ο<br>καπετάν Γιακουμής, Ιταλός βέβαια κι αυτός.<br>Μαζί των είχανε και μερικά παιδάκια που έβγαιναν, ως ήτανε πολύ ελαφρά, στην<br>τρούλα του μοναδικού πανιού που είχε η τράτα και με τα χεράκια και ποδαράκια των<br>μάζευαν το πανί και το έδεναν με σχοινάκι που, επί τούτου, ήταν στερεωμένο στο ξάρτι κι<br>έτσι, μαζεύοντάς το σιγά σιγά, εκατέβαιναν κάτω.<br>Το πανί των ήταν ιδιόρρυθμο. Ήταν ένα μονοκόματο τεράστιο ξάρτι που<br>κρατιώτανε σε στύλο δύο μέτρα από την πλώρη, το δε υπόλοιπο που ήταν άνω από οκτώ<br>μέτρα, στέκονταν πολλές φορές ολόρθο ή ελαφρά πλαγιαστό, ανάλογα με τον καιρό.<br>Μια φορά, λοιπόν, ήταν στο πέλαγος και ο καιρός επέβαλε να μαζευτή το πανί.<br>Βγήκαν τα παιδάκια να το μαζέψουν και φαίνεται πως από το σκαμπανέβασμα της τράτας<br>ζαλίστηκε το μικρότερο παιδάκι και από την τρούλα που ήταν έπεσε στο κατάστρωμα και<br>έμεινε νεκρό.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τι ήταν να γίνη αυτό το κακό!… Όλο το λιμάνι εστάθηκε στο πόδι!!<br>Οι δύστυχοι Ιταλοί, αλλά και οι Τούρκοι και οι Έλληνες, το έκλαψαν σαν δικό τους<br>παιδί. Μέγα πένθος σ’ όλο το λιμάνι!!<br>Από ‘κει κι ύστερα πέρασαν πολλοί μήνες ώστε να συνέλθουν οι Ιταλοί και ν’<br>ακούσωμε ξανά τις ωραίες των καντάδες.<br>Αυτή η αλληλεγγύη και αγάπη που συνέδεαν όλους τους ναυτικούς μας ήταν όντως<br>συγκινητική, χαρακτηριστική ανθρώπων με γνώση και ανθρωπιά. Πολλές πράξεις αυτών<br>των βιοπαλαιστών προδίδανε την ψυχική ανωτερότητά των, όπως και η παρακάτω<br>συμπεριφορά των που αναφέρω.<br>Από την άλλη μεριά της πόλεως, κάτω από την Φορτέτζα, στον Άγιο Σπυρίδωνα,<br>στον αφρό της θάλασσας, ήταν εγκατεστημένο το καρνάγιο μας, το οποίον δεν διέθετε<br>παρά μόνον ένα μποτζεργάτη για να ανελκύη τα σκάφη που ήθελαν επισκευή και μια<br>γλύστρα, που άλειφαν με βοδινό ξύγκι για να γλυστρά εύκολα το σκάφος, ανελκυόμενο και<br>καθελκυόμενο.<br>Εν τούτοις, όλες οι μαούνες που χρησιμοποιούνταν για να γίνεται η εργασία στο<br>λιμάνι ως και βάρκες και ιστιοφόρα γύρω στους πενήντα τόνους, εκεί εκτίζονταν.<br>Αυτό το κατόρθωναν, γιατί ο αρχιμάστορας ήταν πραγματικά γερός μάστορας και οι<br>ολίγοι βοηθοί του άριστοι, όλοι Έλληνες.<br>Αυτός έβγαινε στα χωριά, έβλεπε τους κλάδους των βελανιδιών και όσους εύρισκε<br>με σχήμα που τον εξυπηρετούσε στην δουλειά του, τους αγόραζε και τους μετέφερε στο<br>καρνάγιο. Εκεί, ο ίδιος με μια μεγάλη μανάρα, που το σχήμα της ήταν καμωμένο να μην<br>κόβει κάθετα αλλά όπως ήταν πλαγιαστή, να πλανιάρη το ξύλο, χάρις εις την τέχνη του<br>έδιδε σχήμα και διαστάσεις απόλυτα ακριβείς. Έτσι μορφωμένα τα πλευρά του σκάφους,<br>ετοποθετούντο και εστηρίζοντο με μεγάλες ξύλινες πρόκες στην βάση (καρίνα),<br>σχηματίζοντας την μορφήν και τον όγκον που θα έπαιρνε το σκάφος. Αφού εκάλυπταν τα<br>πλευρά με σανίδια, τα καλαφάτιζαν, τα πίσσωναν και αμέσως φώναζαν τους λιμενεργάτες,<br>το καθελκούσαν και με τα κουπιά το μετέφεραν στο λιμάνι, όπου και συμπληρώνουνταν το<br>κτίσιμο του σκάφους.<br>Όλη η εργασία ανελκύσεως και καθελκύσεως των σκαφών γινόνταν από τους<br>λιμενεργάτες που έτρεχαν ανιδιοτελώς να κάμουν την δουλειά.<br>Έτσι κατόρθωναν όχι μόνο να διατηρήσουν το καρνάγιο αλλά και να εξυπηρετούν<br>πλήρως τις ανάγκες σε τέτοια σκάφη του λιμένος μας.<br>Ακόμη και τώρα σώζονται ίχνη του καρνάγιου, το οποίο η εξέλιξις ηνάγκασε να<br>διαλυθή.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Λιμανάκι: διάφορες ιστορίες</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η ΗΡΕΜΙΑ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΑΚΙΟΥ ΜΑΣ διεκόπτετο ενίοτε με την παρουσία του<br>Μουσταφά. Αυτός ήταν ένας αγαθός τύπος που έπασχε από δειλία, η οποία φανερωνότανε<br>έντονη άμα θα τον έπειθαν οι λιμενεργάτες να αποπειραθή να μπη σε μια βάρκα.<br>Μόλις θελα φανή, λοιπόν, στο λιμάνι, φορώντας μία μονοκόμματη ποκαμίσα και<br>κάτι τεράστιους φελλούς (ένα είδος τσόκαρα), τον παραλάβαιναν δύο δήθεν φίλοι του, οι<br>οποίοι με χίλια λόγια παραπλανητικά, τον έπειθαν να πλησιάση στην άκρη του μουράγιου.<br>Άμα, λοιπόν, έφθαναν εκεί, τραβούσαν την βάρκα και έφτανεν στα πόδια του μπροστά και<br>με χίλια λόγια τον έπειθαν να απλώσει το πόδι του. Μόλις, όμως, ετολμούσεν να το<br>απλώσει… Με τις φοβερές φωνάρες όλων των λιμενεργατών, «Στο γιαλό ο Μουσταφάς!!!…<br>Στο γιαλό ο Μουσταφάς!!!…», κατετρόμαζεν, τραβούσε το πόδι του και απελπισμένα<br>προσπαθούσε να απαλλαγή από την αγκάλη των φίλων του. Αμέσως νεκρική σιγή<br>βασίλευε, έως ότου θελα πεισθή εκ νέου ο Μουσταφάς να πλησιάση και ν’ απλώση το πόδι<br>του ξανά, οπότε αμέσως ακολουθούσανε οι φωνάρες, «Στο γιαλό…» και επαναλάμβάνετο η<br>ίδια κίνησις, να τιναχτή πίσω πάλι ο δυστυχής Μουσταφάς και να σκούν από τα γέλια όλοι<br>οι παρακολουθούντες. Αυτό επαναλαμβανότανε και ίσαμε δέκα φορές, ώσπου<br>απελπισμένος, απεφάσιζε αμετακλήτως να αναχωρήση.<br>Στο λιμανάκι δεν ήταν μόνο ο κήπος που τραβούσε τους νέους στο καφενεδάκι του<br>Κόκκινου, αλλά και ένα άλλο κέντρον καθαρά χαρτοπαικτικό, και το οποίον ήταν πάνω από<br>την νυν ταβέρνα «Λιοδάκι». Επειδή δε η είσοδός του ήταν σε απόμερο σημείο του<br>λιμανιού, πίσω από την τωρινή ταβέρνα και στο πάνω πλατύσκαλο της διπλής σκάλας που<br>είναι εκεί, το προτιμούσαν Τούρκοι και Έλληνες.<br>Αυτή η πράσινη τσόχα έχει την ιδιότητα να εξομοιώνει όλους που καθίζουν γύρω<br>της, ευγενείς ή αγενείς, μορφωμένους ή αμόρφωτους, πλούσιους ή πτωχούς που έτσι<br>εξομοιωμένοι και αδελφωμένοι, περιμένουν την τύχη να δώση σ’ άλλους την χαρά του<br>κέρδους, σ’ άλλους την ικανοποίηση χάνοντας αδιάφορα να επιδεικνύουν τον πλούτον<br>τους και εις άλλους, τους περισσοτέρους, την απελπισία του κατεστραμμένου.<br>Είναι βράδυ λοιπόν, χειμώνας, τραμουντάνα, που το κύμα κτυπώντας στο μουράγιο<br>έκανε να τρέμουν τα σπίτια γύρω στο λιμανάκι. Περασμένα μεσάνυχτα, μένουν ακόμη στην<br>λέσχη λίγοι σεϊριτζίδες (θεαταί) και ένας Τούρκος με ένα Χριστιανό και οι δυο μανιώδεις<br>και αχόρταγοι παίκτες. Παίζουν ζάρια.<br>Για να βλέπουν καλά, έχουν κατεβάσει την πετρελαιόλαμπα σχεδόν πενήντα<br>πόντους πάνω από το τραπέζι. Αποτείνεται, λοιπόν, ο Τούρκος στον Χριστιανό και του<br>λέει…<br>«Κατές ένα μπράμα; Ήντα ‘χεις ομπρός σου;…»<br>Μετρά τα λεπτά του ο Χριστιανός κι έχει μπρος του εκατόν πενήντα ναπολεόνια.<br>Παρακολουθεί ο Τούρκος το μέτρημα και βλέπει το ποσόν. Γυρίζει, λοιπόν, και του<br>λέει… «Βάνεις τα ούλα κι εγώ το σπίτι μου απέναντι στο Δεσποτικό;…»<br>Ο Χριστιανός το ακούει μα σκέπτεται και δειλιάζει, γιατί πρόκειται για μια ολόκληρη<br>περιουσία. Αλλά που κι αυτός, είναι καβήδικος κουμαρτζής και δεν τον αφήνει το σκουλήκι</p>



<p class="wp-block-paragraph">να υποχωρήση… Ταλαντεύεται ακόμη λίγο και στο τέλος τα σπρώχνει όλα από μπροστά του<br>και δέχεται.<br>Παίρνει ο Τούρκος πρώτος τα ζάρια και τα τσουρά. Βγαίνει έξη-πέντε, σχεδόν<br>πλήρης επιτυχία, διότι δεν κερδίζεται αυτό παρά αποκλειστικώς με εξάρες.<br>Έρχεται η σειρά του Χριστιανού, τσουρά τα ζάρια αλλά στην τσόχα πέφτει μόνο ένα<br>ζάρι. Μωρέ τι γίνηκε το ζάρι… Όλοι παραξενεύονταν. Κοιτάζουν παντού. Κάτω από το<br>τραπέζι και γύρω στο δωμάτιο… αλλά άφαντο! Εν τω μεταξύ, το ζάρι που ‘πεσε στην τσόχα<br>δείχνει άσσο.<br>Ο Τούρκος, βλέποντας πως δεν βρίσκεται το ζάρι, γυρίζει και λέει του Χριστιανού…<br>«Ήθελα να κάτεχα, ήντα γυρεύετε άδικα να το βρήτε απού τούτονα…», και δείχνει τον<br>άσσο, «… ότι κι άνε δείξη κειόν’ απού γυρεύετε, χαμένοι θα ‘στε!».<br>Ο Χριστιανός, όμως, με τους σεϊριτζίδες εξακολουθούν να ψάχνουν να το βρουν κι<br>ας χάση… Μια φορά πάντως, χωρίς να πέση το ζάρι στην τσόχα, είναι δυνατόν ν’ ακυρωθή<br>η ριξιά.<br>Εκεί, λοιπόν, που το γυρεύουνε γύρω-γύρω, με το τράνταγμα του πατώματος που<br>ήταν ξύλινο, ξεκολλά το ζάρι που ήταν μπερδεμένο στην άκρη του αμπαζούρ (της λάμπας),<br>πέφτει, κτυπά πάνω στο ζάρι που έδειχνε άσσο, το γυρίζει και δείχνει εξάρι… Κυλιέται λίγο<br>παρακάτω και στέκει κι αυτό … στο έξη! Δηλαδή εξάρες! Η μόνη ζαριά που μπορούσε να<br>πάρη το έξη-πέντε.<br>Κόκκαλο, λοιπόν, με αυτό το συμβάν και οι παίκτες και το θεωρείο, χωρίς να<br>πιστεύουν τα μάτια των.<br>Πρώτος ο Τούρκος μιλεί και λέει… «Αφερήμ εφέντη μου!» (μπράβο) και πετά το<br>κλειδί του σπιτιού του στα χέρια του Χριστιανού.<br>Άλλη μια φορά, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, σ’ ένα ιδιαίτερο στρογγυλό τραπέζι,<br>κάθουνται τρεις Χριστιανοί, από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς της πόλεως, και περιμένουν<br>τον τέταρτο για να συμπληρωθή το καρρέ, να παίξουν πόκερ λίγους γύρους, να δοκιμάσουν<br>την τύχη τους και μόλις πάει παρά πέντε δώδεκα, να το διαλύσουν να πάνε στα σπίτια των<br>να κάμουν Πρωτοχρονιά. Κατά τις εντεκάμιση λοιπόν, φτάνει ο τέταρτος και παίζουν ως τις<br>δώδεκα παρά πέντε, οπότε σηκώνονται και μετρά ο κερδισμένος τα λεπτά του και είχε<br>κερδίσει… διακόσια ναπολεόνια! Ολόκληρη περιουσία.<br>Όλους τους παραπάνω παίκτες τους ξέρω με τα ονόματά των, πλην μου φαίνεται<br>περιττόν να τα αναφέρω.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Δύο ακόμα από τις ιστορίες που μας εδιηγείτο ο Κόκκινος<br>ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΠΩΣ ο Μανώλης Χαμαράκης, με το παρανόμι «Κόκκινος», διότι<br>ήτο κοκκινοτρίχης, δεν ήταν συνηθισμένος καφετζής. Ήτο έξυπνος, ετοιμόλογος και στην<br>συζήτησή του σοβαρός και μετρημένος. Η αδυναμία του ήταν να κάνη τον καπετάνιο κι ας<br>του ‘λειπεν όχι μόνο το μπόι αλλά ήταν και κουτσός. Σερμαγιά για το καφενείον του, που<br>είχε κι ένα μπιλιάρδο, ήταν οι φαντασιώσεις του. Η μυθομανία του αυτή εξεδηλώνονταν,<br>όταν ΄θελα ερεθισθή από συνομιλητάς του και, προ παντός, αν του ‘βρισκες το κουμπί του.<br>Σε μια, λοιπόν, από τις συχνές επισκέψεις μας στο καφενείο του, τον βρήκαμεν με<br>ερεθισμένο τον εγωισμό του από προηγηθείσα παρέα. Του λέμεν λοιπόν…<br>«Ήντα ‘χεις, Μανωλάκη, και είσαι τσατισμένος;»<br>«Δε με παραιτάτε κι εσείς απού μου κάνετε τσοι έξυπνους…», η απάντηση.<br>«Στάσου δα, Μανωλάκη, μη σε παίρνει η φόρα. Εξηγήσου μας ήντα σου<br>συμβαίνει».<br>«Να, μωρέ. Εσείς θαρρείτε πως τα κατέχετε ούλα, μα κακομοίρηδες γελιέστε, γιατί<br>εγώ κατέω και είδα και με τα μάθια μου πράμματα που εσείς μουδέ στο όνειρό σας<br>μπορείτε να δήτε!»<br>«Στάσου δα, Μανωλάκη. Γιάντα τα ‘χης μετά μας που δε σου φταίμεν. Καλλιά δεν<br>είναι να μας πης να μάθωμεν κι εμείς κάτι τις από τον κόσμο που ‘χεις δη;…»<br>Μαλακώνει ο Μανωλάκης.<br>«Και ήντα να σάσε πω, απού δε κατέτε και πράμα από κόσμο. Κατέτε, μωρέ, τον<br>Πύργο του Αλφιέ! (Άιφελ), που είναι στην Γαλλία;»<br>«Ποιος είναι πάλι τούτοσας ο Πύργος του Αλφιέ: Πρώτη φορά τον ακούμεν.»<br>Με περιφρονητικό ύφος μας λέει…<br>«Και ήντα σάσε φταίω εγώ που δεν κατέχετε τον κόσμο. Αυτός, μωρέ, ο Πύργος<br>είναι στα Παρίσια κι ούλος είναι κτισμένος με ασημένια τάλαρα!»<br>«Για το Θεό, Μανωλάκη. Και ήντα λοής στέκει όρθιος…»<br>«Κολλημένα, μωρέ, είναι τα τάλαρα!»<br>Με θαυμασμό του λέμε…<br>«Για το Θεό! Πρωτάκουστα πράματα μας λες…»<br>«Ετσά, μωρέ, να τόνε δήτε, εκατόν πενήντα μέτρα ύψος απού ‘ναι, να λάμπη και να<br>μείνη ο νούς σας. Μόνο επαέ να ‘ρχεστε να με βρίσκετε, να ξεστραβωθήτε, να μην<br>κουτουλάτε σαν τζ’ άλλους Ρεθεμνιώτες!»<br>Άλλη πάλι φορά πήγαμεν παρέα μεγάλη, μήπως και τα καταφέρομεν και μας πη ο<br>Κόκκινος κάτι να γελάσωμεν, γιατί αυτό δεν ήτο τόσο εύκολο πράμα. Πολλές φορές<br>πηγαίναμεν και δεν άνοιγε το στόμα του, οπότε φεύγαμεν άπρακτοι.<br>Καθίζομεν, λοιπόν, και του παραγγέλνομεν καφέδες. Ένας όμως από μας, που το<br>ύφος του εκαπετανόφερνεν, του παραγγέλνει ξεχωριστά…<br>«Κάμε μου ένα πολλά βαρύ καφέ, Μανωλάκη».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο φίλος μας αυτός είχε ύφος πάντοτε καπετανίστικο επειδή, κάθε που γιορτάζαμε<br>μια μεγάλη νίκη μας στον πόλεμο του 1912, εξέθετε στην βιτρίνα του καταστήματος του<br>θείου του, που παρανόμαζαν «Ζούμπερο» και που ήταν στην οδό Τσάρου τότε, την<br>αρματωσιά του πατέρα του, ένα γκρά, μια διμούτσουνη μπιστόλα και απλωμένα στον πάτο<br>της βιτρίνας κάμποσα φυσέκια, άπαιχτα, του γκρα.<br>Σε λίγο φτάνει ο Μανωλάκης με τους καφέδες και μας τους σερβίρει, αλλά<br>ξεχωρίζει τον καφέ του φίλου μας, λέγοντάς του… «Αυτός είναι ο βαρύς ο δικός σου…» και<br>φεύγει.<br>Πάει, λοιπόν, ο φίλος μας να τραβήξη την πρώτη ρουφιά και φωνάζει έκπληκτος,<br>αφήνοντας το φλυτζάνι στο τραπέζι.<br>«Μανωλάκη, έλα παέ. Ήντα ‘ναι τούτονά που μου ‘φερες. Καφές είναι ή κάτι<br>άλλο;…»<br>Έρχεται κούτσα κούτσα ο Μανωλάκης και του λέει…<br>«Ήντα παράξενο θωρείς. Βαρύ δεν μου τόνε παράγγειλες; Βαρύ σου τον έκαμα!»<br>Γεμάτοι περιέργεια εμείς, πιάνομεν το φλυτζάνι του καφέ, που όντως ήταν βαρύ,<br>και το γυρίζομεν σιγά σιγά κι εχύθηκεν λίγος καφές, αλλά έπεσε και κάτι βαρύ χάμω. Το<br>πιάνομεν και βλέπομεν πως ήταν το μολύβι από άπαιχτη μπάλα φυσεκιού του γκρα.<br>Ο Μανωλάκης στέκει, μας κοιτάζει όλους και λέει…<br>«Ήντα παράξενο θωρείτε. Βαρύς άντρας είναι, βαρύ του τον έκαμα!!» και φεύγει<br>κουτσαίνοντας.<br>Αυτός λοιπόν ήταν ο μακαρίτης ο Κόκκινος.</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%cf%84%ce%bf-%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9/">Το λιμανάκι</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://politistiko-rethymno.org/%cf%84%ce%bf-%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%ba%ce%b9/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η γιαγιά Χαρίκλεια</title>
		<link>https://politistiko-rethymno.org/%ce%b7-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%ac-%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%ba%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%b1/</link>
					<comments>https://politistiko-rethymno.org/%ce%b7-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%ac-%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%ba%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Εύα Λαδιά]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 04 Mar 2026 10:47:16 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ελεγείες]]></category>
		<category><![CDATA[Κιβωτός μνήμης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://politistiko-rethymno.org/?p=14432</guid>

					<description><![CDATA[<p>&#160;Όσο χρονών και αν είναι η γιαγιά σου, είτε 80 είτε 90 είτε 100, όταν φεύγει , στενοχώριεσαι. Η γιαγιά μου πέθανε 104. Έζησα μαζί της 47 χρόνια και νιώθω άπειρα τυχερή που την είχα τόσα χρόνια στη ζωή μου και ίσως για αυτό, μαζί της, έφυγε και ένα κομμάτι από αυτήν&#8230; Η γιαγια μου [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%ce%b7-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%ac-%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%ba%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%b1/">Η γιαγιά Χαρίκλεια</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-image size-full"><a href="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/ΓΙΑΓΙΑ-1.jpg"><img loading="lazy" decoding="async" width="450" height="225" src="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/ΓΙΑΓΙΑ-1.jpg" alt="" class="wp-image-14434" srcset="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/ΓΙΑΓΙΑ-1.jpg 450w, https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/ΓΙΑΓΙΑ-1-300x150.jpg 300w" sizes="auto, (max-width: 450px) 100vw, 450px" /></a></figure>



<p class="wp-block-paragraph">&nbsp;Όσο χρονών και αν είναι η γιαγιά σου, είτε 80 είτε 90 είτε 100, όταν φεύγει , στενοχώριεσαι.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η γιαγιά μου πέθανε 104. Έζησα μαζί της 47 χρόνια και νιώθω άπειρα τυχερή που την είχα τόσα χρόνια στη ζωή μου και ίσως για αυτό, μαζί της, έφυγε και ένα κομμάτι από αυτήν&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η γιαγια μου ήταν η καλύτερη γιαγιά του κόσμου. Τι να πρώτο θυμηθώ&#8230; Τις ιστορίες της; Τις πλάκες της;&#8230; Θυμάμαι που πηγαίναμε στο χωριό, ειδικά τα καλοκαίρια, και την ώρα που ήταν να φύγουμε, λέγαμε στη μαμά.. &#8220;να μείνουμε εμείς;&#8221; Που να μείνετε, μας έλεγε, δε χωρατε είναι εδώ και τα ξαδέρφια σας!</p>



<p class="wp-block-paragraph">&#8220;Να μείνετε&#8221; , πετάγοταν η γιαγιά. &#8220;Θα στρώσουμε χαμε μα κάψα έχει, να, κάτω από την καρυδε&#8221;&#8230; και μέναμε&#8230;όντως κάτω από την καρυδε.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και το καλύτερο μας, ήταν να έρθει το βράδυ να κάτσουμε γύρω της όλοι, να μας πει ιστορίες από τα παιδικά της χρόνια, από τον πόλεμο, από τη ζωή της, τις δύσκολιες που πέρασε&#8230;. και ήταν η καλύτερη μας στιγμή να την ακούμε. Θυμάμαι, να μας κάνει πλάκα με τη μασέλα της. Έβγαζε την κάτω σπρωχνοντας την λίγο με την πάνω και εμείς σκαγαμε στα γελια. &#8220;Μα πως το κανεις;; Δε βγαίνουν τα δόντια. Πώς το κάνεις εσύ&#8221; &#8230;και μετά ξεκαρδιζοταν και αυτή. Δε θα ξεχάσω το γέλιο της.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Το πρωί που ξυπνούσαμε καθόταν ήδη στο τετράγωνο τραπέζι της κουζίνας και είχε ήδη ανοίξει το φύλλο για τις χορτόπιτες&#8230;. Εκεί με το μεγάλο ξυλικι, να κάνει άπειρες χορτόπιτες&#8230;..Η γιαγιά είχε πάντα στην κατάψυξη χορτόπιτες!! Εψηνε τα καλύτερα φαγητά και πως γίνεται&#8230; Να ηταν πάντα νόστιμα. Η γιαγιά είχε πάντα σοκολάτες στο σπίτι&#8230; Και μας κερνούσε και μετά πηγαίναμε κρυφά να πάρουμε κι άλλες&#8230; και μας έβλεπε&#8230; και έλεγε&#8230;&#8221;βγαλτσι οξω ουλες φάτε τσι&#8221;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η γιαγιά μου πάντα καλοδεχοταν όποιον και αν ερχόταν στο σπίτι της&#8230; Και αν ερχόταν κόσμος&#8230;.. Και ποτέ δε θυμάμαι τη γιαγιά μου να κουτσομπολεψει η να μου πει κακο λόγο για άνθρωπο&#8230; Μου έλεγε, &#8221; θα ακούς, ας σου λέει ο καθένας ότι θέλει και δε θα απαντάς, ας κάνει ο καθένας ότι θέλει δε σου πέφτει λόγος&#8221;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Πόσες σοφές κουβέντες έχω ακούσει από τη γιαγιά μου, κουβέντες που δε θα ξεχάσω ποτέ!!</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τον τελευταίο χρόνο δε μας θυμόταν πάντα. Πήγαινα να τη δω και μου έλεγε&#8230; &#8220;ποια είσαι έλα κοντά κοντά να σε δω&#8221;&#8230; και εσκυβα από πάνω της &#8230; &#8220;Ω, μακριά και πολλά μαλλιά . Η Χαρίκλεια είσαι&#8221;&#8230;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Γιαγιάκα μου..</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η γιαγιά μου είναι το ΠΡΟΤΥΠΟ γυναίκας, μάνας και γιαγιάς για εμένα&#8230; Και μακάρι να της μοιάζω έστω και λίγο. Δεν υπάρχει ούτε θα υπάρξει άλλη γυναίκα σα τη γιαγιά μου και δε θα την ξεχάσω ποτέ όσο ζω. Δικαίως έχει τον τίτλο της Αρχόντισσας .Είμαι σίγουρη ότι έχει γίνει ένας άγγελος στον παράδεισο και μας προσέχει τώρα όλους. Δε ζητώ να φτάσω τα χρόνια της, ζητάω όμως από την Παναγία να τα φτάσουν τα παιδιά μου και όλα τα παιδιά του κόσμου.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Με αυτά τα λίγα λόγια νιώθω ότι την τιμώ με κάποιο τρόπο, όμως θα μπορούσα να γράφω για ώρες.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Σ αγαπώ γιαγια μου <img loading="lazy" decoding="async" width="16" height="16" src="" alt="&#x2764;"></p>



<p class="wp-block-paragraph">Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026</p>



<p class="wp-block-paragraph"></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%ce%b7-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%ac-%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%ba%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%b1/">Η γιαγιά Χαρίκλεια</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://politistiko-rethymno.org/%ce%b7-%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%ac-%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%ba%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΝΙΚΟΣ ΣΗΦΟΥΝΑΚΗΣ : Ο πατέρας μου Οδυσσέας</title>
		<link>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%82-%cf%83%ce%b7%cf%86%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%82-%ce%bf-%cf%80%ce%b1%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b1%cf%82-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%ce%bf%ce%b4%cf%85%cf%83%cf%83%ce%ad/</link>
					<comments>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%82-%cf%83%ce%b7%cf%86%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%82-%ce%bf-%cf%80%ce%b1%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b1%cf%82-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%ce%bf%ce%b4%cf%85%cf%83%cf%83%ce%ad/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Εύα Λαδιά]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 01 Mar 2026 19:50:48 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κιβωτός μνήμης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://politistiko-rethymno.org/?p=14339</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο πατέρας μου Οδυσσέας Σηφουνάκης, στρατιωτικός, υπήρξε γέννημα θρέμμα Ρεθεμνιώτης.Καταγόταν από μια οικογένεια που ήταν τέσσερα αδέρφια. Ο πατέρας μου κατετάγη στονελληνικό στρατό εθελοντής, νέος 18 χρονών. Έλαβε το πρώτο βάπτισμα του πυρός, στη μάχητου Σκρά, όπου υπάρχουν και επιστολές δικές του, αλλά και των ανωτέρων του για τοντρόπο συμμετοχής του στη μεγάλη αυτή μάχη [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%82-%cf%83%ce%b7%cf%86%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%82-%ce%bf-%cf%80%ce%b1%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b1%cf%82-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%ce%bf%ce%b4%cf%85%cf%83%cf%83%ce%ad/">ΝΙΚΟΣ ΣΗΦΟΥΝΑΚΗΣ : Ο πατέρας μου Οδυσσέας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<figure class="wp-block-image size-full"><a href="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/ΝΙΚΟΣ-1.jpg"><img loading="lazy" decoding="async" width="152" height="225" src="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/ΝΙΚΟΣ-1.jpg" alt="" class="wp-image-14344"/></a></figure>



<p class="wp-block-paragraph">Ο πατέρας μου Οδυσσέας Σηφουνάκης, στρατιωτικός, υπήρξε γέννημα θρέμμα Ρεθεμνιώτης.<br>Καταγόταν από μια οικογένεια που ήταν τέσσερα αδέρφια. Ο πατέρας μου κατετάγη στον<br>ελληνικό στρατό εθελοντής, νέος 18 χρονών. Έλαβε το πρώτο βάπτισμα του πυρός, στη μάχη<br>του Σκρά, όπου υπάρχουν και επιστολές δικές του, αλλά και των ανωτέρων του για τον<br>τρόπο συμμετοχής του στη μεγάλη αυτή μάχη που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην νίκη της<br>Αντάντ.<br>Ήταν η μάχη αυτή που οι σύμμαχες δυνάμεις, δηλαδή η Γαλλία, η Αγγλία, η Ιταλία, και η<br>Ελλάδα, καθοριστικά συνέβαλαν στην μη κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Βούλγαρους.<br>Ήταν η πιο καταλυτική μάχη. Γι&#8217; αυτό όσοι γνωρίζουν την ιστορία σε αυτήν αποδίδουν τη<br>μεγάλη σημασία στην τελική έκβαση του Α&#8217; Παγκοσμίου Πολέμου.<br>Στη συνέχεια όλα τα επόμενα χρόνια ο πατέρας μου ακολούθησε τον ελληνικό στρατό, με<br>επόμενο σταθμό την Μικρά Ασία. Αποβιβάστηκε στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919 και έζησε<br>όλη αυτήν την ηρωική φάση μέχρι τον Μάη του 1921, όπου εκεί αρχίζει να γίνεται<br>κατανοητό ότι η βασιλική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου οδηγεί την πατρίδα στην<br>καταστροφή. <br>Ο Βενιζέλος είχε ήδη φύγει ενάμιση χρόνο πριν, είχε χάσει τις εκλογές την 1η Νοέμβρη του</p>



<figure class="wp-block-image size-full"><a href="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/mnimes-sifounaki_-_Rethymno_Nea_1753951290-1.jpg"><img loading="lazy" decoding="async" width="225" height="300" src="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/mnimes-sifounaki_-_Rethymno_Nea_1753951290-1.jpg" alt="" class="wp-image-14345"/></a></figure>



<ol start="1920" class="wp-block-list">
<li>Στον Μάη του 1921 η κυβέρνηση του Γούναρη, αλλά και του Στράτου και στη<br>συνέχεια του Πρωτοπαπαδάκη, προσπαθούν να κάνουν διαπραγμάτευση με τους συμμάχους.<br>Οι σύμμαχοι, όμως, είναι δύσπιστοι ως προς αυτούς. Έχει αποχωρήσει η Ρωσία από την<br>Αντάντ με εντολή του Λένιν. Αυτό οδηγεί τη Ρωσία στην αγκαλιά του Κεμάλ. Ήταν η πρώτη<br>συμμαχία, δυστυχώς της σοσιαλιστικής Ρωσίας με την νέα Τουρκία του Κεμάλ Ατατουρκ.<br>Στη συνέχεια σπάει το αρραγές μέτωπο υπέρ της Ελλάδας. Ο πατέρας μου ζει την επέλαση.<br>Ζει την απελευθέρωση της Σμύρνης, της Ιωνίας, της Αιολίδας, και του Αϊβαλιού.<br>Προσωπικά έχω καταλήξει -εκτιμώντας τα ιστορικά γεγονότα όπως τα έχω διαβάσει- στην<br>«μπλόφα» ουσιαστικά της κυβέρνησης του Λαϊκού κόμματος, να κάνει εκστρατεία προς την<br>Άγκυρα, διότι ήθελε με αυτόν τον τρόπο να πείσει τους συμμάχους ότι έχει τη δυνατότητα να<br>νικήσει έναν πόλεμο, που ήξερε ότι δεν μπορούσε να νικήσει χωρίς τους συμμάχους, οι<br>οποίοι όμως είχαν κόψει τις γέφυρες, την τροφοδοσία του ελληνικού στρατού με πυρομαχικά<br>και όπλα, ο άλλος λόγος ήταν ότι θέλησαν να υπερκεράσουν την δόξα του Ε. Βενιζέλου και<br>επέλασαν στην Άγκυρα.<br>Έτσι έφτασε ο στρατός μας μέχρι το Αφιόν Καραχισάρ, στις πύλες της Άγκυρας όπου και<br>άρχισε η υποχώρηση, με την επέλαση των Κεμαλικών και του Τσέτες. Οι Έλληνες πατριώτες<br>πεινασμένοι, κατατρεγμένοι λιποτακτούσαν, στη Μικρά Ασία δεν ηττηθήκαμε, φύγαμε<br>ατάκτως υποχωρώντας.<br>Ο πατέρας μου όπως και όλος ο στρατός ρακένδυτος πεζή από την Άγκυρα περπάτησαν επί<br>15 μερόνυχτα για να φθάσουν στη Σμύρνη. Αποβιβάστηκαν στην Χίο και στην Μυτιλήνη.<br>Από εκεί και πέρα παρέμεινε στον στρατό, και συμμετείχε στο κίνημα του &#8217;33, του Πλαστήρα<br>που απέτυχε.<br>Ο πατέρας μου κατέλαβε μαζί με άλλους αξιωματικούς το Σύνταγμα στρατού στη Σοχώρα<br>στο Ρέθυμνο.</li>
</ol>



<p class="wp-block-paragraph">2<br>Υπήρξε υποστηρικτής του Πλαστήρα συνεργάτης του στο πολιτικό του γραφείο, όταν ο<br>Πλαστήρας αποφάσισε να κατέβει στη μαχόμενη πολιτική. Ο Οδυσσέας Σηφουνάκης δεν<br>ακολούθησε το κόμμα των Φιλελευθέρων, εντάθηκε στο νέο κόμμα που ίδρυσε ο Πλαστήρας<br>στην ΕΠΕΚ όπως και άλλα κορυφαία στελέχη, φιλελεύθερα του Ρεθύμνου.<br>Στις εκλογές του &#8217;50 πρώτο κόμμα ήρθε το κόμμα των Φιλελευθέρων, δεύτερο η ΕΠΕΚ του<br>Πλαστήρα με ελάχιστη διαφορά, και τρίτο το κόμμα του Γ. Παπανδρέου, και έτσι έκαναν<br>μαζί κυβέρνηση.<br>Όπως σας προείπα ο πατέρας μου ήταν μεταξύ αυτών που κατέλαβαν το Σύνταγμα στο<br>Ρέθυμνο, εν ονόματι του κινήματος του Πλαστήρα.<br>Απέτυχε το κίνημα, συνέλαβαν όλους τους Ρεθυμνιώτες κινηματίες, και τους παρέπεμψαν σε<br>δίκη. Η απόφαση του δικαστηρίου σε όσους συμμετείχαν στο κίνημα ήταν δήμευση της<br>περιουσίας τους.<br>Μετά, -όπως γίνεται στην πολιτική-, ο Π. Τσαλδάρης&nbsp;έχοντας επικρατήσει και κερδίσει στις<br>εκλογές έδωσε αμνηστία, οπότε ουσιαστικά απελευθερώθηκε και του επεστράφη η περιουσία<br>που του είχε δημευθεί ήτοι το σπίτι, και ο πατρικός φούρνος (στο Μαμαγκάκη) στο κέντρο<br>της πόλης επί της οδού Γ. Τσαγρή.<br>Μετά την απόταξη του ιδιώτευσε. Ασχολήθηκε με τα κοινά, εκλέχθηκε δημοτικός<br>σύμβουλος Ρεθύμνου, με υποψήφιο Δήμαρχο τον Τίτο Πετυχάκη. Έχω ως κειμήλιο το<br>ψηφοδέλτιο που είναι υποψήφιος, μαζί με τον Μιχάλη Μαρούλη, τον γιατρό Νίκο Λυράκη,<br>και άλλους επιφανείς Ρεθυμνιώτες στις εκλογές του 1934.</p>



<p class="wp-block-paragraph">(Οικογένεια)<br>Παντρεύεται τη μητέρα μου το &#8217;47, την Ευαγγελία Φραγκιαδάκη από τους Αρμένους,<br>Βαονάκη το γένος της μητέρας της, απέκτησαν τέσσερα παιδιά, ο μικρός μας αδερφός ο<br>Γιώργος δυστυχώς δεν υπάρχει, έφυγε νωρίς, και ο θάνατος του πατέρα μου, μας βρίσκει<br>μικρά παιδιά.<br>Την ευθύνη της οικογένειας ανέλαβε&nbsp;η μητέρα&nbsp;με τη φτωχή σύνταξη του πατέρα. Έτσι αυτή<br>η μάνα, νεότατη χήρα, φρόντισε να σπουδάσουν τα παιδία γιατροί, αρχιτέκτονες, και ο ένας<br>αδερφός έφτασε έως και τον βαθμό του ταξίαρχου, που ήταν και ο πόθος του πατέρα, τον<br>οποίο δεν τον γνωρίσαμε πολύ καλά, όμως έχω πολλές μνήμες από ωραίες διηγήσεις φίλων<br>του.<br>Θυμάμαι όταν ερχόταν ο&nbsp;Σοφοκλής&nbsp;Βενιζέλος στο Ρέθυμνο αρχές δεκαετίας του ‘60. Του<br>έκαναν τραπέζι οι επικεφαλής του τοπικού κόμματος των Φιλελευθέρων. Ο Πλαστήρας τότε<br>δεν υπήρχε στην πολιτική, το &#8217;53 είχε πεθάνει.<br>Θυμάμαι λοιπόν τον εαυτό μου 8 &#8211; 10 χρονών παιδάκι με έπαιρνε μαζί του ο πατέρας, και<br>πηγαίναμε χειμώνα στου Ζαμπράχου το εστιατόριο στην οδό Αρκαδίου όπου του έκαναν το<br>τραπέζι. Δεν ήξερα ότι θα ήταν ο Σοφοκλής Βενιζέλος δεν μου το είχε προειπει και ήθελα να<br>τον γνωρίσω. Ήταν χειμώνας. Η πρώτη μου εντύπωση αντικρίζοντάς τον ήταν<br>απογοητευτική, φορούσε παλτό μέχρι τους αστραγάλους, καπέλο ρεπούμπλικα, και ήταν<br>τόσο πολύ κοντός, μα πάρα πολύ κοντός. Μου έκανε φοβερή εντύπωση αυτό.<br>Βαπτίστηκα σε ένα θέατρο, τότε βάπτιζαν και στα σπίτια. Πήγαινε ο παπάς όπου τον<br>καλούσαν, και βάφτιζε. Ο πατέρας μου ήθελε να με βαπτίσει σε προεκλογική περίοδο για να<br>τονώσει το ηθικό των Ρεθυμνιωτών των οπαδών του Πλαστήρα, και του επαναστατικού<br>κόμματος της εποχής εκείνης που ήταν η ΕΠΕΚ.</p>



<p class="wp-block-paragraph">3<br>Ο Πλαστήρας έχαιρε μεγάλης εκτίμησης ως άδολη και ηρωική μορφή στο πολιτικό<br>στερέωμα της Ελλάδας. Έχω ακούσει πολλές αφηγήσεις για την βάφτισή μου, δεν ξέρω ποια<br>είναι η καλύτερη από όλες. Αλλά πρέπει να ήταν μια ωραία στιγμή.&nbsp;<br>Η βάπτιση έγινε Παρασκευή 3 Μαρτίου του ΄51, ήμουν σχεδόν τριών μηνών. Οι γενικές<br>εκλογές ήταν προσδιορισμένες Κυριακή 5 Μαρτίου 1951, δηλαδή ο πατέρας μου και οι φίλοι<br>του Πλαστήρα στο Ρέθυμνο τον έφεραν και πραγματοποίησε την τελευταία του προεκλογική<br>ομιλία, και πραγματοποίησε και την βάφτισή μου.<br>Βαφτίστηκα μαζί με ένα άλλο παιδί τον Βοσκάκη, και αυτός έλαβε το όνομα Πλαστήρας, και<br>εγώ Νικόλαος, ήτοι λάβαμε το επώνυμο και το επώνυμο του ηρωικού Έλληνα.<br>Έχω ένα πιστοποιητικό γέννησης του Δήμου Ρεθύμνου, που το υπογράφει ο τότε&nbsp;ληξίαρχος<br>Αστρινάκης. Είναι ένα υπέροχο πιστοποιητικό. Σήμερα ζητάς ένα πιστοποιητικό γέννησης<br>και σου δίνουν ένα χαρτί που δεν περιέχει τίποτα. Τότε ένα πιστοποιητικό περιλάμβανε τα<br>πάντα, πότε γεννήθηκε, πότε πήγε ο πατέρας και το δήλωσε,&nbsp;που γεννήθηκε, σε ποια κλινική,<br>ποιο όνομα έλαβε, πότε βαπτίστηκε, ποιος είναι ανάδοχος και επάγγελμα αναδόχου.<br>Είναι εκπληκτικό. Παλιά ήμασταν πιο οργανωμένοι και συντεταγμένο κράτος, οι άνθρωποι<br>προσεκτικοί, πιο λεπτομερείς και έχει τη σημασία του αυτό.<br>&nbsp;<br>(Μαρούλης)<br>Η σχέση του πατέρα με τον Μαρούλη ήταν καταρχήν συγγενική, ήταν πρώτα ξαδέρφια.<br>Μοναδικά πρώτα ξαδέρφια.<br>Ο πατέρας μου είχε άλλα τρία αδέρφια, τον Γιάννη και την Αικατερίνη που ήταν δάσκαλοι<br>και που πέθαναν στον πόλεμο από φθίση (tuberculosis), και την Γεωργία επίσης δασκάλα<br>που πέθανε το 1973.<br>Ο Μαρούλης ήταν από μια πλούσια οικογένεια, και είχαν σχέση πάρα πολύ στενή πριν τον<br>πόλεμο. Ο Μαρούλης σπούδασε γιατρός στο Παρίσι. Ο πατέρας του αν καλά θυμάμαι ήταν<br>(trésorier) στον Πρίγκιπα Γεώργιο, σημαίνουσα θέση. Ήταν πλούσια και ευκατάστατη η<br>οικογένεια του. Έτσι ο Μαρούλης σπούδασε στο Παρίσι, εγκαταστάθηκε στο Ρέθυμνο.<br>Η ειδικότητά του ήταν παιδίατρος, την εποχή εκείνη η φυματίωση θέριζε. Στα βιβλία &#8211;<br>κατάστιχα του που έχουν σωθεί από τον πατέρα μου, είναι λεπτομερέστατα, και<br>αποδεικνύεται ότι το 80% των ασθενών τότε έπασχαν από φυματίωση.<br>Έφτιαξε κλινική στο Ρέθυμνο στην Λεωφόρο Κουντουριώτη που στη συνέχεια το δώρισε<br>στον δήμο με διαθήκη του λίγο πριν πεθάνει. Έφτιαξε αναρρωτήριο στις Πρασσές, στο<br>κτήμα εκεί που το είχε φτιάξει ο παππούς του, ο Επιμενίδης Μαρούλης, ο οποίος ήταν<br>οπλαρχηγός στην Επανάσταση του 1866.<br>Στη&nbsp;νότια&nbsp;είσοδο του σπιτιού στις Πρασσές, πάνω σε βράχο, σώζεται σκαλιστή μαρμάρινη<br>επιγραφή όπου αναγράφεται «βράχος Επιμενίδη Μαρούλη 1824 &#8211; 1896». Ο πατέρας και ο<br>γιατρός πέραν της συγγενικής τους σχέσης, συμπορεύτηκαν πολιτικά πριν την κατοχή.<br>Δέθηκαν βέβαια ιδιαίτερα πάρα πολύ στην γερμανική κατοχή.<br>Ο πατέρας μου δεν υπέφερε αυτά που υπέφερε ο Μαρούλης. Ο πατέρας μου υπήρξε<br>συνεργάτης των εγκλωβισμένων Άγγλων στην Κρήτη, τους οποίους μαζί με άλλους<br>βοήθησαν να διαφύγουν στην Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό και μετά την απελευθέρωση ο<br>Γουίνστον ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ, -ο αρχηγός των Συμμαχικών Δυνάμεων στην Ευρώπη και στη<br>Μεσόγειο- απένειμε στον πατέρα μου μια ύψιστη τιμητική διάκριση με χρυσό μετάλλιο που<br>το έχουμε στο σπίτι, με την οποία τον ‘’Ευχαριστεί η εξ ονόματος της αυτού μεγαλειότητος</p>



<p class="wp-block-paragraph">4<br>της αγγλικής κυβέρνησης για την προσφορά του και για τη βοήθεια προς τους συμμάχους<br>καθ&#8217; όλη τη διάρκεια της κατοχής’’. Όπως έλεγε&nbsp;ο πατέρας μου το ίδιο μετάλλιο απενεμήθη<br>στον Μιχαήλ Μαρούλη μετά θάνατον.<br>Προς τον φίλο, συγγενή και συναγωνιστή του η ηρωική πράξη του πατέρα υπήρξε ότι μετά<br>την σύλληψη του Μ. Μαρούλη από τους Γερμανούς, του πήγαινε νύχτα στο καμαράκι που<br>κρατείτο -σε παρακείμενο δρομάκι της οδού Αρκαδίου- σιδηροδέσμιος από ένα παραθυράκι<br>με ένα καλάμι του περνούσε τροφή και τσιγάρα.<br>Αυτές τις συγκινητικές – ηρωικές στιγμές της ζωή τους, τις κατέγραψε ο ίδιος ο Μ.<br>Μαρούλης στη διαθήκη του λίγο πριν πεθάνει.<br>Μετά τον μετήγαγαν στις φυλακές των Χανίων όπου από τις κακουχίες οδηγήθηκε στον<br>θάνατο. Εκεί λοιπόν -αυτό το ξέρω από εξιστορήσεις του Μ. Κούνουπα-, αλλά και από<br>επιστολή του προς εμένα όπου το αναφέρει.</p>



<p class="wp-block-paragraph">(Καταγγελίες στον τοπικό τύπο του γιατρού Φραγκιαδάκη για το ποιοι είχαν επωφεληθεί από<br>τη σύλληψη του Μαρούλη. Πώς το αντιμετώπισε αυτό στη συνέχεια ο Μαρούλης)<br>Είναι μια πολύ μεγάλη, λυπηρή και όχι τόσο τιμητική τοπική ιστορία. Δυστυχώς έχω το<br>χειρόγραφο κείμενο του Μαρούλη το οποίο συνέταξε λίγο πριν πεθάνει, που καταγράφει<br>λεπτομερώς ποιοί υπήρξαν καταδότες.<br>Μετά τον πόλεμο δημιουργήθηκαν με απόφαση της κυβέρνησης της Εθνικής Ενότητας του<br>Γεωργίου Παπανδρέου σε όλους τους νομούς ομάδες οι οποίες ερευνούσαν ποιοι ήταν<br>καταδότες και ποιοι ήταν εκείνοι οι οποίοι έδρασαν αντεθνικά. Και δημιουργήθηκε επίσης<br>επιτροπή επιστροφής των κλαπέντων.<br>Έχω λοιπόν την ιδιόχειρη επιστολή του Μαρούλη, η οποία είναι πολυσέλιδη, στην οποία<br>κατονομάζει πρόσωπα και πράγματα και μάλιστα και μια συγκεκριμένη ομάδα προδοτών<br>που την αποκαλεί «σπείρα».<br>Αυτήν την επιστολή την έχω και δαχτυλογραφημένη και σε πολλά αντίγραφα που ο ίδιος<br>κράτησε, που σημαίνει ότι κάθισε ο ίδιος μετά την απελευθέρωση και την κατέγραψε<br>ιδιοχείρως και στη συνέχεια η γραμματέας του την δακτυλογράφησε, με την χρήση καρμπόν<br>και υπάρχει σε αντίγραφα. Σκοπός να τη στείλει και επίσημα στην επιτροπή και άλλες<br>επίσημες αρχές.<br>Δεν είναι μεγάλο το αρχείο του, είναι αυτό που μπόρεσε να διασώσει ο πατέρας μου.<br>Πράγματι προκύπτει ότι ο Μαρούλης ήταν ηγετικό μέλος του ΕΑΜ.&nbsp;Έχω και χειρόγραφη<br>κατάσταση με μέλη της γραμματείας του ΕΑΜ&nbsp; Ρεθύμνου και στην οποία ο Μαρούλης<br>αναγράφεται ως γραμματέας.<br>Μεταξύ των άλλων ονομάτων, έχω συγκρατήσει το όνομα Πραματευτάκης.<br>Η χειρόγραφη κατάσταση περιλαμβάνει όλα τα μέλη και τι αρμοδιότητα είχε ο καθένας ο<br>γραμματέας, ο υπεύθυνος πολιτισμού, ο υπεύθυνος κοινωνικής πολιτικής, κ.α.</p>



<p class="wp-block-paragraph">5</p>



<p class="wp-block-paragraph">(Πώς σχολίαζε ο Μαρούλης που είχε αναλάβει όλη την ευθύνη ο Φραγκελάκης)<br>Δεν το ξέρω, θα σας πω αυτά που έχω ακούσει από τη μητέρα μου, τα οποία της τα είχε<br>διηγηθεί ο πατέρας μου. Γιατί η μητέρα μου παντρεύτηκε τον πατέρα μου το ΄47, ο<br>Μαρούλης πέθανε το &#8217;45 και η μητέρα μου ήταν 18 ετών όταν παντρεύτηκε το πατέρα μου.<br>Τον Φραγκελάκη λοιπόν, τον συνέλαβαν όταν η ομάδα των προδοτών του χωριού των<br>Πρασσών, με πρωτοστάτη τον ιερέα, τον κατονόμασε μαζί με τον Μ. Μαρούλη και άλλους.<br>Αυτός προσπαθούσε να πει ότι «όχι εγώ δεν ανήκω στον ΕΑΜ, δεν είμαι κομουνιστής». Δεν<br>τον πίστευαν οι Γερμανοί και φαίνεται ότι σε κάποια στιγμή αδυναμίας του κατά τις<br>βασανιστικές ανακρίσεις λύγισε.<br>Αυτές είναι αφηγήσεις που έχω ακούσει, δεν έχω κατασταλάξει. Φαίνεται ότι ο Φραγκελάκης<br>βρέθηκε σε στιγμή αδυναμίας όμως κατάλαβε ότι έκανε λάθος και είχε το σθένος, την<br>παλικαριά να πάρει απάνω του όλη την ευθύνη της αντιστασιακής οργάνωσης και οδηγήθηκε<br>στην θανατική καταδίκη.<br>Σημαντική και εξίσου ηρωική μορφή υπήρξε ο Ηγουμενίδης που δικάστηκε μαζί του, και<br>εκτελέστηκε στον ίδιο τόπο, την ίδια μέρα, την ίδια στιγμή.</p>



<p class="wp-block-paragraph">ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΑΖΟΜΕΝΟ (ΝΙΚΟ ΣΗΦΟΥΝΑΚΗ), ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΑ<br>Ήταν ωραία χρόνια. Έζησα το Ρέθυμνο όπως ήταν αιώνες. Δηλαδή κατέβαινες στη Μεγάλη<br>Πόρτα και συναντούσες μόνο ανθρώπους με γαϊδούρια και μουλάρια και τίποτα άλλο. Δεν<br>υπήρχαν αυτοκίνητα. Σε όλο το Ρέθυμνο δύο &#8211; τρία αυτοκίνητα υπήρχαν. Οι κούρσες – τα<br>ταξί – στους Τέσσερις Μάρτυρες, εκεί ήταν και τα χασαπιά με την ωραία σταυρωτή<br>ξυλοκατασκευή. Την θυμάμαι και όταν κατεδαφίστηκε.<br>Έζησα λοιπόν το Ρέθυμνο όπως ήταν επί αιώνες. Γι&#8217; αυτό λέω και στα παιδιά μου, στη<br>μεγάλη μου κόρη κυρίως, ότι αισθάνομαι τυχερή γενιά που έζησα την μικρή πολιτεία του<br>Ρέθυμνου. Κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε στους Αρμένους, αλλά και τον χειμώνα, ήταν χωριό<br>της μητέρας μου. Πηγαίναμε και μάζευα βαλανίδια, τα σακιάζαμε, τα ξεραίναμε. Πηγαίναμε<br>στον θερισμό και θέριζα, στη συνέχεια πηγαίναμε στο αλώνι.<br>Ανεβαίναμε πάνω, στο βολόσυρο που σέρναν δύο βόδια&nbsp;και κόβονταν τα στάχια. Στη<br>συνέχεια μας άρεσε να λιχνίζουμε. Λιχνίζαμε προς τα πάνω και έφευγε από δω το άχυρο και<br>από κει το στάρι, το μαζεύαμε και το βάζαμε στα σακιά, και το άχυρο το πηγαίναμε στην<br>άλλη γωνία και το έδενε ο θείος Γιώργης -ο αδερφός της μητέρας μου-, το στοίβαζε μέσα σε<br>αποθήκες που είχε για να θρέφει τα οικόσιτα ζώα τον χειμώνα.<br>Έμαθα και αγάπησα την καλλιέργεια της γης. Στο κτήμα στις Πρασσές υπήρχαν όλων των<br>ειδών καρποφόρα δέντρα, φρούτα για όλες τις εποχές, είχαμε 100 κουνέλια, 50 όρθες και<br>πετινούς, φραγκόκοτες, πάπιες και χήνες, κατσίκια και γουρουνόπουλα, και βέβαια πάντοτε 4<br>μοσχάρια μικρά που τα εκτρέφαμε και στη συνέχεια τα πουλούσε ο πατέρας.<br>Έτσι συμπλήρωνε τη σύνταξή του με επιπρόσθετα χρήματα, για να θρέψει και να σπουδάσει<br>τέσσερα παιδιά.<br>Έτσι λοιπόν αισθάνομαι, ότι είμαι μέλος της τελευταίας ίσως γενιάς ή της προτελευταίας που<br>έζησε το Ρέθυμνο των 7.000 κατοίκων, το οποίο σε δύο λεπτά το γύριζες όλο. Και όταν<br>έβγαινες στο δρόμο γνώριζες τους πάντες και σε γνώριζαν οι πάντες. Αυτό βεβαίως δεν ήταν</p>



<p class="wp-block-paragraph">6<br>μόνο προνόμιο του Ρεθύμνου, το είχαν όλες οι πόλεις της επαρχίας. Αλλά εγώ εδώ έζησα,<br>αυτή είναι η γενέθλια πόλη μου και έχω αυτές τις ωραίες αναμνήσεις.&nbsp;<br>Το Ρέθυμνο ήταν μια Βενετία χωρίς κανάλια, με χρώματα βαμμένα τα σπίτια και οι τοίχοι,<br>ώχρα, rosso της Βερόνας, λουλακί, κ.α.<br>Πέρασα και από τη Φιλαρμονική του Δήμου, αλλά ήταν η εποχή τέτοια που δεν έμεινα, όχι<br>επειδή εγώ δεν το ήθελα. Η μακαρίτισσα η μητέρα μου, κάποια στιγμή σκέφτηκε ‘’αυτός θα<br>χάσει χρόνο εδώ, θα αφήσει το διάβασμα’’ και έτσι μου απαγόρευσε να πηγαίνω. Πήγαινα<br>για περίπου οχτώ μήνες, χωρίς να έχω επιλέξει μουσικό όργανο -ο διευθυντής το επέλεξε<br>γιατί μάλλον είχε ανάγκη η Φιλαρμονική και έκανε κατανομή. Και μου λέει «εσύ τρομπέτα».<br>Κι έτσι άρχισα να μαθαίνω&nbsp; τρομπέτα. Στους έξι – οχτώ μήνες έφυγα.<br>&nbsp;<br>(Μπάμπης Πραματευτάκης)<br>&nbsp;<br>Είναι πολλά χρόνια που λείπω από το Ρέθυμνο, πάνω από 60, αλλά έχω μνήμες ανθρώπων<br>που γνωρίστηκα πολύ καλύτερα μετά τη Μεταπολίτευση, όπως με τον Μπάμπη<br>Πραματευτάκη.<br>Νομίζω είναι από τους πιο σεμνούς ανθρώπους, ταπεινός, ευγενής και έχει προσφέρει. Έχει<br>θρέψει και μορφώσει μουσικά γενιές Ρεθεμνιωτών και αυτό είναι πολύ σημαντικό.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph">(Φοιτητικά χρόνια &#8211; Αντίσταση)<br>&nbsp;<br>Καταρχήν δίνω εξετάσεις εδώ, ακαδημαϊκές, -έτσι λέγονταν τότε οι Πανελλήνιες-.<br>Ο πατέρας μου &#8211; και όπως κάθε στρατιωτικός &#8211; θέλει τα παιδιά του να γίνουν στρατιωτικοί.<br>Έτσι λοιπόν τον μεγάλο μου αδερφό ήθελε να τον κάνει γιατρό-στρατιωτικό,&nbsp;και του έδωσε<br>το όνομά του Μιχάλης, θέλοντας να τιμήσει τον σύντροφό του Μιχάλη Μαρούλη για αυτό<br>ήθελε να τον κάνει γιατρό.<br>Βέβαια ο Μιχάλης δεν έγινε γιατρός, έφτασε στον βαθμό του υποστράτηγου. Γιατρός έγινε ο<br>τρίτος μου αδερφός, ο Γιάννης νευρολόγος, και ο πιο μικρός ο Γιώργος που πέθανε νέος από<br>την επάρατο νόσο, και εργαζόταν στην Πολιτική Αεροπορία.<br>Στην Ιταλία αποφάσισα να φύγω γιατί δεν ήθελα να γίνω στρατιωτικός. Εμένα με προόριζε ο<br>πατέρας μου να πάω στη Σχολή Δοκίμων και για να με πείσει τι ωραία που είναι η Σχολή<br>Δοκίμων, μου έλεγε θα μάθεις να τρως το αχλάδι με το πιρούνι και το μαχαίρι. Να το<br>καθαρίσεις και να το τρως. Μου έλεγε ότι το ναυτικό είναι το πιο εξευγενισμένο σώμα από<br>τα τρία σώματα των ενόπλων δυνάμεων, τον στρατό και την αεροπορία. Εγώ όμως ήθελα να<br>σπουδάσω αρχιτέκτονας.<br>Είχε πεθάνει ήδη ο πατέρας μου και έτσι η καημένη μητέρα μου σήκωσε το βάρος και έφυγα<br>στην Ιταλία που τότε η πλειοψηφία πήγαινε στο εξωτερικό, όσοι δεν μπορούσαν να<br>εισαχθούν στις σχολές εδώ, γιατί τότε έπαιρναν πολύ λίγους. Η&nbsp; Αρχιτεκτονική Σχολή<br>έπαιρνε 50 άτομα. Ποιος να πρώτο μπει;&nbsp; Δίναμε 5.000 &#8211; 10.000, δεν υπήρχε πιθανότητα.&nbsp;<br>Και έτσι πήγα στην Ιταλία και μπήκα στο κλίμα κατευθείαν της Αντίστασης, δηλαδή<br>κατάλαβα τι σημαίνει δημοκρατία. Βέβαια δεν νοείτο, νέος στην εποχή εκείνη, να είσαι με το<br>στρατιωτικό καθεστώς των Συνταγματαρχών, που δυστυχώς ήταν η χειρότερη δικτατορία</p>



<p class="wp-block-paragraph">7<br>που είχε ζήσει η Ελλάδα. Η Ελλάδα έχει ζήσει πολλές δικτατορίες, όχι όμως<br>μια&nbsp;τέτοια&nbsp;δικτατορία αγράμματων και βάναυσων φασιστών.<br>Ήταν αγράμματοι συνωμότες και άσωτα στοιχεία. Υπήρξε για παράδειγμα η δικτατορία του<br>Πάγκαλου που κράτησε έναν χρόνο. Ο Πάγκαλος μιλούσε γαλλικά. Είχε σπουδάσει στη<br>σχολή πολέμου στο Στρασβούργο. Όπως και όλοι οι στρατιωτικοί της εποχής εκείνης, δεν<br>ήταν όπως οι συνωμότες συνταγματάρχες του 1967. Δεν μπορούσα να ταυτιστώ ποτέ με ένα<br>τέτοιο καθεστώς προσωπικά και έχοντας και την προϊστορία του γονιού μου.<br>Γνωρίστηκα με σημαντικούς ανθρώπους τότε της πολιτικής όπως, ο Αντώνης Μπριλλάκης, ο<br>Λεωνίδας Τζεφρώνης,&nbsp;ωραίες φυσιογνωμίες.<br>Οι δράσεις μας συγκεκριμένες, το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να συγκεντρώνουμε<br>κάποιους πόρους και να τους στέλνουμε σε οικογένειες που είχαν τους ανθρώπους τους στη<br>φυλακή, να τους βοηθήσουμε, και το πιο σημαντικό, ήταν όταν αρχίσαμε σιγά &#8211; σιγά να<br>οργανωνόμαστε για αντιστασιακή δράση.<br>Μαθαίναμε πώς να φτιάχνουμε εκρηκτικούς μηχανισμούς, μας εκπαίδευε Παλαιστίνιος.&nbsp;Η<br>πρώτη μου αντιστασιακή συμμετοχή, θα μπορούσα να πω ήταν η απόδραση του Νίκου<br>Ζαμπέλη από τις φυλακές της Αίγινας. Στις φυλακές της Αίγινας ήταν πάρα πολλοί<br>αγωνιστές, μεταξύ των οποίων οι Ρεθεμνιώτες, Ν. Απανωμεριτάκης, και Μ. Γεωργακάκης<br>μαζί με τον Ν. Ζαμπέλη, αλλά και τον&nbsp;Γιάννη&nbsp;Κλωνιζάκη από τα Χανιά, και επίσης τον<br>Λευτέρη Βερυβάκη.&nbsp;<br>Κι έτσι πήρα το πρώτο βάφτισμα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ<br>Εμείς όμως ενταχθήκαμε ή αν θέλετε γίναμε φίλοι μιας ομάδας ανθρώπων που ήθελαν να<br>σώσουν τον Αλέκο Παναγούλη, στον οποίο είχε επιβληθεί η ποινή του θανάτου.<br>Γνωριστήκαμε με τον επίσης διαφυγόντα εμιγκρέ αδερφό του Αλέκου, Στάθη Παναγούλη και<br>συμμετείχαμε στην πρώτη απεργία πείνας μπροστά από την ελληνική πρεσβεία στη Ρώμη,<br>στις 18 Νοεμβρίου του 1968.<br>Στις 17 Νοέμβριο του 1968 εκδίδεται η απόφαση δις εις θάνατον καταδίκη του<br>στρατοδικείου για τον Αλέκο Παναγούλη. ‘’Θάνατος στον Παναγούλη.’’<br>Κάνουμε την πρώτη απεργία πείνας ενάντια στην εκτέλεση της θανατικής ποινής. Υπήρξε<br>παγκόσμια κινητοποίηση από τον Πάπα μέχρι τον στρατηγό Ντεγκόλ. Κι έτσι η Χούντα, ενώ<br>έκανε τρεις απόπειρες εκτέλεσης του, έκανε πίσω, τον έβαζε στο τορπιλικό του ναυτικού,&nbsp;τον<br>πήγαινε στην Αίγινα δήθεν για εκτέλεση, δεν τόλμησε να τον εκτελέσει.<br>Εάν δεν υπήρχε διεθνής κινητοποίηση δεν θα είχε σωθεί.&nbsp;Ένας άλλος Ρεθεμνιώτης ο οποίος<br>επίσης πέρασε από τις φυλακές της Αίγινας ήταν και ο Γιάννης Χαλκιαδάκης, ο εκδότης των<br>Ρεθυμνιώτικων Νέων, Πρωτοτυπόθηκε η εφημερίδα δίπλα στο σπίτι μας την οδό Γεωργίου<br>Τσαγρή και Τομπάζη.<br>Μικρό παιδί 1963-1964, πήγαινα και έβλεπα πως γινόταν η εκτύπωση μια εφημερίδας,<br>μοναδική εμπειρία. Τότε γνώρισα τον Γιάννη Χαλκιαδάκη.</p>



<p class="wp-block-paragraph">8</p>



<p class="wp-block-paragraph">(Φιλία με Παναγούλη)<br>&nbsp;<br>Με τον Αλέκο Παναγούλη δεθήκαμε πάρα πολύ την περίοδο της χούντας, μόλις<br>αποφυλακίστηκε και ήρθε στη Ρώμη μαζί με την Οριάνα&nbsp;Φαλάτσι.<br>Η Φαλάτσι, ήρθε και βρήκε εμάς τους Έλληνες εμιγκρέδες Θ. Πετρίδη, Μήνο Νικολακάκη,<br>Ν. Ζαμπέλη, αμέσως μετά την αμνηστία&nbsp;του Παπαδόπουλου, 23 Αυγούστου του 1973, για να<br>έρθει σε επαφή με τον Αλέκο για μια συνέντευξη.<br>Η αμνηστία εδόθη, βέβαια, γιατί αισθανόταν ο δικτάτορας ότι καταρρέει. Τέσσερεις μήνες<br>πριν είχε γίνει το κίνημα του Ναυτικού, το οποίο ουσιαστικά έδωσε τη χαριστική βολή στη<br>δικτατορία, γιατί ταρακουνήθηκε το ΝΑΤΟ, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Αναθάρρησαν οι<br>Έλληνες διότι κατανόησαν ότι οι ένοπλες δυνάμεις δεν είναι πλέον με τη Χούντα.<br>Το κίνημα του Ναυτικού και ο Νίκος Παππάς, με την ανταρσία του Βέλους με τον οποίο<br>συνδέθηκα πάρα πολύ, υπήρξε καταλύτης της πτώσης της Χούντας.<br>Τους παραλάβαμε στο Φιουμιτσίνο έξω από την Ρώμη&nbsp;με τον Γιάννη Βούλτεψη, τον Βασίλη<br>Βασιλικό, τον Νίκο Ζαμπέλη.<br>Την πενταετία 1968 – 1973 αγωνιστήκαμε μια χούφτα εμιγκρέδες για να σωθεί ο Α.<br>Παναγούλης χωρίς να τον έχουμε γνωρίσει, την τριετία 1973 – 1976 ως τον θάνατό του<br>συνυπήρξαμε σε καθημερινή βάση. Επανιδρύσαμε την ΕΔΗΝ της οποίας έγινε γραμματέας<br>και εμείς μέλη της γραμματείας.<br>Βέβαια, στη Μεταπολίτευση, στις πρώτες εκλογές της 17 Νοέμβρη 1974, οι μισοί φίλοι<br>πήγαν με το ΠΑΣΟΚ, οι άλλοι μισοί πήγαν με την Ένωση Κέντρου. Ο Αλέκος είχε μια<br>άποψη ότι η δικτατορία έγινε για να ρίξει τον&nbsp;Γεώργιο Παπανδρέου,&nbsp;έπρεπε να κατέβει όλη η<br>Ένωση Κέντρου ξανά μαζί για να μην έρθει ξανά πίσω το Συντηρητικό Κόμμα το οποίο είχε<br>κατά την άποψή του έναν καταλυτικό ρόλο στο να γίνει δικτατορία στην Ελλάδα και γι&#8217; αυτό<br>και δεν πήγε με το ΠΑΣΟΚ.</p>



<p class="wp-block-paragraph">(Πώς ήρθαν στο Ρέθυμνο &#8211; Παναγούλης και Σηφουνάκης)<br>Σκοτώθηκε 1η Μαΐου του 1976. Στο Ρέθυμνο ήρθαμε 2 Ιανουαρίου του 1976, δηλαδή<br>τέσσερις μήνες πριν πεθάνει Είχε πολλούς φίλους στην Κρήτη, αγαπητούς φίλους. Είχε τον<br>Γιάννη Κλωνιζάκη από τα Χανιά και δικάστηκαν μαζί, γιατί ήταν στην ομάδα του Αλέκου.<br>Είχε τον Γιώργο Κατσανεβάκη πολύ φίλο, γιατί ήταν μαζί στο Πολυτεχνείο.<br>Ο Αλέκος ήταν φοιτητής του πολυτεχνείου των Μηχανολόγων Μηχανικών. Ο Αλέκος ήταν<br>μια μαθηματική διάνοια και μπήκε σε σχολή Μηχανολόγων Μηχανικών από τους πρώτους.<br>Είχε πολλούς φίλους στο Λασίθι. Είχε στο Ηράκλειο τον Φοίβο Ιωαννίδη αδελφικό του φίλο<br>και έτσι αποφασίζει την ημέρα της πρωτοχρονιάς μου τηλεφωνεί και μου λέει «αύριο<br>φεύγουμε, πάμε στην Κρήτη». Λέω εγώ «δεν έχουμε ετοιμάσει τίποτα», «Πάμε στην<br>Κρήτη», μου λέει.<br>Βγάζουμε τα εισιτήρια με το αεροπλάνο και φτάνουμε την επομένη στα Χανιά, το βράδυ<br>μένουμε στο σπίτι του Γ. Κλωνιζάκη στο Ακρωτήρι. Ο Γιάννης πολιτικός μηχανικός, ήταν<br>γνωστοί από το πολυτεχνείο με τον Αλέκο, ο αδερφός του Αρτέμης γιατρός είχε επίσης<br>καταδικαστεί επί χούντας.<br>Την άλλη μέρα δειπνήσαμε με τον Γεώργιο Κατσανεβάκη, φίλο του από το πολυτεχνείο και<br>μετέπειτα Δήμαρχος Χανίων.</p>



<p class="wp-block-paragraph">9<br>Την άλλη μέρα φύγαμε για το Ρέθυμνο. Φτάσαμε νύχτα. Το σπίτι μας στο Ρέθυμνο το<br>νοικιάζαμε στην οικογένεια του Μαμαγκάκη&nbsp;του φούρναρη.<br>Κοιμηθήκαμε στο ξενοδοχείο «Βαλαρή» επί της λεωφόρου Κουντουριώτη.<br>Ξυπνήσαμε το πρωί επισκεφθήκαμε τον δήμαρχο Ρεθύμνου Μανώλη Καλαϊτζάκη που μας<br>υποδέχθηκε θερμά, και ήταν συγκινημένος που γνώριζε τον Παναγούλη. Εάν ανατρέξετε στις<br>εφημερίδες εκείνης της εποχής ίσως θα δείτε σχετικά ρεπορτάζ.<br>Το μεσημέρι μας έκανε το γεύμα η Αλεξάνδρα Μαμαγκάκη και ο Βαγγέλης στο πατρικό μου<br>στην οδό Γ. Τσαγρή. Το απόγευμα πήγαμε για καφέ στο καφενείο του Γιώργου Ανυφαντάκη.<br>Μετά φύγαμε για το Ηράκλειο όπου μας περίμενε ο Φοίβος Ιωαννίδης και στη συνέχεια<br>πήγαμε στην Σητεία στο Λασίθι στον φίλο του και Δήμαρχο της πόλης Νίκο Πετράκη.<br>&nbsp;<br>ΣΥΜΒΟΛΗ Β. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ<br>Ο Βαρδής Βαρδινογιάννης ήταν άνθρωπος που την εποχή της δικτατορία υπηρετούσε μόνιμα<br>αξιωματικός στο πολεμικό ναυτικό και τους γνώριζε τους ανθρώπους του ναυτικού, και<br>βέβαια τον πλοίαρχο Νίκο Παππά. Αποτάχθηκε, δεν ήταν πλέον ένας επιδοτούμενος<br>δημόσιος υπάλληλος, και ασχολήθηκε με επιχειρήσεις.<br>Είχαν γίνει πλέον επιχειρηματίες η οικογένεια Βαρδινογιάννη, και έτσι βοηθούσε τις<br>οικογένειες των απότακτων και όλων εκείνων που είχαν ανάγκη. Εγώ γνώριζα τον Παύλο<br>τον Βαρδινογιάννη μαθητής δημοτικού στο Ρέθυμνο, γιατί το γραφείο του ήταν κοντά στο<br>σπίτι μας. Ήταν στο τέλος της οδού Γεωργίου Τσαγρή απέναντι στη γωνία.<br>Είχε σχέση και με τον πατέρα μου, παρότι ο πατέρας μου ήταν υποστηριχτής του Γεωργίου<br>Τσουδερού, του γιατρού, ο οποίος είχε βαφτίσει τον αδερφό μου Γιώργο. Ο Τσουδερός ήταν<br>στην ΕΠΕΚ του Πλαστήρα.<br>Τον Π. Βαρδινογιάννη τον γνώρισα και στην Αθήνα, το γραφείο ήταν στην οδό Σταδίου. είχα<br>πάει και στο γραφείο του ήταν Βουλευτής σε ένα παλιό κτίριο, έτσι θυμάμαι.</p>



<p class="wp-block-paragraph">(Πώς τον κρίνει σαν πολιτικό)<br>&nbsp;<br>Η αίσθησή μου είναι ότι δεν πρόλαβε. Γιατί πέθανε πολύ νέος. Ως βουλευτής εξελέγη το<br>1958 και το 1967 ήρθε η δικτατορία, δηλαδή, έμεινε 9 χρόνια βουλευτής. Επανεξελέγη το<br>1977 μέχρι το 1981. Δηλαδή σύνολο&nbsp;διετέλεσε 12 χρόνια βουλευτής. Έφυγε στα 59 του<br>χρόνια, πολύ νέος. Αλλά φαίνεται ότι ήταν ένα ταλαντούχο άτομο, το οποίο θα μπορούσε να<br>προσφέρει πάρα πολλά σε έναν τόπο, στο Ρέθυμνο που αγαπούσε.<br>Υπήρξα μάρτυρας στην ομιλία του με τον Α. Παναγούλη, τον Σεπτέμβριο του 1974 στην<br>Γλυφάδα, αλλά δεν συμπορεύθηκαν πολιτικά.</p>



<p class="wp-block-paragraph">10</p>



<p class="wp-block-paragraph">ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗ<br>&nbsp;<br>Δεν ξέρω ποιες ήταν οι σχέσεις της οικογένειάς μου &#8211; δηλαδή του πατέρα μου και της<br>μητέρας μου- με τον Γ. Χαλκιαδάκη. Εγώ τον γνώρισα μόνος μου τον Γιάννη Χαλκιαδάκη.&nbsp;<br>Ήμουν φίλος με τον Γιάννη Δασκαλάκη, τον ανιψιό του, με τον οποίο πηγαίναμε στο<br>βιβλιοπωλείο που είχε δίπλα στο ζαχαροπλαστείο του Κανακάκη, και ψωνίζαμε τα βιβλία και<br>τα τετράδιά μας.<br>Ο πατέρας μου όμως, επειδή ήταν δίκαιος άνθρωπος, δεν ήθελε να ψωνίζουμε μόνο από ένα<br>βιβλιοπωλείο.&nbsp;Κάποια πράγματα, χαρτικά και βιβλία έπαιρνε από τον Χαλκιαδάκη, αλλά και<br>κάποια άλλα έπαιρνε από τους αδερφούς Κηριακάκοι,&nbsp; που ήταν γνωστοί κομουνιστές με<br>φυλακές και εξορία σε ένδειξη αλληλεγγύης. Το βιβλιοπωλείο τους ήταν επίσης δίπλα στο<br>σπίτι μας. Έτσι γνώρισα και τους μεν και τους δε, μάλιστα&nbsp;πολύ καλά.<br>Τον Γιάννη Χαλκιαδάκη όμως τον γνώρισα όταν εξέδωσε την εφημερίδα ‘’Ρεθεμνιώτικα<br>Νέα’’, καθώς τότε όπως σας είπα στεγάζονταν στο τέλος του δρόμου του σπιτιού μας, στην<br>διασταύρωση των οδών Τσαγρή και Τομπάζη.&nbsp;Εκεί υπήρχε ένα πέτρινο τότε ισόγειο κτήριο<br>και μ&#8217; άρεσε να μπαίνω μέσα και να βλέπω το τυπογραφείο που ήταν επικλινές με μικρά<br>κουτάκια μέσα στα οποία υπήρχαν τα γράμματα, τις μηχανές που είχε φέρει.<br>Ήταν ένα πρότυπο καινούργιο τυπογραφείο και ένα νέο παιδί από την Ήπειρο ή από τη<br>Μακεδονία, μου έδειξε την τεχνική της εκτύπωσης της εφημερίδας. Μου έκανε τρομερή<br>εντύπωση πως τοποθετούνταν τα γράμματα ανάποδα.<br>Σκεφτόμουν πώς τα γνωρίζει όλα αυτά αυτό το παιδί και γενικότερα οι τυπογράφοι που<br>έκαναν αυτή τη δουλειά. Κάθε απόγευμα σχεδόν μετά το σχολείο περνούσα, και εκεί<br>συναντούσα τον Γιάννη Χαλκιαδάκη, όπως και την γυναίκα του την Μπούμπα.<br>Άρα γνωρίστηκα με τον Γιάννη Χαλκιαδάκη μόνος μου και συνέχισα, γιατί μετά πέθανε ο<br>πατέρας μου, φύγαμε πολύ μικροί στην Αθήνα. Η μητέρα μου δεν ξέρω εαν είχε κάποια<br>σχέση, θα το γνώριζε σίγουρα, αλλά δεν είχε κάποια σχέση.<br>Φύγαμε στην Αθήνα μετά τον θάνατο του πατέρα μου, και το συνάντησα ξανά χρόνια μετά,<br>με την πτώση της δικτατορίας του 1974. Ήταν πολύ οικείος και ανοιχτόκαροδς μαζί μου,<br>αναπτύξαμε φιλία, και τον εκτιμούσα γνωρίζοντας τους αγώνες του, την φυλάκισή του επί<br>δικτατορίας, αλλά και ο ίδιος γνώριζε τη δική μου δράση.</p>



<p class="wp-block-paragraph">(Αντιστασιακή δράση Γ. Χαλκιαδάκη)<br>Την αντιστασιακή του δράση την γνώριζα από τον Γιάννη Κλωνιζάκη&nbsp;και τον Νίκο<br>Ζαμπέλη&nbsp;της ομάδας του Α. Παναγούλη, με τους οποίους ήταν μαζί κρατούμενοι στην<br>Αίγινα, αλλά και από τον Ρεθυμνιώτη Ν. Απαναμεριτζάκη.<br>Όμως, έχω και παλαιότερη μνήμη. Η οικογένεια μας τα καλοκαίρια κατέβαινε από την<br>Αθήνα στο Ρέθυμνο. Το καλοκαίρι του 1965 είναι η χρονιά της Αποστασίας, υπάρχει<br>μεγάλος αναβρασμός στην Ελλάδα, ζω τα γεγονότα στο Ρέθυμνο.<br>15 Ιουλίου έγινε η Αποστασία, στις 16 αρχίζει η λαϊκή κινητοποίηση και στις 17 γίνεται η<br>πρώτη συγκέντρωση στο Ρέθυμνο ενάντια στο Βασιλικό πραξικόπημα, του Βασιλιά<br>Κωνσταντίνου, και της κυβέρνησης των ανδρείκελων, του Νόβα και συνέχεια του<br>Τσιριμώκου. Μια ομάδα Ρεθεμνιωτών πήρε την πρωτοβουλία να κάνει την πρώτη<br>συγκέντρωση, δεν θυμάμαι αν ήταν 17 ή 18 Ιούλη, αλλά ήταν εκείνες τις μέρες. Στην πρώτη</p>



<p class="wp-block-paragraph">11<br>διαμαρτυρία συμμετείχαν επώνυμοι και ευυπόληπτοι Ρεθυμνιώτες δημοκράτες,<br>συγκέντρωση έγινε στον κινηματογράφο «Έσπερος» στην Λεωφόρο Κουντουριώτη, στην<br>οποία πήγα εγώ με φίλους, κι ένας από τους ομιλητές ήταν ο Γιάννης Χαλκιαδάκης. Οπότε<br>έχω και αυτή τη μνήμη, πολύ πριν τη δικτατορία.<br>Έχω επίσης και μια φωτογραφία από την πρώτη έλευση του Γεωργίου Παπανδρέου στο<br>Ρέθυμνο, και την ομιλία του στην πλατεία των Τεσσάρων Μαρτύρων στην οποία εγώ πήγα,<br>παρότι ήμουν 14 χρονών. Αυτή η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στα Ρεθυμνιώτικα Νέα και μου<br>τη στείλανε, δεν την ήξερα. Ήταν φοβερές στιγμές, η Ελλάδα τότε άρχισε να παίρνει τα πάνω<br>της, δηλαδή να ζει την Δημοκρατία, να αποκτά αυτό που η Ευρώπη ζούσε μόλις έπεσε ο<br>Ναζισμός και ο Φασισμός.<br>Στην Ευρώπη υπήρξε πλήρης δημοκρατία, ενώ στην Ελλάδα μετά την πτώση του ναζισμού<br>και τη νίκη, μετά την απελευθέρωση, είχαμε μια καχεκτική δημοκρατία. Είχαμε το παλάτι<br>είχαμε μια υπό κηδεμονία δημοκρατία που οδήγησε στην αποστασία. Αυτό&nbsp;ήταν και το αίτιο<br>που έφερε την δικτατορία, και το χειρότερο, οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου ο<br>τυχοδιωκτισμός των δικτατόρων συνταγματαρχών.<br>Εκείνοι λοιπόν οι άνθρωποι που αντιστάθηκαν στο Βασιλικό Πραξικόπημα, ήταν αυτοί οι<br>οποίοι καταλάβαιναν τι επρόκειτο να γίνει και τι ερχόταν, εάν δεν γινόταν η Αποστασία, δεν<br>θα είχε γίνει δικτατορία.&nbsp;Δυστυχώς αυτή είναι πραγματικότητα.<br>Έτσι λοιπόν έζησα τον Γιάννη Χαλκιαδάκη από τα προσωπικά βιώματα και τις αφηγήσεις<br>των συντρόφων του, αλλά τον έζησα και προσωπικά, τον γνώρισα μικρό παιδί, δέκα χρονών,<br>μέσα στο τυπογραφείο. Έζησα αυτή την ωραία εμπειρία και βεβαίως στη συνέχεια, σε αυτή<br>την πρώτη εκδήλωση, στο θερινό κινηματογράφο «Έσπερος».<br>&nbsp;(Πώς τον χαρακτηρίζει)<br>&nbsp;<br>Ήταν πάντα χαρούμενος, ήταν πρόσχαρος, δεν ξέρω εάν ήταν μόνο στα παιδιά και δεν ήταν<br>με τους μεγαλύτερους, αλλά λέω τη δικιά μου εμπειρία.<br>Μετά τη δικτατορία πολλές φορές είχαμε βρεθεί μαζί με τον Λευτέρη Βερυβάκη&nbsp;και με τον<br>Κλωνιζάκη από τα Χανιά. Όταν ερχόμουν στο Ρέθυμνο, πάντοτε τον επισκεπτόμουν στο<br>γραφείο του στην εφημερίδα στην παλιά πόλη και πάντοτε επαινούσε έναν Κρητικό, έναν<br>Ρεθεμνιώτη –την αφεντιά μου-, ο οποίος πήγε και έκανε άλλη πατρίδα, την Λέσβο, αλλά τιμά<br>την πατρίδα του και μας τιμά και μας, γιατί είναι βουλευτής σε άλλο τόπο, είναι τιμή μας και<br>καμάρι μας. Διερωτόταν γιατί ένα Ρεθεμνιωτόπουλο πήγε κάπου αλλού και πολιτεύτηκε, ενώ<br>θα μπορούσε να πολιτευτεί στο Ρέθυμνο.<br>Με ρωτούσε επίμονα «γιατί δεν κατέβηκες στο Ρέθυμνο βουλευτής;», του απαντούσα εγώ<br>προσπαθώντας να ελαφρύνω την ερώτηση, «Μα δεν μπορούσα να κατεβώ, γιατί είναι φίλος<br>μου ο Μανώλης ο Λουκάκης. Υπήρξαμε μαζί νομάρχες με τον Μανώλη, και πάνω από όλα<br>φίλοι, όπως υπήρξαν φίλοι και οι πατεράδες μας ο Οδυσσέας και ο Χαράλαμπος, και οι δύο<br>στρατιωτικοί στο επάγγελμα, και ταγμένοι στην δημοκρατική παράταξη».</p>



<p class="wp-block-paragraph">(Ανάπτυξη του Ρεθύμνου)<br>&nbsp;Ξέρω πολλές πρωτοβουλίες που είχε κάνει ο Γιάννης Χαλκιαδάκης, ακόμα και για το λιμάνι,<br>ακόμα και για να υπάρξει καράβι, για να υπάρξει αεροδρόμιο κ.α. Νομίζω ότι προσπάθησε<br>να πετύχει αυτά τα οποία έβλεπε ότι ήταν ο πόθος των Ρεθεμνιωτών. Αλλά νομίζω ότι σε όλα</p>



<p class="wp-block-paragraph">12<br>τα πράγματα δεν αρκεί μόνο η βούληση. Πρέπει να έχεις από πίσω σου και τη δύναμη, η<br>οποία πηγάζει από την πολιτική. Εάν δεν υπάρχει πολιτική βούληση ή αν δεν υπάρχει<br>πολιτική κάλυψη, δύσκολο.&nbsp;<br>Σε κάθε περίπτωση όμως, το Ρέθυμνο νομίζω ότι έγινε πλέον μια πόλη υπόδειγμα. Έχει τον<br>μεγάλο πλούτο της που είναι η Παλιά Πόλη. Και πάντοτε το λέω, γιατί εγώ έζησα μόλις<br>γύρισα από την Ιταλία τον μεγάλο πόλεμο που υπήρξε μεταξύ εκείνων που ήθελαν να<br>κατεδαφιστεί η Παλιά Πόλη, και εκείνων που ήθελαν να διατηρηθεί. Ξέρω και ονόματα και<br>επώνυμα αυτών που ερχόντουσαν και με βρίσκανε και μου ζητούσαν να μεσολαβήσω να<br>αρθεί η κήρυξη της Παλιάς Πόλης ως Μνημείο.<br>Η Παλιά Πόλη λοιπόν, είναι αλήθεια ότι κηρύχθηκε επί δικτατορίας ως μνημείο. Όχι ως<br>παραδοσιακός οικισμός, αλλά ως μνημείο που&nbsp;υπήχθη κατευθείαν&nbsp;στη Γενική Διεύθυνση<br>Αρχαιολογίας που υπαγόταν στο Υπουργείο Παιδείας, καθώς τότε δεν υπήρχε υπουργείο<br>Πολιτισμού. Ο&nbsp;υπουργός που φέρει την υπογραφή του η κήρυξη της Παλιάς Πόλης του<br>Ρεθύμνου ως μνημείο, είναι ο καθηγητής Πανεπιστημίου Γ. Κουρμούλης, που ελάχιστοι το<br>γνωρίζουν, και δεν μνημονεύεται ποτέ. Αλλά αυτός έβαλε την υπογραφή του και παραβλέπω<br>ότι υπήρξε υπουργός επί δικτατορίας. Ρεθύμνιος, σε αυτόν νομίζω οφείλει το Ρέθυμνο την<br>διατήρηση της αρχιτεκτονικής του ιστορίας, την οποία δεν μπόρεσαν στη συνέχεια να<br>προσπεράσουν και να καταργήσουν άλλοι που προσπάθησαν να το κάνουν.<br>Αυτό που έκανε δεν ήταν εύκολο.<br>Αυτό δεν το λέω για να θυμίσω ή για να υμνήσω έναν άνθρωπο με τον οποίο, από τη στιγμή<br>που υπηρέτησε τη δικτατορία, δεν αισθάνομαι καλά. Έκανε όμως μια πράξη. Και για να<br>κάνεις αυτή την πράξη δεν είναι εύκολο.&nbsp;Στις περίπου τρεις δεκαετίες που έζησα στο<br>Ελληνικό Κοινοβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και από πέντε υπουργεία που<br>πέρασα, ξέρω τι θα πει να βάλεις μια τελική υπογραφή.<br>Πότε έχει κόστος και πότε παίρνεις εσύ την ευθύνη και δεν ρωτάς και κανέναν. Ή πότε<br>παίρνεις την ευθύνη και μετά φεύγεις και πας σπίτι σου.&nbsp;Γι&#8217; αυτό έκανα αυτή την αναφορά.<br>&nbsp;<br>ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΓΙΑΝΝΗ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗ<br>&nbsp;<br>Με τον Γιάννη Κεφαλογιάννη τον μακαρίτη ήμασταν πολλά χρόνια στη Βουλή. Αυτός πολύ<br>μεγαλύτερος από μένα.&nbsp;Εγώ μπήκα πολλά χρόνια μετά από αυτόν στη Βουλή. Όμως ήταν<br>ένας άνθρωπος που θυμάμαι ότι αγωνιζόταν για ότι πίστευε. Ξέρετε, οι πολιτικοί μιας εποχής<br>ήθελαν να κάνουν έργα στον τόπο τους, για να αποδείξουν μέσω αυτών την δεινότητα τους<br>Στην πολιτική μετρούσε ένας πολιτικός ο οποίος ήταν αποτελεσματικός όταν μπορούσε να<br>παρουσιάσει έργο. Αυτό πρέπει να σας πω σε ένα μεγάλο βαθμό ισχύει και σήμερα στην<br>πολιτική, ίσως για πάντα να ισχύει. Αν εγώ στη Λέσβο καταξιώθηκα, ένας ξένος άνθρωπος,<br>που&nbsp; πάτησε το πόδι του πρώτη φορά εκεί, όταν ο Παπανδρέου με τοποθέτησε νομάρχη.<br>Ήξερα τι σημαντικό πράγμα είναι ο κόσμος να αναγνωρίζει εκείνον ο οποίος δουλεύει, αλλά<br>φέρνει αποτέλεσμα.&nbsp;<br>Θυμάμαι την προσπάθεια του Κεφαλογιάννη και άλλων να γίνει λιμάνι. Αντί για λιμάνι,<br>έγινε βέβαια παραλία. Άλλα αυτό είναι μεγάλη συζήτηση, ας μη την ανοίξουμε. Μέσα στη<br>Βουλή ήρθαμε πολλές φορές σε ρήξη μεταξύ μας, όπως το 1989. Τότε ήταν υπουργός<br>Δημόσιας Τάξης και είχε παρθεί η απόφαση να καούν οι φάκελοι.<br>Εμείς διαφωνήσαμε, γιατί βίωσα όταν το ΠΑΣΟΚ πήρε πρώτο την απόφαση να καούν οι<br>φάκελοι το 1984 με υπουργό τον Γ. Σκουλαρίκη και με&nbsp;απόφαση του Α. Παπανδρέου. Τότε</p>



<p class="wp-block-paragraph">13<br>ξεσηκώθηκε όλη η αριστερά, όλος ο κόσμος, και ο Παπανδρέου έκανε πίσω, δεν τους<br>κάψαμε τους φάκελους.&nbsp;<br>Βουλευτής Λέσβου ήταν ο Κώστας Βασάλος και ήρθε και με βρήκε και μου λέει «θέλετε να<br>κάψετε την ιστορία μου;&nbsp;Η ιστορία μου υπάρχει, τον φάκελο δεν θέλω να μου τον κάψετε».<br>Και πράγματι, έκανε όπως σας είπα πίσω ο Παπανδρέου και δεν κάηκαν οι φάκελοι.<br>Η κυβέρνηση τότε του Τ.&nbsp;Τζαννετάκη, με υπουργό Δημοσίας τάξης τον φίλο μου Γιάννη<br>Κεφαλογιάννη τον μακαρίτη και υπουργό Εσωτερικών τον φίλο τον Νίκο Κωνσταντόπουλο,<br>και υπουργό Δικαιοσύνης τον Φώτη Κουβέλη, πήραν αυτήν την απόφαση της καύσης και<br>εγώ υπήρξα εκείνος που συνέταξε την πρώτη επερώτηση στη Βουλή για την μη καύση των<br>φακέλων.<br>Τότε το ΠΑΣΟΚ ήταν χαμένο, βρισκόταν σε περιδίνηση, στέλνανε στο δικαστήριο να<br>καταδικάσει τον Παπανδρέου για την δαπάνη νοσηλείας του στο Ωνάσειο.<br>Στον Παπανδρέου ό,τι θέλει ο καθένας μπορεί να του καταμαρτυρήσει, ένα πράγμα δεν<br>μπορεί να του καταμαρτυρήσει. Δεν τον ενδιέφεραν τα χρήματα. Γι&#8217; αυτό και δεν απέκτησε<br>κανένα προσωπικό περιουσιακό στοιχείο.<br>Εκεί λοιπόν διαφωνήσαμε και μέσα στη βουλή ήρθαμε σε αντιπαράθεση για το κάψιμο των<br>φακέλων. Την επομένη τους κάψανε.<br>Έτσι σβήστηκε η πικρή ιστορία χιλιάδων ανθρώπων αυτού του τόπου. Κακιά ιστορία, αλλά<br>είναι η ιστορία.<br>Βέβαια διατήρησαν τους φακέλους αυτών που μπόρεσαν να επιβάλλουν την μη καύση, των<br>επωνύμων δηλαδή, και των ανωνύμων εξαφανίστηκαν. Του φτωχού που ήταν κουμουνιστής<br>εκείνη την εποχή και ήταν δακτυλοδεικτούμενα, και υπό παρακολούθηση, και τα παιδιά του,<br>τα οποία δεν μπορούσαν να βρουν μια δουλειά και η οικογένειές τους ζούσαν μέσα στη<br>μιζέρια.<br>Αυτών οι φάκελοι είχαν μεγαλύτερη αξία από τον φάκελο του επώνυμου, ο οποίος έσωσε τον<br>φάκελό του. Σήμερα τον έχει, τον βλέπει, τον διαβάζει και λέει «κοίταξε να δεις τι πέρασε η<br>Ελλάδα.&nbsp;Τι πέρασα εγώ». Με αυτήν την έννοια νομίζω ότι ήταν λάθος τότε της κυβέρνησης<br>που έκανε αυτό το πράγμα.</p>



<figure class="wp-block-image size-full"><a href="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/ΝΙΚΟΣ.jpg"><img loading="lazy" decoding="async" width="152" height="225" src="https://politistiko-rethymno.org/wp-content/uploads/2026/03/ΝΙΚΟΣ.jpg" alt="" class="wp-image-14342"/></a></figure>



<p class="wp-block-paragraph"></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%82-%cf%83%ce%b7%cf%86%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%82-%ce%bf-%cf%80%ce%b1%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b1%cf%82-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%ce%bf%ce%b4%cf%85%cf%83%cf%83%ce%ad/">ΝΙΚΟΣ ΣΗΦΟΥΝΑΚΗΣ : Ο πατέρας μου Οδυσσέας</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://politistiko-rethymno.org/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%82-%cf%83%ce%b7%cf%86%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%82-%ce%bf-%cf%80%ce%b1%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b1%cf%82-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%ce%bf%ce%b4%cf%85%cf%83%cf%83%ce%ad/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Όταν συνάντησα τον γλωσσολόγο Γ.Ν Χατζιδάκι</title>
		<link>https://politistiko-rethymno.org/%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b1-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%b3%ce%bb%cf%89%cf%83%cf%83%ce%bf%ce%bb%cf%8c%ce%b3%ce%bf-%ce%b3-%ce%bd-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6/</link>
					<comments>https://politistiko-rethymno.org/%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b1-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%b3%ce%bb%cf%89%cf%83%cf%83%ce%bf%ce%bb%cf%8c%ce%b3%ce%bf-%ce%b3-%ce%bd-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Εύα Λαδιά]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 27 Feb 2026 08:39:08 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Κιβωτός μνήμης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://politistiko-rethymno.org/?p=14242</guid>

					<description><![CDATA[<p>Του κ. Γ. Π. ΜαθιουδάκηΦιλολόγου, ΛυκειάρχηΚολωνάκι. Οδός Αναγνωστοπούλου 49. Η πόρτα του σπιτιού τότε ήταν πάντα ανοιχτή. Μιασκάλα μετά την πόρτα ξύλινη, ψηλή και κάπως απότομη. Στο τέρμα της, δεξιά, ένας διάδρομος,στενός και σκοτεινός, και στο τέλος του διαδρόμου μια πόρτα ανοιχτή αριστερά, οδηγούσε σέναδωμάτιο μακρόστενο. Αριστερά του ένα υψηλό γραφείο και δεξιά του στο [&#8230;]</p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b1-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%b3%ce%bb%cf%89%cf%83%cf%83%ce%bf%ce%bb%cf%8c%ce%b3%ce%bf-%ce%b3-%ce%bd-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6/">Όταν συνάντησα τον γλωσσολόγο Γ.Ν Χατζιδάκι</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<p class="wp-block-paragraph">Του κ. Γ. Π. Μαθιουδάκη<br>Φιλολόγου, Λυκειάρχη<br>Κολωνάκι. Οδός Αναγνωστοπούλου 49. Η πόρτα του σπιτιού τότε ήταν πάντα ανοιχτή. Μια<br>σκάλα μετά την πόρτα ξύλινη, ψηλή και κάπως απότομη. Στο τέρμα της, δεξιά, ένας διάδρομος,<br>στενός και σκοτεινός, και στο τέλος του διαδρόμου μια πόρτα ανοιχτή αριστερά, οδηγούσε σένα<br>δωμάτιο μακρόστενο. Αριστερά του ένα υψηλό γραφείο και δεξιά του στο βάθος ένα κρεβάτι και<br>τρεις καρέκλες, δίπλα στο κρεββάτι. Πάνω στο κρεββάτι, με το κεφάλι προς την πόρτα ήταν<br>ξαπλωμένος ένας άνθρωπος, αποσκελετωμένος, ημιπαράλυτος. Χρόνια στο ίδιο δωμάτιο, χρόνια στο<br>ίδιο κρεββάτι. Κι ήταν εκείνο &lt;&lt;το απολειφάδι άντρα&gt;&gt; -επαναλαμβάνω τα ίδια του τα λόγια- ο<br>μεγάλος δάσκαλος, ο γλωσσολόγος Γ.Ν. Χατζιδάκις.<br>Τον Απρίλη του 1939, περαστικός από την Αθήνα, ένοιωσα την ανάγκη να τον δω. Δεν με<br>γνώρισε στην αρχή. Είχα καιρό να τον επισκεφθώ. Η φωνή μου όμως με πρόδωσε. Κι ήταν τόση η<br>χαρά του –ευσυγκίνητος όπως ήταν τελευταία- που δάκρυσε. Του θύμιζα πατρίδα, την Κρήτη και<br>ιδιαίτερα το χωριό, την Μύρθιο. Ρωτούσε, ρωτούσε, ρωτούσε. Και τι δεν ρωτούσε. Αράδιαζε<br>ονόματα Μυρθιανών πούχαν πεθάνει και που δεν γνώριζα, και τοποθεσίες στην περιφέρεια που δεν<br>είχα πάει ποτέ. Η μνήμη του είχε συρρικνωθεί, συντηρούσε όμως επίμονα τα βιώματα της παιδικής<br>και εφηβικής ηλικίας. Άκουα και συμφωνούσα. Μια στιγμή γέλασε φωναχτά πιάνοντάς με σφιχτά<br>από το χέρι. Παραξενεύτηκα. &lt;&lt;Τον κουρκουζάνη, είπε, πάντα γελώντας, τάκαμε στη βράκα του στο<br>Απάνω Αρκαλονέρι&gt;&gt;. Πήγαν, είπε, τρία χωριανάκια δεκαπεντάχρονα να μαζέψουν αλάτσι στου<br>Καράβου το σκουρί. Έδωκαν στον ένα πούξεραν πως ήταν κουρκουζάνης να φάει, το μεσημέρι,<br>χαρούπια. Προσποιήθηκαν πως έφαγαν κι αυτοί. Φυσικά σε λίγο ο Βρέξης – έτσι έλεγαν τον<br>σύντροφό της- δίψασε. Νερό ήταν μόνο σε μια υπόγεια λίμνη πούμπαινες καβρουλιστός από μια<br>τρύπα. Μέσα σαν κατέβαινες ήταν χειροπιαστό σκοτάδι. Μόνο ψηλαφώντας μπορούσες να βρεις το<br>νερό. Ήταν Αύγουστος, ζέστη πολλή και η δίψα βασάνιζε τον Βρέξη. Οι άλλοι αδιαφορούσαν. Έτσι ο<br>Βρέξης τόλμησε να κατέβει στο σκοτεινό νερό, στο Απάνω Αρκαλονέρι. Ήταν όμως κρυμένος εκεί κι<br>ένας τέταρτος της παρέας και φυσικά ο Βρέξης δεν τόξερε. Κι όταν με χίλια χτυποκάρδια ήπιε<br>βιαστικά με τις φούχτες νερό, και γύριζε για να βγει από την υπόγεια σπηλιά, εκείνος τον τράβηξε<br>από τη βράκα. Ήταν φοβερό, ο Βρέξης παράλυσε από το φόβο του, κι όταν τον βγάλανε με χίλια<br>βάσανα έτρεμε σύγκορμος. Από τότε, πρόσθεσε μας έκοψε και το καλημέρα. Γελούσε και τα<br>εξιστορούσε με λεπτομέρειες. Και ξαφνικά χαϊδεύοντάς μου το χέρι λέει: &lt;&lt;Όταν θα περνάς από τη<br>Γραί Σκιανιά να πας στο Αρκαλονέρι να προσέχεις. Είναι επικίνδυνο το πέρασμα&gt;&gt;. Τον κοίταζα και<br>χαμογελούσα. Σκεπτόμουνα πως δεν είχα πάει ποτέ στα μέρη εκείνα. Σηκώθηκα μετά και πριν τον<br>αποχαιρετήσω του ζήτησα να μου πει τι θάθελε να του κρατώ από το χωριό, όταν θα γύριζε. Με<br>κοίταξε μένα βλέμμα παράξενο. Είχε πόνο, παράπονο, νοσταλγία το χαμόγελο έσβυσε, ξαφνικά από<br>το πρόσωπό του. άνοιξε το στόμα του και με τρεμουλιαστή φωνή είπε: &lt;&lt;Αν μάθεις, όταν γυρίσεις,<br>πως είμαι ζωντανός φέρε μου χαμομήλι από την περδικόκοιτη, φασκομηλέ από τσι κάτω ρίζες κι έναν<br>αγκούργιαλο από το παλιόγκρεμνο&gt;&gt;. Του φίλησα το χέρι και έφυγα μόλις συγκρατώντας τα δάκρυά<br>μου. Κράτησα την υπόσχεσή μου, κι όταν το Μάρτη του 1940 γύρισα, μέσα στις αποσκευές μου ήταν<br>κι ένα κομψό δέμα. Περιεχόμενο του ήταν ένα κουτί με μαδημένη σφακομηλέ από τσι κάτω ρίζες,<br>ένα δεύτερο κουτί με χαμομήλι από την περδικόκοιτη κι ένας μεγάλος ποικιλόχρωμος αγκούργιαλος<br>από τον παλιόγκρεμνο. Μέσα το περιεχόμενο και απ’ έξω γραμμένο το είδος και η προέλευσή του.<br>πήγα τη δεύτερη μέρα τοπρωΐ. Πάντα στην ίδια θέση. Λαγουδοκοιμόταν. Κάθισα δίπλα του. άνοιξα<br>το δέμα και τοποθέτησα το περιεχόμενό του σε μια καρέκλα κοντά του, για να το δει μόλις ανοίξει τα<br>μάτια του. μια μετακίνησή μου απρόσεκτη κι ένα τρίξιμο της καρέκλας τον ξύπνησε. Με κοίταξε,<br>μου χαμογέλασε, μούπιασε σφιχτά το χέρι, μα δεν με γνώρισε. Μετά είδε τα κουτιά. Τάπιασε, τάφερε<br>κοντά του, τα τοποθέτησε στο στήθος του κι όταν με την τρίτη προσπάθεια είδε και τον αγκούργιαλο<br>ταράχθηκε σύγκορμος. Τα χέρια του έσφιγγαν τον αγκούργιαλο και τα μάτια πλημμύρισαν δάκρυα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Έκλαιγε με αναφυλλητά. Τάχασα. Και νάναι στο σπίτι μόνο η υπηρέτρια. Προσπάθησα να τον<br>παρηγορήσω. Του ζήτησα να με συγχωρέσει που έγινα αφορμή να λυπηθεί τόσο, και κείνος<br>κρατώντας πάντα με το ένα χέρι τον αγκούργιαλο και με τ’ άλλο χαϊδεύοντάς με είπε με<br>τρεμουλιαστή φωνή: &lt;&lt;Παιδί μου ένας τέτοιος αγκούργιαλος σημάδεψε τη ζωή μου. Πόσα θάθελα<br>να πάω πίσω. Να πεθάνω εκεί. Να ταφώ εκεί. Στη Μύρθιο ανήκω&gt;&gt;. Κι έκλαιγε κι έκλαιγε και μου<br>κρατούσε σφιχτά το χέρι κι έκλαιγα κι εγώ κι έκλαιγε κι η υπηρέτρια. Μα ο Γεώργιος Ν. Χατζιδάκις<br>δεν γύρισε στη Μύρθιο. Πέθανε στην Αθήνα, πριν από 42 χρόνια στις 26 – 6 &#8211; 41, σαν σήμερα.<br>Το κείμενο αυτό θάναι ίσως το μόνο μνημόσυνο ευγνωμοσύνης και τιμής για το μεγάλο<br>επιστήμονα. Και γράφω &lt;&lt;το μόνο ίσως&gt;&gt; γιατί στην εποχή μας και οι μεγάλοι επιστήμονες<br>λησμονούνται γρήγορα. Θεωρούμε, βλέπετε, σπουδαίους μόνον τους ποδοσφαιριστές και τις<br>τραγουδίστριες. Γιαυτό και τείνει να ρυθμίζει τις ευχές του &lt;&lt;ελεύθερου&gt;&gt; κόσμου ένας<br>αποτυχημένος θεατρίνος.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Υ.Γ.: Λεπτομέρειες για τον αγκούργιαλο θα βρείτε στην διάλεξή μου για τον Χατζιδάκι<br>όταν… δημοσιευθεί.</p>



<p class="wp-block-paragraph"></p>
<p>The post <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org/%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b1-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%b3%ce%bb%cf%89%cf%83%cf%83%ce%bf%ce%bb%cf%8c%ce%b3%ce%bf-%ce%b3-%ce%bd-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6/">Όταν συνάντησα τον γλωσσολόγο Γ.Ν Χατζιδάκι</a> appeared first on <a rel="nofollow" href="https://politistiko-rethymno.org">Πολιτιστικό Ρέθυμνο</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://politistiko-rethymno.org/%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b1-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%b3%ce%bb%cf%89%cf%83%cf%83%ce%bf%ce%bb%cf%8c%ce%b3%ce%bf-%ce%b3-%ce%bd-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
