ΤΟΥ Β. ΧΑΡΙΤΑΚΗ
Η επίσκεψη σε μονάδα που υπηρετεί αγαπημένο πρόσωπο τη στρατιωτική του
θητεία, μούφερε στο νου μια παληά ξεθωριασμένη ιστορία.
Υπηρετούσα στον Όρχο αυτοκινήτων, που ήταν τότε στο Γουδί και είχα διοικητή
το μακαρίτη τον Καραπάνο που με τις μουστάκες του και τις αγριοφωνάρες του,
ήταν ο φόβος και ο τρόμος για όλους μας.
Μια μέρα με κάλεσε στο γραφείο του και μου είπε κοφτά:
«Αύριο το πρωί θα πας να αντικαταστήσης για ένα μήνα το δεσμοφύλακα τον
Κορωνιό που φεύγει με άδεια για το χωριό του».
Μούρθε ταμπλάς, ξεροκατάπια, βλαστήμησα, μα την άλλη μέρα πήγα και
παρέλαβα.
Το πειθαρχείο ήταν ένα από τα πιο καλά και τα πιο ζεστά δωμάτια του Όρχου
και η πρώτη μου δουλειά ήταν να μεταφέρω εκεί το κρεβάτι μου.
Τις μέρες εκείνες είχε κληθή η κλάσις του ….23 και ο Καραπάνος για ψύλλου
πήδημα κοπάναγε εικοσιτετράωρες και σαρανταοκτάωρες αράδα.
Το Πειθαρχείο ήταν πάντα γεμάτο και η δουλειά πήγαινε πρίμα.
Όταν νύχτωνε άνοιγα την πόρτα και φώναζα: «Παιδιά όποιος είναι για κάτω
δρόμο. Αλλά το νου σας, πρωί, πρωί μη με κάψετε».
Τα παιδιά είχαν φιλότιμο, γύριζαν αξημέρωτα και όλα πήγαιναν ρολόι.
Εκτός όμως από τους κρατούμενους είχα τους περαστικούς κα τους άστεγους
που τους τραβούσε η ζεστασιά και η καλόκαρδη διάθεση.
Και έτσι με το κουβεντολόι και το αστείο περνούσε η βραδιά.
Ένα βράδυ -τι το ήθελε ο χριστιανός- έκανε έφοδο ο Καραπάνος και μέσα στ’
άγρια μεσάνυχτα άκουσα την αγριοφωνάρα του να με φωνάζει και να βλαστημάει
που δεν μ’ έβρισκε.
Πετάχτηκα σαν λάστιχο, ντύθηκα γρήγορα και μόλις πρόλαβα να φωνάξω
«Παρών» μέσα από το Πειθαρχείο.
Τι κανείς εκεί ρε; Μου λέει. Έφοδο, κύριε Διοικητά, απαντώ εγώ.
Με ένα γρύλισμα έδειξε την ικανοποίησή του.
Είναι σωστοί; Μου λέει και άρχισε να τους μετρά από την πόρτα.
Οι περαστικοί και οι άστεγοι είχαν λουφάξει και δεν ξεχώριζες κεφάλι έξω από
την κουβέρτα.
Στο μέτρημα βγήκε ένας παραπάνω και ξαφνιασμένος μου λέει.
-Εγώ τιμώρησα έντεκα σήμερα. Πού βρέθηκε ο δωδέκατος;
-Τον τιμώρησα εγώ απόψε, είπα στην απελπισία μου.
Και κείνος χωρίς να σκεφθή, αν είχα το δικαίωμα αυτό, μου λέει:
-«Μπράβο έτσι σε θέλω, να είσαι κέρβερος».
Και από τότε οι μετοχές μου ανεβήκανε στα μάτια του Καραπάνου.
Ένας από τους πιο τακτικούς πελάτες μου ήταν ο Θανάσης ο Τσικλής, που –
καθώς μούλεγε- είχε ένα κινηματογράφο στο Πασαλιμάνι και μούχε φάει τ’ αυτιά
να κατέβω καμμιά Κυριακή για να βγάλη και αυτός μερικές από τις υποχρεώσεις
που μου χρώσταγε.
Κάποια Κυριακή τ’ απεφάσισα και αφού γυάλισα καλά τις αρβύλες μου, τύλιξα
σφικτά τις γκέτες μου, εφόρεσα στραβά το καπέλο μου, και εκατηφόρησα.
Ρωτώντας βρήκα το Πασαλιμάνι.
Στη μέση της Πλατείας ήταν μια μεγάλη παράγκα, φτιαγμένη από αροκάνιστες
σανίδες, με πισόχαρτο στη σκεπή και με μεγάλα μαύρα γράμματα στη φάτσα που
γράφαν «ΣΑΡΛΩ».
Στο Ταμείο ήταν η μητέρα του, που μόλις άκουσε πως ζητώ τον προκομμένο της
-ήξερε δα τι κουμάσι ήταν- τα χρειάσθηκε.
Της είπα πως ήμουν φίλος του και ησύχασε.
Μου έκοψε ένα εισιτήριο και μου είπε να περάσω στη «ΣΑΛΑ» ώσπου νάρθη ο
Θανάσης.
Επαραμέρισα τις λινάτσες που ήταν στην είσοδο και μπήκα μέσα.
Από τη «ΣΑΛΑ» ακουγότανε αρκετή φασαρία και είπα μέσα μου.
-Φαίνεται ότι το έργο συγκινεί!
Προχώρησα στο σκοτάδι, αλλά κάποιον σκούντησα γιατί τον άκουσα να μου
λέει ευγενικά «στραβομάρα»!
Σε μια αναλαμπή της προβολής είδα ένα κάθισμα και κάθισα.
Στην οθόνη φαινότανε εκείνη τη στιγμή ένας άνδρας καβάλα σ’ ένα άλογο με
δύο πιστόλια στα χέρια να σκοτώνη αράδα, ενώ από κάτω του φωνάζανε
-«Γεια σου Τομ».
-Μπράβο Τομ. Απάνω τους Τομ. Κοπάνα τους Τομ».
Σε λίγο ανάψανε τα φώτα και γεμάτος περιέργεια στράφηκα γύρω μου και …
πάγωσα.
Ο μεγαλύτερος απ’ όλους και ο μόνος που φορούσε παπούτσια εκεί μέσα
ήμουν εγώ.
Επερίμενα λίγο να ξανασβύσουν τα φώτα και τράβηξα προς την έξοδο.
Φαίνεται όμως ότι αυτή τη φορά ήμουν πιο βιαστικός γιατί άκουσα πιο πολλές
φορές -αλλά εξ ίσου ευγενικά- να μου φωνάζουν:
-Στραβομάρα…»
ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ»
ΑΡ. ΤΕΥΧΟΥ 7
ΙΟΥΛΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1983