Στον Πλάτανο

Άνθρωποι και γαϊδούρια χωραΐτες και χωρικοί γέμιζαν κάθε μέρα τον Πλάτανο, τούδιναν

ζωή, τούδιναν κουράγιο, δύναμη κι’ αυτός γεμάτος χαρά στεκότανε πάντα ολόρθος, αγέραστος,

λεβεντόκορμος ο Πλάτανος το καμάρι της γειτονιάς, το στολίδι του Ρεθύμνου.

Και διάβαιναν τα χρόνια και περνούσαν οι καιροί. Η γραφική ζωγραφιά της γειτονιάς αρχίζει να

χαλά, κι’ ο πλάτανος τρίζει τα κουφάρια του γιατί στοχάζεται την τύχη του.

Τα μαγαζιά χαλούνται στην μια πάντα και μια ανοιχτερή πλατεία ξετρυπώνει στην πίσω μεριά του

Πλατάνου, ενώ πιο πέρα ένα σαντριβάνι ή μάλλον ένα μνήμα με δυό σταυρούς στελειώνεται. Σκύβει

ο πλάτανος και το θωρεί αρχίζει να κλαίη και τα μεγάλα του φύλλα σαν μαύρα δάκρυα γεμίζουν την

πλατεία, φαντάστηκε και πίστεψε πως ήρθε πια η ώρα του αφού του στέσαν κι’ όλας τον σταυρό.

Και να, ο φόβος του, η σκέψις του, ο στοχασμός του έγινε αλήθεια.

Μια πρωϊνή, χέρια άπονα έριξαν κάτω το θεριό το δοξασμένο τον αγέραστο πλάτανο.

Έφυγε ο πλάτανος, μαζύ του όμως έφυγε ότι αγάπησε. Τα μαραμένα φύλλα του απά τον πόνο την

ώρα που πέφταν σαν το τσεκούρι τούσκιζε το κορμί του απλώθησαν δεξά και ζερβά και σκόρπισαν

τον μαρασμό.

Έφυγε ο πλάτανος μα και η χαρά τσι γειτονιάς μαζύ του χάθηκε. Δεν έμεινε τίποτε, το φεύγα του τα

πήρε όλα.

Έφυγε ο πλάτανος μα τουλάχιστον έμεινε τ’ όνομά του.

Έμεινε λες για παρηγοριά, λες για ειρωνεία και το περισσότερο, και για τα δύο.

Όμως, και αν ο σημερινός πλάτανος εφτώχαν και αν έχασε το μεγαλείο της παληάς εποχής,

δεν παύει να είναι ο μοναδικός

μαχαλάς του Ρεθύμνου, η πιο γνωστή γωνιά της πόλης μας για τα καλαμπούρια και για τα

γεροντοπαλλήκαρα του.

ΒΗΜΑ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1956

Αφήστε μια απάντηση