Λιμανάκι: διάφορες ιστορίες

Η ΗΡΕΜΙΑ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΑΚΙΟΥ ΜΑΣ διεκόπτετο ενίοτε με την παρουσία του

Μουσταφά. Αυτός ήταν ένας αγαθός τύπος που έπασχε από δειλία, η οποία φανερωνότανε

έντονη άμα θα τον έπειθαν οι λιμενεργάτες να αποπειραθή να μπη σε μια βάρκα.

Μόλις θελα φανή, λοιπόν, στο λιμάνι, φορώντας μία μονοκόμματη ποκαμίσα και

κάτι τεράστιους φελλούς (ένα είδος τσόκαρα), τον παραλάβαιναν δύο δήθεν φίλοι του, οι

οποίοι με χίλια λόγια παραπλανητικά, τον έπειθαν να πλησιάση στην άκρη του μουράγιου.

Άμα, λοιπόν, έφθαναν εκεί, τραβούσαν την βάρκα και έφτανεν στα πόδια του μπροστά και

με χίλια λόγια τον έπειθαν να απλώσει το πόδι του. Μόλις, όμως, ετολμούσεν να το

απλώσει… Με τις φοβερές φωνάρες όλων των λιμενεργατών, «Στο γιαλό ο Μουσταφάς!!!…

Στο γιαλό ο Μουσταφάς!!!…», κατετρόμαζεν, τραβούσε το πόδι του και απελπισμένα

προσπαθούσε να απαλλαγή από την αγκάλη των φίλων του. Αμέσως νεκρική σιγή

βασίλευε, έως ότου θελα πεισθή εκ νέου ο Μουσταφάς να πλησιάση και ν’ απλώση το πόδι

του ξανά, οπότε αμέσως ακολουθούσανε οι φωνάρες, «Στο γιαλό…» και επαναλάμβάνετο η

ίδια κίνησις, να τιναχτή πίσω πάλι ο δυστυχής Μουσταφάς και να σκούν από τα γέλια όλοι

οι παρακολουθούντες. Αυτό επαναλαμβανότανε και ίσαμε δέκα φορές, ώσπου

απελπισμένος, απεφάσιζε αμετακλήτως να αναχωρήση.

Στο λιμανάκι δεν ήταν μόνο ο κήπος που τραβούσε τους νέους στο καφενεδάκι του

Κόκκινου, αλλά και ένα άλλο κέντρον καθαρά χαρτοπαικτικό, και το οποίον ήταν πάνω από

την νυν ταβέρνα «Λιοδάκι». Επειδή δε η είσοδός του ήταν σε απόμερο σημείο του

λιμανιού, πίσω από την τωρινή ταβέρνα και στο πάνω πλατύσκαλο της διπλής σκάλας που

είναι εκεί, το προτιμούσαν Τούρκοι και Έλληνες.

Αυτή η πράσινη τσόχα έχει την ιδιότητα να εξομοιώνει όλους που καθίζουν γύρω

της, ευγενείς ή αγενείς, μορφωμένους ή αμόρφωτους, πλούσιους ή πτωχούς που έτσι

εξομοιωμένοι και αδελφωμένοι, περιμένουν την τύχη να δώση σ’ άλλους την χαρά του

κέρδους, σ’ άλλους την ικανοποίηση χάνοντας αδιάφορα να επιδεικνύουν τον πλούτον

τους και εις άλλους, τους περισσοτέρους, την απελπισία του κατεστραμμένου.

Είναι βράδυ λοιπόν, χειμώνας, τραμουντάνα, που το κύμα κτυπώντας στο μουράγιο

έκανε να τρέμουν τα σπίτια γύρω στο λιμανάκι. Περασμένα μεσάνυχτα, μένουν ακόμη στην

λέσχη λίγοι σεϊριτζίδες (θεαταί) και ένας Τούρκος με ένα Χριστιανό και οι δυο μανιώδεις

και αχόρταγοι παίκτες. Παίζουν ζάρια.

Για να βλέπουν καλά, έχουν κατεβάσει την πετρελαιόλαμπα σχεδόν πενήντα

πόντους πάνω από το τραπέζι. Αποτείνεται, λοιπόν, ο Τούρκος στον Χριστιανό και του

λέει…

«Κατές ένα μπράμα; Ήντα ‘χεις ομπρός σου;…»

Μετρά τα λεπτά του ο Χριστιανός κι έχει μπρος του εκατόν πενήντα ναπολεόνια.

Παρακολουθεί ο Τούρκος το μέτρημα και βλέπει το ποσόν. Γυρίζει, λοιπόν, και του

λέει… «Βάνεις τα ούλα κι εγώ το σπίτι μου απέναντι στο Δεσποτικό;…»

Ο Χριστιανός το ακούει μα σκέπτεται και δειλιάζει, γιατί πρόκειται για μια ολόκληρη

περιουσία. Αλλά που κι αυτός, είναι καβήδικος κουμαρτζής και δεν τον αφήνει το σκουλήκι

να υποχωρήση… Ταλαντεύεται ακόμη λίγο και στο τέλος τα σπρώχνει όλα από μπροστά του

και δέχεται.

Παίρνει ο Τούρκος πρώτος τα ζάρια και τα τσουρά. Βγαίνει έξη-πέντε, σχεδόν

πλήρης επιτυχία, διότι δεν κερδίζεται αυτό παρά αποκλειστικώς με εξάρες.

Έρχεται η σειρά του Χριστιανού, τσουρά τα ζάρια αλλά στην τσόχα πέφτει μόνο ένα

ζάρι. Μωρέ τι γίνηκε το ζάρι… Όλοι παραξενεύονταν. Κοιτάζουν παντού. Κάτω από το

τραπέζι και γύρω στο δωμάτιο… αλλά άφαντο! Εν τω μεταξύ, το ζάρι που ‘πεσε στην τσόχα

δείχνει άσσο.

Ο Τούρκος, βλέποντας πως δεν βρίσκεται το ζάρι, γυρίζει και λέει του Χριστιανού…

«Ήθελα να κάτεχα, ήντα γυρεύετε άδικα να το βρήτε απού τούτονα…», και δείχνει τον

άσσο, «… ότι κι άνε δείξη κειόν’ απού γυρεύετε, χαμένοι θα ‘στε!».

Ο Χριστιανός, όμως, με τους σεϊριτζίδες εξακολουθούν να ψάχνουν να το βρουν κι

ας χάση… Μια φορά πάντως, χωρίς να πέση το ζάρι στην τσόχα, είναι δυνατόν ν’ ακυρωθή

η ριξιά.

Εκεί, λοιπόν, που το γυρεύουνε γύρω-γύρω, με το τράνταγμα του πατώματος που

ήταν ξύλινο, ξεκολλά το ζάρι που ήταν μπερδεμένο στην άκρη του αμπαζούρ (της λάμπας),

πέφτει, κτυπά πάνω στο ζάρι που έδειχνε άσσο, το γυρίζει και δείχνει εξάρι… Κυλιέται λίγο

παρακάτω και στέκει κι αυτό … στο έξη! Δηλαδή εξάρες! Η μόνη ζαριά που μπορούσε να

πάρη το έξη-πέντε.

Κόκκαλο, λοιπόν, με αυτό το συμβάν και οι παίκτες και το θεωρείο, χωρίς να

πιστεύουν τα μάτια των.

Πρώτος ο Τούρκος μιλεί και λέει… «Αφερήμ εφέντη μου!» (μπράβο) και πετά το

κλειδί του σπιτιού του στα χέρια του Χριστιανού.

Άλλη μια φορά, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, σ’ ένα ιδιαίτερο στρογγυλό τραπέζι,

κάθουνται τρεις Χριστιανοί, από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς της πόλεως, και περιμένουν

τον τέταρτο για να συμπληρωθή το καρρέ, να παίξουν πόκερ λίγους γύρους, να δοκιμάσουν

την τύχη τους και μόλις πάει παρά πέντε δώδεκα, να το διαλύσουν να πάνε στα σπίτια των

να κάμουν Πρωτοχρονιά. Κατά τις εντεκάμιση λοιπόν, φτάνει ο τέταρτος και παίζουν ως τις

δώδεκα παρά πέντε, οπότε σηκώνονται και μετρά ο κερδισμένος τα λεπτά του και είχε

κερδίσει… διακόσια ναπολεόνια! Ολόκληρη περιουσία.

Όλους τους παραπάνω παίκτες τους ξέρω με τα ονόματά των, πλην μου φαίνεται

περιττόν να τα αναφέρω.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ “ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ”

Αφήστε μια απάντηση