1899 Η άλλη πλευρά της ζωής στο Ρέθυμνο

του Θεμιστοκλή Βαλαρή *

Μετά την απελευθέρωσίν μας και για χρόνια, η ζωή ήτανε μακάρια αν είχες βέβαια
τον τρόπο σου να ζης άνετα, γιατί αν όχι και δεν μπορούσες και να εργάζεσαι ως τις
τελευταίες μέρες της ζωής σου, επειδή δεν υπήρχαν ασφαλιστικά ταμεία, η επιβίωσίς σου
εξηρτάτο από την φιλανθρωπία συγγενών, φίλων και γειτόνων. Γι’ αυτόν τον λόγο, κάθε
Σάββατο, γυναίκες και άνδρες, ανήμποροι και γέροι, γύριζαν τα σπίτια και κτυπούσαν τις
πόρτες ζητιανεύοντες ένα κομμάτι ψωμί, που το ‘βάζαν σ’ ένα σακκί που ΄χαν στην πλάτη.
Ό,τι μπουκιές και κομμάτια ψωμί περίσσευαν κάθε μέρα στα σπίτια, τα φύλασσαν
ιδιαίτερα για τους πτωχούς, που θα περνούσαν το Σάββατο να ζητιανέψουν.
Όλοι, μεγάλοι και μικροί, αν τύχαινε να δούμεν στον δρόμο ένα κομμάτι ψωμί
πεσμένο, όσο μικρό κι αν ήταν, το σηκώναμεν και το βάζαμεν σε τόπο που να μην μπορεί
κανείς να το πατήσει ή να το διασκελίσει αν δεν το ‘βλεπε. Για όλον τον κόσμο, φτωχούς ή
πλούσιους, το ψωμί ήταν κάτι το ιερόν. Κάθε Σάββατο, ήταν σκληρό να βλέπει κανείς
γέρους και αρρώστους, να σέρνωνται κυριολεκτικώς, με το σακκί στην πλάτη, να
ζητιανεύουν ένα κομμάτι ψωμί.


Το φοβερό όμως, αλλά και τραγικό θέαμα, ήταν να βλέπεις όσους από τους
λεπρούς μπορούσαν να περπατήσουν, να ζητιανεύουν μέσα στην πόλη. Αυτοί δεν
εζητιάνευαν παρά μόνον στα μαγαζιά, όπου χωρίς να αγγίζουν πουθενά, προτείνανε μόνον
το χέρι, όπου και τους ρίχνανε το νόμισμα…
Αλλοίμονον αν πήγαιναν στα σπίτια και άγγιζαν τον χαλκά, που μ’ ένα σπάγγο
συνδεότανε με το κουδούνι, για να τον τραβήξει ή το κερκέλι, για να χτυπήσουν την πόρτα.
Έπρεπε να γίνει απολύμανσις ύστερα κι εξ αιτίας αυτού του λόγου περιορίζονταν οι
δυστυχείς στα μαγαζιά.
Όλοι σχεδόν οι εργάται, ακόμα και οι λυμενεργάται, που σ’ όλη την ζωή των
εδούλευαν μέσα στον κίνδυνο να πνιγούν και πολλές φορές σωζότανε μόνο γιατί το ‘θελε
ο Θεός, άμα θελα φτάσουν σε ηλικία τέτοια, είτε πάθαιναν αρρώστειες, ώστε να μην
μπορούν με την πλάτη να βγάλουν από το αμπάρι της μαούνας το σακκί το ρύζι ή ό,τι άλλο
είδος (που όλα σχεδόν ζύγιζαν 100 κιλά και άνω), εσκόλαζαν από την δουλειά και για να
ζήσουν εζητιάνευαν.
Τα παπούτσια ήταν είδος πολυτελείας. Στο Δημοτικό Σχολείο τα πλείστα παιδιά
ήταν ξυπόλητα και τον χειμώνα τα ποδαράκια των ήτανε κατάμπλαβα από το κρύο.
Μετρημένοι στα δάκτυλα ήταν οι λυμενεργάται που φορούσαν γόβες (παντόφλες
με φτέρνα) ή τσόκαρα (ξύλινα, στηριζόμενα στο πόδι με μια λουρίδα πετσί), και τα οποία
βγάζανε, όταν εργαζότανε για να μην τα χαλάσουν.
Φεύγοντας από την δουλειά, κρατούσαν στα χέρια τις γόβες και πήγαιναν ή στην
βρύση που ήταν λίγο παρά κάτω από εκεί που είναι τώρα το βαρούλκο, είτε στην θάλασσα,
έπλυναν τα πόδια των και ύστερα έβαζαν ό,τι είχαν.
Γυναίκες, κορίτσια, άνδρες, παιδιά και γέροι, που ‘μπαιναν από τα περιβόλια στην
πόλη, περπατούσαν ξυπόλητοι και άμα έφταναν στην αρχή της προκυμαίας, κάθιζαν στο
σκαλάκι που ήταν εκεί και κατέβαινε κανείς την άμμο και ως ήταν ξυπόλητοι, έπλεναν τα

πόδια των και έβαζαν, όσοι είχαν, τα παπούτσια ή τις παντόφλες, που έως τότε τα είχαν
κρεμασμένα στον ώμο των, μπρος το ένα πίσω το άλλο, όσοι δε δεν είχαν ούτε παντόφλες,
έμεναν ξυπόλητοι μεν αλλά καθαροί.
Κάθε πρωί, στην πλατεία των Χασαπιών (Τεσσάρων Μαρτύρων), στέκουνταν
χωρικοί που ο καθένας τραβούσε και ένα ζώο φορτωμένο ξύλα ή αχινοπόδια για
μπροσάναμα ή ξυλοκάρβουνα και περίμεναν να πάει πελάτης να τα αγοράσει. Πολλές
φορές κάθονταν και περίμεναν να ‘λθει πελάτης έως το βράδυ.
Τα ξύλα πουλιόταν στην τιμή που είχαν δύο ή τρία ψωμιά, ανάλογα προς την
ποιότητά των, δηλαδή αν ήταν ελαιόξυλα ή αν ήταν σχίζες ή στρογγυλά. Τα ξυλοκάρβουνα
πουλιόταν από εννενήντα λεπτά έως μία δραχμή η οκά. Το ψωμί είχε έξη δραχμές η οκά.
Επίσης επωλούντο κλαδιά στους φούρνους, γιατί τότε οι περισσότεροι φουρνάρηδες αυτά
μεταχειριζότανε για να πυρώσουν τον φούρνο και πλήρωναν το φορτίο με ένα (!) ψωμί.
Για να γίνει το γομάρι (φόρτωμα) αυτό τα κλαδιά και να πάρει ένα ψωμί ο χωρικός,
έπρεπε, μόλις γύριζε από την πόλη, να πάει στο βουνό με σκαλίδα, και να βγάλει τα
κλαδιά, δηλαδή σχεδόν εβραδυάζετο. Την άλλη μέρα να σηκωθεί αξημέρωτα, να πάει στο
βουνό να τα φορτώσει και να τα μεταφέρει στην πόλη.
Όταν εργαζότανε στην εξοχή για θέρος, αλώνεμα, μάζεμα ελιών ή ο,τιδήποτε άλλο
εισόδημα, ως τροφή, άλλος κρατούσε σκέτο ψωμί, άλλος ψωμί και στο μπουκαλάκι ξύδι
που το βουτούσε και το ‘τρωγε και άλλος με λαδόξυδο, οπότε όμως, σ’ αυτήν την
περίπτωση, τρώγοντάς το, δεν περιέστρεφε το ψωμί μέσα, αλλά απλώς το λάδωνε, μόνο
από την μία μεριά.
Εκάθιζαν λοιπόν, έκαναν τον σταυρό των, εγευότανε ο καθένας ό,τι είχε και άμα
τέλειωναν, κατευχαριστημένοι δόξαζαν τον Θεό. Μετά το φαγητό, η απόλαυσίς του ήτανε
να βγάλει με υπομονή το σακκούλι τον καπνό από τα στήθια του, να φυσήξει το
τσιγαρόχαρτο να χωρίσει, να στρώσει πάνω του τον καπνό, να τον στρίψει, να βγάλει τον
πυρόβολο, με τ’ ανύχι, να του βάλει την ίσκα, να την ανάψει και να πιεί εν ειρήνη το
τσιγάρο του.
Στα σπίτια, οι νοικοκυρές μεταχειριζότανε για να ψήσουν, συνήθως, ξύλα,
σπανιότερα δε κάρβουνα, γιατί εθεωρούτανε ακριβά. Τα πλουσιόσπιτα είχαν από καρφί
κρεμασμένα πλάι στο τζάκι τα σπίρτα. Τα σπίρτα εθεωρούντανε ακριβά και με μεγάλη
οικονομία τους έκαναν χρήσιν.
Το κουτί, όπου ήταν συσκευασμένα, ήταν εις μέγεθος διπλάσιο από ό,τι είναι ένα
κουτί κασετίνα των σημερινών τσιγάρων. Άνοιγε από το πάνω μέρος με σκέπασμα, που
στην μέση του είχε τρύπα για να κρεμιέται. Τα σπίρτα ήταν τετραπλάσια σε χόνδρος από τα
σημερινά, το δε μάκρος των διπλάσιο. Είχαν κεφάλι κόκκινο, ηκολούθει ένα τμήμα του
ξύλου καλυμμένο με θειάφι κίτρινο και ύστερα το ξύλο. Ήταν πάρα πολύ εύφλεκτα και γι’
αυτό τα κρεμούσαν, γιατί πολλές φορές, με μια απρόσεκτη κίνηση, παίρναν όλα μαζύ
φωτιά. Στο άναμά των εμπάφιαζε η κουζίνα από μυρωδιά θειαφιού.
Επίσης σε μερικά πλουσιόσπιτα είχαν καμινέτο με οινόπνευμα, για να ψήνουν τον
καφέ. Πολλές φορές, όμως, έπαιρνε μονομιάς φωτιά, τίναζεν το φυτίλι και έκαιγεν τα
χέρια, πολλές φορές δε και το πρόσωπο.

Στα φτωχότερα σπίτια, φύλαγαν στην στάχτη καρβουνάκια και από εκείνα, την άλλη
μέρα, άναβαν την φωτιά. Αν τυχόν δεν διετηρούντο τα καρβουνάκια, ζητούσαν από την
γειτονιά δανεικά κι έκαναν την δουλειά των.
Στα καφενεία, σε κάθε τραπέζι, είχαν το λεγόμενο καψί. Ένα μικρό δοχείο
σιδερένιο, γεμάτο στάχτη και πάνω δύο καρβουνάκια για να ανάβουν τσιγάρο οι πελάται.

*Από το βιβλίο του “Μια πόλη αναμνήσεις “

Αφήστε μια απάντηση