του Ανδρέα Σταυρουλάκη
Ο ΑΣΗΜΑΚΗΣ που θα είναι του λοιπού ο Επιθεωρητής Χ2, εγκαταστάθηκε στο
Ρέθυμνο κατά την περίοδο των θερινών διακοπών. Με την έναρξη του σχολικού έτους
απηύθυνε την πρώτη του εθιμοτυπική χαιρετιστήρια εγκύκλιο. Ακολούθησε άλλη
περιέχουσα παιδαγωγικές συμβουλές και μεθοδικές οδηγίες για την αποδοτικώτερη
λειτουργία των σχολείων, αλλά και μέτρα απαγορευτικά, τινά των οποίων, χωρίς να
ωφελούν το παράπαν, ήταν δεσμευτικά για το δάσκαλο, κι ακόμη μειωτικά. Μεταξύ των
άλλων απαγόρευε αυστηρώς την απομάκρυνση των δασκάλων εκ της έδρας των άνευ
αδείας. Τούτο βέβαια κατά βάση είναι ορθό. Το επιτάσσει άλλως τε κι ο Νόμος. Δεν
νοείται απομάκρυνση υπαλλήλου επ’ ουδεμία αιτία άνευ προηγουμένης αδείας της
Υπηρεσίας χορηγουμένης κατόπιν αιτήσεώς του. Προκειμένου εν τούτοις ειδικώς περί των
δασκάλων, που υπηρετούν εις τα χωριά, μακρυά εκ της έδρας του Προϊσταμένου των –
Επιθεωρητή είναι δυσχερής αν μη καταπιεστική και καταθλιπτική η εφαρμογή τοιούτου
μέτρου. Οι δασκάλοι της έδρας για μια έκτακτη ανάγκη θα μεταβούν αυτοπροσώπως στο
γραφείο της Επιθεωρήσεως, θα εκθέσουν τους λόγους της απουσίας εκ του σχολείου και
θα λάβουν τη σχετική άδεια. Οι δασκάλοι της υπαίθρου πως θα επικοινωνούσαν τότε;
Κοινοτικοί ιατροί και φάρμακα δεν ύπαρχαν πριν 20 χρόνια στα χωριά. Πως θα
αντιμετωπιζότανε λοιπόν μια αιφνίδια ασθένεια του δασκάλου ή μέλους της οικογενείας
του; κατά το επιθεωρητικό μέτρο έπρεπε να υποβάλη αίτηση στον Επιθεωρητή και θα
ανάμενε την χορήγηση αδείας για να μεταβή στο γιατρό. Η διαδικασία αυτή απαιτούσε το
ολιγώτερο πάροδο 8 ημερών. Ανεφάρμοστο όθεν εκ των πραγμάτων. Δεν μπορεί ο
ασθενής να αναμένη 8 ημέρες. Ή να προσέρχεται στο γιατρό κατόπιν «εορτής». Τόσες όμως
περιπτώσεις παρουσιάζονται εκτάκτως που επιβάλλουν την άμεση απομάκρυνση του
δασκάλου. Χωρίς να υπάρχη ο αναγκαίος χρόνος προς εφοδιασμό του με άδεια. Η
σοβαρότερη απ’ όλες ήτο ωστόσο η απομάκρυνση του δασκάλου μια φορά το μήνα τότε,
προκειμένου να κατέλθη στην πόλη, προς παραλαβή του μισθού του. Τότε πληρωνόμαστε
άπαξ του μηνός. Σήμερα δις, κατά δεκαπενθήμερο. Κατ’ αναπότρεπτη ανάγκη
κατερχόμαστε άπαξ του μηνός άνευ αδείας, εν γνώσει της Υπηρεσίας. Μέχρι το 1940
απαιτείτο η αυτοπρόσωπη παρουσία στο Δημόσιο Ταμείο για την παραλαβή του μισθού. Η
διά καταστάσεων πληρωμή που ισχύει ακόμη και σήμερο εφαρμόσθη την περίοδο της
Κατοχής. Η κατά δεκαπενθήμερα δε, πολύ μεταγενέστερα. Τούτο κατά τη γνώμη μου
σήμερα δεν εξυπηρετεί καμμιά σκοπιμότητα. Τουναντίον απασχολεί τους Εκκαθαριστές
Αποδοχών δις του μηνός, ενώ μπορούσαν εξ’ άπαξ κατά μήνα να συντάσσουν τις
μισθοδοτικές καταστάσεις για ολόκληρο το μήνα όπως συμβαίνει με τους συνταξιούχους.
Απορώ μάλιστα πως, δεν έχει υποπέσει στην αντίληψη του Υπουργείου Οικονομικών.
Συνεχίζω όμως.
Ο Αλέκος παρείδε όλα τα σημεία της εγκυκλίου. Δεν μπορούσε όμως να αφίση
απαρατήρητο το τελευταίο. Επιθυμούσε να εκκαθαρίση τη θέση του έναντι του νέου
Επιθεωρητή και της συνειδήσεώς του. συνέταξε λοιπόν αναφορά με την οποία ζητούσε
παροχή διευκρινήσεων. Έθετε το κάτωθι συγκεκριμένο ερώτημα:
-«Παρακαλούμεν όπως μας γνωσθή εάν εις την απαγόρευσιν της απομακρύνσεως
των διδασκάλων εκ της έδρας των άνευ αδείας συμπεριλαμβάνεται η κάθοδος αυτών εις
την πόλιν προς απόληψιν των αποδοχών των. Και τούτο διότι αποτελεί δικαίωμα τούτων
αναφαίρετον εφ’ όσον, δεν υπάρχει έτερος ασφαλής τρόπος καταβολής μισθού εις τους εν
χωρίοις υπηρετούντας. Παρέχω παρεμπιπτόντως την πληροφορίαν ότι διδάσκαλοι
αναθέσαντες εις τρίτους, την παραλαβήν του μισθού των απώλεσαν αυτούς καθ’ ότι οι
κομισταί τους ιδιοποιήθησαν… Προτείνομεν όθεν όπως η κάθοδος των διδασκάλων εις την
πόλιν προς τον ως άνω σκοπόν θεωρείται δικαιολογημένη οίκοθεν, η δε παρουσία των εις
το Γραφείον σας έδραν του εκκαθαριστοί αποδοχών θεωρείται, ως ζωντανή αναφορά των.
Η τυχόν, παρά ταύτα, επιμονή σας εις την υποβολήν αιτήσεως αδείας αποτελεί αλυσιτελές
μέτρον, λίαν καταπιεστικόν, μηδόλως προάγον το υπηρεσιακόν συμφέρον. Δέον να μη
παροράται το γεγονός ότι η συνείδησις των Ρεθυμνίων διδασκάλων ευρίσκεται εις λίαν
υψηλήν στάθμην και ουδείς φόβος υπάρχει να γίνη καταστρατήγησις του Νόμου,
υπονόμευσις της νομίμου εξουσίας του Επιθεωρητού ή ηθελημένη παραμέλησις του
υπηρεσιακού καθήκοντος. Ασυνείδητοι διδάσκαλοι δεν υπάρχουν. Κι αν υπάρξη τις
εύκολος θα καταστή εις υμάς η επισήμανσις και η άσκησις ελέγχου κατ’ ακολουθίαν…».
Ατυχώς απερρίφθη η ως άνω λογική υπόδειξη… Με έγγραφό του επέμεινε στην
αυστηρή συμμόρφωση όλων, στα παραγγελλόμενα.
Φυσικά ο Επιθεωρητής δεν έχει το δικαίωμα να νομοθετή. Η αρμοδιότητά του
έγκειται στην επαγρύπνηση της πιστής εφαρμογής των υπαρχόντων Νόμων και Διατάξεων
και ο έλεγχος των τυχόν παραβατών. Δεν είχε προσέτι το δικαίωμα να εμποδίση τους
δασκάλους από του να λάβουν τις αποδοχές των. Ουδείς εργάζεται χωρίς να τρώγη. Για να
τρώγη πρέπει να έχη χρήματα. Για να έχη χρήματα πρέπει να λαμβάνη από τον εργοδότη.
Απλοί συλλογισμοί λογικής τους οποίους αγνοούσε ηθελημένως ή αθελήτως ο
Επιθεωρητής. Κατά συνέπεια οι δασκάλοι των χωρίων δικαιούνται να απομακρυνθούν της
θέσεώς των να μεταβούν προς λήψη των αποδοχών των, να φάγουν, για να δύνανται να
εκτελέσουν την υπηρεσία τους στα σχολεία. Κανένας γραπτός ή άγραφος Νόμος δύναται
να τους εμποδίση εφ’ όσον δεν υπάρχει έτερος τρόπος μισθοδοσίας των. Δικαιούνται μια
φορά τον μήνα να απουσιάσουν για τον λόγο αυτό, της απουσίας των λογιζομένης οίκοθεν,
ως ημέρας αδείας.
Υπήρχε όμως εις ισχύν και ο Α.Ν. 2180/1940 ο οποίος με το άρθρο 75 παρείχε το
δικαίωμα στους Διευθυντές των σχολείων χορηγήσεως αδείας δύο ημερών, εις έκτακτες
περιστάσεις και μέχρι 10 ημερών ετησίως. Αντί λοιπόν να εξακολουθήση τον χαρτοπόλεμον
της αλληλογραφίας ο Αλέκος μετά του Επιθεωρητή, προτίμησε κι έθεσε εις εφαρμογή τον
ως άνω Νόμο. Δια πράξεώς του υποβαλλομένης στον Επιθεωρητή εκάστοτε χορηγούσε 24
ωρών άδειαν απουσίας εκ της έδρας του εις τον εαυτό του (Αλέκο). Ταυτοχρόνως
κατερχόταν στην πόλη, εμισθοδοτείτο, προμηθευόταν εφόδια για την οικογένειά του ενός
μηνός κι επανερχόταν. Ο Επιθεωρητής φυσικά δεν μίλησε ποτέ. Η ενέργεια ήτο νόμιμη. Δεν
ηδύνατο να την απαγορεύση. Και το μέτρο αυτό σιγά – σιγά εγενικεύθη σ’ όλη την επαρχία
του Αλέκο, γιατί ο ένας δάσκαλος το μετάδιδε στον άλλο. Ο Επιθεωρητής ανέχθη την
κατάσταση θέλοντας και μη. Υποχώρησε. Δεν επέμεινε ευτυχώς. Ο Αλέκος όμως που
υπήρξε ο μοχλός της ήττας του επέσυρε φυσικά την δυσμένειά του. Τον έβλεπε με κακό
μάτι. Μάλλον δεν τον έβλεπε καθόλου. Τον θεωρούσε εχθρό. Μα η διαφωνία τους δεν ήτο
η μόνη. Επακολούθησε κι έτερη ως θα ιδούμε στη συνέχεια.
Α.Σ.Σ.
ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1972