Η άμυνα των μαθητών…

Του Ανδρέα Σταυρουλάκη

Διάλεξα το όνομα «Γιαννιός» σαν λακωνικώτερο, να κατονομάζω μ’ αυτό όλους τους «γραμματοδιδασκάλους» της κατηγορίας του οι οποίοι μου έχουν δώσει υλικά στη σειρά των σημειωμάτων που άρχισα.

Δεν πρόκειται λοιπόν περί συγκεκριμένου, ωρισμένου προσώπου. Οι αναγνώστες μου ας

μη βασανίζωνται ν’ ανακαλύψουν στον ήρωά μου κάποιο γνωστό που βρισκεται στα

περιγραφόμενα χνάρια. Ας του μοιάζει! Δεν είναι εκείνος! Στο όνομα «Γιαννιός»

περιλαμβάνονται όλοι αυτής της μορφώσεως, άσχετα αν κάθε περίπτωση ανήκει σ’ άλλον

δάσκαλο.

Ο Γιαννιός είχε τη συνήθεια να μην προσέρχεται στο σχολείο πριν πιη λίγα

ποτηράκια κρασιού ή ρακής. Έκανε λοιπόν μερικούς «αγιασμούς» ως αποκαλούσαν οι

χωριανοί τις απρόσκλητες επισκέψεις του στα γειτονικά σπίτια, αποκτούσε αρκετό κέφι κι

ερχόταν έπειτα στο σχολείο μισομεθυσμένος. Τις περισσότερες όμως φορές αν εύρισκε

κάποιο σύντροφο γινόταν στουπί και λησμονούσε την αποστολή του. Ή δεν πατούσε

καθόλου πόδι στο σχολείο ή ερχόταν κατά την ώρα του διαλείμματος, ενώ στο σχολείο

γινόταν πανζουρλισμός από τις φωνές, τα σφυρίγματα και τους πήδους των ελεύθερων ,

άνευ δασκάλου μαθητών. Άλλους εύρισκε στην αυλή σπεύδοντες να εισέλθουν στην

αίθουσα κατά την εμφάνισή του κι άλλους, μέσα στην αίθουσα, που την είχαν κυριολεκτικά

αναστατωμένη και έπλεε σε σύννεφα σκόνης.

«Τι είναι μωρέ κερατάδες τραβάγια;» ήτο η πρώτη παρατήρηση που απηύθυνε

στους μαθητές, που έσπευδαν να επανεύρουν λαχανιασμένοι και κατέρυθροι τις θέσεις

των, ενώ εκείνος κατευθυνόταν στην έδρα και έπεφτε ακαριαίως στο κάθισμα. Αναγκαίως

παράλειπαν την πρωινή προσευχή. Καλούσε για ανάγνωση τη Ε΄ Στ΄ τάξη. Βγαίνοντας οι

μαθητές έπαιρναν θέσεις γύρω στην έδρα σχηματίζοντας ημικύκλιο. Διάβαζε ο πρώτος

αφού έδιδε το παράγγελμα ο Δάσκαλος. Πριν τελειώση όμως αυτός, ο δάσκαλος είχε κλίνει

το κεφάλι προς την έδρα και το ακουμπούσε στα χέρια του βαλμένα σταυροειδώς. Τον

έπαιρνε ύπνος βαρύς. Δεν είχε αντοχή να κρατηθή μέχρι να αναγνώση όλη η τάξη.

Κοιμόταν, ενώ οι μαθητές γελούσαν ή τον ειρωνευόταν κάμνοντας μορφασμούς μεταξύ

τους, κάθιζαν στα θρανία ή συνέχιζαν τα παλαίματα ή σχόλαζαν εγκαταλείποντες τον το

μεσημέρι, κοιμώμενο στη τάξη.

Το σχόλασμα εφάρμοζαν τελευταία αμέσως, μόλις τον έπαιρνε ο ύπνος. Κάποιος

έξυπνος χωριανός τους το υπόδειξε. Έτσι ο δάσκαλος ξυπνούσε κάποια ώρα, βρίσκοντας

την τάξη κενή. Τότε, σχόλαζε κι αυτός ή συνέχιζε τον ύπνο αναλόγως της αντοχής που είχε

από τη μέθη. Αν τύχαινε να ξυπνήση γρήγορα, να βρη τους μαθητές ακόμη γύρω τους

έλεγε: «Διάβαζε ποιος διαβάζει»; Οι μαθητές απαντούσαν; Αποδιαβάσαμε. «Ε, τότε

καθίσετε κάτω. Θα ‘χετε ένα φύλλο παρακάτω» έλεγε ο Δάσκαλος. Και η μάθηση ήτο

ιδεώδης. Οι μαθητές ήξεραν περισσότερα απ’ αυτόν.

Οι πιο αλάθητοι κριτές για κάθε Δάσκαλο είναι οι μαθητές του. Βρίσκονται

αμεσώτερα μαζί του, παρακολουθούν κάθε του ενέργεια, κάθε του κίνηση, κάθε του λόγο

και σχηματίζουν ανάλογες εντυπώσεις. Αν ο δάσκαλος είναι ευσυνείδητός εργατικός,

ενθουσιώδης, φέρεται ευγενικά προς αυτούς και ακόμη με στοργή και αγάπη κερδίζει,

χωρίς πολύ κόπο την εμπιστοσύνη των, την λατρεία των, τον σεβασμό και την εκτίμησή

των. Προσέχουν να μην τον στενοχωρήσουν, να μην τον ενοχλήσουν. Δείχνουν, όση

επιμέλεια μπορούν και είναι προσεκτικοί, φρόνιμοι, ευπειθείς, πειθαρχικοί ευγενείς.

Αν τουναντίον, ο δάσκαλος είναι ασυνείδητος, οκνηρός, αδιάφορος, αν φέρεται

βάναυσα σκληρά, χωρίς στοργή, και ενδιαφέρον για την πρόοδο και τη μάθηση, χάνει την

εμπιστοσύνη, τον σεβασμό και την αγάπη των μαθητών και ακόμη γίνεται στόχος

επικρίσεων, επιθέσεων, λοιδωριών, αντιποίνων χλευασμών, και άλλων πράξεων ανοικείων.

Οι μαθητές προς αντιμετώπιση δασκάλου αμελούς, αδιάφορου και επιζήμιου ως

προς πνευματική ανάπτυξη και μορφωτική κατάρτισή των, συνασπίζονται κατ’ αυτού,

αντιδρούν εναντίον του ωργανωμένα και προβαίνουν εις ομαδικές πράξεις προσβλητικές

μη παραλείποντες πάσαν ενέργεια σκοπό έχουσαν τη μείωση του γοήτρου, την υποτίμηση

της Δασκαλικής αξιοπρεπείας και την δυσφήμησή του. Προς τιμωρία του τέτοιου

δασκάλου, δεν ορρωδούν προ ουδενός εμποδίου. Συσκέπτονται μεθ’ εκάστην ανάρμοστη

συμπεριφορά οι μεγάλοι μαθητές και ευρίσκουν από κοινού το είδος της ποινής που θα

επιβάλλουν στο δάσκαλο για να τον εκδικηθούν.

Κατά τον ίδιο τρόπο αντιδρούσαν οι μαθητές της περιόδου που αναφερόμαστε.

Τότε που υπηρετούσαν οι παληοί δασκάλοι. Εκείνοι που επεδίδονταν στο κρασί και τη

ρακή, παρά στην υπηρεσία του σχολείου. Ίσως φανή σήμερο απίστευτο ή παράδοξο.

Πιθανόν να σκέπτωνται τινές ότι οι μαθητές των Δημοτ. Σχολείων πριν 40 χρόνια ήσαν

συνεσταλμένοι, ντροπαλοί, πειθήνιοι απονήρευτοι.

Και βέβαια ήσαν και έμεναν τέτοιοι προς δασκάλους καλούς, επιμελείς,

ευσυνείδητους. Όταν όμως οι Δασκάλοι ήσαν αδιάφοροι, κορόιδευαν εαυτούς, την

υπηρεσία, τους γονείς και τους μαθητές, ήσαν ασυνείδητοι, οι μαθητές αναγκάζονταν να

μεταβάλλουν στάση έναντι των. Έπαιρναν μέτρα άμυνας. Τους φέρονταν ανάλογα. Τους

«πότιζαν» κατά χαρακτηριστική έκφραση κείνου του καιρού.

Που σημαίνει αντίποινα: Τους τιμωρούσαν ως θα ιδούμε στο επόμενο

ΤΑ ΑΝΤΙΠΟΙΝΑ

ΙΔΕΩΔΗΣ τύπος παληού δασκάλου ο Γιαννιός. Ελάχιστες ήταν οι γραμματικές

γνώσεις. Ένας άνθρωπος ανεξέλικτος, χωρικός, απλός, μέτριας νοημοσύνης. Στην εκτέλεση

της υπηρεσίας του αδιάφορος. Δεν τον ενέπνεε ο ζήλος προς το λειτούργημα που του είχε

εξ «ανάγκης» αναθέσει η Πολιτεία. Δεν αισθανότανε αγάπη προς το παιδί. Δεν τον

θέρμαινε καμμιά φλόγα προωθήσεως της μαθήσεως και ανόδου της πνευματικής στάθμης

του Ελληνόπουλου. Να γιατί, δεν προσπαθούσε. Δεν επεμελείτο. Αν ωστόσο, ύπαρχαν οι

ως άνω προϋποθέσεις, θα ύπαρχαν και τα κίνητρα, προς αυτομόρφωση και αυτόματα θα

απέβαινε χρήσιμος φωτίζοντας και μορφώνοντας τα καημένα Ελληνόπουλα. Δεν

βελτιώθηκε λοιπόν. Όπως άρχισε έτσι και τερμάτισε τη δασκαλική του καρριέρα.

ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ δεν τον χώνευαν. Τον αντιπαθούσαν γιατί αντί να των ανοίγη τα μάτια

τα τύφλωνε πνευματικά. Κάποτε αποφάσισαν και τον τιμώρησαν για την αδιαφορία που

έδειχνε για την πρόοδο και μάθησή των. Θα ιστορήσω την τιμωρία με τα ίδια λόγια που

κάποιος πονηρός μαθητής του το 1934, μου την διηγήθηκε:

-«Μια μέρα σκεφθήκαμε να τον ποτίσωμε (δηλαδή να τον τιμωρήσωμε. Πότισμα

λέγαμε την τιμωρία) γιατί μας άφησε νήστεις όλο το μεσημέρι της προηγουμένης στο

σχολείο, επειδή διαμαρτυρηθήκαμε πως άργησε νάλθη, γιατί ρακηδόπινε στο ρακηδιό του

Μελιτζάνη κι έτσι χάσαμε το μάθημα. Βρήκαμε λοιπόν τρεις μεγάλες βελόνες και τις

τοποθετήσαμε στο κάθισμά του έτσι, που να τον αγγυλώσουν αισθητά μόλις καθίση. Το

κάμαμε χωρίς αναβολή. Την επομένη καθώς ερχόταν γελούσαμε μυστικά με την καρδιά

μας για ό,τι θα πάθαινε σε λίγο. Ανυπομονούσαμε η εκδηκήτρια ομάδα. Οι άλλοι μαθητές,

δεν γνώριζαν τίποτε. Επί τέλους κάθισε! Αλλά στη στιγμή πετάχθηκε όρθιος τρίβωντας και

με τα δυό του χέρια τον πισινό του. Είχε τσιτωθή δυνατά. Από τους μορφασμούς του

προσώπου φαινόταν πως υπόφερε και επονούσε. Εμείς παρακολουθούσαμε με σφιγμένη

αναπνοή. Ερεύνησε και πήρε τις βελόνες στο χέρι. Κρατώντας τις στο ένα και τρίβοντας τον

πισινό με το άλλο άρχισε το συνηθισμένο εξάψαλμο.

-«Βρε να χαθήτε γαϊδούρια, γουρσουζόσποροι. Ποιος παληάνθρωπος τόκαμε αυτό;

Ποιος έβαλε τις βελόνες στην καρέκλα;»

Όλοι παρακολουθούσαμε βουβοί. Κανένας δεν μίλησε. Τίποτα δεν ανακάλυψε και

την γλυτώσαμε.

Μια άλλη μέρα αποφασίσαμε να τον ξαναποτίσωμε. Ξαίραμε πως τα στιβάνια του

είχαν μπρόκες. Και λέμε: Να τον κάμωμε να γλυστρήση. Βρήκαμε λοιπόν ρόβι και το

σκορπίσαμε στην έδρα. Γλύστρησε πολλές φορές. Το πατούσε κι έτριζε. Το κάθισμά του

εκινείτο. Θύμωσε πάλι. Μα οι δράστες έμειναν άγνωστοι.

Μια άλλη μέρα μας έστειλε στο νερό. Εμείς του σπάσαμε τη στάμνα για να τον

ποτίσωμε. Έτσι κάναμε πάντοτε οσάκις μας έδινε αφορμή. Κάτι βρίσκαμε και τον ποτίζαμε

προς εκδίκηση.

ΜΙΑ ΔΑΣΚΑΛΑ που απεχώρησε εσχάτως από την υπηρεσία πτυχιούχος, αρκετά

καταρτισμένη επαγγελματικά, αφού παντρεύθηκε προ δεκαπενταετίας περίπου,

υποχρεώθηκε από τις οικογενειακές της μέριμνες να αμελήση το σχολείο της. Αφοσιώθηκε

στο νοικοκυριό της και αδιαφόρησε για το υπηρεσιακό της καθήκον. Διανυκτέρευε στο

χωριό του συζύγου και μετέβαινε κάθε πρωί στο σχολείο γειτονικού της χωριού μη

απέχοντος πλέον του τετάρτου της ώρας. Οι μαθητές της δεν έμεναν καθόλου

ικανοποιημένοι από την εργασία της. Δυσφορούσαν μαζί με τους γονείς των που έφεραν

βαρέως την αμέλεια και απροθυμία της δασκάλας των. Προσερχόταν πολύ καθυστερημένα

το πρωί και απερχόταν ενωρίς πολύ το απόγευμα. Ειργαζόταν ως τρεις ώρες ημερησίως,

όλες όλες.

Σκέφτηκαν λοιπόν να την εκδικηθούν. Να την τιμωρήσουν. Και να πως καθώς μου

διηγήθηκε μαθητής της ενώ ακόμη φοιτούσε στο σχολείο αλλά σε άλλο δάσκαλο γιατί η

δασκάλα εν τω μεταξύ είχε μετατεθή.

-«Δεν έφτανε -μου είπε- πως αργούσε να έλθη και έφευγε ενωρίς αλλά και το

μεσημέρι πήγαινε για να θηλάση το μωρό της και επέστρεφε την ώρα που σχόλαζαν τα

άλλα σχολεία. Εμείς μανίζαμε. Σκεφθήκαμε να την τιμωρήσωμε. Και διαλέξαμε «το

κουλούρι με σύρμα». Βρήκαμε σύρμα και της στέσαμε θηλειά καθώς τη στένουν στους

λαγούς οι κυνηγοί, το πρωί αφού μπήκαν όλοι οι μαθητές στην αίθουσα. Ακριβώς στην

είσοδο σε στενό διάδρομο. Κατά το διάλειμμα παρατηρήσαμε τη δασκάλα από το

παράθυρο που ερχόταν με τη τσάντα στο χέρι. Περιμέναμε με καρδιοκτύπι. Άραγε

συλλογούμασταν θα πετύχη η παγίδα; Ευτυχώς πέτυχε. Η δασκάλα πιάσθηκε από το ένα

πόδι και τινάχθηκε ένα μέτρο μακρυά λιπόθυμη. «Παναγία μου, φώναξε» σαν συνήλθε.

-Βρε, κι αν σκοτωνόταν τι θα γινώμαστε; Του παρατήρησα.

-Αι, μου απάντησε, την τσόχα θα χάναμε, ξεκαρδιζόμενος στα γέλια.

ΤΕΤΟΙΑ κρούσματα και άλλα παρόμοια παρατηρούνταν συχνά παλαιότερα σε πολλά

σχολεία που οι δασκάλοι από γηρατειά, από αγραμματωσύνη ή από ασυνειδησία και

κλασσική οκνηρία εργάζονταν χωρίς απόδοση, αποκαλυπτόμενοι ανίδεοι, γυμνοί από

γνώσεις, αστοιχείωτοι. Αυτοί για να καλύπτουν τη γυμνότητά των μετείρχονταν βάναυσα

μέσα, σκαιή συμπεριφορά, ξύλο, ύβρεις και μύρια άλλα βασανιστήρια: ορθοστασία,

γονάτισμα στις πυρήνες, φάλαγγα, δέσιμο με σχοινί οπισθάγγωνα κλπ. Μεταξύ των

δασκάλων και των μεγάλων μαθητών – ήσαν τότε οι πλείστοι έφηβοι – λάβαιναν χώρα

συχνές συγκρούσεις, μαλλώματα, τσακωμοί. Πολλές φορές έστηναν ενέδρα στο δάσκαλο

και του επετίθενταν οργανωμένα δια λιθοβολισμού. Έσπασαν πολλάκις δασκαλικά

κεφάλια. Πετροβόλησαν τζάμια του σχολείου. Αμόλυσαν πέτρες κατά της στέγης του

σχολείου κατά την ώρα μαθήματος. Και όλα αυτά προς εκδήλωση διαμαρτυρίας. Για

εκδίκηση όχι πια κακή συμπεριφορά, αλλά το πλείστο, για την απροθυμία που έδειχναν οι

δασκάλοι προς κατάρτιση και πνευματική των καλλιέργεια.

ΣΗΜΕΡΑ βέβαια όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Είναι όνειρα. Οι σημερινοί

δασκάλοι διαπνεόμενοι από ένθεο ζήλο και άκρατο ενθουσιασμό, γεμάτοι στοργή και

αγάπη προς το παιδί, πλήρως καταρτισμένοι επιστημονικά, άρτιοι επαγγελματικά και

ικανώτατοι αναμορφωτές είναι αφοσιωμένοι με ψυχή και σώμα στην λειτουργία του

σχολείου και δικαίως έχουν επισύρει την εμπιστοσύνη και την λατρεία των παιδιών, της

εκτίμηση της Κοινωνίας και την προσοχή της Πολιτείας.

Α.Σ.Σ.

ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1972

Αφήστε μια απάντηση