ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ
Του Μανόλη Κούνουπα

Η κατοχική περίοδος με όλες αυτές τις καταστάσεις που βιώσαμε στα νεανικά μας χρόνια, είναι αδιανόητο, να τις συλλάβει ανθρώπινος νους στη σημερινή εποχή.
Ήταν μια Δευτέρα 20 ή 21 Μαΐου 1941 όταν άρχισαν να κροταλίζουν τα πολυβόλα των αεροπλάνων επάνω από το Ρέθυμνο. Οι πολυβολισμοί συνεχίστηκαν και την επόμενη ημέρα, ενώ τη μεθεπόμενη (Τετάρτη) σταμάτησαν και ξεκίνησε ένας ανελέητος, αδιάκοπος θανάσιμος βομβαρδισμός πάνω από την πόλη.
Ο πατέρας είχε ενοικιάσει ένα εξοχικό, τότε, σπίτι στην οδό Τρανταλίδου, έναντι του σημερινού νοσοκομείου. Πίσω από το σπίτι υπήρχε κήπος και ένα μικρό αμπέλι. Εκεί είχε την εύλογη πρόβλεψη να ’χει φέρει εργάτες και να σκάψουν ένα αρκετά βαθύ και μακρύ φράγμα, όρυγμα ως καταφύγιο. Όλες εκείνες τις ώρες των απανωτών εκκωφαντικών εκρήξεων, όλη η οικογένεια βρισκόμαστε εκεί μέσα όλη την ημέρα. Το απόγευμα οι βομβαρδισμοί σταματούσαν. Την Πέμπτη ημέρα, ο πατέρας μ’ έστειλε κατά το σούρουπο, με το ποδήλατο στο φούρνο του Τζέλεση μήπως έχει ανοιχτά. Και πράγματι, ο μακαρίτης ο Γιάννης παραδόξως είχε φουρνίσει. Αγόρασα ένα ψωμί. Στην επιστροφή είχε ανοιχτά και ο Θεοδωρουλάκης (παραπλεύρως καφενείο Πηγουνάκη) και έδινε πατάτες σε όποιον τις ήθελε και όσες ήθελε, είτε με πληρωμή είτε δωρεάν (επί πιστώσει). Πήρα και πατάτες τσάμπα, αφού δεν είχα αρκετά λεφτά, λέγοντας το όνομα του πατέρα μου. Σαν έφτασα στο σπίτι, η μητέρα μου με φίλησε κατά συγκινημένη.
Την επόμενη ημέρα ο πατέρας αποφάσισε να φύγομε και να πάμε στο Ρουσσοσπίτι. Όταν του είπα ότι έπεσαν αλεξιπτωτιστές στα Περιβόλια και ότι είδα έναν με στιβάνια και σαρίκι να κρατά τουφέκι σα να πρόκειται να πάνε όλοι να πολεμήσουνε, και να φωνάζει, όποιος είναι άντρας να γλακά στη μάχη, τότε θορυβήθηκε. Έτσι, το ίδιο βράδυ η μητέρα ετοίμασε τρεις μπόγους με κουβέρτες και πήραμε δρόμο προς νότο. Ο Ανδρέας με την Αδριανή ήδη βρισκόταν στο Ρουσσοσπίτι φιλοξενούμενοι της οικογένειας Τρουλινού, όπου θα φιλοξενούμαστε κι εμείς.
Φορτωμένοι με τους μπόγους φτάσαμε στον Ευληγιά και από εκεί στ’ Ανώγεια. Κατεβαίνοντας, και ανεβαίνοντας φαράγγια (Αγία Ειρήνη) φτάσαμε μετά από ώρες στο Ρουσσοσπίτι ξεψυχισμένοι, ψόφιοι από την κούραση. Το χωριό ήταν έρημο. Μας είπαν ότι οι χωριανοί βρίσκονταν σε σπηλιές δύο ή τρία χιλιόμετρα προς το Βρύσινα, μετά τον οικισμό Καπεδιανά. Δεν αντέχαμε άλλο. Παρ’ όλ’ αυτά και παρόλο ότι σερνόμαστε και δεν μπορούσαμε να πάρομε τα πόδια μας, βαδίζοντας με δυσκολία, φτάσαμε στις σπηλιές. Εκεί οι βοσκοί έσφαζαν ζώα και τρώγαμε μόνο κρέας για δέκα ημέρες.
Μετά επιστρέφοντας στο Ρουσσοσπίτι νοικιάσαμε για διαμονή ένα καφενείο στο οποίο έμεναν μαζί μας κατάχαμα και άλλες οικογένειες. Στο χωριό θα ’βλεπε να καταφθάνουν και να καταφεύγουν φυγάδες ένστολοι είτε στρατιωτικοί είτε της Χωροφυλακής για να μην αιχμαλωτιστούν.
Όταν μαθεύτηκε ότι οι μάχες στην Κρήτη τελείωσαν, ότι η κατάληψή τους ήταν γεγονός και ότι στα Περιβόλια οι κάτοικοι, όσοι επέζησαν, κυκλοφορούσαν, ο πατέρας νοίκιασε δύο γαϊδούρια και κατέβηκε στην πόλη για να περισώσει ότι μπορούσε. Στη γέφυρα Συνατσάκη τον σταμάτησαν δύο ένοπλοι Γερμανοί και αγριεμένοι του πήραν τα δύο ζώα. Εκείνος έκαμε το σταυρό του που γλίτωσε και ίσως γι’ αυτό να γλίτωσε και από τους Γερμανούς..Φεύγοντας πήγε στο σπίτι και
έγραψε σ’ ένα σημείωμα στα γαλλικά (Maison habiter famille il est
comblet). Μετά ανέβηκε στο χωριό για να μας φέρει στην πόλη,
μαθαίνοντας από τους γείτονες ότι οι Γερμανοί καταλαμβάνουν
Μετά ανέβηκε στο χωριό για να μας φέρει στην πόλη, μαθαίνοντας από τους γείτονες ότι οι Γερμανοί καταλαμβάνουν και επιτάσσουν τα άδεια σπίτια, είτε τα ληστεύουν. Όμως η μητέρα αρρώστησε από τύφο, μια βαριά, εξαντλητική ασθένεια της εποχής. Έτσι μπήκαμε στην πόλη έναν μήνα αργότερα, μετά την ανάρρωση της και βρήκαμε το σπίτι λεηλατημένο και όχι μόνο από τους Γερμανούς. Γερμανοί και ντόπιοι το είχαν αδειάσει κυριολεκτικά. Άρπαξαν ως και το ποδήλατο. Το πιάνο ευτυχώς παρέμεινε άθικτο αλλά το πήραν αργότερα. Εκείνη όμως η ακατανόμαστη καταστροφική βαρβαρότητα και η ανυπολόγιστη και απροσδιόριστη αρπαγή του φαρμακείου τον κατακεραύνωσε.
Όλα τα ποτά, τα γάλατα και γνωστής χρήσεως είδη, είχαν κλαπεί. Τα υπόλοιπα φάρμακα βρίσκονταν χάμω σε ύψος μισού μέτρου. Αλλά και όλες οι πόρτες των άλλων μαγαζιών σπασμένες και το περιεχόμενο λεηλατημένο. Η πόλη ήταν αγνώριστη από τα γκρεμισμένα σπίτια, τα χαλάσματα και τα ερείπια.
Από τα φάρμακα που ζητούσε να βρει για την άρρωστη μητέρα, δεν εύρισκε τίποτα. Η καταστροφή του φαρμακείου ήταν ολοκληρωτική, αφού όλα τα βάζα με τα φάρμακα βρίσκονταν σπασμένα στο πάτωμα.
Από εδώ και στο εξής αρχίζει η «μεγάλη νύχτα» της γερμανοκατοχής, με μια ζωή αβάσταχτη και μαρτυρική. Ο πατέρας ευτυχώς είχε πολλούς φίλους στα χωριά. Στον Πρινέ ο φίλος του, μεγαλονοικοκύρης, ιδιοκτήτης αλευρόμυλου, Ρόμπολας, τον φίλευε με αλεύρι. Άλλος φίλος του, ο Εργινουσάκης, διαχειριστής του μονοπωλίου του άλατος, του ’δινε αλάτι, πολύτιμο για την εποχή ως ανταλλάξιμο προϊόν. Η θεία Βαγγελίτσα στην Πηγή μάς βόλευε με λάδι. Η ελονοσία ήταν μια βαριά εξαντλητική, εμπύρετη αρρώστια. Η μοναδική θεραπεία της το κινίνο και ω του θαύματος, ένα κιβώτιο κινίνο είχε διασωθεί στην αποθήκη του φαρμακείου άθικτο.
Νοίκιασε ο πατέρας ένα μουλάρι και πήγε στη Μεσσαρά. Οι βάλτοι με τα κουνούπια στην επαρχία επέφεραν μεγάλο πλήγμα. Η ελονοσία είχε κάνει θραύση στον πληθυσμό και τα κινίνο ήταν φάρμακο θαυματουργό. Έτσι ο πατέρας φόρτωσε σ’ ένα μουλάρι δύο μεγάλα τσουβάλια μιγάδι (στάρι – κριθάρι) και μερικά μικρότερα, τα γέμισε όσπρια, κρεμμύδια κλπ. και μας τα ’φερε στο σπίτι περιχαρής.
Σύνηθες μενού είχαμε πρωτίστως τα χάρτα με λάδι, αλλά και ψάρι τρώγαμε συχνά από τον ψαρά, συγγενή μας αείμνηστο Μαραγκουδάκη. Θεός σχωρέσει τον.
Θα ’θελα να αναφερθώ σε μερικά περιστατικά της ταραγμένης, ανεπανάληπτης εκείνης εποχής, τα σχετικά με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της καθημερινότητας.
Στα χρόνια της κατοχής έβλεπες να κυκλοφορούν στους δρόμους άνθρωποι σκιές του εαυτού τους από την πείνα. Τα μπακάλικα πουλούσαν μόνο χαρούπια και μαλοτήρα. Στα Κασαπιά έσφαζε ο Πλαστήρας καμιά φορά ένα ζώο. Όποιος το μάθαινε πρώτος έτρεχε και όποιος πρόφταινε θα ’πεφτε σ’ έναν αφόρητο συνωστισμό.
Τα κοπάδια στα χωριά ήταν μετρημένα και τα ζώα σταμπαρισμένα από τους κατακτητές. Στο λιμάνι Γερμανοί στρατιώτες περίμεναν τα ψαροκάικα για ν’ αρπάξουν όλα τα ψάρια αποκλειστικά και μόνο για τον γερμανικό στρατό. Οι φούρνοι είχαν κλείσει. Ένας και μόνο λειτουργούσε και παρασκεύαζε ψωμί με προορισμό μόνο για τον γερμανικό στρατό.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες της εσχάτης ένδειας οι καθηγητές και οι δάσκαλοι, πώς να αντέξουνε με χόρτα και χαρουπόψωμο; Τα σχολεία εκείνη την ταραγμένη χρονιά του ’41-’42 δεν λειτούργησαν. Εξάλλου το πληθωρικό χρήμα του μισθού τους με τη νομισματική υποτίμηση δεν έφτανε ούτε για ένα κιλό λάδι. Την επόμενη χρονιά ο Σύλλογος των Καθηγητών είχε μια φαεινή ιδέα. Υπέβαλε ένα αγωνιώδες αίτημα στο Μοναστήρι του Πρέβελη, για μια αναγκαία συνδρομή σε τρόφιμα. Ο Ηγούμενος ανταποκρίθηκε άμεσα και αποτελεσματικά.
Κάποια ημέρα σε ώρα διαλείμματος του σχολείου (Γυμνάσιο, οδός Κουντουριώτου) είδαμε χαρούμενοι οι μαθητές, να εισέρχονται από την καγκελόπορτα επτά γαϊδουράκια κατάφορτα με τρόφιμα και κανίστρες με λάδι και αγωγιάτες δύο καλογεροπαίδια. Με την εμφάνισή τους ακολούθησε πανηγύρι. Η υποδοχή τους από τα παιδιά υπήρξε αποθεωτική. Οι δυνατές, στεντόρειες φωνές τους ακούγονταν σε όλη τη γειτονιά. Τα χάιδευαν, τους μιλούσαν, τραβούσαν τ’ αυτιά τους, τα φιλούσαν, ξεφώνιζαν και βρήκαν την ευκαιρία να χαρούν ένα απερίγραπτο ξέφρενο πανηγύρι.
Τα ζώα στη συνέχεια τα οδήγησαν δυο παιδιά στο σπίτι του καθηγητή Τυράκη. Η αποθήκη του σπιτιού χρησίμευε και ως αποθήκη για τη συγκέντρωση τροφίμων προοριζομένων για τους καθηγητές.
Άλλη μια πηγή εφοδιασμού τροφίμων για τους καθηγητές ήταν οι οικογένειες των μαθητών.
Όταν οι καθηγητές ζήτησαν από τα παιδιά μια εθελοντική προσφορά όσο και ευεργετική συνεισφορά σε τρόφιμα, οι γονείς ανταποκρίθηκαν άμεσα.
Η συνηθισμένη αμοιβή των καθηγητών για τους μαθητές τους προερχόμενους από χωριά ήταν ένα ή δύο μπουκάλια λάδι, καθώς και καρπός (στάρι, κριθάρι), όσπρια, πατάτες, κρεμμύδια αλλά και κοτόπουλα, κουνέλια, αυγά. Αλλά και οι ξηροί καρποί, οι σταφίδες και οποιοδήποτε τρόφιμο ήταν ευπρόσδεκτο. Ένας συμμαθητής μας, γιος του Αλατσά (προϊσταμένου του μονοπωλίου του άλατος) έφερε αλάτι. Όσο για μένα τους έφερα, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, ένα δώρο πολύτιμο και ευπρόσδεκτο, όπως ήταν την εποχή εκείνη, το κινίνο.
Ένα γεγονός αδιανόητο και αξιομνημόνευτο της κατοχικής εποχής ήταν ο σταυλισμός γαϊδουριών μέσα στο μισοτελειωμένο, ετοιμόρροπο κτίσμα της εκκλησίας των Τεσσάρων Μαρτύρων, το οποίο αργότερα κατεδαφίστηκε. Ακούστηκε τότε χωρίς ποτέ να επιβεβαιωθεί ότι τα γαϊδούρια επιτάχτηκαν από τα χωριά με προορισμό την κονσερβοποίηση.
Με την ίδρυση της ΕΠΟΝ (1942) οργανωμένη στην Αντίσταση μια μικρή ομάδα παιδιών, μαθητών, αναλαμβάνομε την ευθύνη ενός επικίνδυνου και παράτολμου εγχειρήματος. Την αναγραφή πατριωτικών, φλογερών συνθημάτων στους τοίχους.
Από τους τολμηρότερους εκείνους δεκαπεντάρηδες, ο Ηρακλής Σκευάκης, ο Γιώργης Κιαγιαδάκης και ο Ελπίς Πλουτινάκης, θεός συγχωρέσει τους. «Θάνατος στο φασισμό, λευτεριά στον λαό», ήταν ένα από τα συνθήματα, όταν αργά μια νύχτα είδαμε το χάρο με τα μάτια μας.
Στη γωνία Μακρή Στενού και εκείνου που οδηγεί στο Τούρκικο σχολείο, εκεί που υπήρχε άλλοτε ο φούρνος Μαμαγκάκη, και ενώ ο Ελπίς Πλουτινάκης βρισκόταν ήδη επί το έργον, φάνηκε στο βάθος του δρόμου κάπου προς την Κυρία των Αγγέλων (Μικρή εκκλησία) μια γερμανική περίπολος. Βάλαμε τα πόδια στον ώμο και αρχίσαμε μια τρεχάλα με αστραπιαία ταχύτητα. Ενώ έτρεχα και ενώ τους άλλους τους είχα χάσει, άκουσα πίσω μου σε απόσταση, πυκνούς πυροβολισμούς. Τα πόδια μου έκαναν φτερά. Από το στενό πίσω από το Τούρκικο τράβηξα ίσια. Πέρασα το δρόμο της Αγίας Βαρβάρας και στρίβοντας μέσα από τα στενά έφτασα στον Άγνωστο. Εκεί σταμάτησα και πήρα μα βαθιά ανάσα. Φτηνά την είχα γλιτώσει. Ας σημειωθεί ότι σε σχολικούς αγώνες ήμουν πρωταθλητής στο άλμα εις μήκος.
Εκείνη η κακιά ώρα και ο θανάσιμος κίνδυνος που διατρέξαμε, να πέσομε επάνω στο γερμανικό περίπολο, δεν μας αποθάρρυνε και σε ότι αφορά εμένα, ουδόλως συναισθάνθηκα την αιωρούμενη απειλή για τη ζωή μου. Έτσι από την άλλη ημέρα, μετά από αυτό το πρώτο βήμα, ετοιμαστήκαμε να προχωρήσομε στο επόμενο.
Ο τηλεβόας ή η ντουντούκα ή το χωνί ήταν μια χοάνη από χαρτόνι, στο οποίο προσαρμοζόταν το στόμα του ομιλητή και ενίσχυε την ένταση της φωνής του.
Εφοδιασμένοι με δύο τέτοια κατάλληλα «εργαλεία» με τον Ηρακλή Σκευάκη, μπήκαμε αργά μια νύχτα στον Δημοτικό κήπο από την πίσω πλευρά (οδός Ηλιακάκη). Σε λίγο σκαρφαλώσαμε κι ανεβήκαμε επάνω σε δύο κολονάκια, από αυτά που στηρίζουν την περίφραξη.
Ήταν εκείνα ακριβώς τα δύο παραπλεύρως των δημοτικών αφοδευτηρίων. Βάζοντας όλα μας τα δυνατά στη φωνή μας, χωρίς την αίσθηση του κινδύνου, αρχίσαμε όσο μπορούσαμε ν’ ακουγόμαστε, να φωνάζομε στεντορείως: «Θάνατος στο φασισμό, λευτεριά στο λαό», «Σκοτώστε τους φονιάδες» κλπ.
Απέναντι από το σημείο αυτό του κήπου, στην πλατεία Τεσσάρων Μαρτύρων, εκεί όπου σήμερα μια πρασιά προσδίδει μια καλαίσθητη όψη, βρισκόταν ένα κτίσμα. Ήταν τα Περιώνυμα από το βιβλίο του Χάρη Παπαδάκη, Κασαπιά.
Στην εξωτερική τους πλευρά υπήρχαν τρία καφενεία, στα οποία κατέφευγαν αργά όλοι, αλλά και πολλοί Γερμανοί. Οι Γερμανοί σαν άκουσαν τις φωνές ξαφνιάστηκαν, αλλά δεν άργησαν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Όρμησαν προς την περίφραξη του κήπου σα μανιασμένα θηρία. Αυτός όμως ο ανασχετικός φραγμός του κήπου, όπως σωστά είχαμε προβλέψει, στάθηκε στη δύσκολη εκείνη ώρα σανίδα σωτηρίας. Με την καθυστέρηση των Γερμανών στην προσπάθεια τους να περάσουν την περίφραξη, είχαμε το χρόνο, όχι μόνο να φτάσομε την άλλη άκρη του κήπου στην οδό Ηλιακάκη, αλλά και να τρέξομε και να απομακρυνθούμε εγκαίρως για να βρεθούμε σε αλαργινή ασφαλή απόσταση.
Ανάμεσα στα επιβεβλημένα πρόσθετα καθήκοντα των Επονιτών που είχαμε αναλάβει, ήταν και η τροφοδοσία των ανταρτών του ΕΛΑΣ, καθώς και ενός αναγκαίου, περιστασιακού εφοδιασμού. Το 1943 η Αντίσταση εισήλθε σε μια κρίσιμη φάση. Τα χωριά τα μάστιζε η ανέχεια και η στέρηση των αναγκαίων βιοποριστικών μέσων, επομένως ελάχιστα θα μπορούσαν να εξοικονομήσουν για να βοηθήσουν τη συντήρηση των ανδρών του ΕΛΑΣ.
Η οργάνωση (ΕΑΜ) εκείνη την οδυνηρή εποχή, μας ανέθεσε μα επικίνδυνη αποστολή. Επρόκειτο για τη μεταφορά τροφίμων σ’ ένα αντάρτικο Λημέρι, που βρισκόταν πιο πάνω από την κοινότητα του Αγίου Κωνσταντίνου. Προς τούτο θα μας χρησίμευε ένα γαϊδουράκι. Ο πατέρας του φίλου Μάνου Πρινιωτάκη, είχε ένα ψωφογάιδαρο, τον οποίο επιστρατεύσαμε για την περίπτωση.
Με κατάφορτο το γαϊδουράκι τρόφιμα από την Οργάνωση και έντυπο υλικό, κρυμμένο επιμελώς μέσα στο σαμάρι, ξεκινήσαμε ένα μεσημέρι με τους φίλους Μάνο Πρινωτάκη και Θοδωρή Σταυρουλιδάκη γι’ αυτήν την σχεδιασμένη επικίνδυνη αποστολή.
Ήταν λάθος η επιλογή μας να βαδίσομε από τον κεντρικό επαρχιακό δρόμο, με τον κίνδυνο να πέσομε σε γερμανικό περίπολο, με την ενδεχόμενη εντατική έρευνα και την εξονυχιστική ανάκριση. Όπως και να ’χει φτάσαμε στο Λημέρι. Βρήκαμε εκεί εκτός από τον αδελφό μου, Ανδρέα και τον Αγγελιδάκη και πολλούς άλλους οπλισμένους, όπως τον Μαρνιέρο τον μάγειρα του ομώνυμου εστιατορίου της Αρκαδίου και πολλούς άλλους άγνωστους.
Εδώ συνέβη ένα επεισόδιο πολύ θλιβερό και αναίμακτο, αλλά παραλίγο αιματηρό. Ο Θοδωρής Σταυρουλιδάκης πήρε το όπλο κάποιου αντάρτη και το ξεσκάλιζε με παιδιάστικο ενδιαφέρον. Κάποια τραγική, απρόβλεπτη στιγμή, το όπλο εκπυρσοκρότησε και κατά σατανική σύμπτωση πέρασε ανάμεσα από το χέρι (βραχίονα) του Ανδρέα και τα πλευρά. Ακολούθησε σαστισμάρα, σύγχυση. Όλοι τα ’χασαν μπροστά σ’ αυτό το εφιαλτικό, αδιανόητο γεγονός, αλλά και ασύλληπτο θαύμα. Όταν βράδιασε, ο Ανδρέας μας είπε ότι επειδή είμαστε κουρασμένοι δεν θα φυλάξομε σκοπιά. Εκείνη τη φεγγαρόλουστη καλοκαιρινή νύχτα βολευτήκαμε όπως – όπως, εκ του προχείρου και κοιμηθήκαμε κάτω από το ξενοδοχείο των αστέρων, τον ύπνο του δικαίου. Λίγη ώρα μετά αφ’ ότου ξυπνήσαμε ακούσαμε άξαφνα μια πανικόβλητη, εύηχη φωνή και σε λίγο φάνηκε να ‘ρχεται τρεχάτος ένας νεαρός βοσκός.
«Ίντα κάθεστε μπρε. Γλακάτε να φύγετε, γιατί έρχουνται οι Γερμανοί κι ανεβαίνουνε το πλάι». Εν ριπή οφθαλμού πήραμε δρόμο. Εμείς οι τρεις με το γαϊδουράκι ανατολικά και οι αντάρτες βορεινά. Εμείς προς τα κάτω στο πλάι της ρεματιάς και οι αντάρτες προς τα επάνω.
Η δικιά μας τριμελής παρέα, με τα αρκετά ανεβοκατεβάσματα σε κάμποσες ρεματιές, φτάσαμε στο πάνω Μαλάκι. Εκεί μας φιλοξένησαν συγγενείς του Μάνου, κοιμηθήκαμε το βράδυ και το πρωί φύγαμε για το Ρέθυμνο με διαδρομή από μονοπάτια και για λόγους ασφαλείας εκτός αμαξιτής οδού.
Να σημειωθεί ότι «έντυπο υλικό» λεγόταν έντυπα κείμενα τυπωμένα σε πολύγραφο (συσκευή αντιγράφων που έχει αντικατασταθεί σήμερα από τα φωτοαντιγραφικά μηχανήματα). Τα κείμενα αναφερόταν σε αυθεντικές ειδήσεις με καυτά θέματα των πολεμικών γεγονότων και επιχειρήσεων στα πολεμικά θέματα. Περιλάμβαναν επίσης προκηρύξεις και δημοσιεύσεις επαναστατικού περιεχομένου με σκοπό την παρότρυνση, ενθάρρυνση και συμμετοχή στον αντιστασιακό αγώνα.
Αυτή η συγκλονιστική εικόνα αλλά και αποκρουστική, εφιαλτική και αλησμόνητη με τις στρατιές των εξαθλιωμένων, ρακοδυτών, λιμοκτονούντων Ρώσων αιχμαλώτων που είχαν κατακτήσει θλιβερά σκέλεθρα είναι αδύνατον να περιγραφεί.
Εκείνη την ημέρα του 1944 οι Ρεθεμνιώτες έβλεπαν στη λεωφόρο μια φρικιαστική παρέλαση ανθρώπων φαντασμάτων. Δεν πίστευαν στα μάτια τους, όταν τους έβλεπαν να ορμούν, ν’ αρπάζουν λυμασμένοι τα πεταμένα πορτοκαλόφλουδα.
Ένα μέρος απροσδιόριστου αριθμού εξ’ αυτών κατέλυσε στο οικόπεδο της πλατείας Αγνώστου Στρατιώτου, οι υπόλοιποι είναι άγνωστο που κατέληξαν, ενώ μερικοί άλλοι δραπέτευσαν και αναζητώντας διέξοδο προσέφυγαν και εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ. Τον επικεφαλής τους, Βλαδίμηρο, θυμάμαι αμυδρά.
Σ’ εκείνο το οικόπεδο τους υποχρέωσαν οι Γερμανοί, παρά το οικτρό τους χάλι, να σκάβουν ορύγματα. Το ίδιο συνέβαινε και σε άλλη ομάδα Ρώσων αιχμαλώτων που βρισκόταν στα άλλοτε οικόπεδα πριν ή μετά την οδό Θεοτοκοπούλου. Θυμάμαι ότι πολλοί από αυτούς ακούστηκε ότι πέθαναν.
Την επόμενη ημέρα η οργάνωση (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ) μας προέτρεψε να μεριμνήσομε για μια κατά το δυνατόν εφικτή τροφοδοσία τους.
Αφού εφοδιαστήκαμε με κοφίνια γεμάτα πορτοκάλια και καρβέλια ψωμί, τρέξαμε πασίχαροι με την ελπίδα ότι οι Γερμανοί φρουροί θα μας επέτρεπαν να τα δώσουμε. Κάποιος από την παρέα υπήρξε επιφυλακτικός και είπε καθ’ οδόν ότι αυτό το επικίνδυνο εγχείρημα δεν θα πετύχαινε, διότι οι Γερμανοί δεν θα μας άφηναν ούτε να σιμώσομε. Άλλος σκέφτηκε να τους τα πετάμε από κάποια φρόνιμη απόσταση, όπως και έγινε. Οι Ρώσοι πανηγύριζαν έξαλλα, φώναζαν και εκδήλωναν τον ενθουσιασμό τους με κάθε τρόπο. Όμως οι Γερμανοί αφηνίασαν, εξαγριώθηκαν και μας κυνήγησαν άμεσα. Από όλους εμένα πρόλαβαν και με κλωτσούσαν απάνθρωπα. Στάθηκα άτυχος. Το μακρύ μου παλτό με εμπόδιζε να τρέξω και να προλάβω να απομακρυνθώ. Έτσι οι κλωτσιές μου άφησαν ανελέητους οδυνηρούς μώλωπες στα οπίσθια. Παρ’ όλα αυτά το ευχάριστο είναι ότι γλιτώσαμε τα ενδεχομένως χειρότερα.
Ιδιόγραφο για το αρχείο του ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ