του Θεμιστοκλή Βαλαρή

Μεταξύ των δραματικών περιστατικών που συνέβαιναν συχνά, στο ενετικό μας λιμάνι θα σας περιγράψω ένα που συνέβη την ημέρα των Χριστουγέννων.
Την ημέρα των Χριστουγέννων εκείνη την χρονιά, η θάλασσα ήταν μπονάτσα. Έπιασε, λοιπόν, εύκολα το βαπόρι και οι του λιμένος μας πήραν τις μαούνες και τους επιβάτες και άρχισαν την φορτοεκφόρτωσιν και την μεταφοράν των επιβατών. Δεν είχε περάσει μία ώρα από την στιγμήν που είχε ελευθεροκοινωνήσει το βαπόρι και ευτυχώς, μόλις είχε τελειώσει η μεταφορά των επιβατών και πιάνει ένα δαιμονισμένο μπουρίνι.
Ο Χουσεΐν καπετάνιος στέκει απείκος με τα κυάλια στο πάνω πλατύσκαλο της διπλής σκάλας, που είναι πάνω από την ταβέρνα «Λιοδάκη» σήμερα, και παρακολουθεί.
Ο Χουσεΐν καπετάνιος ήταν ο τσάρος του λιμανιού μας. Ήταν αρχηγός των Τούρκων λιμενεργατών, που ήταν και οι περισσότεροι, και οι διαταγές του ήσαν σεβασταί και εξετελούντο ασυζητητί, όχι μόνον από τους Τούρκους αλλά και από τους Χριστιανούς.
Εκεί, στο πλατύσκαλο αυτό, ήταν το παρατηρητήριόν του και παρηκολούθει την κίνησιν του λιμένος και τα εξ Ηρακλείου προσεγγίζοντα βαπόρια. Υπελόγιζε δε την απόστασιν που εφαίνετο το βαπόρι και την ταχύτητά του και εφώναζε… «Το βαπόρι φουντάρει π.χ.. σε μισή ώρα!…Να ετοιμαστούν μαούνες και βάρκες και να στέκουν αρόδο, όξω από το λιμάνι, εκειά που θα φουντάρη το βαπόρι. Ο καιρός είναι καλός και θα ‘ρθη ν’ αράξη κοντά», ή αν δεν ήταν καλός, έλεγε… «…θ’ αράξη ανοικτά».
Όντως αμέσως εξεκινούσαν οι μαούνες και οι βάρκες με τους επιβάτες ανοίγονταν έξω από το λιμάνι και περίμεναν την βάρκα του λιμεναρχείου να δώσει το πράτηγο, για ν’ αρχίση η προσέγγισις και η γνωστήν διαδικασία.
Η βάρκα του λιμεναρχείου προηγείτο, με τον Λιμενάρχην, τον αστύατρον και τον πράκτορα. Έβγαιναν στο βαπόρι, ήλεγχαν τα χαρτιά του, ως και αν έχη άρρωστον μέσα, διότι τότε τα βαπόρια αυτά έπιαναν στην Αίγυπτον, όπου έβραζε η χολέρα και εφ’ όσον όλα ήσαν εν τάξει, έφευγαν με την βάρκα και φώναζαν «Πράτηγο!!». Αμέσως ξεκινούσαν τα πλεούμενα, πλεύριαζαν στο βαπόρι και άρχιζε η φορτοεκφόρτωσις.
Βλέπει, λοιπόν, ο Χουσεΐν καπετάνιος από το παρατήριό του το μπουρίνι ξαφνικά να ‘ρχεται και το βαπόρι να τραβά την άγκυρά του για να φύγη, παρατώντας την μαούνα στο πέλαγος έρμαιον των κυμάτων (ήταν ο σκυλοπνίχτης του Τζών), και τραβά μια φωνάρα… που σείστηκε κυριολεκτικά το λιμάνι… «Γλακάτε (τρεχάτε), μωρέ, και χάνεται η μαούνα με τσ’ ανθρώπους μέσα!!!».
Δεν είχε αποτελειώσει την φράση του και όλοι οι λιμανίτες, με την ψυχή στο στόμα, στέκονται και περιμένουν την διαταγή. Ορμούν οκτώ Τούρκοι, διαλεκτοί κωπηλάτες και κολυμβηταί, πετούν τα ρούχα των, γιατί παπούτσια δεν είχαν, στέκει κι ο καπετάνιος στο τιμόνι και ξεκινούν.
Ο κόσμος εν τω μεταξύ στην πόλιν ακούει το σφύριγμα του βαποριού και βλέπει και το μπουρίνι και τρέχουν όλοι στο λιμάνι να δουν τι γίνεται. Πολλοί πάνε μπρος από το φανάρι που προεκτείνεται λίγα μέτρα ο μώλος και με κίνδυνο να παρασυρθούν από τα κύματα που τον καβαλικεύουν, περιμένουν ίσως και μπορέσουν να βοηθήσουν την ώρα που θα στρίβουν τα πλεούμενα, για να μπουν στο λιμάνι, που ήταν το πλιό επικίνδυνο σημείο.
Μόλις έστριψεν η βάρκα τον μώλο αυτό και βγήκε στο πέλαγος, έρχεται ένα θεριό κύμα, θέτει μια στην βάρκα, την τινάζει ολόρθη σαν καρυδότσουφλο στον αέρα αλλά χωρίς να την αναποδογυρίση. Οι κωπηλάτες έγιναν ένας σωρός στην πρύμνη της βάρκας, έτσι που το κύμα την έστεσε ολόρθη, μα μόλις αυτή έκατσε, πάλι ορμούν σαν θεριά και πιάνουν τα κουπιά.
Ο καπετάνιος της βάρκας ολόρθος κουλαντρίζει την τιμονιέρα με τα πόδια του, όρθιοι και οι κωπηλάτες πέφτουν ανάσκελα στα κουπιά, που τα πιέζουν με όλο τους το κορμί, με τα χέρια και τα πόδια και πάνε να σπάσουν από το ζόρι που τους δίνουν… αλλά αυτού!… εκεί! … αυτοί, ακλόνητοι μπρος στον θάνατο, τραβούν, παλεύοντας λιονταρίσια και φτάνουν την μαούνα.
Εμείς οι θεαταί, με την γλώσσα κυριολεκτικά καταπιωμένη, παρακολουθούμε αυτόν τον υπεράνθρωπο αγώνα που καταβάλουν άνθρωποι αγράμματοι αλλά με την ψυχή γεμάτη γνώση, που δεν αποκτάται με τα γράμματα, παρά μόνο αν έχης κληρονομιά την μαγιά μέσα σου, όπως την είχαν αυτοί.
Εβλέπαμε με δέος, μια την μαούνα να σκαμπανεβάζη στην τρούλα του κυμάτου και στην στιγμή να χάνεται από τα μάτια μας και την άλλη, την βάρκα στην τρούλα και τους κωπηλάτες να κάνουν λυσσασμένο αγώνα, για να προχωρήση και να σύρη πίσω της και την μαούνα μαζύ και πάλι να χάνεται μέσα στα κύματα και να προβάλλη η μαούνα με τον κάβο που την έσερνε τεντωμένο να σπάση, από το ζόρι που του ‘δίναν τα θεριά που αγωνίζουνταν μέσα στην βάρκα.
Τέλος, έφτασαν μπροστά στον μώλο, στην στροφή, αλλά η στροφή αυτή ήταν θανάσιμα επικίνδυνη, γιατί την ώρα που θα ‘στριβε η μαούνα υποχρεωτικά θα εξετίθεντο τα πλευρά της στην μανία των φοβερών κυμάτων, ώστε ή θ’ αναποδογυρίζετο ή θα την παρέσυραν να την πετάξουν έξω στην άμμο ή στον μώλο κι έτσι να χαθούν και οι άνθρωποι και η μαούνα.
Σηκώνεται, λοιπόν, ο πρώτος κωπηλάτης, Χουρχίτης με τ’ όνομα, απλώνει τα χέρια του και ζητά σκοινί από τους ανθρώπους που στέκονταν στην άκρη του μώλου, κάτω από το φανάρι. Οι άνθρωποι, που επί ταυτού στέκονταν εκεί, έτοιμοι ως ήταν, πετούν τον κάβο και τον πιάνει ο Χουρχίτης, σκύβει να τον δέσει στην βάρκα, για να ελευθερώση τα χέρια του να πιάση το κουπί και όλοι μαζύ να τραβήξουν την μαούνα από τον μώλο και να πάρη την στροφή, αλλά καθυστερεί… τραβιέται το σκοινί και ως ήτανε σκυμμένος, παρασύρεται και πέφτει στην θάλασσα.
Αυτό ήταν το τέλος της ζωής του! Ούτε ξαναφάνηκε στον αφρό, ούτε τον βρήκαν ποτέ! Τον τύλιξαν τα φοβερά ρεύματα και χάθηκε για πάντα, κι ας ήταν, όπως όλοι το ανεγνώριζαν, ο καλύτερος κολυμπητής του λιμανιού.
Εν τω μεταξύ, βγήκε και μια άλλη βάρκα, δίκωπη, με τον σκοπό να δώση τον κάβο στην μαούνα.
Μόλις, όμως, ξεκίνησε από τον μώλο, έρχεται ένα κύμα, μα τι κύμα… Ακόμα το βλέπω στα μάτια μου, να τρέχη αφηνιασμένο άλογο… Τινάζει μια στην βάρκα, την σηκώνει στον αέρα ολόρθη, την αναποδογυρίζει. Οι άνθρωποι παρουσιάζονται δέκα μέτρα από την μπουμπουρισμένη (ανάποδα) βάρκα, αλλά άλλο κύμα, αφηνιασμένο, θέτει μια στην βάρκα, την σηκώνει ολόρθη ξανά και βρίσκεται γυρισμένη στα ίσια να πλέη, σαν είκοσι μέτρα παρακάτω.
Εμείς, με την ψυχή στο στόμα, παρακολουθούσαμε το τρομερό δράμα, που εκτυλίσσεται μπροστά μας και βλέπομε τους ναυαγούς να πλησιάζουν την βάρκα, οπότε την φτάνει ο ένας και γαντζώνεται στην πλώρη της από το ξύλο που περισσεύει, ο άλλος όμως σηκώνει τα χέρια του ψηλά και χάνεται.
Αυτά όλα εξελίσσοντο σε απόσταση μικρότερη από 50 μέτρα από κει που στεκόμασταν, χωρίς να μπορούμε να βοηθήσωμε με κανέναν τρόπο.
Εν το μεταξύ, η βάρκα που είχε απομείνει με επτά ανθρώπους, εξακολουθεί, παρά την εξαφάνιση του καλλίτερου της κωπηλάτη, να παλεύη για την σωτηρία των επιβατών της μαούνας και την δική των. Αλλά μάταια, γιατί μια έφτανε η μαούνα μπρος την στροφή, μια ερχόνταν ένα βουνό κύμα… και βάρκα και μαούνα ξαναβρίσκονταν στο πέλαγος.
Στο τέλος, ένα κύμα σπρώχνει την μαούνα με την βάρκα μπροστά στον μώλο και ευνοϊκά ρεύματα βάζουν και τα δυο σκάφη στο λιμανάκι. Τα ρεύματα σπρώχνουν και την δεύτερη βάρκα προς την αρχή της προκυμαίας, όπου ως επλησίασεν πετούν ένα αγκυράκι δεμένο με σκοινί, πιάνουν την βάρκα, την πλησιάζουν και στα γρήγορα τραβούν τον Χουσάκι, αυτόν που είχε πιαστεί και σκαρφαλώσει απάνω της, από την πλώρη που ήταν γαντζωμένος.
Μετά δυο λεπτά, η βάρκα είχε γίνει θρύψαλα.
Αργότερα, βρέθηκε νεκρός ο σύντροφός του να πλέη στην είσοδο του λιμανακιού μας.
Αυτό ήταν ένα επεισόδιον από τα πολλά που τραβούσαν οι αφανείς αυτοί ήρωες, χωρίς ποτέ να βαρυγκομήσουν ή να δειλιάσουν μπροστά στον κίνδυνο, αλλά πάντα με αυτοθυσία και ανθρωπιά άφθαστη, προσέφεραν την ζωή των.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ