ΧΙΟΝΙΑ ΚΑΙ ΚΡΥΟΠΑΓΗΜΑΤΑ

Δεν ξέρω αν ο χειμώνας, στη γειτονική μας Αλβανία, είναι πάντοτε τόσο βαρύς, αλλά ο χειμώνας του 1940-41 παραήταν άγριος και βαρύς.

Τα χιόνια σκέπαζαν, όλον εκείνο το χειμώνα, όχι μόνο τα ψηλά βουνά της Β. Ηπείρου, που βρισκόταν τα προκεχωρημένα τμήματα του Ελληνικού στρατού, πολεμόντας τους Ιταλούς εισβολείς, αλλά και τα πιο χαμηλά βουνά και πολλές φορές, τα πεδινά μέρη.

Μέρες ολόκληρες, οι Έλληνες φαντάροι, δεν είχαν να πιούν νερό και αναγκαζόταν να λυώνουν, με χίλιους δυο τρόπους, λίγο χιόνι, μέσα στις καραβάνες τους και να το πίνουν γουλιά, γουλιά. Αλλά, αυτό το ευλογημένο χιονόνερο, αντί να ξεδιψάζει, χάριζε μια ιδιόρρυθμη πικράδα, στα διψασμένα λαρύγγια των πολεμιστών. Έτσι, η δίψα καταντούσε μια από τις μεγαλύτερες πληγές, που βασάνιζε κυριολεκτικά τους στρατιώτες του Ελληνοϊταλικού μετώπου. Το χειρότερο όμως ήταν, ότι οι Έλληνες φαντάροι, ήσαν εφοδιασμένοι με μια μόνο παλιά κουβέρτα, που την σκεπάζονταν, μαζί με την τριμμένη μανδύα των, όταν έπεφταν να ξεκουρασθούν, ή να πάρουν λίγο ύπνο πάνω στα χιόνια, αν βέβαια, το επέτρεπαν οι πολεμικές επιχειρήσεις. Τότε πάγωναν τα κουρασμένα κορμιά, οπότε υποχρεωνόταν οι πολεμιστές, να σηκώνονται και  να κάνουν βήμα σημειωτόν, για να μην παγώσει το αίμα τους και πεθάνουν, από το φοβερό ψύχος. Άλλες φορές πάλι, για ν’ αποφεύγουν τον κίνδυνο των Ιταλικών αεροπλάνων, που έκαναν επιδρομές κάθε μέρα στις Ελληνικές γραμμές και τα μετώπισθεν και βομβάρδιζαν στρατιωτικούς καταυλισμούς ή άλλους πολεμικούς στόχους, αναγκάζονταν οι φαντάροι μας, να ανοίγουν αμπριά (τάφρους) στο παχύ και κρυσταλλιασμένο χιόνι και να κρύβονται εκεί μέσα, ώρες και ώρες ή και νύκτες ολόκληρες. Τότε πια, δεν έπρεπε να σταματούν καθόλου, ούτε να κάθονται, στις παγωμένες αυτές τάφρους, αλλά να περπατούν επί τόπου, μέχρι το ξημέρωμα. Τι φοβερές και ατέλειωτες ώρες και νύκτες, ήταν εκείνες!!..

Αποτέλεσμα όλων αυτών των καιρικών συνθηκών, ήταν να παρουσιάζονται σε πολλούς κρυοπαγήματα, κυρίως στα πόδια, που πάθαιναν οι φαντάροι, από τη συνεχή παραμονή τους, μέσα στα χιόνια.

Στην αρχή, που εμφανιζόταν τα κρυοπαγήματα, τα πόδια πρίσκονταν υπερβολικά και δεν χωρούσαν πια μέσα στα άρβυλα. Τότε τα έβγαζαν έστω και με το ζόρι και έμεναν μόνο με τις κάλτσες. Ακολουθούσε μελάνιασμα των δακτύλων των ποδιών, που πάθαιναν πλήρη αναισθησία, σαν να επρόκειτο για ξένα αντικείμενα.

Όποιος φαντάρος ή αξιωματικός, πάθαινε κρυοπαγήματα, έπρεπε να προλάβει να πάει στο στρατιωτικό γιατρό, για να τον εξετάσει, και να του δώσει γνωμάτευση για το ορεινό χειρουργείο, όπου του εγινόταν πρόχειρη θεραπεία και στη συνέχεια, αν ήταν βαρειά μορφή κρυοπαγημάτων, τον έστελναν πίσω, σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Αν είχε την ατυχία κανείς, να έχει τρίτου βαθμού κρυοπαγήματα, ήταν συνήθως καταδικασμένος, να του κόψουν το ένα ή και τα δυο πόδια!… Πόσοι πολεμιστές του Ελληνοϊταλικού πολέμου, δεν έμειναν βαρειά ανάπηρα (χωρίς πόδια) για όλη τη ζωή, εξ αιτίας των κρυοπαγημάτων που πάθανε εκεί πάνω, στα καταχιόνιστα και αφιλόξενα βουνά της Βόρειας Ηπείρου!!!…

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΠΥΡΦΟΡΟΣ 1982

Αφήστε μια απάντηση