Το λιμανάκι

του Θεμιστοκλή Βαλαρή

ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΚΟ βενετσιάνικο λιμανάκι ήταν η ζωή της πόλεώς μας. Δρόμοι δεν υπήρχαν ούτε για την εις το εσωτερικόν της Κρήτης επικοινωνίαν. Για να πάη κανείς στα Χανιά ή στο Ηράκλειο, έπρεπε με ζώο να ταξιδεύη δυο μέρες κι έτσι μόνον, χάρις  σ’ αυτό το λιμανάκι, επικοινωνούσαμε με τον έξω κόσμο και με τις άλλες πόλεις του νησιού μας.

Το χειμώνα, μόλις κατορθώναμε δύο ή τρεις φορές τον μήνα, λόγω κακοκαιρίας, να έχωμε προσέγγιση βαποριού, το καλοκαίρι όμως απαραίτητα δύο ή τρεις φορές, αλλά την εβδομάδα.

Τα βαποράκια, που μας εξυπηρετούσαν, τα θυμούμαι ακόμα με τα ονόματά των. Ήταν τα της εταιρείας του Πανταλέοντος (οι Τούρκοι τον έλεγαν Πανταλεόνη), το «Ουράνα», η «Σπάρτη», το «Βυζάντιον», το «Αρκαδία», που κυρίως έκαναν την συγκοινωνίαν μας. Αλλά μια φορά την εβδομάδα βοηθητικά, έπιαναν στο λιμάνι μας και τα των εταιρειών Γιαννουλάτου και του Τζών.

Πιο παλιά ήταν μόνο ένα βαπόρι, το ονομαζόμενο «Κατράκης». Μεγαλύτερος σκυλοπνίχτης αυτό από τα άλλα και γι’ αυτό, μόλις ‘βάλαν γραμμή τα των άλλων εταιρειών, αυτό σταμάτησε να έρχεται.

Σκεφθείτε ότι με τους ανωτέρω σκυλοπνίχτες του Πανταλέοντος, εγίνετο και η επικοινωνία με την Αίγυπτον. Με την ταχύτητα που είχαν, έξη μίλια των ώρα, εχρειάζοντο τρία μερόνυχτα για να πιάσουν την Αλεξάνδρειαν, για την απόσταση από ‘δω στο Ηράκλειο έξη ώρες, στα Χανιά τέσσερις ώρες, διότι δεν έπιανε στη Σούδα, αλλά παρέκαμπτε το Ακρωτήρι και έπιανε στα Χανιά.

Τότε δεν υπήρχε δρόμος, παρά μόνον για ζώα, που συνέδεε την Σούδα με τα Χανιά. Για να εξυπηρετηθή αυτή η κίνησις εμπορευμάτων και επιβατών, το λιμανάκι μας είχε οκτώ μαούνες για τα εμπορεύματα και άνω από δέκα βάρκες για τους επιβάτες, που χωρούσε περί τους δέκα επιβάτες η κάθε μια. Αυτές οι βάρκες εκινούντο με κουπιά, ο αριθμός των οποίων εξηρτάτο από τον καιρό. Δηλαδή, επί περιπτώσεως κακοκαιρίας, εγίνοντο οκτάκοπες με λίγους επιβάτες, εξάκοπες δε ή τετράκοπες, αναλόγως της εντάσεως της κακοκαιρίας και με περισσοτέρους επιβάτες. Καθημερινά, καιρού επιτρέποντος βέβαια έμπαιναν και έφευγαν καΐκια, ιστιοφόρα, μεταφέροντα εμπορεύματα.

Το Τελωνείον και αι αποθήκαι του ήσαν στιβαγμένα σε τρεις χώρους, που τώρα είναι ταβέρνες πάνω στην νοτική πλευρά του λιμανακιού.

Οι βαρκάρηδες και οι λιμενεργάτες μαζύ, ξεπερνούσαν τους ογδοήντα ανθρώπους, οι οποίοι αποκλειστικώς απησχολούντο στις φορτοεκφορτώσεις των εμπορευμάτων και επιβιβάσεις και αποβιβάσεις των επιβατών, έπαιζαν δε την ζωή των πραγματικά κορώνα γράμματα, για να κάνουν την δουλειά των αυτήν, όσο έπαιρνε φιλότιμα και με πρωτοφανή ανθρωπιά.

Ποτέ,  όσων χρονών είμαι, δεν συνέβη να χάση την ζωή του επιβάτης, ενώ από αυτούς τους εργάτες πολλοί έχασαν την ζωήν των.

Η φόρτωσις των εμπορευμάτων εγίνετο ως εξής.

Οι λιμενεργάται εφόρτωναν τις μαούνες, πάνω στις οποίες έμεναν δυο εργάτες, ένας δηλαδή τιμονιέρης κι ένας στην πλώρη. Κατόπιν προσέδεναν την μαούνα στην οκτάκοπη ή εξάκοπη βάρκα, ανάλογα με την κατάστασιν του καιρού και με πραγματικά σκληρόν αγώνα και σιγά σιγά, την επλεύριζαν στο βαπόρι, άμα βέβαια εδίδετο το πράτηγο. Αμέσως άρχιζε η εκφόρτωσις της μαούνας και ακολουθούσε η φόρτωσις της, με το τέλος της οποίας, με δυο σφυρίγματα του βαποριού, ξεκινούσε η βάρκα από το λιμάνι και έφερνε άλλη φορτωμένη μαούνα αν υπήρχε φορτίον ή αδειανή αν δεν υπήρχε φορτίον για φόρτωσιν αλλά μόνον για ξεφόρτωμα. Η βάρκα αυτή έπαιρνε την φορτωμένη μαούνα από το βαπόρι την έφερνε στο λιμάνι, όπου αμέσως πλευρισμένη ως ήταν στην νοτική πλευρά του λιμανιού, την εξεφόρτωναν, τοποθετούντες τα εμπορεύματα στις απέναντι αποθήκες και ούτω κάθ’ εξής, έως ότου γίνει η φορτοεκφόρτωσις και φύγει το βαπόρι.

Αυτή η δουλειά, προπάντων τον χειμώνα, γινότανε με όσο ήτο ανθρωπίνως δυνατόν μεγαλύτερη ταχύτητα, για τον φόβο μήπως και πιάσει κανένα μπουρίνι. Δεν ήτο σπάνιον όμως να ενσκύψη το μπουρίνι πριν προλάβουν να τελειώσουν την δουλειά, οπότε, για να σώσουν την μαούνα και το πλήρωμά της, οι βαρκάρηδες ηγωνίζοντο σκληρά και πολλές φορές επνίγοντο.

Ο χαμός ενός ανθρώπου, ως αυτοί, που ήσαν οι περισσότεροι οικογενειάρχες, ισοδυναμούσε με πλήρη καταστροφή της οικογενείας του, γιατί δεν υπήρχε ούτε ΙΚΑ, ούτε προστατευτικός νόμος και τα παιδιά και η γυναίκα του ζητιάνευαν στους δρόμους για να ζήσουν.

Αφήστε μια απάντηση