Από τον παππού μου τον αείμνηστο Νικόλα Αγγελάκη
Ακούστε καλά παιδιά τους πόνους και τα βάρη
τα βάσανα των χριστιανών εδώ στου Γερακάρι.
Εις τα σαράντα τέσσερα στα χίλια εννιακόσια
πως είλθανε οι Γερμανοί και μας εθανατώσαν.
Στο Κέντρος ανεβήκαμε
στο σπήλιο κατοικήσαμε με τον Προφήτη Ηλία.
Είναι μεγάλο σπήλαιο και τρεις χιλιάδες βάνει
μα πέφτουνε κι ’γερμανοί και μας εκακοφάνει.
Όλοι ετρέξαμε λοιπόν οθέ τα κάτω μέρια
με ράβδους και τουφέκια μας κι ότι μπορούν τα χέρια.
Πέφτουν οι αλεξιπτωτιστές με έφοδο μεγάλη
τους σκοτωμένους γερμανούς ποιος κάμπος θα τους βάλει.
Όλος ο κόσμος ξέρει το χωρίς να σας εμνόξω
τους εννιακόσιους τους σταυρούς εις τα Περβόλια απ’ όξω.
Τα εννιακόσια μνήματα των γερμανών επλήξαν
και τα αεροπλάνα τους σφοδρά μας εκτυπήσαν.
Κατατροπόνουν τα Χανιά τρέχουν προς την Ρεθύμνη
τους πήραμε τα όπλα τους.
Πράμα δεν ελογάριαζε τότες η αφεντιά μας
μόνο να ασφαλίσουμε γυναίκες και παιδιά μας.
Προστάτης δεν υπήρχενε οθέν εδώ κανένας
η προστασία ήτονε στου καθενός τας φρένας.
Αεροπλάνα ρίξανε αμέτρητα στην Κρήτη
το Κέντρος εκυκλώσανε και τον Οψειλορίτη.
Ερίχνανε και κανονιές πολλές εις τον αέρα
για να μας ετρομάξουνε θαρούνε με φοβέρα.
Πόλεμος τότε τρομερός σε όλη την Κρήτη εγίνει
αλλά τους ετρομάξαμε Χίτλερ και Μουσολίνη.
Ο Κρητικός από μικρός κρατάει το τουφέκι
και πάντοτε στον πόλεμο σαν παλικάρι στέκει.
Σε ένα οκταήμερο στου Γερακάρι ήλθαν
και ο Πρόεδρος κι οι χωριανοί καλώς τους εδεχτήκαν.
Λοιπόν μας επαινέσανε την περιποίησή μας
και με μεζέδες και τυριά με το γλυκό κρασί μας.
Στου Γερακάρι μια και δυό πολύ καλά περάσαν
παίρνουν πατάτες και κρασί, παίρνουν και τα κεράσα.
Βροντοφωνά ο πόλεμος στην Κρήτη γύρου – γύρου
λένε πως την πατρίδα τους δεν θα ξαναγιαγύρουν.
Τότε το μάθαμ’ όλοι μας ότι ενικηθήκαν
αλλά και την εκδίκηση οπίσω την αφήκαν.
Αφού τους ενικήσαμε και κάμαμέ τους σκρόπια
εις τους σταθμούς εκρίβονταν και κάνανε τα ψώφια.
Και μια αυγή κοιμούμεθα όλοι μας ξεγνιασμένοι
με τετρακόσους είμεθα ετότες κυκλωμένοι.
Φωνάζουν με τον Πρόεδρο όλοι στο Κάτω χώρι
ο δρόμος γέμισε λαό να τρέξει δεν ημπόρει.
Με δέκα τρία φορτηγά ετότες επλακώσαν
στάρια πατάτες όσπρια πέντε φορές φορτώσαν.
Παίρνουν τα γυδοπρόβατα και διακόσια βόδια
μας κάτσαν διπλογόνατους και τις γυναίκες χώρια.
Εκατόν είκοσι είμεθα κάθε γραμμή είχε δέκα
και πολυβόλο κάθε μια να μας επάρει ντρέτα.
Ο Κουμαντάρης πλιό ψηλά αεροτηλεφώνα
του λεν ενικηθήκαμε μέσα στρατός κανόνια.
Και μας σηκώνει τότες σας, ολόρθιοι σταθήτε
να λέτε τα ονόματα για θα ξεδιαλεκτήτε.
Είχαν τρομάρα οι Γερμανοί κανείς δεν είχε ζήσει
λέγ’ ας σκοτώσει διαλεχτούς να μας τρομοκρατήσει.
Το διάλεγμα ογρήγορα ετότες μας το κάνει
διαλέξει τριάντα εννιά και μέσα τους εβάνει.
Δυό πολυβόλα με σκοπούς στην πόρτα διατάσσει
λαλούν τα γυναικόπαιδα στο Μέρωνα να πάσει.
Ο Κωνσταντίνος Τάταρης κι ο Νίκος Αγγελάκης
εκάναν ένα σχέδιο μα λέγουν μην μας βλάψει.
Ο Τάταρης μ’ απόφαση μπρε συ Νικόλα,
να πάρομένε των σκοπών τώρα τα πολυβόλα.
Εάν το κάμομεν αυτό να φύγωμε μπορούμε
αλλά τα γυναικόπαιδα πλέον δε θα τα δούμε.
Λέγει των ο Πολύδωρος είμασταν δικασμένοι
σε μισή ώραν ένας μας ζώντας δεν απομένει.
Δυό – δυό τους βγάνανε με τέλια μπουζασμένους
σε μία ώρα τσί είχανε όλους σώσκοτωμένους.
Κι έπειτα στο υπόγειο που τους ενταφιάσαν
βεντζίνη τους ερίξανε και τους εκατακαύσαν.
Κι έπειτα μας λαλούσανε οθέν τα κάτω μέρια
λίγο ψωμί κρατούσαμε στις τσέπες και στα χέρια.
Πολύδωρε, Νικήστρατε αδέλφια αγαπημένα
απέναντι στα σπίτια σας σάς έχουνε θαμένα.
Ήτονε και με μαγαζά με γνώση και με χάρη
των Κοκονάδων ήτονε οι δύο το καμάρι.
Γιάννη Κουτελιδάκη μου τα βλέπεις τα παιδιά σου
που είναι το μνημείο τους κοντά στη γειτονιά σου.
Οι Γερμανοί σε φάγανε εκείνο το βραδάκι
Βαγγέλη Ταχυδρόμο μου κι εσύ Κουτελιδάκη.
Και συ Βαγγέλη ντανταγέ μαζί με τ’ Αντωνιό σου
Κουτελιδάκια στε κι εσείς σας σκότωσαν στανιό σου.
Κουτελιδάκη Νικολή σε πήγανε κι εσένα
στην καταδίκη την πικράν σαν κα τον κάθα ένα.
Κι ’Χειμωνάκη Κωσταντή, Μιχάλη θα δεθήτε
οι δυό αδελφοί τον θάνατο των αλλονών θα βρήτε.
Κι εσείς οι Αγγελάκηδες Φραγκιά με τον Νκόλα,
Ζήτω η Ελλάς φωνάζετε μέσα στην καρμανιόλα.
Επήραν κι εσκοτώσανε δύο Κανταουνάκια
γιατί γραμμένα τ’ βρανε πως ήσαν Κοκονάκια.
Σταύρε, Μιχάλη και Στελή τρεις αδελφοί μεράκι
πως ήσαν Γενεράληδες τσ’ εκάψαν στο Καρδάκι.
Φιντίκη Αθανάση μου εύρες τον ίδιο τρόπο.
Ο Στελιανός ο μοίραρχος του πέξαν στο κεφάλι
πως είν’ κι εκείνος Κοκονάς πριν να πάρει χαμπάρι.
Κι ο Δασκαλοχριστόδουλος με τσ’ άλλους τους πετάξαν
και ήτονε και γέροντες και έπειτα τους εκάψαν.
Αλέξανδρε καλέ γιατρέ με τα γλυκά σου κάλη
κι εσένα σε σκοτώσανε πως ήσουν Γενεράλης.
Πο τότε η μητέρα σου τα μοιρολόγια λέει
άνθρωπο δεν θέλει να ιδή καθιμερινώς να κλαίει.
Γιατί δεν εθαρεύτηκες Νικόλα Χειμωνάκη
κι εσένα σ’ εσκοτώσανε στο ίδιο σου κονάκι.
Επτά σαν και σκοτώσανε τα δυό καλά αδελφάκια
τον Ηρακλή τον Μανωλιό πως ήσαν Ξεκαλάκια.
Και τον παπά τον δάσκαλο τον πρωτοσκοτώσαν
έλα Αγγελάκη κόπια εδώ και τον αποτεφρώσαν.
Κι ο Μπολιουδάκης Παντελής επιάσθην ο καϋμένος
με τους πολλούς ευρέθηκεν και τούτος σκοτωμένος.
Και τον Αντώνη Κοκονά τον αδελφό του Μάρκο
και ένα του μικρό παιδί τσι τρεις τσ’ έριξαν κάτω.
Τ’ Αλεξανδράκη του Κωστή τον γυό τον εσκοτώσαν
με τους πολλούς τον έβαλαν και τον αποτεφρώσαν.
Τον Νικολή του Τάταρη μα και τον Κωσταντίνο
και ένα Γιώργη Τάταρη τον πήρανε και κείνο.
Με τους πολλούς τσ’ επήγανε πρωτοξαδέλφια όλα
κι εκείνους τους εφάγανε τ’ άτιμα πολυβόλα.
Κι ο Μαγογιώργης κι εκείνος εσκοτώθη
με τους πολλούς επήγαινε κι εκεί εθανατώθει.
Έπιασαν και το Μανωλιό ένα Γιαννακουδάκη
κι εσκότωσαν τους και αυτούς με ένα Στρατιδάκη.
Κι η Γιανακούλα η γριά κι αυτή την εσκοτώσαν
κι έριξαν και το σπίτι της κι οι στέγες την πλακώσαν.
Κι άλλη μια ολότυφλη του Τάταρη του Γιάννη
με γέλια την πετρόσανε δεν μας εκαλοφάνει.
Βαγγέλη Μανιουδάκη με ξύλινο ποδάρι
γιατί των εθαρεύτηκες και δεν σου κάμαν χάρι.
Γιάννη πρωτοπαλλήκαρο στα σύρματα σε βάλαν
και το πρωί οι άτιμοι απ’ έξω σ’ εβγάλαν.
Λοιπόν πώς ήσουν Τάταρης και σένα σε σκοτώσαν
τους φώναζες Ζήτω η Ελλάς όταν σε θανατώσαν.
Εις το Μοσχάτο πιάσανε τον Ταταρομανώλη
και σκοτωμένος βρέθηκε εκεί που ήσαν όλοι.
Ετούτο ’να το τέλος των όλων των σκοτωμένων
των άτυχων το κάψιμο και των τουφεκισμένων.
Είθε ο θεός σαν άγγελοι στους θρόνους του να πάτε
και σεις οι νέοι πουσθ’ εδώ να των εσυγχωράτε.
Ω ουράνιε θεέ μου και πως τους νταγιαντάς
και γιατί σαν τον Σωδύμων κι αυτούς δεν τους κτυπάς.
Κάψε τους καλέ θεέ μου και κανένα να μην θες
μας χαλάσαν πέντε βρύσες κι άλλες τόσες εκκλησιές.
Που τρεις αιώνες έκαμαν οι Τούρκοι εις την Κρήτη
βρύσες δεν εχαλάσανε ούτε εκκλησά δεν λείπει.
Μας λένε δεν θα κάτσετε πλέον εις το χωριό σας
κι ως φίλοι σας οι Γερμανοί σας λέμε το καλό σας.
Αμέτ’ αλλού να κάτσετε μ’ αντίσκηνα θα βρήτε
μα στο χωριό σας μια και δυό μπλιό δεν θα στεγασθήτε.
Οι Άγγλοι τους επήρανε εις τα Χανιά τους πήγαν
με εντροπή στον τόπο τους άοπλους τους εφήγαν.
Μεγάλη κακοριζικιά τους έπιασε στην Κρήτη
οσάν που την εβράσαμε κι εις τον Σουλτάν – Χαμίτι.
Λοιπόν δεν θέμενε που το χωριό, να μένομενε χώρια
κι ένας – ένας φεύγαμε από τα ξενοχώρια.
Με αφωσίωση πολύ εκτίζαμε γωνίες
μα πούνε αι κουβέρτες μας κι’ πούν’ αι πατανίες.

Το κείμενο μας παραχώρησε ο εγγονός του στιχουργού κ. Ν Αγγελάκης

