ΤΑ ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ

Μια θαυμάσια εικονογραφημένη έκδοση του Βοτανικού Μουσείου Γουλανδρή προσφέρει στο διεθνές κοινό την ευκαιρία να γνωρίση την Ελληνική χλωρίδα

Υπό της κ. ΦΑΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΟΓΙΑΤΖΑΚΗ

Εκτός του ιστορικού και αρχαιολογικού της πλούτου η Κρήτη φημίζεται και για τον βοτανικό της πλούτο.

Από τα 6.000 είδη φυτών που έχουν μέχρι σήμερα καταγραφή στην Ελλάδα, περισσότερα των 2.000 έχει η Κρήτη. Ο αριθμός αυτός γίνεται εκπληκτικός εάν συγκριθή με την χλωρίδα της Μ. Βρεττανίας που περιλαμβάνει λιγότερα από 1.400 είδη σε μια έκταση 35 φορές μεγαλύτερα της Κρήτης.

Εις την έκδοσι του Βοτανικού Μουσείου από τα 110 εικονογραφημένα φυτά, περί τα 15 είναι κρητικά. Μεταξύ αυτών είναι και η ΣΥΦΑΝΤΡΑ ΚΡΕΣΙΟΛ του εξωφύλλου που θεωρείται το ωραιώτερο λουλούδι εις το Φαράγγι της Σαμαριάς.

Εις την εισαγωγή του βιβλίου ο Κ. Γουλιμής γράφει για την Κρήτη και τα εξής:

Το μεγάλο ενδιαφέρον της κρητικής χλωρίδος συνίσταται εις τον ασυνήθιστα υψηλό αριθμό των ενδημικών φυτών, πολλά των οποίων είναι σπανίας ομορφιάς. Δύο από τα βουνά της Κρήτης έχουν ειδικώς μεγάλη φήμη για τα ενδημικά φυτά τους: τα Λευκά Όρη στην Δυτική Κρήτη και το όρος Καβούσι στην Ανατολική Κρήτη.

Στα βαθιά στενά φαράγγια της Κρήτης (Σαμαριάς και Ιμβριώτικο) ανάμεσα στους απόμερους βράχους φυτρώνουν ωρισμένα φυτά που υπήρχαν και στην αρχαιότητα.

Και ο Κ. Γουλιμής περιγράφει λεπτομερώς όλα τα φυτά που ο ίδιος συνέλεξε στα μέρη αυτά.

Η επίδρασις του φυτικού αυτού πλούτου της Κρήτης υπήρξε μεγάλη στον άνθρωπο και οι μορφές των φυτών φάνηκαν στα πρώτα βήματα της κρητικής τέχνης και επηρέασαν την κρητική ζωγραφική, κεραμική και χαρακτική.

Ο καθηγητής Σπ. Μαρινάτος στο βιβλίο του «Κρήτη και Μυκηναϊκή Ελλάς» αναφέρει ότι «ναι μεν οι Αιγυπτιολόγοι υποστηρίζουν ότι οι Αιγύπτιοι επενόησαν διά την τέχνη το άνθος ως καλλιτεχνική μορφή αλλά καθώς θα λάβωμεν αφορμήν να παρατηρήσωμεν, οι κρήτες δεν υστέρησαν. Η κρητική τέχνη της χρυσής περιόδου δύναται να χαρακτηρισθή ως η αποθέωσις του ανθίμου κόσμου όχι ολιγώτερον από την Αιγυπτιακή».

Σαν μοτίβα φυτικά τόσο στις τοιχογραφίες όσο και στα αγγεία εχρησιμοποιήθη σαν το κρίνο, η ίρις, ο κρόκος, το παγκράτιο, το άγριο ρόδο, η ανεμώνη, ο κισσός, η μύρτος, η κάλαμος, η πόα, το δίκταμο, ο μύκων, ο στάχυς κ.α.

Ένα αργυρό κύπελλο από τους τάφους των Μυκηνών φέρει την παράστασι ενός ανθοδοχείου με δίκταμο, το περίφημο αρωματικό και ιαματικό βότανο της Κρήτης.

«Το δε δίκταμνον ίδιον Κρήτης θαυμαστόν δε τη δυνάμει… σπάνιο δε εστί», γράφει ο Θεόφραστος ο πατέρας της βοτανικής.

Ο καθηγητής της φαρμακογνωσίας Π. Κρητικός σε ειδική μελέτη του για τον πάπυρο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το απεικονιζόμενο φυτό στις τοιχογραφίες της Κνωσού δεν είναι Αιγυπτιακής προελεύσεως πάπυρος, αλλά ο Ελληνικός δίανθος, το άγριο γαρύφαλλο, το ιερό λουλούδι του Δία του πατέρα του Μίνωα.

Ο Πρόεδρος του Βοτανικού Μουσείου κ. Άγγελος Γουλανδρής, κατόπιν των πορισμάτων πολυετών μελετών διασήμων βοτανολόγων όπως του Αυστριακού Κ. Ρένχινγκερ, του Ελβετού Β. Γκρόυτερ, του Σουηδού Ρούνεμαρκ και άλλων περί της σημασίας και της σπουδαιότητος της κρητικής χλωρίδος, απεφάσισε συντόμως να ιδρύση παράρτημα του Μουσείου στην Κρήτη.

Το Βοτανικό Μουσείο Γουλανδρή παρουσιάζει τις ημέρες αυτές την πρώτη του έκδοση στο Ελληνικό και διεθνές κοινό. Πρόκειται για έναν πολυτελέστατο τόμο με 110 θαυμάσιες απεικονίσεις ελληνικών φυτών της κ. Νίκης Γουλανδρή. Έτσι, μετά την τελευταία εικονογραφημένη έκδοση την ΦΛΟΡΑ ΚΡΕΚΑ του Σίμπθορη (1804-1840), εκδίδεται σήμερα από το Βοτανικό Μουσείο Γουλανδρή το «ΓΟΥΑΛΝΤ ΦΛΑΟΥΕΡΣ ΟΦ ΓΚΡΙΣ». Το κείμενο του βιβλίου έχει γραφή στα αγγλικά από τον Κωνστ. Γουλιμή, ο οποίος, αν και νομικός, υπήρξε ένας μεγάλος ερασιτέχνης ερευνητής της ελληνικής χλωρίδος. Συνεργάσθηκε επί χρόνια με την κ. Νίκη Γουλανδρή, η οποία εζωγράφισε πολλά από τα φυτά που εκείνος συνέλεγε στις βοτανικές περιοδείες του.

Την επιμέλεια του κειμένου και την προσαρμογή του στις τελευταίες εξελίξεις της βοτανικής λόγω του θανάτου του Κ. Γουλιμή, ανέλαβε ο δόκτωρ Ο.Τ. Στερν, του Βρεττανικού Μουσείου. Την εισαγωγή του βιβλίου γράφει ο σερ Τζώρτζ Ταίηλορ, διευθυντής του Βασιλικού Βοτανικού Κήπου του Κιου Γκάρντενς του μεγαλυτέρου βοτανικού κέντρου του κόσμου.

Εκτός όμως το κείμενο και τις εικονογραφήσεις, η έκτακτη αυτή έκδοση αποτελεί κι ένα σταθμό  στην ιστορία του βιβλίου στη χώρα μας. Η φωτογραφική αναπαραγωγή, η στοιχειοθεσία, η εκτύπωση και η βιβλιοδεσία έγιναν στο τυπογραφείο Ι. Μακρή και είναι εφάμιλλες των καλυτέρων ευρωπαϊκών εκδόσεων.

Όπως αναπτύσσεται στο κείμενο του βιβλίου, η Ελλάδα έχει μια ιδιαίτερα πλούσια χλωρίδα σε αναλογία με την έκτασή της. Μόνο μέχρι σήμερα έχουν καταγραφή περισσότερα από έξη χιλιάδες ιθαγενή φυτά. Το πόσο μεγάλος είναι ο αριθμός αυτός, αποδεικνύεται αν συγκριθή με την χλωρίδα άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Έτσι, η Γαλλία, με έκταση τέσσερις φορές μεγαλύτερη από την Ελλάδα, έχει περί τα 4.220 είδη φυτών, η Αγγλία με έκταση περίπου διπλασία από την Ελλάδα, έχει 2.113 φυτά και η Γερμανία με την Αυστρία λιγώτερα από 3.500, ενώ είναι πέντε φορές μεγαλύτερες σε έκταση από την Ελλάδα.

Στον πρόλογό του, ο πρόεδρος του Βοτανικού Μουσείου κ. Άγγελος Γουλανδρής, γράφει ότι, μεταξύ των σκοπών του Μουσείου είναι να παρουσιάση μια σειρά επιστημονικών και εικονογραφημένων εκδόσεων για την ελληνική χλωρίδα. Έτσι, ελπίζει ότι θα μελετηθή και θα απεικονισθή όσο γίνεται πληρέστερα, η χλωρίδα μας και θα δημιουργήση ευρύτερο ενδιαφέρον.

Πολλοί λόγοι έχουν συντελέσει στην ανάπτυξη της βοτανικής ζωγραφικής: λόγοι επιστημονικοί η επιθυμία να απεικονισθή η χλωρίδα ευρωπαϊκών χωρών, να γίνη γνωστή η χλωρίδα μακρινών χωρών, τέλος, η αισθητική απόλαυση.

Ο βοτανικός ζωγράφος αποδίδει με ακρίβεια την εξωτερική και εσωτερική μορφολογία του φυτού. Όπως παρατηρή ο Μπλάντ στο βιβλίο του «ΒΟΤΑΝΙΚΑΛ ΙΛΛΟΥΣΤΡΑΣΙΟΝ», η εργασία του βοτανικού ζωγράφου είναι πολύ δύσκολη. Βρίσκεται στο δίλημμα: Υπηρετεί την τέχνη ή την επιστήμη; Ένας άλλος ζωγράφος επιτυγχάνει τον σκοπό του όταν δώση την εντύπωση των 100 πετάλων ενός τριαντάφυλλου, ο βοτανικός όμως ζωγράφος, όχι. Θα πρέπει να είναι σε θέση να μετρήση τα πέταλα και να εννοήση την μορφολογία του φυτού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπηρετεί και την τέχνη και την επιστήμη. Οι μεγαλύτεροι ζωγράφοι λουλουδιών υπήρξαν εκείνοι που βρήκαν την ομορφιά μέσα στην αλήθεια. Εκείνοι που αντελήφθησαν τα φυτά επιστημονικά αλλά και τα απεικόνισαν με χέρι καλλιτέχνη. Ο μεγάλος βοτανικός ζωγράφος πρέπει να έχη αγάπη για τα φυτά και να τα γνωρίζη. Είναι σημαντικό ότι, στα σχέδια του τόμου αυτού, η κυρία Νίκη Γουλανδρή επέτυχε τον συνδυασμό της καλλιτεχνικής απεικονίσεως και της επιστημονικής ακρίβειας στις λεπτομέρειες.

Τα έργα της είναι δουλεμένα με ακουαρέλα και αξιοποιεί με μεγάλη ευαισθησία τις δυνατότητες που προσφέρει η τεχνική της υδατογραφίας, επιτυγχάνοντας άλλοτε τις διαφάνειες των πετάλων ή τις ελαφρές πτυχώσεις που προκαλεί και το ελάχιστο φύσημα του αέρα και άλλοτε τις πολυσύνθετες διακλαδώσεις νεύρων των φύλλων. Σε πολλά από τα έργα της, όπως στο γένος ΟΦΡΥΣ, οι απεικονίσεις της πραγματοποιούν ζωγραφικά επιτεύγματα εξόχου τέχνης.

Στην αρχαία Ελλάδα και πάλι θα βρούμε τις αρχές της βοτανικής επιστήμης και της βοτανικής ζωγραφικής. Η επιστήμη αυτή που είχε αρχικά αναπτυχθή από ενδιαφέρον για τις ιατρικές ιδιότητες των φυτών, πήρε το όνομά της από τα άγια φυτά της Ελλάδος «βότανα». Πρώτος φυσιοδίφης της αρχαιότητας υπήρξε ο Αριστοτέλης, το βοτανικό του όμως έργο «περί φυτών» δεν έχει διασωθή. Ο μαθητής του Θεόφραστος (371-285 π.Χ.), θεωρείται ο πατέρας της βοτανικής. Αυτός πρώτος ασχολήθηκε με την συστηματική βοτανική και έδωσε τους πρώτους μορφολογικούς ορισμούς. Τα δύο έργα του «περί φυτών ιστορίας» και «περί φυτών αιτίαι» αντιπροσωπεύουν την επιστημονική βοτανική στην περίοδο της κλασικής αρχαιότητας.

Οι αρχαίοι Έλληνες στις τοιχογραφίες και τα αγγεία τους απεικόνισαν άνθη με πολλές λεπτομέρειες.

Κατά τον 1ον μ. Χ. αιώνα έζησε ο Έλλην Διοσκορίδης ο οποίος εις το έργο του «περί ύλης ιατρικής» περιέγραψε περί τα 600 φυτά. Το έργο αυτό υπήρξε από ιατρικής πλευράς, πηγή επί πολλούς αιώνες. Η Ρωμαϊκή εποχή με εξαίρεση την μεγάλη φυσική ιστορία του Πλινίου, (23-79 μ. Χ.) έργο κατώτερο από εκείνο του Θεοφράστου, δεν έχει να επιδείξη παρά μόνο έργα πρακτικής δενδροκομίας και γεωργίας.

Το αρχαιότερο σωζόμενο έργο βοτανικής ζωγραφικής είναι ένα αντίγραφο μιας πραγματείας του Διοσκορίδη με εικονογραφήσεις φυτών, απαραμίλλου τέχνης, ο ΚΟΝΤΕΞ ΒΙΝΤΟΜΠΟΝΕΝΣΙΣ (512 μ.  Χ).

Το έργο αυτό από απόψεως βοτανικής ζωγραφικής παρέμεινε ασυναγώνιστο επί 1.000 σχεδόν έτη. Μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, ο κώδιξ περιήλθε στην κατοχή των Τούρκων οι οποίοι στα ελληνικά ονόματα των φυτών προσέθεσαν αραβικά και τουρκικά. Αργότερα, τον 16ον αιώνα τα ονόματα εγράφησαν και στα εβραϊκά από τον Εβραίο ιατρό Αμόν του Σουλεϊμάν Β΄. Το έτος 1569 ο κώδιξ επωλήθη στον αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό Β΄ αντί 100 χρυσών δουκάτων και έκτοτε βρίσκεται στη Βιέννη.

Έως τον 16ο αιώνα, οι γνώσεις μας για τα φυτά, πλην αυτών των ελαχίστων έργων, προέρχονται από πραγματείες που εγράφησαν για ιατρικούς ή γεωργικούς σκοπούς. Αν και ακόμη μέχρι τον 17ο αιώνα και την Αναγέννηση η βοτανική συγχέεται με την χρησιμότητα των φυτών στην ιατρική, την κηπουρική, την γεωργία, ακόμη και με την τέχνη, είχε αρχίσει εν τούτοις να ανατέλλη σαφώς ως επιστήμη μέσα από τις προλήψεις του Μεσαίωνα για την χρήση των βοτάνων στην θεραπεία και την μαγεία.

Λέγεται ότι η πρώτη έδρα βοτανικής σε Πανεπιστήμιο καθιερώθηκε το 1533 στην Πάδοβα της Ιταλίας. Κατά την περίοδο αυτή παρουσιάζεται μεγάλη εξέλιξη στην βοτανική ζωγραφική. Ο ενθουσιασμός και το πάθος, ιδίως κατά τον 17ο αιώνα για τα άνθη καθ’ εαυτά, έφερε σε φως τις μεγαλύτερες σχολές ζωγραφικής λουλουδιών στην ιστορία της τέχνης.

Κορυφαίοι ζωγράφοι όπως ο Λεονάρντο Ντα Βίτσι και ο Ντύρερ ασχολήθηκαν με απεικονίσεις φυτών και τα έργα τους θεωρούνται αριστουργήματα βοτανικής ζωγραφικής. Από το τέλος του 16ου και καθ’ όλον τον 17ο αιώνα εμφανίζονται τα λεγόμενα ΦΛΟΡΙΛΕΓΚΙΑ, συλλογές εικονογραφημένων λουλουδιών. Η συνεχής εξέλιξη στις μεθόδους εκτυπώσεως είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση ωραιοτάτων εικονογραφημένων βιβλίων και τα άνθη υπήρξαν από τα πλέον αγαπητά θέματα.

Από τους μεγαλύτερους βοτανικούς ζωγράφους της εποχής θεωρείται ο Γάλλος Κλώντ Ωμπριέ (1665-1742).  Αυτός συνώδευσε τον Γάλλο βοτανικό Ζοζ. Πιττόν Τουρνεφόρ στην περιοδεία του στην Ανατολή και εικονογράφησε το έργο του «Στοιχεία Βοτανικής» (1694). Στο έργο του αυτό ο Τουρνεφόρ δημοσιεύει τις ανά το Αιγαίο και την Ανατολή έρευνές του κατά την νέα τους ταξινόμηση.

Η ανακάλυψη του μικροσκοπίου και η μελέτη της ανατομίας των φυτών επροκάλεσε την έκδοση βιβλίων με θέμα την μορφολογία τους.

Ο επιφανέστερος όλων των βοτανικών Σουηδός καθηγητής Κάρολος Λινναίος (1700-1778) καθιέρωσε σύστημα ταξινομήσεως των φυτών το οποίον έτυχε γενικής αναγνωρίσεως και χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα για πρακτικούς σκοπούς.

Ο Λινναίος καθιέρωσε το διπλό όνομα στα φυτά ώστε το μεν πρώτο να υποδηλοί το γένος στο οποίον ανήκουν, το δε δεύτερο να είναι ένα επίθετο που να εκφράζη κατά το δυνατόν επακριβώς τον ειδικό χαρακτήρα του φυτού. Π.χ. ΓΚΕΡΑΝΙΟΥΜ ΜΑΚΡΟΧΙΖΟΥΜ του γένους ΓΚΕΡΑΧΙΑΣΙΑ με ειδικό (ΜΕΚΡΟΡΧΙΖΟΥΜ). Έτσι έγινε δυνατή η συνεννόηση μεταξύ των επιστημόνων όλων των εθνικοτήτων.

Ο 18ος αιών υπήρξε εποχή προστασίας της τέχνης, της μουσικής, των γραμμάτων και των επιστημών. Οι μεγάλοι εξερευνητές συνέλεγαν στα ταξίδια τους δείγματα του ζωικού και φυτικού βασιλείου των μακρυνών χωρών. Πολλοί από αυτούς είχαν στη συνοδεία τους ζωγράφους που απεικόνιζαν αμέσως τα συλλεγόμενα δείγματα. Κατά την περίοδο αυτή όπως και κατά τον 19ο αιώνα εξεδόθησαν σημαντικά έργα, εικονογραφημένα, για την χλωρίδα ευρωπαϊκών χωρών μεταξύ των οποίων και η ΦΛΟΡΑ ΓΚΡΕΚΑ του Σίμπθορπ (δωδεκάτομο έργο που εξεδίδετο από το 1804 έως το 1840 και που δεν κυκλοφόρησε παρά σε ελάχιστα αντίτυπα).

Το 1784 ο Τζων Σίμπθορπ καθηγητής της Οξφόρδης, έφθασε στη Βιέννη για να μελετήση τον ΚΟΝΤΕΞ  ΒΙΝΤΟΜΠΟΝΙΝΣΙΣ προτού επιχειρήση την βοτανική περιοδεία του στην Ανατολή. Εκεί προσέλαβε ως βοτανικό ζωγράφο τον Ερδινάνδο Μπάουερ ο οποίος τον ακολούθησε στο πρώτο ταξίδι του ανά την Ελλάδα, Μ. Ασία, Κων/πολη, Κύπρο κλπ. και φιλοτέχνησε τις απεικονίσεις των φυτών για το μεγάλο έργο του Σίμπθορπ και του συνεργάτου του βοτανικού Σμιθ. Υπό το όνομα «ΓΚΡΕΚΑ» καλύπτεται ο χώρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Αυστριακοί Φερδινάνδος Μπάουερ και ο αδελφός του Φράντς θεωρούνται εκ των μεγαλυτέρων βοτανικών ζωγράφων. Επίσης μεγάλος βοτανικός  ζωγράφος του 18ου αιώνος θεωρείται ο Γκέοργκ Ντιονίζιους Ερέτ (1708-1770) από τη Χαϊδελβέργη, φίλος του Λινναίου.

Ο πιο γνωστός όμως ανά τον κόσμο ζωγράφος λουλουδιών είναι ο βελγικής καταγωγής Πιερ – Ζοζέφ Ρεντουτέ (1759-1840). Υπό την προστασία της Ιωσηφίνας Βοναπάρτη εικονογράφησε ωραιότατα και σπάνια άνθη τα οποία εκείνη καλλιεργούσε στον θαυμάσιο κήπο της στη Μαλμαιζόν δαπανώντας τεράστια ποσά για την καλλιέργειά τους και την έκδοση εικονογραφημένων βιβλίων που τα απαθανάτισαν εις την αιωνιότητα.

Κατά τον 19ο αιώνα αναπτύσσονται τα μεγάλα βοτανικά κέντρα -μουσεία και κήποι- και οι βοτανικοί ζωγράφοι αρχίζουν να ασχολούνται συστηματικώτερα με τις εκδόσεις.

Στον 20ο αιώνα, οι βοτανικοί ζωγράφοι, που είναι πολύ λίγοι, ασχολούνταν ή με εθνικές χλωρίδες -όπως η Στέλλα Ρος Κραίγκ στα «Σχεδιάσματα βρεττανικών φυτών», η Μάργκαρετ Στόουν στην ενδημική χλωρίδα της Τασμανίας, οι Έρνεστ Χούμπερ, Ρουθ Κόππελ και Κάτυ Τορν στον ΦΛΟΡΑ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΑ – ή με απεικονίσεις σε μονογραφίες- όπως του γένους ΚΡΟΚΟΥ από τον Άγγλο Μω, του γέννους ΠΑΟΝΙΑ από την Αγγλίδα Λίλιαν Σνέλλινγκ, του γένους ΟΦΡΟΥΣ από τον Ελβετό Νέλσον κλπ. – ή δημοσιεύουν έργα τους στα μεγάλα βοτανικά περιοδικά όπως το ΚΟΥΡΤΙΣ ΒΟΤΑΝΙΚΑΛ ΜΑΓΚΑΖΙΝ που εκδίδεται από το 1787. Σήμερα, στο Πίττσμπουργκ των Η.Π.Α. στην διάσημη ιδιωτική βιβλιοθήκη Χάντ, εκτίθενται από τον Οκτώβριο για πρώτη φορά έργα βοτανικής ζωγραφικής συγχρόνων ζωγράφων. Η Ελλάς εκπροσωπείται με τα έργα της κ. Νίκης Γουλανδρή ΣΙΜΠΧΑΝΤΡΑ ΚΡΕΤΙΚΑ και ΑΡΙΣΤΟΛΟΧΙΑ ΡΟΤΟΥΝΤΑ.

Από τα ελάχιστα εικονογραφημένα βιβλία για την ελληνική χλωρίδα είναι το βιβλίο του ΣΙΡΛΕΫ «ΓΟΥΙΛΝΤ ΦΛΑΟΥΡΣ ΟΦ ΑΤΤΙΚΑ» (1938) εικονογραφημένο από τον ΕΒΕΡΕΤ που περιλαμβάνει μια μικρή επιλογή φυτών της Αττικής.

Μεταπολεμικώς εξεδόθησαν μικρά τεύχη με φωτογραφίες ελληνικών φυτών όπως της Φιλοδασικής «Αγριολούλουδα της ελληνικής γης», του Α. ΧΟΥΞΤΕΥ «ΦΛΑΟΥΕΡΣ ΙΝ ΓΚΡΙΙΚ» κ. άλλα.

Εκτός από τις καθαρά βοτανικές πληροφορίες, τα κείμενα του βιβλίου μας δίνουν και άλλες ιστορικού, λαογραφικού και γενικότερου ενδιαφέροντος.

Το όνομα Αριστολόχια προέρχεται από το Άριστος λόχος και οφείλεται στο ότι σε μερικά είδη του γένους αυτού απεδίδοντο ιδιότητες που διευκόλυναν τον τοκετό. Το λουλούδι της Αριστολόχιας, όπως κάμπτεται, μοιάζει με μορφή εμβρύου πριν ακριβώς από τον τοκετό. Σύμφωνα λοιπόν με μια παλαιά θεωρία ότι τα φυτά έφεραν κατά κάποιο τρόπο την χρήση τους  χαραγμένη επάνω τους, εχρησιμοποιείτο το φυτό σε τέτοιες περιπτώσεις.

Ο ΔΙΑΝΘΟΥΣ ΓΚΡΕΤΙΚΟΥΣ, σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες του καθηγητού Κρή στις τοιχογραφίες της Κνωσού και μάλιστα στην αίθουσα του θρόνου του Μίνωος. Έως πρόσφατα επιστεύετο ότι το φυτό αυτό ήταν αιγυπτιακής επιδράσεως πάπυρος, τώρα όμως βεβαιούται και από τις ανασκαφές της Ζάκρου, όπου βρέθηκε το φυτό αυτό ζωγραφισμένο με κόκκινα άνθη, ότι είναι ο ελληνικώτατος δίανθος. Απεικονίζεται στην κατ’ εξοχήν ιερή αίθουσα του θρόνου του Μίνωος αφού ήταν το αγαπημένο λουλούδι του πατέρα του, Δία.

Η ονομασία ΟΡΝΙΘΟΓΚΑΛΟΥΜ σημαίνει το γάλα του πουλιού (ορνιθόγαλο) εδόθη στο φυτό λόγω του διαυγούς λευκού χρώματος των λουλουδιών του, και εχρησιμοποιείτο σαν  μια έκφραση που εσήμαινε κάτι πολύ εύγευστο ή πολίτιμο. Ακόμη χρησιμοποιούμε την έκφραση «του πουλιού το γάλα» με παραπλήσιο νόημα.

Τα λουλούδια του γένους ΟΡΦΡΥΣ, μοιάζουν σε σχήμα και μέγεθος με έντομα. Παρετηρήθη ότι τα άνθη αυτά εκλύουν ορισμένα έντομα τα οποία εκλαμβάνουν τα λουλούδια για θηλυκά έντομα. Έτσι την γύρη που κολλά στα πόδια τους και τα φτερά τους την μεταφέρουν από λουλούδι  σε λουλούδι, γονιμοποιώντας τα.

Από τα φύλλα του ΚΙΣΤΟΥΣ ΙΝΚΑΝΟΥΣ βγαίνει το λάβδανο. Ο Τουρνεφόρ περιγράφει πως συνελέγετο από τους χωρικούς της Κρήτης με ένα εργαλείο σαν χτένα. Στην εποχή του Διοσκορίδη «όπως μνημονεύεται  στο έργο τους ΜΑΤΕΡΙΑ ΜΕΝΤΙΚΑ το λάβδανο συνελέγετο από τα γένεια και το τρίχωμα των αιγών γιατί εκολλούσε εκεί κατά την βοσκή των ζώων ανάμεσα στα φυτά.

Το ΕΡΛΟΜΠΙΟΥΜ ΑΝΓΚΟΥΣΤΙΦΟΛΙΟΥΜ φυτρώνει εκεί όπου η φύση έχει υποστή καταστροφές από ανθρώπινο χέρι. Σαν να θέλη με τα ωραία του άνθη να κλείση τις πληγές που άνοιξε στη φύση η ανθρώπινη κακομεταχείριση. Έτσι παρετηρήθη ότι κατά τους βομβαρδισμούς του Λονδίνου στα ερείπια εφύτρωσαν όλο άνθη του ΕΠΙΛΟΜΠΙΟΥΜ.

Την ΚΕΝΤΑΥΡΕΑ ΕΜΠΕΝΟΙΝΤΕΣ ανεκάλυψε στην Εύβοια ο Άγγλος φιλόσοφος και οικονομολόγος Τζων Στιούαρτ Μίλλ, φανατικός ερασιτέχνης βοτανικός, σε μία του επίσκεψη στην Ελλάδα το 1862.

Σχετικά με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι συλλέκτες φυτών πληροφορούμεθα πως τον Μάρτιο του 1915 ο Γάλλος βοτανικός Μισέλ Γκαντοζέ βρήκε και συνέλεξε την ΚΑΜΠΑΝΟΥΛΛΑ  ΣΑΞΑΤΙΛΙΣ. Περιγράφει σ’ ένα άρθρο του τις προσπάθειες που έκανε στους απόκρημνους βράχους της χερσονήσου «Ακρωτήρι», της Κρήτης, χρησιμοποιώντας  ανεμόσκαλες και σχοινιά τα οποία έφερε από το πλησιέστερο χωριό σε απόσταση 3 ωρών. Τελικώς η Καμπανούλα συνελέγη χάρις σ’ ένα νέο Κρητικό που κινδύνεψε να χάση και την ζωή του.

Εξ αιτίας του μεγάλου αριθμού των ενδημικών φυτών και της σπανιότητος των ελληνικών ειδών, αναμένεται ότι η Ελλάδα θα είναι για πολλά χρόνια πηγή βοτανικών ανακαλύψεων.

Η σημασία των ανακαλύψεων αυτών μπορεί να αποβή τεραστία αν σκεφθή κανείς πόσο η φαρμακογνωσία και η ιατρική βασίζονται στις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών. Η Ελλάς μπορεί να επιφυλάσση μια νέα μεγάλη έκπληξη.

Το βιβλίο αυτό που με την τελειότητα της εμφανίσεώς του αποτελεί ένα δείγμα υπευθύνου και σοβαράς εργασίας, ας θεωρηθή ένα μήνυμα του ιδρυτού και προέδρου του Μουσείου, μήνυμα αγάπης και πίστεως προς την Ελλάδα και τις δυνατότητές της.

ΦΑΛΥ Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΑΚΗ

ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1969

Αφήστε μια απάντηση