Ρέθυμνο

Ρέθυμνον (το), ή Ρέθυμνος (η), και Ρεθύμνη (Γεωγρ.).Πόλις της Κρήτης, πρωτεύουσα ομωνύμου δήμου, επαρχίας και νομού, κειμένη μεταξύ των ακρωτηρίων Δρεπάνου ΒΔ. και Σταυρού ΒΑ., επί της βορείας παραλίας της Κρήτης και εν τω μέσω περίπου του ευρέος κόλπου του Αλμυρού, εις Β. πλάτος 35ο22΄17΄΄ και Α. μήκος 22ο7΄27΄΄. Κάτ. 8.632 (1928), Απλουμένη επί χαμηλής χερσονησιζούσης επιμήκους γλώσσης γης, περιεβάλλετο προ της απελευθερώσεως υπό ενετικών τειχών περιμέτρου 1400 μ., κρημνισμένων ήδη. Επί των τειχών τούτων ήσαν τρεις πύλαι το πρώτον, η Πόρτα της Άμμου (Σαμβιονέρα των Ενετών, Κούμ-καπί των Τούρκων), κρημνισθείσα τω 1900 υπό της ρωσικής κατοχής, η Μεγάλη-Πόρτα (παρά τον προμαχώνα της Αγίας Βενεράντας) και τρίτη εις το μέσον του δυτικού τείχους (όπου το σημερινόν διοικητήριον). Κατ’ αποστάσεις ήσαν ωκοδομημένοι προμαχώνες της Αγίας Βαρβάρας, της Αγίας Βενεράντας και του Σκορδίλη. Εις το δυτικόν άκρον της μεσημβρινής πλευράς προσετέθη υπό των Τούρκων τείχος χάριν προφυλάξεως των εις το μέρος τούτο στρατώνων, μετά την κατερείπωσιν του δυτικού τείχους, και ηνοίχθη επ’ αυτού άλλη πύλη, η Μαρμαρόπορτα λεγομένη, προς χρήσιν μόνον του στρατού. Προ της μεσημβρινής πλευράς ήνοιξαν οι Τούρκοι βαθείαν τάφρον, την οποία και ενιαχού μετέβαλον εις λαχανόκηπον. Εντός των τειχών η πόλις διασχίζεται υπό κανονικών οδών. Η επιμηκεστέρα και ευρυτέρα είναι η οδός Αρκαδίου (πρώην Τσάρου), αρχομένη από του ενετικού Ωρολογίου και λήγουσα εις την πρώην Πόρταν της Άμμου. Άλλη ευρεία οδός, αλλά μικρού μήκους, είναι η Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου, άγουσα από του λιμένος εις τον ιστορικόν της Μεγάλης Βρύσης πλάτανον κεντρικόν μέρος της πόλεως, αλλά τελείως τουρκικόν άλλοτε. Εις τους κλάδους του πλατάνου τούτου απηγχονίζοντο οι Χριστιανοί. Εις τούτο το μέρος είναι και κρήνη της πόλεως (Μεγάλη Βρύση). Μακρά οδός είναι και η από του κέντρου περίπου της πόλεως, άγουσα προς την πρώην Μεγάλην Πόρταν (οδός Κωνσταντινουπόλεως). Εντός των συνοικιών επιμηκεστέρα οδός είναι η Νικηφόρου Φωκά, πρώην Μακρύ Στενό, ήτις διασχίζει κατά πλάτος την πόλιν από Β. προς Ν. Το περί αυτήν τμήμα είναι διηρημένον σχεδόν κατά κανονικά τετράγωνα από της ενετοκρατίας, ως μικρά ιταλική μεσαιωνική πόλις. Κατά το βόρειον μέρος η πόλις κρασπεδούται με μακρόν υπέρ τα 500 μέτρα παραλιακόν κρηπίδωμα (Quai), σχηματίζον ωραίαν και πλατείαν προκυμαίαν. Λιμένος στερείται η πόλις. Ο υπάρχων είναι τεχνητός, μικρότατος και αβαθής, μόνον δε μικράς χωρητικότητος πλοιάρια δύνανται να εισπλέυσιν ακινδύνως εις αυτόν, διότι συχνότατα πληρούται ιλύος και άμμου κατά τας τρικυμίας των βορείων μάλιστα ανέμων. Διά τούτο καθαρίζεται από καιρού εις καιρόν διά βυθοκόρου. Βορειοανατολικώς εκτείνεται εις την θάλασσαν ισχυρός προβλής, επί του οποίου λειτουργεί φάρος λευκού φωτός, ορατός από αποστάσεως 8 μιλίων. Κατασκευασθείς υπό των Ενετών, επεσκευάσθη πολλάκις υπ’ αυτών, υπό του Μεχμέτ Αλή (1838) και υπό του Φωτιάδου (1884). Άνω της πόλεως ΒΔ. υψούται η ακρόπολις (Φορτέτζα), υπό των Ενετών οχυρωθείσα ισχυρότερον της κάτω πόλεως. Επί τουρκοκρατίας εθεωρείτο στρατιωτικόν αποκλειστικώς διαμέρισμα, δεν επετρέπετο δε απολύτως εις Χριστιανόν να εισέρχηται ή να κατοική εν αυτή. Σήμερον χρησιμεύει ως αποθήκη στρατιωτικών ειδών και εκρηκτικών υλών. Ένεκα της χαμηλής τοποθεσίας της πόλεως εν σχέσει προς τα έξω, συνέβαινον πλήμμυραι καταστρεπτικαί.

Διά τούτο εγένετο υπό του δήμου δίκτυον υπονόμων προληπτικών των καταστροφών. Η πόλις είναι ηλεκτροφώτιστος, έχει δε τα εξής πλατείας: των Ηρώων, εις το ανατολικόν αυτής μέρος, όπου πρότερον ήτο η Πόρτα της Άμμου. Ενταύθα είναι ιδρυμένον το μνημείον του αγνώστου Στρατιώτου, των Ιερολοχιτών, πρώην Αρβανιτιάς, εν τη ομωνύμω συνοικία, των Τεσσάρων Μαρτύρων, εκτός των τειχών, όπου ο σταθμός των αυτοκινήτων και η πλάτανος. Ενταύθα απεκεφαλίσθησαν τω 1824 οι εκ Μελάμπων νεομάρτυρες, εκτίσθη δε ναός επ’ ονόματι τούτων, εγκατελείφθη όμως ημιτελής διά πλημμελή οικοδόμησιν, του Αβέρωφ (πρώην Σκρύδλωφ, Σωχώρα κοινώς) προ των στρατώνων της πόλεως και του διοικητηρίου, η μεγαλυτέρα όλων, έχουσα και άλσος πευκών προς το βόρειο αυτής μέρος. Μικροτέρας δε: της Φιλικής Εταιρείας (εν τη παρά τον λιμένα συνοικία πρώην Κιουλούμπασι), των Φιλελλήνων και Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου. Κυριώτερα δημόσια οικοδομήματα είναι: ο καθεδρικός ναός των Εισοδίων, κτισθείς περί το 1850 κατά το σχέδιον της εν Τήνω Ευαγγελιστρίας, με τέμπλον εξόχου ξυλογλυπτικής τέχνης και πλούσιον εσωτερικόν διάκοσμον, η Αγία Βαρβάρα, ο Άγιος Αντώνιος, ο Άγιος Γεώργιος και η Κυρία των Αγγέλων (πρώην τζαμί Αγκεμπούτ), ο Άγιος Σπυρίδων, εν τη ακροπόλει ο Άγιος Θεόδωρος ο Τριχινάς και ο ναός των Καθολικών (τζαμί Ιμπραΐμ πασά). Τζαμιά της πρώην τουρκικής κοινότητος, διαφοροτρόπως χρησιμοποιούμενα, μετά την αναχώρησιν των Τούρκων, υπάρχουν επτά, εκ χριστιανικών ναών, εκτός ενός, μεταβεβλημένου της Πόρτας Άμμου (Μουσά πασά, πρώην μονή Αγίας Βαρβάρας), της Μεγάλης Πόρτας, της Νερατζές (Άγιος Ονούφριος), εκτός των τειχών, και το Χατζή Τζαμισί (ενετική Λέσχη). Ήταν δε και εξ μεν τεκέδες εντός του περιβόλου των τειχών, δύο δε εκτός των οποίων ο έτερος, ο του Χασάν Μπαμπά (Βεκτασίδων), μετεβλήθη εις ορφανοτροφείον. Τα παλαιά εκπαιδευτήρια εν τω περιβόλω του ναού Εισοδίων, όλως ακατάλληλα, εγκαταλειφθέντα ήδη, το Μοσχάκειον γυμνάσιον, εγκαταλειφθέν και τούτο, και τα της τουρκικής κοινότητος, νεόδμητον παρθεναγωγείον και των αρρένων (Μαρέτι) χρησιμοποιούμενα ως δημοτικά σχολεία, μετά τινας τροποποιήσεις. Εκτός δε των τειχών δύο νεόδμημα κατά τας σημερινάς εκπαιδευτικάς απαιτήσεις εξατάξια δημοτικά σχολεία, ανώτερον παρθεναγωγείον και σχολή της μέσης εκπαιδεύσεως, έχουσα περί τας τριακόντα ευρυχώρους αιθουσας διδασκαλίας, εργαστηρίων, βιβλιοθήκης, διαλέξεων, εορτών, γραφείων διευθυντών και καθηγητών, υπογείων λουτρών κ.λπ. και ευρύτατον περίβολον διά γυμναστήριον. Επίσης το διοικητήριον, ευρύχωρον οικοδόμημα εις το δυτικόν μέρος της πόλεως, παρά την θάλασσαν, κτισθέν υπό της τουρκικής εξουσίας τω 1869 εκ των εισοδημάτων των κτησμάτων των εις Ελλάδα προσφύγων της επαναστάσεως του 1866. Εν τούτω είναι ιδρυμένα τα γραφεία της νομαρχίας, τα δικαστικά (ειρηνοδικείου, πρωτοδικείου, εισαγγελίας), τα της οικονομικής υπηρεσίας, των δημοσίων έργων και της γεωργικής υπηρεσίας. Στρατών, χωρών δύο τάγματα στρατού, ιπποστάσιον και στρατιωτική λέσχη, νεόδμητα, φυλακαί, νεωστί ανεγερθείσαι επί του δεξιού προς της Φορτέτζας προμαχώνος, τελωνείον νεόδμητον προ του λιμένος κ.λπ.

Δημοτικά δε είναι: η εκτός των τειχών αγορά (κρεοπωλεία και ισχυοπωλεία), το νοσοκομείον, υπό της ρωσικής κατοχής ανεγερθέν και δωρηθέν εις τον δήμον, ο απολυμαντικός κλίβανος και ο δημοτικός κήπος, επί του χώρου του παλαιού τουρκικού νεκροταφείου φυτευθείς.

Παλαιά οικοδομήματα της ενετοκρατίας εσώθησαν εις ερείπια, πλήρες δε μόνον η Λέσχη (Loggia), ήτις είχε μεταβληθή εις το Χατζί-τζαμισί και είχε τροποποιηθή εσωτερικώς και εξωτερικώς κατά τας θρησκευτικάς των Τούρκων απαιτήσεις, προστεθέντος και μιναρέ. Κατά τον Gerola (Monumenti III, 68) εκτίσθη κατά τα τέλη του ΙΕ΄ και αρχάς του ΙΣΤ’  αιώνος, ως μαρτυρεί ο αρχιτεκτονικός ταύτης ρυθμός. Εσωτερικώς είχε τέσσαρας στύλους ιωνικού ρυθμού, εφ’ ων εστερίζετο η στέγη. Ταύτης προεξείχε γείσον, ηνοίγοντο δε προς τα έξω τρία τόξα και τα χρησιμοποιηθέντα ξύλα ήσαν τεχνικώς επεξεργασμένα. Απέναντι της Λέσχης και ολίγω βορειότερον σώζεται ηρειπωμένο μέρος του ωρολογίου της πόλεως. Τούτο ήτο εντετοιχισμένον εις την προ της πλατείας όψιν πύργου τετραγώνου, ήτις ήτο αρχιτεκτονικώς κεκοσμημένη. Το κτήριον ήτο κατεσκευασμένον με μικρούς πελεκητούς λίθους εισέχοντας και εξέχοντας. Εις το μέσον περίπου ήτο ο πέτρινος δίσκος, εφ’ ού ήσαν γεγλυμμένοι οι αριθμοί των ωρών, εις δε τα διάκενα ήτο ο ζωδιακός κύκλος. Κάτωθεν του δίσκου ήτο ο λέων του αγίου Μάρκου, άνωθεν δ’ αυτού ο κώδων του ωρολογίου. Εις το εσωτερικόν υπήρχε κατοικήσιμος χώρος, ως και νυν. Πιθανώς εκτίσθη καθ’ ους και η Λέσχη.

Επίσημαι αρχαί εδρεύουσιν εν τη πόλη είναι: Επισκοπή Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, νομαρχία, δημαρχία, πρωτοδικείον, ειρηνοδικείον, οικοτροφική εφορεία, ταμείον, τελωνείον, β’ τάξεως, λιμεναρχείον, διοίκησιν χωροφυλακής, με αστυνομικόν τμήμα, διοίκησις πεζικού συντάγματος στρατού, φρουραρχείον, διεύθυνσις Τ.Τ.Τ., διεύθυνσις δημοσίων έργων (νομομηχανικός), γεωργική υπηρεσία (νομογεωπόνος, αγρονομείον, δασονομείον), υποθηκοφυλακείον, συμβολαιογραφεία και αι δύο επιθεωρήσις των δημοτικών σχολείων.

Τα λειτουργούντα εκπαιδευτήρια είναι: 2 εξατάξια μεικτά δημοτικά σχολεία, 1 πεντατάξιον, 1 τετρατάξιον και 1 νηπιαγωγείον. Ιδιωτικόν δε 1 πλήρες δημοτικόν σχολείον μετά νηπιαγωγείου, Μέσης εκπαιδεύσεως, τετρατάξιον ανώτερον ή γυμνασιακόν παρθεναγωγείον, εις ειδικόν νεόδμητον οίκημα λειτουργούν, πρακτικής μάλλον ή κλασσικής μορφής, μέση σχολή (το πρώην γυμνάσιον), διηρημένη εις πρακτικόν και κλασικόν τμήμα. Του πρώτου η λειτουργία ήρχισε (1931-1932) με 29 μαθητάς από της τρίτης τάξεως, εις δε το δεύτερον εφοίτησαν 636 μαθηταί (192 θήλεις). Λειτουργεί και κρατικόν ορφανοτροφείον, ιδρυμένον εις τον τεκέν πρώην Χασάν-Μπαμπά, και παράρτημα του ωδείου Αθηνών.

Υπάρχει και αρχαιολογικόν μουσείον, ιδρυθέν το πρώτον, 1887, υπό του τότε συσταθέντος Φιλεκπαιδευτικού συλλόγου, περιελθόν δε μετά την απελευθέρωσιν εις την αρχαιολογικήν του κράτους υπηρεσίαν, εξαρτώμενον από του εφόρου της γ’ περιφερείας και διευθυνόμενον υπό επιμελητού, προσλαμβανομένου εκ των υπηρετούντων εν τοις εκπαιδευτηρίοις της πόλεως φιλολόγων.

Προξενικά γραφεία υφίστανται εν τη πόλει: Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας κα Βελγίου. Πιστωτικά δε ιδρύματα τραπεζών, Εθνικής, της Ελλάδος, Αγροτικής, Αθηναϊκής και Εμπορικής. Βιομηχανικά ιδρύματα ηλεκτροκίνητα ή μη είναι: σαπωνοποιεία, βυρσοδεψεία, ηλεκτροφωτισμού, παγοποιείον, αρτοποιεία, ελαιουργείον, αλέσεως χαρουπίων, σιδηρουργεία, ξυλουργεία, επιπλοποιεία, υποδηματοποιεία, μαρμαρογλυφεία κ.λπ.

Πολλοί σύλλογοι και σύνδεσμοι ιδιωτικοί είναι συγκεκροτημένοι προς εξυπηρέτησιν επιστημονικών, εμπορικών, επαγγελματικών και πρακτικών σκοπών. Τοιούτοι είναι: ο Φιλεκπαιδευτικός από του 1877 εργασθείς υπέρ της προόδου της πόλεως, ο Γυμναστικός, όστις ίδρυσε το γυμναστήριον, ο Ιατρικός, ο Δικηγορικός, ο Εφεδρικός, εις ον οφείλεται το γυμνάσιον και η γεωργική σχολή των Ασωμάτων, ο Εμπορικός, των Πολυτέκνων, της Φιλοδασικής ενώσεως, των Διδασκάλων κ.λπ. Υφίστανται και νυκτερινή σχολή απόρων, ταμείον ελεημοσύνης και φιλαρμονική.

 Το Ρέθυμνον, παρά την έλλειψιν λιμένος, συγκεντρώνει οπωσδήποτε το πλείστον της εμπορικής κινήσεως του νομού, καίτοι πολλά  προϊόντα των ανατολικών μερών, διά λόγους ευκολωτέρας συγκοινωνίας, φέρονται εις το Ηράκλειον. Τα κυριώτερα των εξαγομένων προϊόντων είναι: έλαιον, κίτρα, χαρούπια (ή εν τω νομώ παραγωγή κίτρων και χαρουπίων είναι ανωτέρα παντός άλλου νομού), καπνός, αρωματικά φύλλα, βελανίδι (αποκλειστικόν προϊόν του νομού).

Δήμος Ρεθύμνου. Ο δήμος Ρεθύμνου, έχων εν συνόλω 10.558 (1928) κατοίκους, περιλαμβάνει πλην της πόλεως και τους συνοικισμούς: Περιβόλια, Αγία Ειρήνη, Ανώγεια, Γάλλου (στου-), Γιαννούδι, Ιρφάν (Μετόχι), Καστελλάκια, Μασταμπάς, Μισίργια, Ξερό-χωριό, Πλατανές, Ρισβάνη Μετόχι και Φουρφουριανού-Μετόχι. Ο δήμος, καίτοι είναι μικρός κατά τον πληθυσμόν και τας προσόδους, διατελεί εν σχετική ευρωστία και προβαίνει διαρκώς και επιμελώς εις εξυγιαντικά και εξωραϊστικά έργα. Συντηρεί το δημοτικόν νοσοκομείον, νυκτερινήν σχολήν, φιλαρμονικήν, βοηθεί το ταμείον φιλανθρωπίας και παρέχει γενναίον ποσόν ετησίως υπέρ του Ιστορικού αρχείου της Κρήτης Ο προϋπολογισμός του δήμου ανέρχεται (1932-1933) εις έσοδα μεν 2.669.246 δρ., έξοδα δε 2.575.768, απόθεμα 93.478, το δε χρέος εις δρ. 2.275.000 και λίρας 1.300.

-[Ιστορ.} Η σημερινή πόλις κείται ασφαλώς επί των ερειπίων αρχαιοτέρας, το όνομα της οποίας φέρεται κατά πολλούς τύπους: Ριθυμνία, Ρίθυμνα, Ρείθυμνα και Ρήθυμνα. Περί της αρχαιοτέρας ταύτης πόλεως ουδεμίαν έχομεν αξίαν λόγου πληροφορίαν, πλην των αργυρών και χαλκών νομισμάτων της, τα οποία επί της μιας όψεως φέρουσι κεφαλήν Αθηνάς ή Απόλλωνος, επί δε της άλλης δύο δελφίνας ή τρίαιναν ή τρίποδα ή αίγα τρέχουσαν ή Απόλλωνα ή Μίνωα. Η ακμή της πόλεως συμπίπτει προς την ενετοκρατίαν, οπότε το ελληνικόν στοιχείον της διεκρίθη εις τα γράμματα, τας επιστήμας και τας τέχνας. Ρεθύμνιοι λόγιοι και τεχνίται εκπροσωπούσι τους Κρήτας και κατά την ενετοκρατίαν και μετά την άλωσιν εν Ενετία και τη λοιπή Ιταλία. Γνώριμα ονόματα Ρεθυμνίων εις τας επιστήμας, την ζωγραφικήν, την καλλιγραφίαν και την τυπογραφίαν είναι: Βλαστοί, Μουσούροι, Βαρούχαι, Καλλέργαι, Πόρτιοι, Καλλονάδες, Μπουνιαλήδες, Ρόσαι, Χορτάτσαι, Πατελάροι, Σοφιανοί, Βεργίτσαι, Λαμπάρδοι, Γρίται, Κακαβέλας, Σκούφος, Πάνδημος, Χαλκιόπουλος, Κλαροτζάνες, Βλάχος Γεράσιμος, Φιλάρετος, Φουρλάνος κτλ. Αι πλείσται των επί της ενετοκρατίας επαναστάσεων εν Ρεθύμνη εσχεδιάζοντο και διεξήγοντο έπειτα εις όλην την Κρήτην. Τω 1228οι γαιοκτήμονες επανεστάτησαν διά την άδικον διανομήν τιμαρίων και κατέλαβον την πόλιν βοηθούμενοι υπό του αυτοκράτορος της Νικαίας Βατάτση. Τω 1293 επανεστάτησε και πάλιν το αρχοντολόγιον συμμαχούν προς τους Γενοάτας, αλλ’ υπετάχθη, αφού μόνον περί αλλαγής ξένου δεσπότου επρόκειτο. Τω 1341 επανεστάτησεν η πόλις υπό τον Σμυρίλιον, τω 1347 υπό τον Καψοκαλύβην, προδοθέντα υπό του Φαλέτρου και απαγχονισθέντα. Η του 1453 επανάστασις του Σίφη Βλαστού και του 1462 Γαβαλάδων, Αργυροπούλου και Μελισσηνού, προδοθείσαι υπό του Εβραίου Μαυρογονάτου και του καθολικού ιερέως Λίμα, και καταπνιγείσαι εις το αίμα των αρχηγών, εγένοντο αποκλειστικώς εν Ρεθύμνω. Των 1363 μετέσχε της από κοινού επαναστάσεως Ενετών και Κρητών. Τω 1538 ελεηλάτησε την πόλιν ο πειρατής Βαρβαρόσσας, τω 1562 ο Ουλουσής, τω 1567 οι πειραταί πάλιν, τω 1570 επολιορκήθη υπό των επαναστατών του Καντανολέου και κατελήφθη υπό του αρχηγού Ιω. Φράγκου, τω 1571 εκάη υπό του πειρατού Αλιτζαλή.

Οι Τούρκοι είχον ήδη υποτάξει πάσας σχεδόν τας ελληνικάς χώρας, λεηλατήσαντες δε την Κρήτην πειρατικώς πολλάκις, απεφάσισαν την οριστικήν αυτήν κατάκτησιν. Τον Ιούνιον του 1645 απεβιβάσθη στρατός 50.000 εις Κίσαμον και πολιορκήσας τα Χανιά εκυρίευσε ταύτα κατ’ Αύγουστον. Ερημώνων ήδη τας επαρχίας έσπευσε προς ανατολάς και τον Σεπτέμβριον του 1646 επολιόρκησε το Ρέθυμνον. Οι πολιορκούμενοι, στερούμενοι των πάντων, δεν ηδύναντο να φύγωσιν εις Ηράκλειον, επειδή δεν εδίδετο άδεια υπό των ενετικών αρχών. Τη 10 Οκτωβρίου έγινεν η μεγάλη έφοδος. Απέκρουσε μεν ταύτην ο Καισαρίνης και απέσφαξε πλήθος Τούρκων, αλλ’ οι Ενετοί φοβηθέντες αφήκαν τας θέσεις των και έτρεξαν μετά του πλήθους εις την ακρόπολιν. Ο στρατηγός πληγωθείς απεσύρθη και ούτος εις την ακρόπολιν, όπου και απέθανε. Μετ’ ολίγον κατελήφθη η κάτω πόλις, και οι επιδρομείς επεδόθησαν εις σφαγάς και λεηλασίας. Οι εντός της ακροπόλεως καταφυγόντες ηναγκάσθησαν τέλος και αυτοί, μετά κρατεράν αντίστασιν, να παραδοθούν την 3 Νοεμβρίου του 1646. Εκατόν αιχμάλωτοι, εν οις δέκα λοχαγοί, είκοσιν άλλοι αξιωματικοί και δέκα κοράσια (μεταξύ των οποίων, κατά την παράδοσιν, και αι τρεις θυγατέρες του Παπά-Βορεά, ων η νεωτέρα έγινε σουλτάνα Μωάμεθ του Δ), επέμφθησαν εις την Κωνσταντινούπολιν μετά της αγγελίας της νίκης. Ιστορικά γεγονότα σχετικά προς την πόλιν Ρεθύμνης επί τουρκοκρατίας είναι πολλά, εκ τούτων δε αναγράφομεν τα εξής: Τω 1801 εγένετο σφαγή των Χριστιανών. Τω 1812 ο Οσμάν πασάς (Πνιγάρης) απηγχόνισε πολλούς αγρίους Τούρκους. Τότε, κατά την παράδοσιν, επειδή μόνον κατά το φαινόμενον ήτο Τούρκος, αληθώς δε πρωτοσύγκελλος των πατριαρχείων, εν γνώσει του σουλτάνου πεμφθείς εις Κρήτην ως πασάς, εκάλεσε τον ηγούμενον Ασωμάτων Ιωσήφ και ετέλεσε λειτουργίαν εις τινα θόλον του διοικητηρίου, διά να κοινωνήση των αχράντων μυστηρίων. Τω 1821 εσφάγησαν 100 Χριστιανοί. Τω 1822 απηγχονίσθη ο επίσκοπος Γεράσιμος Περδικάρης, φυλακισμένος από του προηγουμένου έτους. Τω 1824 εσφάγησαν οι τέσσερες νεομάρτυρες. Τω 1828 εγένετο φονική μάχη προ των τειχών της πόλεως, εφονεύθησαν 40 Τούρκοι και ηχμαλωτίσθη ο Ικηντζή-αγάς, λυτρωθείς βραδύτερον. Τω αυτώ έτει εσφάγησαν 90 Χριστιανοί. Τω 1829 εγένετο μάχη προ της πόλεως και εφονεύθησαν 40 Χριστιανοί. Τω 1898 (Νοέμβριον) εξεδιώχθη ο τουρκικός στρατός, εγένετο η ρωσική κατοχή και τω 1899 κατεβιβάσθη ο τουρκικός τουράς από το αέτωμα του διοικητηρίου και ανεπετάσθη η σημαία της αυτονομίας.

Ε. ΓΕΝΕΡΑΛΙΣ

Αφήστε μια απάντηση