Ο Γιώργος Μουζουράκης το 1928 σε ηλικία 24 ετών

Άνω Μέρος Αμαρίου, 8 Σεπτεμβρίου 1928. Στο χωριό γιορτάζει η Παναγία και γίνεται πανηγύρι. Φυσικά η λύρα και τα λαγούτα διαλαλούν την γιορτινή ατμόσφαιρα με όλο το χωριό να είναι στο πόδι.

Μια φωτογραφία από εκείνη την ημέρα. Ακριβώς στο κέντρο διακρίνεται ο σπουδαίος λυράρης, με ξεχωριστή παρουσία, όχι μόνο στην περιοχή Αμαρίου, αλλά γενικότερα στην Κρήτη, Γιώργος Μουζουράκης (1904-2001), ηλικίας τότε 24 ετών, με λαουτιέρηδες και άλλους γλεντιστάδες της εποχής.Ο Γιώργος Μουζουράκης ήταν ένας σημαντικός Κρητικός λυράρης, που ανέδειξε παλιούς κρητικούς χορούς Το όνομά του συνδέεται στενά με την παραδοσιακή μουσική της Κρήτης και τη διατήρηση του αυθεντικού ήχου της λύρας. Έχει καταγραφεί ως ένας από τους λυράρηδες που συνέβαλαν στη διάδοση του κρητικού συρτού

Την φωτογραφία παρέδωσε ο Γιώργος Μουζουράκης, λίγο πριν τον θάνατό του, στο Θεόδωρο Τσόντο, σημερινό πρόεδρο της Αδελφότητας Κρητών Πειραιά “Η Ομόνοια”.

Σήμερα η φωτογραφία βρισκεται στα χέρια της εγγονής του Αμαριώτη λυράρη, που είχε καταγωγή από το χωριό Παντάνασσα Αμαρίου.

ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΓΙ ΩΡΓΟΥ ΜΟΥΖΟΥΡΑΚΗ

Τάντροϊνο που γίνηκε είναι
εδικολογιά μου
Χριστέ μου να περνούν
καλά να χαίρετ η καρδιά μου.
Γαμπρέ που μπήκες στο μπαξέ
και διάλεξες το κρίνο
που μοιάζει με τη Παναγιά
που βρήσκετε στην Τήνο
Δε ξέχασες και το ρητό το
χιλιοειπωμένο
Πάντοτε από τον τόπο σου
Κι ας είν και μπαλομένο
Όποιος γυναίκα παντρεφτεί
μέσα απού το χωριόν του
ποτέ τη γνώμη δε ζητά
των εδικολογιών του
Από μικρά γνωρίζουντε
ο ένας με τον άλλο
κι αποφασίζουν κι δυο
το σάλτο το μεγάλο

Με αγκαλιά τη λύρα μου επήρα τόσαπάνω
Εις τάνω Μέρος να νεβώ μνημόσυνο να κάνω
Τσοι φίλους πούχα τσοι παλιούς σφιχτά να χαιρετήσω
και τανωμεριανά στενά να ξαναπερατίξω
Για όσους αποθάνανε συχορεμό να πούμε
γιατί αργά ή γρήγορα θα πάμε να τσοι βρούμε
Μα πούνε ο Κεραμιανός ο Γιώργης ο λεβέντης
Που πάντα διακρίνετο σαν έμπενε στο γλέντι.
Κι ο Κατσουτήνης γει Σφηνιάς πανθούσε σαν λουλούδι
Αυτός είναι που έβγαλε του Χίτλερ το τραγούδι
Θυμούμε και το φίλο μου Σταμάτη Παπουτσάκη
Αλλά και τον Απόστολο και τάλλο Κουγιτάκη
Τη Κουγιτάρα δε ξεχνώ το Καπαρό Λευτέρη
Ήταν λυράρης ξακουστός, από δεν είχε ταίρι
Και το Βουργίδη δε ξεχνώ και τάλλο Χατζηδάκη
Δεύτερος ήταν ξάδερφος του Γιώργη Μουζουράκη
Και άλλος ένας ήτανε που τον θυμούντε όλοι
Τα γλένδια και τη λεβενδια το Μπουμπουλομανόλη
Το Μαθιουδάκη δε ξεχνώ, λύρα και μαντινάδες
Παρ όλο πούτανε τυφλός έκανε και καντάδες
Κρατώ και γω καταγωγή φίλοι απτο χωριό σας
Και εδά που ήρθα να σας ειδώ θανάνε σεπαινό σας
Εις τανωμέρος πάντοτε γλένδια μεγάλα κάνουν
Απού τσοι Χατζηδάκηδες, της μάνας μου η μάνα
Τζίγλικας ο πατέρας τση, από μεγάλο σόι
Ήτανε λέει όμορφη και λιγερή στο μπόι
Παντρεύτηκε στο Μέρωνα το Καλοειδά το Κώστα
Το σφρίγος πούχω στη ζωή σαυτούς τους δυο χροστάω

Ήταν γυναίκα όμορφη και μερακλού μεγάλη
Σόλην την περιφέρεια λέγουν δεν ήταν άλλη
Αυτήν κι μένα η ρίζα μου, και πάντα τη προσέχω
Σαν φυλαχτό στο στήθος μου πυξίδα θα την έχω
Προιχρόνια 72 ήρθα στο πανυγήρη
Και καβαλάρης είμουνα πάνω σένα μπεγίρη
Έπαιζα λύρα στο χωριό, με όρεξη μεγάλη
Νενήντα έξι τα λαλλω μα θα τη παίξω πάλι
Φωτογραφίες έφερα να ειδούν παιδιά κι εγκόνια
Για να μη με ξεχάσετε να με θυμάστε αιώνια
Δημότης θέλω να γενώ εις την κοινότητά σας
Γιατί μαρέσει ο τρόπος σας κι συμπεριφορά σας
Όντε κιαν έρθω στο χωριό χειμώνα ή καλοκαίρι
Ούλοι με γέλιο χαιρετούν μου σφύγκουν και το χέρι.

29/7/2000
Μουζουράκης

Νύφη δεν αγαπάς ποτέ όπως τη θυγατέρα
Κι αδέ μου το πιστεύγετε θ’ αποδειχθή μια μέρα.
Γαμπρό δε πρέπει ναγαπάς ως αγαπάς το γιό σου.
Γιατί είναι από το αίμα σου αλλά και των γονιώ σου
Θετά παιδιά δεν αγαπά κανείς με την καρδιά ντου,
ως αγαπά και χαίρετε τα γνήσια παιδιά ντου.

Η πόλις με ταλαιπορεί κι εις το χωριό δεν κάνω
Πρέπει να πιάσω τα βουνά αλλοιώς δεν την εβγάνω

Νεκρολογικό ποίημα για το Χαράλαμπο Νεονάκη

Αξέχαστε Χαράλαμπε φίλε μου Νεονάκη
Σήμερο στα εξάμηνα ήρθεν ο Μουζουράκης
Να πει δυο λόγια νακουστούν σολόκληρη τη Κρήτη
ούλοι σε λυπυθήκαμε κι ο γερο Ψηλορείτης.
Ήσουνε πάντα γελαστός σπουδαίος στη παρέα
σαν έπιανες εις το χορό εχόρευες ωραία.
Αξιόθεις τα εφτά παιδιά να δόσεις τέτοια χάρι
Για να τα υπολείποντε σολόκληρο ταμάρι.
Είσουνε ένα υπόδειγμα μέσα στη κοινωνία
Γι’ αυτό μπάμπη η μνήμη σου θα μείνει αιωνία.
Εσύ το δρόμο τσαρετής τον είχες περπατίσει
Πράμα άπρεπο εις τη ζωή δεν ήθελες ναφήσεις.
Η σύζυγο σου πάντοτε ήταν στο πλευρό σου
Είσουνε ο καλύτερος στο κύκλο το δικό σου.
Σαν έμαθα πως πόθανες λύπη μεγάλη πήρα
Δεν θα σε βλέπω να γλεντάς με τη δική μου λύρα
Που σάνοιγε την όρεξη και πέτας σαν Γεράκι
Χρόνια να ζήσεις εκατό μούλεγες Μουζουράκη
Το χώμα ταποστολιανό πουσέχει σκεπασμένο
Πάντοτε νάναι ελαφρό λουλούδια στολισμένο.

15/8/75
Ο Νιος γαμπρός εμήνυσε του Πεθερού μαντάτο.
Να το κατέχης πεθερέ τη Κυριακή πως θάρθω.
Να παρασύρουνε τσ’ αυλές να στρώσετε τσι στράτες.
Ο Νιός γαμβρός σας έρχεται να τον υποδεχθείτε.
Ροδόνερο στα χέρια σας να τον ελαντουράτε.
Στο Γάμο Γεωργίου Νικ. Ιερωνυμάκη Λειβάδια

Δόσμου το φάρμακο Γιατρέ το μπόνο μου να γειάνω
Γιατί για την αγάπη τζη, τα λογικά μου χάνω
Θέτω για να αποκοιμηθώ στην κλίνη μου απάνω
Κλειστά τα μάθια τη θωρρώ κι ανοίγοντας τη χάνω
Και το Καλλέργη ρώτησα καλό γιατρό στο μπόνο
Και μούπε πως τση λισμονιάς το φάρμακονε μόνο

11/12/96

Γαμπρέ που μπήκες στο μπαξέ
και διάλεξες το κρίνο.
Που μοιάζει με τη Παναγιά
που βρίσκεται στη Τήνο

Η οικογένεια Γεωργίου Μουζουράκη Σας εύχετε βίον πανευτυχή 24/6/2000

Ποίημα για τον Ήρωα Χρ. Μακρή

Είναι γεννιές που γράφουνε ολόκληρη Ιστορία
όταν θυσία γίνονται για την ελευθερία.
Έτσι κι ο Χρήστος ο Μακρής των Σελλιανών καμάρι.
Καθηγητής και μαχητής κ’ άξιο παληκάρη.
Άφησ’ ανώτατη Σχολή άλλοι να συνεχίσουν
που δεν είχαν τη δύναμη να παν να πολεμίσουν.
Το χίλια εννιακόσια στο δώδεκα μία μέρα.
Στο Δρίσκο έπεσε νεκρός απ’ των Τουρκών τη σφαίρα.
Θρηνήσασή των τα Σελλιά μα λάμπρινε ιστορία
γιατ’ έπεσε μαχόμενος για την ελευθερία.
Εις τα Σελλιά εστήσανε Μακρή το αγαλμά σου
στην ιστορία πέρασε και σένα τόνομά σου.
Η γη που εγεννήθηκες σε δέχεται κοντά της
να παραδειγματίζονται στο μέλλον τα παιδιά της.

Συνθέτης Γ. Μουζουράκης.
Υ.Γ. αυτό έχει μαγνητοφωνηθή σε δυο ταινίες: η μία τραγούδι σαν ριζίτικο στην άλλη
απαγγελία παρά του συνθέτου.

Οι Σελλιανοί Γαμπροί

Ποίημα του παλαιότερου γαμπρού των Σελλιών και παλαιότερου λυράρη της Κρήτης Γ.
Μουζουράκη.
Ούλοι οι γαμπροί απ’ τα Σελλιά πρέπει να μαζευτούμε
να κάνουμε συνέλευση και να οργανωθούμε.
Να κάμομενε Σύλλογο για μας και τα παιδιά μας
για να διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας.
Όλες τσ’ υποχρεώσεις μας πιστά θα τσ’ εκτελούμε
μα και τα δικαιώματα θα τα διεκδικούμε.
Γαμπροί σας εγινήκαμε με θέληση δική σας
κι ευτυχισμένο βλέπετε σήμερα το παιδί σας.
Και τα παιδιά σας τα Σελλιά πολύ χουν αγαπήσει
για δεν εβρέθη Σελλιανός να τα κοντομουρίσει.
Γλέντια πολλά θα κάμουμε, αρνιά, ψητά και μπύρα
και ο Μουζούρης όσο ζει θα σας σε παίζει λύρα.

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ
Ό,τι σου λένε να τ’ ακούς μ’ ό,τι σκεφτείς να κάνεις
γιατί αν κάνεις ό,τι ακούς εις τη ζωή θα χάνεις.
Ό,τι σκεφτείς να μη βιαστείς κι άμα τ’ αποφασίσεις
γρήγορα να το εκτελείς για να ευδοκιμήσεις.
Το παρελθόν μελέτησε και το παρόν να νιώσεις
και για το μέλλον δούλεψε αν θέλεις να προκόψεις.
Δύσκολος είναι και τραχύς της αρετής ο δρόμος
μόνο να το νε δε κανείς πολύς τον πιάνει τρόμος.
Λεφτά να δώσεις σαν μπορείς, εγγύση μη δώσεις
γιατί δεν αποκλείεται πικρά να μετανιώσεις.

Εκείνος που το φαφλατά συχνά παρέα κάνει
όση και να χει ανθρωπιά στο πι και φι τη χάνει.
Γι’ αυτό εις την παρέα σου διάλεγε που καθίζεις
κι έτσι θα είσαι ευχάριστος την ώρα που θα φύγεις.

Γ. Μουζουράκης

Οι Σελλιανοί κι Σελλιανές πρέπει να μαγαπούνε.
Στο περιοδικό Πλακιά πολύ συχνά θωρρούνε.
Στίχους και ποιήματα κι ωραίες μαντινάδες
Τότε που νέος είμουνε, που κάναμε καντάδες.
Είμουνε χωροφύλακας περίπου δύο χρόνια
Στην ηλικία είμουνε σαν τα δικά μου εγκόνια
Είχανε τότε τα Σελλιά ωραίους χορευτάδες
Και στο τραγούδι όμορφοι τη νύχτα στσοι καντάδες.
Ξεχωριστός ήτο ο Μακρής, ο Σταύρος ο Φουντούλης
Όταν τη λύρα έπαιζεν ο Γιώργης ο Μουζούρης.
Και άλλος ένας ήτανε τον λέγαν Κοκκινάκη
Κι εις τόνομα Χαράλαμπο πούταν σαφεί μεράκι
Ήτανε ακόμη άλλος γεις που γνωρίζετ’ όλοι κι ούλοι
Τονε φωνιάζανε Κατσαραγό Μανώλη.
Και άλλο ένα γνώρησα Ζουρμπάκη Θεοχάρη
Του Κοκκινάκη κοπελιά θαρρώ πως είχε πάρει.
Και ένα ακόμη πέρασα το Θοδωρολευτέρη
Λαγούτο έπαιζε καλό απού δεν είχε ταίρι
Απού το φτερωτό συρτό τα μαυρισμένα χρόνια.
Ο γεις τάλλου μετέδειδε τση λευτεριάς αγώνα
Γι’ όλους αυτούς τους πέρασα εις την Αθανασία
Σε δίσκο που η μνήμη τους θα μείνει αιωνία.

Όποια γυναίκα δε κρατά στον άντρατζη χατήρι
Το φίλο βάνει ταχτικά απού το παραθύρι.

Η πιο μεγάλη συμφορά πλάκοσεν το Καστέλι
Προ λίγα χρόνια έχασε το Γιώργη Κουτσουρέλη
Και τώρα κλαίει και θρυνεί Μιχάλη το Κουνέλη
Οσάν τη μάνα πούχασε το πιο καλό κοπέλη
Ο ένας άσσος στο βιολί απού δεν είχε ταίρι
Κι ο άλλος στο λαγούτο του τση Κρήτης το ξευτέρι
Μας άφηκαν αθάνατα συνθέσεις και κομάτια
Να τα διαφυλλάξωμεν οσάν τα δυό μας μάτια
Ω χάρε αδυσόπητε μεγάλη σούχω αμάχει
Πόθανε χάρε πόθανε σειρά σουνε και σένα
Εκατομμύρια ψυχές έχεις στη γη θαμένα.

Αναστενάζει Κίσσαμος και κλαίει το Καστέλι
Σε λίγα χρόνια χάσανε Κουνέλη – Κουτσουρέλη
Ο ένας άσσος στο βιολί απού δεν είχεν ταίρι
Κι ο άλλος στο Λαγούτο ντου τση Κρήτης το ξαθέρι
Μας άφηκαν αθάνατα συνθέσεις και κομάτια
Να τα διαφυλλάξομε οσάν τα δυο μας μάτια
Πόθανε χάρε πόθανε σειρά σου είναι και σένα
Εκατομμοίρια κορμιά έχεις στη γης χοσμένα

Πέντε χρονάκια λείπομαι τα εκατό να φτάσω
Κι ετότες σας θα το σκεφτό αν πρέπει να γεράσω.
Ήρθα εις τη τιμιτική του Πλακιανού Μιχάλη
Που τέτιο Αποκόρωνας λυράρη δεν θα βγάλει.
Ήταν τεχνίτης στα συρτά μεγάλος στο δοξάρι
Και εις τα δάχτιλαχενε τη πιο μεγάλη χάρη
Εις τα συρτά του δυνατός τσι κοντυλιές τεχνίτης
Ήταν απ τσοι καλλύτερους εις το Νησί τση Κρήτης
Μιλίχειος και συνετός ποτές δεν επαινάτω
Πολλές φορές τσοι δυνατούς αυτός έβανε κάτω
Τιμές μετά το θάνατο έχουν μεγάλη αξία
Το Πλιακιανό τον πέρασα εις την αθανασία
Χρέος μου το θεώρησα πριχού και γω ποθάνω
Ετσά καλλιτέχνες Κρητικούς μνημόσυνο να κάνω
Έχω την ικανότητα να σας πληροφορήσω
Πως τη κασσέτα προσεχώς θα τη κυκλοφορήσω
Από τη Κίσσαμο αρχηνώ στη στεια καταλήγω
Όλοι σας θα μ’ ακούσετε από τη ζωή πριν φύγω
Μας άφηκαν παράδοση κι αθάνατα κομάτια
Να τα διαφυλάξωμε οσάν τα δυο μας μάτια

Εφημερίδα Ρεθύμνης Κρητική Επιθεώρηση
19/9/99

Η λύρα του Μουζουρογιώργη

Είχα την τύχη να βρεθώ
στο σπίτι του λυράρη,
που είναι στην Παντάνασσα
στο όμορφο Αμάρι.
Είναι ο γεροντότερος
Μουζούρη τόνε λένε,
όσοι αγαπούν τσι κοντυλιές
τη συντροφιά του θένε.
Με τρώει η περιέργεια
τη λύρα που τη βάνει,
την έχει στο βουργιάλι του
ή πάνω στο ντιβάνι;
Πέρασε μέσα να τη δεις
μου λέει με καλοσύνη,
ογδόντα χρόνια έρωτα
έχομε γω και κείνη.
Σαν να ‘ναι ερωμένη του
την έχει στο κρεβάτι,
με τρυφεράδα τη θωρεί
και κλείνει τση το μάτι.
Αυτή ανταποκρίνεται
σε κάθε κάλεσμά του
και πάει και θρονιάζεται
πάνω στα γόνατά του.
Τότε ν’ ακούσεις κοντυλιές,
συρτό και πεντοζάλη,
μέχρι που νιώθεις μια γλυκιά
στη κεφαλή σου ζάλη.

Εθαύμασα την τέχνη του
στη λύρα και στο στίχο,
κι απόλαυσα αυθεντικό
τον κρητικό τον ήχο.
Στο τέλος του ‘δωσα
ευχή που δεν του δώσαν άλλοι,
να ξεπεράσει τα εκατό
παίζοντας τον τριζάλη.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΑΠΟΥΤΣΙΔΑΚΗΣ

Προς

Τον Κρητικόν Λυράρη (Λιάνα Κουρκουλού)

Λυράρη τόσο ευγενικέ της Κρήτης καλλιτέχνη μαγεύεις όλων τις καρδιές με δοξαριές
παθητικές που είναι πάντα σε έμπνευση και τέχνη.
Εμπνέεις τον ξένο να αγαπά το ξακουστό Νησί σου παντού και πάντα ακούραστος δίνεις
όλο το είναι σου
Κι ακόμη δεν εδίστασες στης μουσικής σου το βωμό να δώσης ολοκαύτωμα στην ίδια τη
ζωή σου.
Ένας παλμός αισθαντικός η κάθε δοξαριά σου και τα ωραία τραγούδια σου πότε για έρωτα
μιλούν κι’ άλλοτε πάλι εξυμνούν τη θρυλική γεννιά σου.
Δίνεις ζωντάνια κι ομορφιά μεσ’ του γλεντιού τη ζάλη.
Κρύβεις τον πόνο σου βαθειά σκορπίζεις κέφι ξεγνοιασιά γιατί έχεις σπάνιο χάρισμα να
χεις καρδιά μεγάλη.
Λυράρη τόσο ευγενικέ της Κρήτης καλλιτέχνη να ζης να δίνεις τη χαρά
Σε κάθε ανθρώπινη καρδιά και η ζωή σου πάντα να είναι ευτυχισμένη

ΜΕ ΤΟ ΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΗ ΚΡΗΤΗ

ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΥΖΟΥΡΑΚΗ

Θα παίξω μια να πεταχτώ σα το πουλί στη Κρήτη
και ν’ ανεβώ στη πιά ψηλή κορφή του Ψηλορείτη,
να ειδώ το λιοβασίλεμα το νου μου να μου πάρει
Να ειδώ το Μεσαρίτικο το κάμπο το μεγάλο
για τσ’ ομορφιές του τσοι πολλές τραγούδια να του βγάλω.
Να ειδώ και τ’ Αμαριώτικα βουνά να τα χορτάσω
το Κέντρος και τη Σάμιτο ποτέ δε θα ξεχάσω.
Να ειδώ το Μυλοπόταμο, τη Νίδα και τ’ Ανώγεια
τα Κουρταλιώτικα βουνά μαζί με τα Λευκώγεια
του Καλλικράτη τσοι κορφές και του Κρυονερίτη
και τα ηρωικά Σελλιά τα ξακουστά στη Κρήτη.
Να ειδώ και τη Παντάνασσα που τσι γράψεν η τύχη
στη Πίγλα να μεταφερθεί κι εκεί να κατοικήσει.
Να βλέπω και το Φουρφουρά που τ’ Αμαριού το φάλει
και τ’ Άνω Μέρος να θωρώ να ξανανιώσω πάλι.
Δε θα μπορέσω να μετρώ χωριό – χωριό τ’ Αμάρι
μα θα σταθώ για μια στιγμή να ειδώ το Γερακάρι.
Να βλέπω και το Μέρωνα περήφανος να στέκει
σα τσ’ ομορφιές του άλλο χωριό στη Κρήτη δε τις έχει.
Να ειδώ το Δίκτη το βουνό απούνε στο Λασίθι
ο Δίας ο παλιός θεός πάνω σ’ αυτό γεννήθη.
Να βλέπω και τσι Μέλαμπες σαν όμορφο λουλούδι
πούχει λεβέντες ξακουστούς δεινούς εις το τραγούδι.
Ν’ ακούσω λύρας κοντιλιές και τω προβάτω λέρια
τζιτζίρους να φωνιάζουνε κατά τα μεσημέρια.
Ν’ ακούγω τα Ριζίτικα τσι ταύλας τα τραγούδια
να βλέπω μικροχώριουλα περβόλια και λουλούδια.
Να βλέπω αόργια και γιαλιές ρούματα και φαράγγια
να θυμηθώ την εποχή που γήρευα ασφαράγκια.
Φασκομηλέ και ρίγανι, δίχταμο και φλισκούνι
θύμο και δάφνη και μερτέ, να μου χτυπού σταρθούνι.
Να θυμηθώ συνεπαρσές χαρές και πανηγύρια
να κούγω και τσοι μπαλοτές στ’ αλλαξοδαχτυλίδια.
Να τραγουδίξω δυνατά να πω δυο μαντινάδες
Κρήτη μου μάνα πλιά καλή απ’ ούλες στσι μανάδες.
Μ’ άφηκες τα κοπέλια σου τ’ αρχοντομαθημένα
να σιγοτσιτσιρίζονται να λειώνουνε στα ξένα.
Τάπεψε εις τη ξένη θειά στσι μητρυγιάς τα χέρια
μάρχονται και σε βλέπουνε συχνά τα καλοκαίρια.

Νέο Στέκη Ενώσεως Κρητών αγ. Αναργύρων
Ποίημα του Μουζουρογιώργη

Όταν κανείς το όνειρο το πραγματοποιήσει
του φαίνετε πως τη ζωή τώρα την έχει αρχήσει.
Έτσι κι ο σύλλογος Κρητών αγίων Αναργύρω
τη στέγη του απόχτησε στη γέφυρα τριγύρω
Ένα ωραίο οίκημα, πω χρόνια ξεφυτρώνει
τση Χαλκηδόνας γειτωνιά και στην οδόν Κατσώνη
Εκεί θα είν οι Κρητικοί που με ιστέρημά τους
εκάμανε τη στέγη τους, για αυτούς και τα παιδιά τους
Κι ο Δήμαρχος βοήθησε, όσο κανένας άλλος
γι’ αυτό τανήκει και τιμή και έπαινος μεγάλος.
Το Δήμαρχο των Αθηνών βαφτήσαν Αμβραμάκη
και το δικό μας βγάλαμε Νίκο Ταμπακιδάκη
Όσοι προέδροι πέρασαν ήτανε τόνειρό τους
Λεφτά να συγκεντρώσουνε, για σπίτι εδικό τους
Κι οι σύμβουλοι δουλέψανε σαν νάτανε δικό τους
Να μπαίνουν και να σμίγουνε όπως κι εις το χωριό τους
Ένας μεγάλος έπαινός στσοι κρητικούς ανήκει
πάρα πολύ βοήθησε η Μάντακα η Νίκη
Κι ο φίλος Μπάμπης Τζορμπατζής απού τονε συγχαίρω
ενέργησε κι ήρθαν λευτά πολύ καλά το ξέρω
Μεμονομένοι κρητικοί πολλά λευτά χουν δώσει
και πρέπει νάνε φανερή η προσφορά η τόση
Ένας πούταν αόματος δικός μας πατριώτης
προσέφερε μου φαίνεται την εισφορά τη πρώτη
Όσοι προσέφεραν πολλά να γίνει ένα βιβλίο
Να βλέπουν οι νεώτεροι σε όλον τους το βίο

Να μιμιθούνε τσοι παλιούς, παππούδες πατεράδες
ότι προσφέρουν για καλό μη σκεύτουντε παράδες
Για όσους αποθάνανε σιχορεμό να πούμε
Γιατί αργά ή γρήγορα θα πάμε να τσοι βρούμε

5/3/2000

Ο άνθρωπος εις τη ζωή δει ξέρει τι θα πάθει
κι από πολύ πολύ παλιά θα πρέπει να το μάθει
Νάνε πολύ προσεχτικός στσοι πράξεις και τσοι τρόπους
ετότες φίλους εκλεχτούς κάνει πολλούς ανθρώπους
Γιατί αν είναι εγωιστής κειανείς δεν τον πιστεύει
Ακόμη κι εις το καφενέ πάντα τον αποφεύγει.
Αν είναι σόφρων φρόνυμος ούλοι τον αγαπούνε
Γιατί πιστεύουν απ’ αυτόν κάτι θα διδαχτούνε

26/10/97

Νοσταλγία Γ. Μουζουράκη

Αχ κι ας ήταν μπορετό η θάλασσα να λείπει
Να γίνει απέραντη στεργιά ο Πειραιάς κι Κρήτη
Να παίρνω ταυτοκίνητο να πιαίνω στο χωριό μου
Εκειά πούδαν τα μάτια μου το πρώτο φως του κόσμου.
Να κάτσω στο μπαλκόνι μου να βγορίσει Κρήτη
Κιούλα τα όρει τα λευκά με το κρυονερείτη
Και η κοιλάδα ποταμών πούταν ωραίο πράμμα
Τώρα την καταστρέψανε και κάνουνε το φράγμα
Να πίνω γάργαρο νερό απ’ τη μεγάλη βρύση
Για ναρνηθώ το τόπο μου ο θειός να μη μαφήσει
Γι’ αυτόκαμα το τάφο μου, για με και τη κερά μου
Μέσα σαυτόν θα λιώσουνε κι εμέ τα κόκκαλα μου
Θάρχοντε τα γκονάκια μου το τάφο να θωρούνε
Και μέσα απού τα σπλάχνα τους θα μασεσυχορούνε

Προς

«Τις εφημερίδες Ρεθεμιώτικα Νέα και Κρητική Επιθεώρηση εις Ρέθυμνον»
Μουσικές υποθήκες που παλαιοτέρου λυράρη τση Κρήτης 96 χρονώ Μουζουράκη

Γεωργίου
Ανακυκλώνω τη ζωή με τα παλιά τα χρόνια.
Τότε που είμουνε μικρός σαν τα δικά μου εγκόνια
Είμουνε έντεκα χρονώ κι έπαιζα το χαμπιόλι
Μικροί μεγάλοι στο χωριό με αγαπούσαν όλοι
Έπαιζα κάνα δυο συρτά σούστα και πεντοζάλη
Και τσοι κανα τσοι κοπελιές και τσοί πιανενε ζάλι
Πάνω στα δέκα τρία μου αρχήνοιξα τη λύρα
Κι απού τση Κρήτης τσοι σκοπούς πάρα πολλούς επήρα
Τώρα η Κρήτη τσοι ζητά πίσω να τσοι γυρίσω
Στσοι νέους για κληρονομιά μου λέει τα τσαφήσω
Και κατεβαίνω ταχτικά χειμώνα καλοκαίρι
Και παίζω και τη λύρα μου πολύς λαός το ξέρει
Μα δε κατέχω αν ακλουθούν τα σημερνά κοπέλια
Να παίζουν όλοι τα παλιά τση Κρήτης τα θεμέλια
Διαπιστώνω δυστυχός πολλά χουνε ξεφύγει
Τη λεγομένη εξέλυξει, επήρανε κυνήγη
Οχτώ χορούς προγονικούς ξέθαψε ο Μουζουράκης
Γέννα και θρέμα μερακλής παίζει και το λυράκη
1 Ο πιο παλιότερος χορός ειν απανωμερίτης
Τόνε χορεύαν στα ψηλά χωριά σόλην τη Κρήτη
2 Τριζάλης ο κουρουθιανός χορός του Ψηλορείτη
Λεβέντικος και ζωηρός και ξακουστός στη Κρήτη
3 Μετάνε ο κατσουμπαδιανός της αμπαδιάς καμάρι
Εκείνη η περιφέρεια ευρίσκετε σταμάρι
4 Για το πρινιώτη θα σας πω που τον κατασκευάσαν
Είδα και τον χορεύανε ανθρώποι που γεράσαν
5 Στο Μεραμπέλο ένα χωριό Πρινάνε τονομάτου
Που πάντα διακρίνεται στα γλένδια τα δικά ντου
6 Και τελευταία θα σας πω για το μικρομικράκη
Αυτόν τόνε χορεύανε στον Άει Βασιλάκη
7 Τα σταυρωτά αμαριώτικα που λένε πεντοζάλια
Τώρα τα μπασταρδέψανε και παν αγάλια αγάλια
8 Είναι κι ο φτερωτός συρτός μονάχα για τσοι νέους
Μηνύματα μετέφεραν εις τσοι καπετανέους
Τους λέω σαν παλιότερος πουμαι σόλην τη Κρήτη
Να μη ξεχνούν το χάρχαλη μούδε το Καραβίτη

Το ξακουστό το κουφιανό το Πλακιανό Μιχάλη
Τέτιοι τεχνίτες στσοι σκοπούς θαρρώ δεν βγαίνουν άλλοι
Ήταν ο Ξεροστενιανός Χαρίλαος γροικάτω
Λυράρης δεν ευρέθηκε να τόνε βάλει κάτω
Το Καρεκλά ποιος το ξεχνά στσόμορφες κοντιλιές του
Τη σούστα τη περίφημη και τσοι ξεφάντωσές του
Ποιος θα μπορέσει να σταθεί στου Ροδινού τη σκάλα
Που παιζεν και χυνότανε το μέλι και το γάλα
Και το μεγάλο το βιολί Καλογερίδη Στράτο
Στσοι κοντιλές εις το Νησί ούλους έβανε κάτω
Πάλι στους νέους θα στραφώ μια συμβουλή να δώσω
τη κρητική τη μουσική μην αλλοιώνουν τόσο
Δεν φτάνει πούχουν βοηθούς ένα ή δυο λαγούτα
Και ντουμπελέκι βάλανε για μερικών τα γούστα
Τσι λύρας είναι βοηθός πάντοτε το λαγούτο
Κι ούλοι μαυτά γλεντίζουνε το ψεύτη κόσμο τούτο
Πλουτίζετε τη μουσική και βγάνετε κομάτια
Νάχετε όμως τα παλιά οσάν τα δυο σας μάτια
Τσοι ρίζες μας μη χάσωμε μόνο να τσοι κρατούμε
Συχνά να τσοι χορεύομε και να τσοι τραγουδούμε
Ανάθεμάσε εξέλειξη και πήρες με κουντούρη
Καλά να τα προσέξετε τα λόγια του Μουζούρη

18/6/2000

Ελληνική Δημοκρατία
Υπουργείον Προεδρείας Κυβερνήσεως Αθήνα τη 5 Μαρίου 1981
Γενική Γραμματεία Τύπου
Και Πληροφοριών Αριθ. Πρωτ. 557
Διεύθυνση
Τμήμα Προς
Γραφείον υφυπουργού Την βουλήν των Ελλήνων
Ταχ. Δ/ση Δ/σις κοινοβουλευτικού ελέγχου
Πληροφορίες Ε. Θωμόπουλος τμήμα ερωτήσεων
τηλέφωνον 3619970
Θέμα Περί της υπ’ αριθ. 4487/19-2-81 Ερωτήσεως των βουλευτών κ.κ. Γ. Περράκη και Μ.
Χατζηνάκη
Επί ερωτήσεως των κ.κ. συναδέλφων, παρακαλώ όπως γνωρίσετε στο Σώμα τα εξής.
Δεν υπάρχει αντίρρησης από την πλευρά της Ε.Ρ.Τ. να μαγνητοσκοπήση τους
χορούς του συγκροτήματος του κ. Γ. Μουζουράκη, τους οποίους βεβαίως δεν εγνώριζε ότι
υπήρχαν.
Για το θέμα του κ. Στέλιου Φουσταλιεράκη πράγματι υπάρχει ένα
μαγνητοσκοπημένο πεντάλεπτο, το οποίο δεν έβγαλε στον αέρα η ΕΡΤ, διότι ο ήχος είναι
πάρα πολύ κακός από τεχνική ανωμαλία.

Αθανάσιος και Τσαλδάρης
Υφυπουργός Προεδρίας Κυβερνήσεως

Αριθ. 4487/19-2-81

Ερώτηση
Για τους κ. υπουργούς
Προεδρίας της κυβερνήσεως
Πολιτισμού και Επιστημών

Αμύθητει είναι οι θησαυροί της κληρονομιάς της Κρήτης στο χώρο της μουσικής και του
χορού.
Και είναι η Κρητική μουσική και ο χορός ζωντανό κομάτι αναπόσπαστο από την ζωή των
Κρητών που δεν απολιθώνεται μα καθημερινά καλλιεργείται και θα μπορούσε αδίσταχτα
να πει κανείς, βελτιώνεται από πολλούς και άξιους μαστόρους οργανοπαίχτες της Κρήτης.
Ο χώρος όμως της έρευνας στο βάθος του χρόνου και σε πλάτος χώρου που θα πρέπει
νάναι μέλημα της πολιτείας δεν μπορεί να πει κανείς πως έχει γνωρίσει ιδιαίτερη άνθιση.
Ένας σεμνός και αθόρυβος οργανοπαίχτης, λυράρης, από την Παντάνασσα Αμαρίου, ο Γ.
Μουζουράκης πάνω από μισό αιώνα τώρα από το 1925 με τη βοήθεια της κόρης του
Ρούλας Μουζουράκη – Δριδάκη, που στάθηκε σταθερά κοντά του, στενή συνεργάτης του
την τελευταία εικοσαετία, έχουν κάνει έρευνα στο χώρο αυτό, που αφήνουν άναυδους και
αυτούς που πιστεύουν πως ξέρουν καλά τη μουσική και τους χορούς της Κρήτης.
Έχουν καταγράψει 6 χορούς πέρα από τους γνωστούς σε όλην την Κρήτη, που όπου τους
έχουν παρουσιάσει με το χορευτικό τους συγκρότημα έχουν σκορπίσει ρίγη συγκίνησις μα
και έκπληξης και στους πιο γνήσια γνώστες της κρητικής παράδοσης.
Είναι χρέος της πολιτείας να στραφεί με προσοχή και στοργή να καταγράψει αυτούς τους
θησαυρούς του Λαούς της Κρήτης που είναι κομάτι της ιστορίας του και που βρίσκονται
ρίζες τους στη Μινωική εποχή.
Και πρέπει ακόμη αμέσως να αποκαταστήσει η ΕΡΤ την προσβολή που έχει κάμει στο
Στέλιο Φουσταλιεράκη παλιά δόξα της Κρήτης που στα γεράματα του με το μοναδικό στην
Κρήτη «Μπουλγαρί» του έγραψε μια επτάλεπτη εκπομπή στις 22-11-79 και με αβάσιμες
δικαιολογίες μένει στο αρχείο και δεν προβάλλεται.
Ο τοπικός τύπος και η κοινή γνώμη του Ρεθύμνου έχουν την αξίωση το επτάλεπτο αυτό να
παρουσιαστεί.
Ερωτώνται οι κ.κ. υπουργοί τι θα κάμουν για τα πιο πάνω.
Αθήνα 18/2/81

Οι
Ερωτώντες βουλευτές
Γ. Περάκης
Μ. Χατζηνάκης

Εκλεχτοί στίχοι Γεωργίου Μουζουράκη

Γιάντα την αναγύρησες, τη στράτα που περπάθιες
Κ’ εμπήκες στσοι κακοβολές, πούνε γεμάτη αγκάθες
Ποτές οι δυνατές καρδιές δεν κλαίνε σαν πονούνε
Γιατί ελπίζουν τσοι χαρές, που χάσανε θα βρούνε
Δεν έχεις το δικαίωμα καρδιές που σαγαπούνε
Να τση δικάζεις μία ζωή, για σένα να πονούνε
Χαρά που φεύγει και περνά, προσορινεί τη λένε
Γελούν τα χείλει το πρωί κ’ αργά τα μάθια κλαίνε
Σαν το χταπόδι με χτυπά, η μοίρα μου μ’ αντέχω
Γιατί καρδιά από σίδερο μέσα στα στήθει μ’ έχω.
Μη περιπαίξεις άνθρωπο, κοίταξε τα δικά σου
Ετότε σας δίδεις τιμή, στην οικογένεια σου
Την περασμένη αργαδινή είδασε στόνειρό μου
Και μεγαλήτερη χαρά, δε πήρα στο καιρό μου
Ίσαμε νάμαι στη ζωή, θάχω και σένα πόνο
Μα θα γελώ επείτηδες να μη το φανερώνω
Σα βλέπω δίπλα μου χαρές, παράπονο με πιάνει
Γιατί η μοίρα μου καϋμούς καθημερνούς μου βάνει
Στάστρα θα πω το πόνο μου, που μιστικό κρατούνε
Κι ανέ σε σμίξουνε ποθές, δε θα σου τονεπούνε
Έχω μια θέση στη καρδιά, μάμε στο ναι κι στόχι
Κλήρο θα ρήξω και θα ειδώ το τυχερό πια τόχει
Ήλιος ποτές στη μαύρη γη για με δεν ανατέλει
Για δεν ευρέθη κοπελιά στο κόσμο να με θέλει
Σείχα στο κήπο τσι καρδιάς λουλούδι ζηλεμένο
Μα θα σε βλέπω σα δεντρί, σε περιβόλη ξένο

Σαν το φεγγάρι είν’ η ζωή π’ αφέξει και γεμίσει
Γρήγορα προς τη λίγοση, θα γύρει και θα σβύσει.

25/3/94

Υπό Γεωργίου Μουζουράκη
Γαμπρέ που μπήκες στο μπαξέ, κι εδιάλλεξες το κρίνο
Που μοιάζει με τη Παναγιά, που βρήσκετε στην Τήνο
Είναι ψηλομελαχροινεί, κι έχει και μαύρα μάτια
Που τσοι ραΐζει τσοι καρδιές και κάνιτζοι κομάθια
Όποιος γυναίκα παντρεφτεί μέσα από το χωριό ντου
Ποτέ τη γνώμη δε ζητά των εδικολογιώ ντου
Από μικροί γνωρίζουντε, ο ένας με τον άλλο
Κι αποφασίζουνε κι δυο, το σάλτο το μεγάλο
Οι συμπεθέροι χαίρουντε να βλέπουν τα παιδιά τους
Αγαπημένα κι ευτυχή να χαίρετ η καρδιά τους
Ετήρησες και το ριτό, το χιλιοειπομένο
Παπούτσ’ απου τον τόπο σου, κι ας είν και μπαλωμένο
Στο γάμος σου ήθελα ναρθώ για να σε καμαρώσω
Τσοι στίχους απού σου γραψα εκεί να μεταδόσω
Στο σπίτι έχω άρρωστη τη θειά σου την Ελένη
Και μέσα απού τα σπλάχνατζη κι αυτή ευχή σου στέλνει
Φτοχώνε το δωράκι μου, μα η ευχή σε φτάνει
Ήθελα να σε φίλουνε στου γάμου το στεφάνι

11/7/98

Προγονικοί χοροί Γεωργίου Μουζουράκη

Εφτά χορούς προγονικούς ξέθαψε ο Μουζουράκης
Γένα και θρέμα κρητικός παίζει και το λυράκη
Το πέντε εγεννήθηκεν, σε τούτον το αιώνα
Μα τσοι παλιούς αυτούς χορούς δεν τζοι ξεχνά ακόμα
Πέντε χρονάκια λείπετε τα εκατό να φτάξει
Μάχει κουράγιο κι όρεξη για να σας τσοι διδάξει
Ο πιο παλιότερος χορός είν απανωμερίτης
Πολύ πανέμορφος χορός και ξακουστός στη Κρήτη
Μετάνε ο κατσαμπαδιανός της αμπαδιάς καμάρι
Εκείνη περιφέρεια ευρίσκεται σταμάρι
Για το Πρινιώτη θα σας πως που τον κατασκευάσαν
Είδα και τον χορεύανε ανθρώποι που γεράσαν
Στο Μεραμπέλο ένα χωριό Πρίνανε τονομά του
Και πάντα διακρίνεται στα γλένδια τα δικά ντου.
Τριζάλλης ο κουρουθιανός χορός του Ψηλορείτη
Πολύ θαυμάσιος χορός κι αγαπητός στη Κρήτη
Είναι κιο φτερωτός συρτός, του περασμένο αιώνα
Μηνύματα τση λευτεριάς εκεί τα φανερόνα
Και τελευταία θα σας πως για το μικρό-μικράκι
Αυτόν τονέ χορεύανε στον άη Βασιλάκη.

  1. Απανωμερίτης
  2. Τριζάλλης
  3. Μικρό Μικράκη
  4. Κατσαμπαδιανός
  5. Πρινιώτης
  6. Τα σταυρωτά Αμαριώτικα πεντοζάλια
  7. Φτερωτός Συρτός

24/11/99

Αρχηχρονιά 1997
Ποίημα Γ. Μουζουράκη
Αρχή μηνιά κι αρχή χρονιά, λέω στο σύλλογό μας
Το καλοκαίρι πούρχετε στο σπίτι το δικό μας.
Να μπαίνομ’ όλοι με χαρά, με κέφι και με γέλεια
Νέοι μεγάλοι και μικροί, και τα μικρά κοπέλια
Αρχημηνιά κι αρχηχρονιά Δήμαρχε και συμβούλοι
Υγείαν κέφι και χαρά εύχομαι νάχετε ούλοι
Στο Δήμαρχό μας εύχομαι, να ζήση να στεργιώση
Τη στέγη μας όσο μπορεί, γρήγορα να τελειώσει
Είμαι 92 χρονώ, μ’ απόφαση το πήρα
Ετότες στα εγκαίνια θα παίξω γω τη λύρα.

4/1/97

Αφιέρωμα στην Ελένη Παντ. Καραγιαννάκη

Ήθελα νανταμώναμε αγαπητέ Νταγάκη
Σου φέρνω χαιρετίσματα απ το Καραγιαννάκη
Το Παντελή που πήρενε, τη θειά σου την Ελένη
Απού την είχε η μάνατζη ζαχαροζυμομένη
Σκαμπιλογιώργης τόχενε μέσα κρυφό καμάρι
Ετέθια νύφη όμορφη δεν πήγεν εις ταμάρι
Ο ίδιος την εθαύμαζε στην ομορφιά τη τόση
Το Παντελή εδιάλλεξε νύφη να του τη δόσει.
Και τού καμε δυο κοπελιές πιο όμορφες απ άλλες
Τη Τένια και την Αθηνά κι είναι κι δυο δασκάλες

15/10/98

Ένα χοχλιό ψαρό χελειό με ξομπλιαστό σωμάρι
Θα ψήσω για να πιεί κρασί ολόκληρο ταμάρι

15/10/98

Αφιέρωμα στο Κώστα Μουντάκη
Μην μπας θαρρείς Μουντόκωστα πως σούχω λισμονήσει
Μόνο να το συλλογιστό ο θειός να μη μαφήσει
Κώστα Μουντάκη πέθανες, σήμερο οι χωριανοί σου
Σε τόπο το καλλίτερο βάλαν τη προτομή σου
Αλφά το όμορφο χωριό σε απαθανατίζει
Τη προτομή σου στήσανε το τόπο να στολίζει
Δε θα μιλείς, δε τραγουδείς τη λύρα δε θα παίζεις
Το Κρητικό το πέλαγος μονάχα ναγναντεύεις
Πρόσφατα ήρθεν κ’ ήβρεσε, ο πρώτος δάσκαλό σου
Καφάτος ονομάζετο κι ήταν και χωριανό σου
Τη λύρα όπως κράταγες και τόμορφο δοξάρι
Δεν θα μπορέσ άλλος κανείς τη τέχνη να σου πάρει
Η λύρα το τραγούδι σου μείναν σόλη τη Κρήτη
Στο ύψος εξεπέρασες το γέρο Ψηλορείτη
Θυμούμαι όντεν ήσουνε μικρός στην ηλικία
Που στου Βαρούχα έπαιζα εις το προφύτη ηλία
Τίτλος του κέντρου ήτανε ο γέρο ψηλορείτης
Και ούλοι μαζευότανε απ το Νησί τση Κρήτης
Ο ταβερνάρης ήτανε Βαρούχας ο Μανώλης
Άνθρωπος αξιόλογος τον αγαπούσαν όλοι
Είχε μια κόρη όμορφη Αγγέλα την ελέγα
Κι απ τσοι Πατρικολάκηδες τση μάνας τση ή φλέγα
Αγαπηθήκατε κι οι δυο ματόχε γραψ η μοίρα
Να γίνεις ξακουστότερος τραγούδι και στη λύρα
Εκάμετε μοναχογιό το Μάνο το λεβέντη
Και πάντα διακρίνετε όπου βρεθεί σε γλέντι
Εγλέντισες την τη ζωή σανατολή και δύση
Τώρα θα λάμπεις στην Αλφά που σείχενε γεννήσει
Εύχομαι οι νεότεροι πιστά να σακλουθούνε
Να παίζουν τα κομάθια σου μην τα παραποιούνε
Είμαι 92 χρονώ και ήρθα απού ταμάρι
Τι προτομήσου για να ειδώ, ως πιο παλειός λυράρης
Εις το σημείο τουτοδά το ποιημάμου κλείνω
Πολλά συγχαρητήρια στους χωριανού σου δείνω.

7.4.2000

Πρόβλεψη Γεωργίου Μουζουράκη
Για τσεκλογές της 9 η Απριλίου 2000

Ελπιδοφόρο μήνυμα μας ήρθε απού τη Κρήτη
Απ’ άκρον εις άκρον στο Νησί ψηφίζουνε Σημίτη
Δέκα ταπρίλη στη βουλή Ελλήνων τη μεγάλη
Πρωθυπουργός όπως και πριν Σημίτης θάνε πάλι
Εκούρασ ο Καραμανλής μεγάλες υποσχέσεις
Αν θα τον δεις πρωθυπουργό θα κάτσω να με χέ….σεις.
Φωνάζει στα μεγάφωνα και με σφιγμένα χείλια
Και όλο τάσσει στο λαό λαγούς με πετραχείλια.
Τα νέα θα τα μάθετε γιατί και γω τα ξέρω
Απού τη σαστημάρα τους ξεχάσανε ένα γύρο

Όντε θα στεφανώνεσε
Στα όρει θα πομείνω
Εις τσαστιβίδες μπρούμυτα
Τα δάκρια θα χίνω
Αν παντρευτής καμιά φορά
Μη πεις πως μαγαπούσες
Και πες είμουν συγγενείς
Με θάρρος μου μιλούσες

Ότε θα φτάξη ο καιρός
Και το δοξάρι αφήσω
Ένα μεγάλο όνομα
Οπίσω μου θαφήσω

Νύφη μου ως μεγαλύτερος
Μια συμβουλή σου δείνω
Σόλες τσοι νύφες εδειδα
Απ’ το καιρό εκείνο.
Τη πεθερά σου ναγαπάς
Μα και τον πεθερό σου
Για θα σου παραστέκουντε και θάνε στο πλευρό σου

Ο Νους ταθρώπου σταματά
Ότε το ντουσουντίσει
Τι έγινε στη Λαμπηνή
Να το εξιστορήσει
Εις τρομερός αγάς εκεί
Αλμπάνης τ’ όνομά του
Ήθελε τση Λαμπηθιανούς
Εις τα θελήματα του.
Μα ένας που δεν εδέχετο
Να τον υποδουλώσει.
Καρτέρη τούστεσε σταγρούς
Για να τόνε σκοτώσει
Να σώσει τση Λαμπηθιανούς
Από τη Τυρανία
Του Φουρογιάννη η μνήμη του
Θα μείνη αιωνία
Αυτός τόνε συμάδεψε
Για να τόνε σκοτώσει
Κι όλη τη περιφέρεια
Για πάντα να τη σώσει
Τον σημαδεύη δυνατά
Στο κούτελο του ρίχνει
Μα η σφαίρα του αστόχισε
Στο φέσι τονεβρύχνει.
Ο Τούρκος εξωργύστικε
Και εις τον αλάχ ορκίστη
Να μην αφήσει όρθιο
Στη Λαμπηνή ένα σπίτι
Εμάρτευετζη κι έλεγε
Κανένα δε πηράζω
Το Φουρογιάννη αν μπορώ
Απού τη μέση βγάζω.

Και χαλαρώσαν τη φρουρά
που βγάναν κάθε μέρα
Και ξεθαρέψαν και έπνεαν
Ελεύθερον αέρα.
Το χίλια επτακόσια είκοσι
Εφτά Γενάρη,
Επήγεν εις την Λαμπηνή
Εκδίκηση να πάρη
Ήταν ημέρα Κυριακή
και ο Παππάς λειτούργα
Και πήγαν οι λαμπηθιανοί
Πάνω και κάτω ρούγα
Οι άνδρες εκρατούσανε
Γεμάτα τ’ αρματά τους
Και οι γυναίκες πήγανε
Μαζί με τα παιδιά τους
Αλπάνης τους ετύλιξε
Μόλο του το φουσάτο
Την εκκλησία αποφάσησε
Να βγάλη απού το πάτο
Τονέ φωνάζει δυνατά
Όλοι παραδοθείτε
Κι ορκίζομαι δεν έχετε
πράμα να φοβηθείτε
Κι αφού δεν εδεχτήκανε
Να του παραδοθούνε
Επάθανε τα βάσανα
Που τώρα σας διηγούμαι
Είμαι και γω τριτογεννή
Τέκνον των Μουζουράκι
Την ιστορία γροίκουνε
Από μικρό παιδάκι

Πως τους εκάψαν ζωντανούς
Και όσοι επιζήσαν
Τση πείρανε προς στη σκλαβιά
Και εκεί τους ξεπουλήσαν
Στο Ρέθεμνος τση πήγανε
Και τση διαπομπεύσα
Και φτούσουτζη και δέρνατζη
Η άτιμη η φλέγα.
Ήτανε μια πιο τυχερή
Φαίνετε στη ζωή της
Και γλύτοσε το θάνατο
Μαζί με το παιδί της
Μια αράπισα πονετική
Τη σέρνει μες το σπίτι
Κάτσε επαέ φάε ψωμί
Μα ο Τουρκαλάς μου λείπει
Της έδειξε με μαστοριά
Και εξυπνάδα τόση
Τη στράτα που θακολουθεί
Αθέλη να γλυτώση
Εις τη Πηγή ευρέθηκε
Μαζί με το παιδάκι
Σε σπίτι κάποιου προεστού
Του Σπύρου Παπαδάκη
Άγγλος περιηγητής
Εκεί φιλοξενήθη
Κι άκουσε το τι έγινε
Πολύ συνεκινήθη
Ότε τούτα ξιστόριζε
Τη πέρδευεν η γλώσα
Και τ’ άγγλου από συγκίνηση
Τα μάθια εβουρκώσα

Την ώρα που πετούσανε
Παγκόπανα με λάδι
Ερίχνανε και μπαλωτές
Σανπως ήταν ταρκάδι
Από τη λαύρα τση φωτιάς
Και του καπνού τη ζάλη
Δεν ημπορούσε χριστιανός
Στη πόρτα να προβάλη
Ξύλα μαζεύουν αύθονα
Και καίνε και τη πόρτα
Εκείνην απού γλύτωσε
Τι έγινενε ρώτα
Δράμα σκληρό προτάκουστο
Εκείνον τον αιώνα
Γι’ αυτό και οι νεώτεροι
Θα το διηγούνται ακόμα
Θα κάνουνε μνημόσυνα
τση 20 του Γενάρη
Αυτή τη μέρα ο χάροντας
όλους τους είχε πάρει
Εκείνη απού γλύτωσε
τσαράπισας το χέρι
τάπενε στους ιστορικούς
κι ο κόσμος να το ξέρει
Μηλιά την λέγαν στο όνομα
και τ’ άλλο Μουζουράκη
κι εσώθηκε κι αυτή
μαζί και το μικρό παιδάκι
Ο άνδρας της γροικότανε
σόλους Μουζουρογιάννης
κι είχε συγκενιά πολύ
και με το Καραγιάννη

Κι οι δυο σφαγήκανε μπροστά
εις τση Μηλιάς τα μάθια
θέμου και πως δεν έγινε
εις τη καρδιά κομμάθια
Σ’ αυτές τσαόρατες ψυχές
κλίνω και γω το γόνι
των Μουζουράκιδω είμαι γω
τριτογεννή εγγόνη.
Ζητώ συγνώμη κατ’ αρχήν
Εις το Παπουτσιδάκη
Στο συγγραφέα φίλο μου
Μιχάλη Παπαδάκη
Και σόλους τους Λαμπιθιανούς
Όπου και να κρατούνε
Την ιστορία του χωριού
Ποτέ να μη ξεχνούνε
Έχω και γω καταγωγή
Μέσα απού το χωριό σας
Κι αυτό που γρέψετε παληά
Θα είναι σε έπαινος σας
Δυο ονόματα Μουζούριδων
Γράψατε στο μνημείο
Γι’ αυτό θα σας ευγνωμονώ
Σε όλο μου το βίο

Η Κρήτη η Λύρα και η εξέληξεις τις

Γράφει ο εν ζωή παλιότερος λυράρης τση Κρήτης Γεωργ. Μουζουράκη
Η Λύρα που είναι 100% διαδεδομένη σόλην τη Κρήτη, έκαμε την πρώτη της
εμφάνηση τον 19 ον αιώνα, κατά πληροφορίες πρώτος λυράρης στο Νομό Ρεθύμνης, ήτο ο
Γιώργης Πισκοπάκης περί το 1850 με τη βροντόλυρα, ξοπίσο του ακολούθηκε ένας
Ανωγειανός Μιχάλης Σκουλάς, παππούς του σημερινού λυράρη Βασίλη Σκουλά.
Ας δούμε όμως, πως εγώ βρήκα τη λύρα το 1915, τότε πρωτόπιασα λύρα στα χέρια
μου 9,10,11 και 12 χρονό έπαιζα χαμπιόλι, στα δεκατρία άφηκα το χαμπιόλι και με μεγάλο
ζήλο συνέχισα τη λύρα, τότε ήτο ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και όλοι οι υπάρχοντες
τότε στα γυροχώριουλα Πατσό Αποστόλους Μέρωνα ήσαν εκστρατευμένοι στο πόλεμο,
δεν άκουγα λύρα παρά άμα ερχόταν κανείς λυράρης με άδεια όσες ημέρες ήταν στο χωριό
ντου έπαιζε και γλεντούσαν ήτο ένας ωραίος λυράρης στη Πατσό Αλεξόκωστας ο μοναδικός
που έπαιζε πέντε έως έξε γυρίσματα συρτά χανιώτικα (γιατί απού τα Χανιά βγήκαν και σαν
χύμαρος μπήκαν στο Ρέθεμνος), εγώ λοιπόν για νακούγω το παλιό λυράρη πήγαινα σε μια
μου θειά Αλεξαντώνενα, κουνιάδα του λυράρη στη Πατσό και με ακούσματα. Έπαιζα και γω
σιγά, σιγά, άρχηξα να ξεκαρπουλίζω το πρώτο, ο Νώντας σταποστόλους ήτο πιο δυνατός
στα πεντοζάλια σούστα κατσαμπαδιανά κλπ.
Κατά το πρώτο προς το δεύτερο δεκάχρονο του 1900 εμφανίστηκε στο Ρέθεμνος ο
Αντώνης Παπαδάκης ή Καρεκλάς, αυτός, γέμισε τη λύρα με πολλά συρτά χανιώτικα, και τη
περίφημη σούστα ντου ήτο και εις Αρμένους Ρεθύμνης ο Γιώργης Ξηράς πολύ σπουδαίος
λυράρης.
Μετά ήρθε η σειρά μου γεννηθείς 3/6/1905 μετά παρουσιάζετε ο Μαρκογιώργης
στο Σπήλι 1906 ο άσσος τότε λυράρης Αλέκος Καραβίτης Αχτούντα γεν. 1904, μετά στα
περβόλια Μανώλης Λαγός 1908 και ο Λαγουθιέρης και τραγουδιστής Γιάννης Μπερνιδάκης
ή Μπαξεβάνης γενν. 1908. Σαν μανιτάρη παρουσιάστηκε ο Αντρέας Ροδινός γεννηθείς το
1911 την ίδια χρονιά γεννιέται και ο ανεπανάλυπτος στο Μπουλγαρή Στέλιος
Φουσταλιέρης, μετά το λαγούτο του Μπαξεβάνη, εμφανίζετε ο πρίτανης του λαγούτου
Γιάννης Μαρκογιάννης που μαζύ με το πατέρα του αλώνιζαν τον αει βασίλη και ταμάρι,
ίστερα εμφανίζετε μέσα απού τα γάργαρα νερά του Σπηλιού ο Θανάσης Σκορδαλός
γεννηθείς 1920. Έκτοτε ακουλούθησαν πληθώρα νεοτέρων λυράρηδων και λαγουτιέρηδων
και ένας στο ύψος του Μαρκογιάννη, είναι ο Νίκος Μανιάς που η φύσις του δοκε το
χάρισμα στο σοστό τραγούδι, σήμερο λυράρηδες και λαγουθιέρηδες είναι αμέτριτοι, να
μας ζήσουν.
Τώρα ας έρθομε με τι ξύλο γίνεται η λύρα κατ αρχήν η μαύρη μουρνιά, ο
ασφένταμος, η καρυδιά και η άγρια αχλάδα, πιο παλιά εκάνανε τσοι σφακόλυρες μικρά
λυράκια από σφάκα γιατί σπάνια να βρήχναν χοντρό ξύλο σφάκας να κάνουν λύρες. Οι
χορδές γινότανε από δέρμα (προβέ) αίγας το κόβαν λουρίδες και μετά γλυμισές ψηλές
λουρίδες τσοι στρίβαν και έκαναν τσοι κόρδες. Ρετσίνα παλιά δεν υπήρχε και εβάναμε
λιβάνι ή ακονιζέ. Κατά το 1925 επαρουσιάστηκε η κατεργασμένη ρετσίνα το δοξάρι ήτο
κυρίως από άγριο λούμακα ελιάς, οι τρίχες ήταν από φοράδας ουρά ή αλλόγου, στη ράχη

του δοξαριού βάνα ένα σύρμα, γέφυρες, περνάγαμε 14 έως 16 γερακοκούδουνα, αυτά τα
κουδουνάκια είχαν μέσα στο κουφάρι τους ένα κομάτι από μάρμαρο σχήματος ψηλής
φακής, αυτά ήσαν ο βοηθός τση λύρας, μετά παρουσιάστηκαν τα κουτάλια και το κομπολόι
με το νεροπότηρο ( κρεμούσαντο κομπολόι στο κομπή του μεϊτανογέλεκου στο μπέτι και
έκρουαν το ποτήρι πάνω στσοι χάντρες του κομπολογιού τώρα γιατί τα κουδουνάκια τα
λέγαν γερακοκούδουνα, ως μου διηγήθη ο άλλοτε αείμνηστος πρίτανης πανεπιστημίου
Αθηνών Γεώργιος Κουρμούλης απού τα Σελλιά τάει βασίλη), παλαιά γινόταν το κυνήγη των
λαγών με εκπαιδευμένα γεράκια. Του κρεμούσαν στο λαιμό ένα τέτιο κουδουνάκη για να
γνωρίζετε ως κυνηγετικό να μην το σκοτώνουν. Ως εκ τούτου πήραν το όνομα
γερακοκούδουνα. Κατά το 1920-1925 παρουσιαστήκαν τα μαντολίνα, πολίτιμος βοηθός
τση λύρας αλλά και το μπουζούκι. Το 1928 παρουσιάστηκε το πρώτο λαγούτο στη Πισκοπή
Ρεθύμνης, με παίχτη τον τότε διάσημο Σταύρο Ψύλλο, τα λαγούτα αρχικώς άκμασαν στα
Χανιά. Σήμερο είναι τουλάχιστον σόλην τη Κρήτη κατασκευαστές λυρών και λαγούτων
τουλάχιστον εκατό, λύρες Λαγούτα μπουζούκια μπαγλαμάδες. Ο πιο ξακουστός
κατασκευαστής λυρών ήτο και’ αρχήν 1925-1930 ο Γιάννης Παπαδάκης του Καρεκλά του
Αντώνη πρώτος ανιψιός, με κεφαλή σχήματος βιολιού, με τέσσερα ξύλινα στριφτάλια, μετά
τον διεδέχθη (λόγω που εφονεύη το 40-41 στις μάχες στην Αλβανία), ο ανεπανάληπτος
Μανώλης Σταγάκης ο οποίος έβαλε αντί στριφτάλια ξύλινα, μεταλλικά όπως του
μαντολίνου.
Για να μάθεις λύρα φίλε μου πρέπει να γεννηθείς γι αυτήν δεν γίνεσε, πολλοί
προσπαθούν φτάνουν να παίζουν σάτρα – πάτρα και δυο σκοπουλάκια, αλλά ακούγοντες
άλλους να παίζουν σπουδαία, θένε κι αυτοί να γίνουν σπουδαίοι μέσα σένα χρόνο ή δυο,
χρειάζετε κέφι και πείσμα, άμα αυτά δεν σου τάδωκε η φύσις μη προσπαθείς, ο Γράφων
παίζει 82 χρόνια και σήμερα ακόμα συνεχίζω να κάνω άσκηση μισή τουλάχιστον ώρα την
ημέρα, φθάνο να παίζω 106 κομάτια συρτά από εξαίρετες κοντιλιές εφτά σειρές. Η
παραμονή μου εις τη Σητεία το 1929-1931 ως χωροφύλακας μου εδόθη η ευκαιρία να
ακούσω διασήμους παίχτες σε λύρα και βιολί και να τους πάρω αναρρίθμητες σειρές σε
κοντιλιές, όπως Στρατή Καλογερίδη Φοραδάρη Καλοχωριανό στη Σύρο, εις δε τη Μεσαρά
το Φουστάνη το Προβατείνη κλπ.
Συμβαίνει δε το εξής γεγονός οι δυο ακρινές επαρχίες τση Κρήτης Κίσσαμος και
Σητεία προτιμούν το βιολί.
Εγώ με το αείμνηστο Βιζιργιάννη το Γιώργη στείλαμε στη Κίσσαμο τρεις λυράρηδες
το Μανώλη Καρπαδάκη, το Μιχάλη Κουριδάκη και το Μανώλη Πυροβολάκη όστις
θεωρείται και εξαιρετικός παίχτης, ο δε φίλος μου Κυνοτής Παπαδάκης ή Ναύτης έχει
ενοχληθεί, του να μπει η λύρα στη περιοχή που κράχτης είναι το βιολί. Επίσης εστείλαμε
προς Σητεία και Ιεράπετρα ένα μαθητή μας ονόματι Καβουσανός πολύ καλός παίχτης κι
αυτός. Η προσπάθεια για νέα φυντάνια συνεχίζεται. Εκατοντάδες νέα παιδιά και κορίτσα
προσέρχονται στους συλλόγους να μάθουν λύρα.
Ζήτω λοιπόν η λύρα.

Αντρέα φίλε εύγε σου για την οικοδομή σου
Έγινε πράξις τόνειρο πούχες εις τη ζωή σου
Έκαμες ένα κόσμιμα στση Σύβριτος τα μέρει
Και θα το βλέπει όποιος περνά χειμώνα καλοκαίρι.
Εις τσεπαρχίας το κλειδί τόχες θεμελιωμένο
Είναι ωραίο κι όμορφο και πολιοπαινεμένο
Εσό για την υγεία μας πάντοτε μας φροντίζεις
Κόπος και εξυπηρέτηση δεν την υπολογίζεις
Τα φάρμακα φερνες συχνά στη Τρίτη ηλικία
Που δεν μπορούν ναρθούν εδώ κι αυτό χει σημασία
Πάρα πολύ αγάπησες ετούτονε το τόπο
Είναι και η γυναίκα ανθός των αμαριώτω
Καλές δουλειές σου εύχομαι εις το επάγγελμα σου
Είσε καμάρι κι ομορφιά στην οικογένεια σου
Με κάλεσες να παραστώ χαρά μεγάλη επήρα
Κι αν επιτρέπουν οι καιροί θα παίξω και τη λύρα.

Σαν τηνε δεις τι κοπελιά
νάχει στα πόδια τρίχες
Διαόλους θάχει μέσατζη
και γλώσσα δέκα πήχες.

Όποια γυναίκα δε κρατά
ταντρούς τση το χατήρι
Βάνει το φίλο ταχτικά
απού το παραθύρη

Πάντα να σ’ έχει ο θιος καλά
να παίζης το λυράκι
να δίνης στσι νεότερους
κουράγιο Μουζουράκη

Σιμισακοριώργης

1905
Ο Κύρης μου που μ’ έσπειρε κι η μάνα που με γέννα
επείρα την απόφαση να γράψω με τη πέννα.
Μάνα εσύ με γέννησες τρία κιλά χα βάρος
και τότε εφοβούσουνα πως θα με παρ ο χάρος.
Με βύζανε, το γάλα σου, εσύ τότε πεινούσες
μέρες για νάρθουν πιο καλές πάντοτ επυθυμούσες.
Ήτανε δύσκολη η ζωή την εποχή εκείνη
τ’ αμπέλι ετρυγούσαμαι κι εύγανε ένα κοφίνι
Λάδι γινόταν λιγοστό λιπάσματα δεν ήταν
και σε εκμεταλευότανε εκείνοι που το είχαν.
Τρικούροπο το δίνανε κι αυτό με το χατήρι
Να το εισπράξουν θέλανε απού το πατητήρι
Λίγο σαν εμεγάλοσα εις το σχολείο με πήγες
και ο πατέρας ήθελε καλιά να βλέπω γίδες
Έβγαλα το δημοτικό στα δώδεκά μου χρόνια
και μούλεγες εις το στρατό θα πάρεις και γαλόνια
Οι πόλεμ αρχινήξανε τη φτώχεια μεγαλώνω
Να πάω στο Γυμνάσιο καθόλου δεν συκώνει
Λευτά θελες εις το σχολείο βιβλία και το νοίκι
μούλεγες το προνόμιο στη πλούσιους ανήκει.
Ετότες τα βαλα και γω με τσερικοκουτσούρες
κάρβουνα του χαρκιά κανα και με πολλές σκοτούρες.
Μούλεγες δίδοσου λεφτά να πας εις το Ντουκιάνε
όπως οι μεγαλύτεροι έτσι και συ να κάνεις.
Σα ειδής παρέα στο χωριό μανθρώπους πουχουν κρίσει
Μαυτούς να πας παιδάκι μου που θα σε οφελήσει.

Και εις το σπίτι φέρετση και γω θα βρω κρασάκι
λίγο ψωμί και μια ελιά θάνε το μεζεδάκι
Όντε θα σμίγεις με μικρούς των χρόνων των δικό σου
δε θάνε πάντοτε λευκό γιέ μου το πρόσωπό σου
Μούλεγες το χαμπιόλι μου πούταν από καλάμι
άκουγες πάντα στο χωριό πως είχα βγάλει νάμες
Στο 13 χρόνια μου άρχησα και τη λύρα
λίγο τη ξεκαρπούλιζα, χαρά μεγάλη πήρα
Μούλεγες τότε μάνα μου παιδάκι μου να ζήσης
η μοίρα σου σου τόγραψε το κόσμο να γλεντίσης
Ο άνθρωπος ο μερακλής την εποχή ετούτη
αξίζει εκατομμύρια πλιά που το μεραμπούτι.
Αν μάθεις λύρα γιόκα μου θα σαγκαλιάζουν όλοι
θα σε καλούνε στα χωριά καθημερινή και σκόλη
Εις το τραπέζη το καλό το γλέντι εσύ θα σπύρης
θα σε θαυμάζ η συντροφιά μα πλια ο νοικοκύρης
Κι απείς και για τση κοπελιές ποια είνε που θαντέξει
στσή λύρα σου τση δοξαριές και να μη τη πλανέψης
Θέλω παιδί μου να γλεντάς τη πρόχειρη ζωή μας
και με και του πατέρα σου θα χέρετ η ψυχή μας
Τι άλλο θέλει ο γονιός να βλέπει το παιδί του
Να ζη στα γλένδια στη χαρές σε όλη τη ζωή του
Η μάνα μου όπως άκουα ήτανε μερακλήνα
ήτανε όμως δύσκολα πολύ τα χρόνια κείνα.
Δεν εμπορούσ η κοπελιά να βγη να τραγουδήσει
θα τη κατηγορούσανε σανατολή και δύσει
Ότι κι αν είχε τόδοσε σε μένα να τορίζω
ότι κι αν ξέρω σήμερα στη μάνα το γνωρίζω

Στη μάνα μου τη Ζαφειριό το ποίημα δωρίζω
κι ώσταν να στέκι η τρίχα μου θα τηνε μακαρίζω.

Κων/νον Τζαβάραν
Ενταύθα
Έρχεσε στη Παντάνασσα για μερικές βδομάδες
και να ταιργιάζεις έμαθες όμορφες μαντινάδες
Θα το φωνάξω δυνατά σανατολή και δύση
πως τσοι καρδιές τω χωριανώ τις έχεις καταχτήσει
Είσε ωραίος άνθρωπος, μα κιούλοι το φωνιάζουν
Λίγοι γαμπροί οσάν εσέ εις το χωριό σου μοιάζουν.
Σού δώκαμε μια κοπελιά, αντάξια με σένα
Μόνο πως μας τη ξόρισες πολύ μακριά στα ξένα
Απού τσοι πρώτες του χωριού, σε λεβεδειά και χάρη
δύσκολον είναι για να βρεις τέθιες δυο τρεις σταμάρι
Και τα παιδιά σου, το χωριό πολύχουν αγαπήσει
Για δεν ευρέθη χωριανός να τα κοτομουρίσει

3/8/93

Για τσεκλογές εις το χωριό, γρηνιάζει ο γης τον άλλο.
Σάμπος θα παίρνει ο πρόεδρος μισθό πολύ μεγάλο
Τέθια μανία ομολογώ στη ζήση μου δεν είδα
Μεγάλη μάχη έγινε ποιος θάχει τη σφραγίδα

17/10/82
Ώρα 10μ.μ

(Στον Κώστα Μουντάκη αφιέρωμα)
Μην μπας θαρρείς Μουντόκωστα πως σούχω λησμονήσει
Μόνο να το συλλογιστό ο θεός να μη μαφήσει
Κώστα Μουντάκη πέθανες, σήμερα οι χωριανοί σου
Σε τόπο τον καλλίτερο βάλαν την προτομή σου
Αλφά το όμορφο χωριό σε απαθανατίζει
Τη πρωτομίσου έστησε, τον τόπο να στολίζει
Ο κάθε ξένος που θαρθεί Κώστα μου στο χωριό σου
Θα τρέξει πρώτα για να ειδεί τάγαλμα το δικό σου
Πρόσφατα ήρθεν κι ήβρεσε ο πρώτος δάσκαλό σου
Δέλτα Καφάτος ήτανε, κι αυτός απ’ το χωριό σου
Τη λύρα όπως κράταγες και τόμορφο δοξάρι
Δε θα μπορέσ άλλος κειανείς τη τέχνη να σου πάρει
Η λύρα το τραγούδι σου, μείναν σόλην τη Κρήτη
Στο ύψος εξεπέρασες το γέρο Ψηλορείτη
Θυμούμαι όντε είσουνε μικρός στην ηλικία
Που στου Βαρούχα έπαιζα εις το προφύτ Ηλία
Τίτλος του κέντρου ήτανε ο Γέρο Ψηλορείτης
Κιούλοι εμαζευότανε απτο νησί τση Κρήτης
Ο ταβερνιάρης ήτανε, Βαρούχας ο Μανώλης
Άνθρωπος αξιόλογος, τον αγαπούσαν όλοι
Είχε μια κόρη όμορφη Αγγέλα τηνελέγα
Κι απ τσοι Πατρικαλάκηδες τσι μάνας τσι η φλέγα
Αγαπηθήκατε κι οι δυο, μά τόχε γράψει η μοίρα
Να γίνεις ξακουστότερος τραγούδι και στη λύρα
Εκάμετε μοναχογιό, το Μάνο το λεβέντη
Που πάντα διακρίνετε όπου βρεθεί σε γλέντι

Εγλέντισες την τη ζωή, σανατολή και δύση
Τώρα θα λάμπεις στην Αλφά που σείχενε γεννήσει
Εύχομαι οι νεότεροι, σωστά να σακλουθούνε
Να παίζουν τα κομάθια σου, μην τα παραποιούνε
Εις το σημείο τουτοδώ, το ποίημα μου κλείνω
Πολλά συγχαρητήρια, στσοι χωριανούς σου δείνω
Είμαι 92 χρονώ και ήρθα απού ταμάρι
Να σε τιμήσω Κώστα μου ως πιο παλειός λυράρης

23/8/97

8/10/95
Για σένα αγάπη μου γλυκιά έχτισα γω παλάθια
Τέθια που δεν μπορούν να ειδούν ποτέ ανθρώπου μάθια
Έβαλα δάκρυα για νερό τσοι πόνους μου για λίθους
Και για μαστόρους τσοι παλμούς του πονεμένου στήθους.

Την ώρα πούμαι ξυπνητός για χρόνο τόνε λέω
Όντε κοιμούμ’ είμαι νεκρός μόνο πως αναπνέω.

Μαντινάδα που είπα στη βάφτιση της Αρετής εγγονής του Σταύρου Πολιτάκη
Στο παππά Σέβια για τον όμορφο χορό του
Ούλοι μας σε θαυμάσαμε και συγγενείς και φίλοι
Παππά μου σε παρακαλώ πέτα το πετραχείλι

26/8/2000

Ποίημα

Υπό Γεωργίου Μουζουράκη
Παλαιοτέρου Λυράρη της Κρήτης ετών 88

Ανακυκλώνω τη ζωή, με τα παλιά τα χρόνια τ
ότε μικρός που είμουνα, σαν τα δικά μου γκόνια.
Ήμουνα έντεκα χρονώ που παίζα το χαμπιόλι
μικροί μεγάλη στα χωριό, με αγαπούσαν όλοι.
Έπαιζα κα δυο τρεις συρτούς, σούστα και πεντοζάλη
και τσίκανα τσοι κοπελιές, και τσίπιανενε ζάλη
Πάνω στα δέκα τέσσερα, αρχήνοιξα τη λύρα
κι’ απού τσι Κρήτης τσοι σκοπούς, παραπολούς επήρα
Τώρα η Κρήτη τσοι ζητά πίσω να τσοι γυρίσω
Στσοι νέους για κληρονομιά, μου λέει να τσαφήσω
Και κατεβαίνω ταχτικά χειμώνα καλοκαίρι
και παίζω και τη λύρα μου πολύς λαός το ξέρει.
Μα δε κατέχω αν ακλουθούν, τα σημερνά κοπέλια
Να παίζουν ούλα τα παλιά τσι Κρήτης τα θεμέλια
Διαπιστώνω δυστυχώς, νάχουν πολύ ξεφύγει
τη λεγομένη εξέληξει επήρανε κυνήγι
Τους λέω σαν παλιότερος, πούμαι, σόλη τη Κρήτη
Να μην ξεχνούν το Χάρχαλη, μούτε το Καραβίτη
το ξακουστό το κουφιανό, το πλακιανό Μιχάλη
Τέθιοι τεχνίτες στσοι σκοπούς θαρρώ δε βγαίνουν άλλοι
Το μέγα ξεροστερνιανό, Χαρίλαος γροικάτω
Λυράρης δεν εβρέθηκε, να τον εβάλει κάτω
Ποιος θα μπορέσει να σταθεί, στου Ροδινού τη σκάλα
πού παιζεν και χυνότανε, το μέλι και το γάλα
Και του Μαργιάνου το βιολί, τη λύρα του Καντέρη
και το μικρό το μπουλγαρί, του Στέλιου Φουσταλιέρη
Κι αυτός με το μπουζούκι του εδόξασε τη Κρήτη
τον θαύμαζεν από ψηλά κι ο γέρο Ψηλορείτης.
Το Καρεκλά ποιος το ξεχνά, στόμορφες κοντηλές του
τη σούστα τη περίφημη και τσοι ξεφάντωσές του
Κέρχομαι τώρα στο Λαγό, τσι Κρήτης το τεχνίτη
πού βγαλε το περβολιανό, και στόλησεν τη Κρήτη.
Και κείνο το περίφημο Στρατή Καλογερίδη
το δυνατότερο βιολί, τσι Κρήτης το στολίδη
Πάλι στους νέους θα στραφώ μια συμβουλή να δόσω
τη Κρητική τη μουσική, μην αλοιώνουν τόσο
Εκεί που παίζουν καστρινό βάνουν και ξένα μέσα

δε παίζουν όπως παλαιά, που σόλου του κόσμ’ αρέσα
τη σούστα μπασταρδέψανε, κι εις το χορό στη λύρα
δεν έφταιξενε κανενούς η μαύροκακομοίρα
τα πεντοζάλια τα παλιά, ήταν πολύ ωραία
όντε θα τα χορέβανε, γει κάνανε παρέα
ο κάθε εις τραγούδιενε, το πόνο το δικό του
ήλεγεν και πεισματικά σε κάθε χωριανό του
Κ’ έρχομαι τώρα στα συρτά τσι Κρήτης τα θεμέλια
φοβούμαι πως ξεφύγανε τα σημερνά κοπέλια
Πολλές φορές συνέτυχα σε γάμους, πανηγύργια
και τρέχουν το δοξάρι τους, ως τρέχουν τα μπεγίργια
Δε φτάνει πούχουν βοηθό, ένα γει δυο λαγούτα
και ντουμπερλέκι βάλανε, για μερικών τα γούστα
τσι λύρας είναι βοηθός, πάντοτε το λαγούτο
κι ούλοι μ’ αυτά γλεντίζουνε, το ψεύτη κόσμο τούτο
Εις το σημείο τουτοδά, το ποίημά μου κλείνω
και μια μεγάλη συμβουλή στσοι νέους μας αφήνω
Πλουτίζετε τη μουσική και βγάνετε κομάθια
νάχετε όμως τα παλιά, οσάν τα δυο σας μάθια
ούλοι για τη παράδοση, φωνιάζουν και μιλούνε
τη Κρητική τη μουσική, μην τη παραποιούνε
κρατώτην τη παράδοση, στα δάχτυλάμ’ απάνω
και θα χαθεί ολοσχερώς, μετά απού θαποθάνω

Παντάνασσα τη 19/10/93

Υ.Γ. Ήθελα κιάλλα να γραφα μα ο χόρος δε με βάνει
Όσους σας γράφω στο χαρτί ούλοι χουνε πεθάνει
Εγέμισε η κόλλα μου κιάλλο δεν ξαναβάνει
Μα δε ξεχνώ το Στευτικό Γιάννη Δερμιτζογιάννη

Υπό Γεωργίου Μουζουράκη
Στιχουργικό ποίημα για τη Μάχη της Κρήτης

Γιορτάζομεν επέτειο τσι Κρήτης για τη Μάχη
κ ούλοι λαοί το εύχοντε ποτέ μην ξαναλάχη
Λεβεντογέννα Κρήτη μου, ένανε τόνομά σου
πολλοί σε πολεμίσανε, μα πέσανε μπροστά σου
Να πολεμάς και να νικάς ώστε να ζεις και νάσε
τσι λευτεριάς παράδειγμα, Κρήτη μου πάντα θάσε
Εσύ δεν εγονάτησες στου Χίτλερ τα κανόνια
Η φήμη σου, κι ο θρύλλος σου, θα μας διδάσκει αιώνια
Νειώθωμεν υπερήφανοι πούσε καταγωγή μας
απού σε λευτερώσανε, παππούδες και γονείς μας.
Κρήτη η μεραρχία σου αν ήτανε στη Κρήτη
Δεν θα τολμούσε Γερμανός, για να σε καταχτίσει
Σε βρήκενε ξαρμάτοτη, και τα παιδιά στα ξένα
πάλι επλήρωσ’ ακριβά, οσάχε καομένα
Δεν εδηλιάσαν κρητικοί στούκος και τα κανόνια
τους δώκαν ένα μάθημα, να το θυμούντε αιώνια
Κάτι συμβαίνει δίπλα σου, και συ δεν ησιχάζεις
Ακούς τη δίδυμη αδελφή, να βαριαναστενάζει
Η Κύπρος είν η αδελφή η αλισοδεμένη
Τη λευτεριάτζη λαχταρά κ’ εκείνη περιμένει
Ατίλας την καταπατεί κέχει καρδιά της λαύρα
Κι αναστενάζει και πονεί και ντίθηκε στα μαύρα
Κύπρο κρατήσου όσο μπορείς δεν είσε μοναχή σου
τσι λευτεριάς το σήμαντρο, θα παίξει στο Νησί σου
Μην απογοητεύεσε, γι’ αυτό το πάθημά σου
όπως εγώμ’ ελεύθερη, θάρθει και σε η σειρά σου
Έχεις γεναίους κι ήρωες που τσοι γεννά το χώμα
Η ώρα που θα δράσουνε δεν έφταξεν ακόμα
οπότε κι αν με χρειαστής και γω θα ταποδείξω
τους ήρωες μου πρόθυμη στην πλάστιγκα θα ρίξω
Τότε θα ειδείς τους γίγαντες της Κρήτης παληκάρια
που χύνουντε στο πόλεμο σαν τάγρια λιοντάρια
Αν θες να ειδείς τη λευτεριά, θυσίες κάνε πρώτα
κι αυτή θαρθεί πρωί πρωί να σου χτυπά τη πόρτα
Και τώρα μαύρα σύνεφα, σκεπάζουνε τη χώρα
πρέπει νάμαστε έτοιμοι, αν το καλέσ η ώρα
Η Κρήτη με τους ήρωες, που τόχουν αποδείξει
θα την επροστατεύσουνε σανατολή και δύση

Οι γείτονες ζηλεύνε, τα κατορθώματά μας
προβλήματα δημιουργούν συχνά στα σύνορά μας
Αυτόνε ολοφάνερο, στον ύπνο μου δεν τόδα
πρέπει το όπλο πάντοτε νάχομε παραπόδα
Εδάφει των γειτώνων μας δεν τα διεκδικούμε
αλλά οσάν Ελληνικά, δεν τα παραχωρούμε

28/5/95

1 Είμαι ο Γενάρης: που σκορπώ χιόνια βροχές και κρύο
λύπη να μη γνωρίσετε σε όλωσας το βιο
Καινούργιο χρόνο έφερα και τον αή βασίλη
Δώρα πολλά σας έφερα αγαπητοί μου φίλοι
2 Φλεβάρης: Εγώμαι ο κουτσοφλέβαρος να εμβολιαστήτε
τση γρύππης το εμβόλιο για να προφυλλαχτήτε
Εγώ θα ρίξω τσοι βροχές στα όρει και στα δάσοι
Νάχετε μπόλικο νερό κειανείς να μη δηψάσει
3 Μάρτης: Εγώμαι ο Μάρτης που παλειά με λέν παλουκαύτη
τα τζάκια να τα σβύσετε κειανείς να μην τανάφτει
Λιακάδες κάνω αρκετές στην εκδρομή να πάτε
Νάχετ αέρα καθαρό κι ότ άλλο αγαπάτε
4 Απρίλιος: εγώμαι Απρίλης φέρνοσας την άνοιξει ωραία
πάντοτε φέρνω τη Λαμπρή κιούλοι περνάμ’ ωραία
Πέρνωμε δώρο το μισό για το Χριστός Ανέστη
όλα αυτάν αληθινά δε θα με πείτε ψεύτη
5 Μάης: εγώμαι ο Μάης που κρατώ στη κεφαλή λουλούδια
που κάνουν τη πρωτομαγιά χαρές και με τραγούδια
ξεχύνουντε εις τσεκδρομές ούλοι μικροί μεγάλοι
ποιος άλλος μήνας θα μπορεί για να με παραβγάλει
6 Ιούνιος: Ιούνης είμαι ο θεριστής και του σχολειού το τέλος
Ποτέ παραπονούμενο άνθρωπο δεν αφήνω
ξεχύνουντε στις εξοχές για να χαρούν τη φύση
λίγος αέρος καθαρός τα στήθη να γεμίσει
7 Ιούλιος: Εγώμαι ο Ιούλιος μα κάνω πολύ ζέστει
Να με κατηγορήσετε νομίζω πως δεν πρέπει
Γιατί πηγαίνετ εκδρομές στη θάλασσα για μπάνια
Κι οι κοπελιές ανέβασαν πιο πάνω τα φουστάνια
8 Αύγουστος: Είμ Αύγουστος πούχω για σας ωραία φρούτα
9 Σ/μβρης: Σετέμπρης είμαι χαίρομαι γιατί το ξέρω τώρα
πως με το Μάρτη έχομαι κι δυο την ίδια ώρα

10 Οκτώβρης: Οχτώβρης ξέρετε καλά θα βρέξω να ποτίσω
τη γη όπου τη ξέραναν οι άλλοι μήνες πίσω
11 Νοέμβρης: Εγώμαι ο Νοέμβριος που λέγουν από τότες
όσοιχανε πολλές ελές γυρεύανε μαζόχτρες
12 Δ/βριος: Δεκέμβρης είμαι τσουχτερός μάχω μεγάλη χάρη
τη γέννηση χω του Χριστού το δώρο σου να πάρης.

Δυο παραδείσους έχομε απάνω στο πλανήτη
Ο ένας είν ο ουρανός κι ο άλλος είν η Κρήτη

Σταθήκαμε ένα λεφτό εις μνήμη του Μαράκη
Πέστε κι ένα συχομερό στο Γιώργη το Τυράκη
Που πέθανε στη ξένη γη πούτανε το όνειρο ντου
Όντε πεθάνει να ταφή μέσα εις το χωριό του
Στου Κράιπε την αρπαγή ήτανε πρωτεργάτης
Και για τη Κρήτη ολόκληρη ακούραστος

Εκλογές 2000
Ελπιδοφόρο μήνυμα μας ήρθε απού τη Κρήτη
Απ άκρον εις άκρον στο Νησί ψηφίζουνε Σημίτη
Δέκα ταπρίλη στη βουλή Ελλήνων τη μεγάλη
Πρωθυπουργός όπως και πριν Σημίτης θάνε πάλι
Εκούρασ ο Καραμανλής μεγάλες υποσχέσεις
Αν θα τον δεις πρωθυπουργό κάτσω να με χέ..
Φωνάζει στα μεγάφωνα με σουφρομένα χείλεια
Και όλο τάσσει στο λαό λαγούς με τραχύλεια
Τα νέα θα τα μάθετε γιατί και γω τα ξέρω
Απού τη σαστημάρα τους ξεχάσανε το γέρο
Στο πι και φι ποιήματα και στίχους αρραδιάζω
Και σατηρίζω και επαινώ κι έτσι διασκεδάζω

8/4/2000

Ποίημα αφιερωμένο στο Κώστα Μουντάκη

24/8/97
Όσοι δε με γνωρίζετε, κ’ όσοι δε με κατέτε
τα χρόνια πούχω απάνωμου να μάθετε θαθέτε
Απ’ όλους τσοι λυράρηδες πάνω στην ηλικία
εγώμαι, γιατί εδά λαλλώ τα εννενήντατρια
Μα δεν εδυσκολεύτηκα για να ταποφασίσω
σε τούτη την εκδήλωση, φόρο τιμής ναφήσω
Μη μπας θαρρείς Μουντόκωστα πως σέχω λησμονήσει
Μόνο να το συλλογιστό ο θειός να μη μαφήσει
Κώστα Μουντάκη πέθανες σήμερο οι χωριανοί σου
Σε τόπο τον καλλίτερο βάλλαν τη προτομήσου
Αλφά το όμορφο χωριό σε απαθανατίζει
τη προτομή σου βάλανε το τόπο να στολίζει
Δε θα μιλείς δε τραγουδείς τη λύρα δε θα παίζεις
το Κρητικό το πέλλαγος μονάχα θαγνατεύεις
Πρόσφατα ήρθεν κι ήβρεσε, ο πρώτος δάσκαλοσου
Καφάτος ονομάζετο κι αυτός απ το χωριό σου
Τη λύρα όπως κράταγες και τόμορφο δοξάρι
δεν θα μπορέσ άλλος κειανείς τη τέχνη να σου πάρει
Η λύρα το τραγούδι σου, μείναν σόλη ντη Κρήτη
στο ύψος εξεπέρασες το γέρο Ψηλορείτη
Εγλέντησές τη τη ζωή σανατολή και δύση
τώρα θα λάμπεις στην Αλφά που είχενε γεννήσει
Εύχομαι οι νεότεροι πιστά να σακλουθούνε
να παίζουν τα κομάθια σου, μην τα παραποιούνε
Εις το σημείο τούτοδα το ποίημα μου κλείνω
πολλά συγχαρητήρια στσοι χωριανούς σου δείνω

Νέο ο χάρος πήρεσε με αγκαλιά τη λύρα
Κιάφηκες ορφανό το γιο και τη γυναίκα χήρα

Χρ. Μακρής
Είσουν το χέρι το δεξεί του μέγα Βενιζέλου
Και σε κατηγορούσανε αυτοί που δεν τον θέλουν
Μα συ βλεπες πολύ μακριά πως θέλα κατορθώσει
Σύσσομη την Ελλάδα μας να την αναμορφώσει
Απ’ τη Μελούνα άρχηξε και πήγεν εις τη Σμύρνη
Δεν έζησες για να χαρείς την εποχή εκείνη
Θρήνησε όλο το χωριό η οικογένεια σου
Η Κρήτη όλη συζητά Χρήστο μου τ’ όνομα σου
Όλη η Κρήτη σε θρηνεί για την απώλεια σου
Στους αθανάτους Χρίστο μου πέρασε τόνομα σου
Είσουνε νέος κομορφος πολύ γραμματισμένος
Κι απού τσοι φίλους κι εχθρούς περίσσια παινεμένος
Είσουν γενναίος κι έπεσες μαχόμενος στο δρίσκο
Τώρα θα μείνεις ζωντανός απού γραψα το δίσκο

Ο άνθρωπος εις τη ζωή δεν ξέρει τι θα πάθει
Κι από πολύ παλιό άνθρωπο θα πρέπει να το μάθει
Νάνε πολύ προσεχτικός στσοι πράξεις και στσοι τρόπους
Ετότες φίλους εκλεχτούς κάνει πολλούς ανθρώπους
Γιατί αν είναι εγωιστής κειανείς δε τον πιστέβη
Ακόμα και στο καφενέ πάντα τον αποφεύγη
Αν είναι σόφρων φρόνυμος ούλοι τον αγαπούνε
Γιατί πιστεύουν απαυτόν κάτι καλό θα ειδούνε
αν κατορθώσεις στη ζωή ούλοι να σαγαπούνε
τσοι πράξεις και τσοι τρόπους σου ούλοι θα συζητούνε
Αν είσε λιγομίλιτος στη σκέψει και στη γνώσει

Νεκρολογικό ποίημα

Αφιερωμένο στους δυο μεγάλους καλλιτέχνες Καστελιανούς Κουτσουρέλη και Κουνέλη
Αναστενάζει Κίσσαμος και κλαίει το Καστέλι
Για δε θα κούη το βιολί Μιχάλη του Κουνέλι
Η πιο μεγάλη συμφορά έπληξε το Καστέλι
Σε λίγα χρόνια έχασε Κουνέλη Κουτσουρέλη
Αυτοί οι δυο εστόλιζαν, ολόκληρη τη Κρήτη
Τσοι κλαίει απαρηγόριτα κι ο Γέρο Ψηλορείτης
Εμείς απ απομείναμε ποτές δε τσοι ξεχνούμε
Και τα κομάτια πού παιζαν μευλάβεια θακούμε
Από τη πολυφρείνια ήταν η σύντροφος του
Και του καμενε και δυο γιούς το φως των αματιών του
Ο Γιός του ο Γιώργης έμαθε να παίζει το λαγούτο
Να συνεχίζει να γλεντά το ψεύτη κόσμο τούτο
Ήταν ψηλλός και όμορφος γεμάτος καλοσύνη
Κι από μακριά ξεχόριζεν εις τη λεβεντοσύνη
Κουνέλης ήταν στο βιολί, λαγούτο Κουτσουρέλης
Που θα δακρίσεις σαν τσακούς α θέλεις κιά δε θέλεις
Είμαι και γω συνάδελφος μαγώ όμως παίζω λύρα
Σαν έμαθα πως πόθαναν λύπη μεγάλη πήρα
Είχαμε φιλικό δεσμό, σαν αδελφούς τους είχα
Γιατ άνθρωπο δεν έβλαψαν ακόμα σαν μια τρίχα
Στο ήθος και στη λεβενδιά κανένας δε τους μοιάζει
Το χώμα νάνε ελαφρό απού τους εσκεπάζει
Όσα κομάτια άφηκαν για μας και τω παιδιώ μας
Να τα διαφυλλάξωμε σαν φως των αματιώ μας
Αν θέλετε να μάθετε ποιος τόγραψενε τούτο
Μπορεί να έχει ατέλειες μάχει μεγάλο πλούτο

Γιώργος Μουζούρης λέγομαι κι είμαι και Ρεθεμιώτης
Τση δυο τιτάνες γνώρισα απτόν αθώ τση νιώτης
Αυτήν τη μνήμη πρέπει μας για πάντα να τιμούμε
Κι απού τα φύλλα τση καρδιάς συχωρεμό να πούμε

Γεώργιος Μουζουράκης λυράρης ετών 95

Εκδρομή στο Καστέλι Κισσάμου 13/9/99

Όταν κειανείς παρακαλεί οι άγιοι γροικούνε
Και την επιθυμία τους την ικανοποιούνε
Έτσι και γω ευτύχησα και πήγα στο Καστέλι
Πουτόχα μέσα στην καρδιά από μικρό κοπέλι
Και είναι αιτία πούχα κει φίλους αγαπημένους
Αλλά δεν ήταν στη ζωή τσοι βρήκα ποθαμένους
Ο ένας ήταν κορυφή στη Κρήτη στο λαγούτο
Μαζί τονε γλεντίζαμε το ψεύτη κόσμο τούτο
Κι ο άλλος άσσος στο βιολί κι αυτός απ το Καστέλι
Και τόνομάντου ήτανε Μιχάλης ο Κουνέλης
Ο Λαγουτιέρης ήταν φίλος πολύ μεγάλος
Η Κρήτη μας θα ζοριστεί τέτοιο να βγάλει άλλο
Εγώ όμως τον εγνώρηζα από μικρό κοπέλη
Και τόνομάντου ήτανε ο Γιώργης Κουτσουρέλης
Άλλο δεν έχω να σας πω συχωρεμό να πούμε
Γιατί αργά ή γρήγορα θα πάμε να τσοι βρούμε
Με το καπή του Ρέθεμνου μια εκδρομή επήγα
Είδα ωραία πράγματα και τα μυαλά μου φύγα
Στη παραλία κάτσαμε κέντρο του Παπαδάκη
Και στο λαγούτο βοηθό είχα το Μανουδάκη

Έπαιξα κισσαμίτικα συρτά του Κουτσουρέλη
Γρηές και γέροι χόρεψαν σαν το μικρό κοπέλι
Πήγαμε στη Φαλάσερνα πολύ ωραίο μέρος
Θα ξαναπάω να τη ειδώ κι ας είμαι πια και γέρος

Απάντηση του Μουζουρογιώργη στο Μανόλη Παπουτσιδάκη

Αγαπητέ μου δάσκαλε γιε φίλου μου Μιχάλη
Έχω μεγάλη επιθυμιά να σμίξωμενε πάλι
Να σφίξω το χεράκι σου που κράθιενε τη πέννα
Πού γραψε τα πεναίματα απού στειλες σεμένα
Είσε αντάξιος υιός φίλου Παπουτσιδάκη
Απού τον είχα βοηθό εις το Μαντολινάκη
Τότε το είκοσι οχτώ τον είχα βοηθό μου
Τον είχα μέσα στη καρδιά σα φως των αματιών μου
Στσοι στίχους ήταν δυνατός μα και στη μαντινάδα
Πάντα τα ξημερώματα, που κάναμε καντάδα
Αλλά και συσε δυνατός και στιχουργός μεγάλος
Θαρρώ στα ρεθεμιώτικα δεν θα υπάρχει άλλος
Έχεις ευχαίρια πολύ να γράφεις με τη πένα
Αυτούς τσοι στίχους πούγραψες Μανόλη μου για μένα
Ότι γραψες είναι σοστά και όχι παραμύθια
Και τώρα αποδεικνύεται η καθαρή αλήθεια
Πάνω στην ηλικία μου άνθρωπος δεν υπάρχει
Να παίζει ωραίες κοντιλιές χωρίς να κάνει λάθει
Ήθελα όμως μια βραδιά με εκλεχτή παρέα
Σε όλα ναμακούσετε θάνε πολύ ωραία
Και ήθελα Μανόλη μου αυτό να κατορθώσεις
Τέθια παρέα όμορφη να τηνε συγκεντρώσεις

Νακούσετε παλιά συρτά και κοντιλιές ωραίες
Που τραγουδούσαν οι παλιοί που κάνανε παραίες
Μα πρέπει όσοι θα βρεθούν νάχουν πολύ μεράκη
Να κούσουνε τσοι κοντιλιές του Γιώργη Μουζουράκη
Ογδόντα τρία συναπτά χρονάκια παίζω λύρα
Πρό πάντω με καλό κρασί, για δε μ’ αραίσει μπύρα
Ακόμα και στο σπίτι μου αν θέλετε ναρθείτε
Μάχω γυναίκα ανάπηρη θα στενοχωρεθείτε
Σου κάνω μία πρόταση, όλος ο κόσμος θέλει
Να πάμενε στσοι ποταμούς στου Γιώργη Ταμπουνέλη
Είμαι και γω πολύ κοντά νάχω και τη κερά μου
Μήπως και πάθει τίποτα και σέρνω τα μαλιά μου
Κι αυτή θα φιλοτιμηθεί και θα μας τραγουδήσει
Πούχει φωνή που δεν θα βρείς σανατολή και δύση
Σαφήνω το τηλέφωνο για να μ’ ειδοποιήσεις
Αυτά που γράφω σκέψουτα μετά ναποφασίσεις
Τσοι στίχους απού μούγραψες θα δημοσιευτούνε
Όσοι δε σε γνωρίζουνε, θα θένε να σε δούνε.

Παντάνασσα 12/9/99
Με εκτίμηση
Μουζουράκης

Υπό Γ. Μουζουράκη
Ένα τραγούδι θα σας πω αγαπητοί μου Κρήτες
Που πάτε στη γενέτειρα και σας σελέν τουρίστες
Πριν φύγεις το λογαριασμό στο σπίτι τονέ κάνεις
Ναύλα και έξοδα στραβά στη τσέπη σου τα βάνεις
Και με λαχτάρα ξεκινάς τη Κρήτη να πατήσεις
Και τάγιατζη χώματα να τα γλυκοφυλίσεις
Μα στα χωριά φροντίζουνε τίποτε να μη χάνουν
ούλους τσοι γάμους πούχουνε το καλοκαίρι κάνουν
Με προθυμία σε καλούν στο γάμο στο τραπέζι
κι ο λυρατζής με όρεξη κι ο λαγουτιέρης παίζει.
Μα είναι ένα ζήτημα που μας προβληματίζει
Όποιος στο γάμο καλεστεί πρέπει να το γνωρίζει
Να πιάνει τόπο απόμερο με ήσυχη παρέα
Και έτσι θα είναι βέβαιος πως θα περάσει ωραία
Που να μην παίζουν μπαλωτές όπως τσοι συνιθίζουν
Μερκοί απού ξεσπούν σ’ αυτές θαρούνε πως γλεντίζουν
Μόλις ακούσουν τα παιδιά και πέσει η πρώτη σφαίρα
Αμέσως κλαίν φωνιάζουνε να φύγομε μητέρα
Και ο πατέρας μερακλής και θέλει να γλεντίσει
Μα τα παιδιά σε κίνδυνο δε θέλει να ταφήσει
Και παίρνει ταυτοκίνητο την οικογένεια ντου
Γυρίζει στο σπιτάκι ντου μάνε βαρειά η καρδιά ντου
Πέριση τρία θύματα είχαμε στο νομό μας
Είναι κατηγορία μας και όχι έπαινό μας
Πρέπει αυτές οι μπαλωτές στσοι γάμους να κοπούνε
Για να μην κινδυνεύουνε εκείνοι που γλεντούνε

Χίλια καλώς ορίσετε ούλοι οι εδικοί μας
Αν δε χωρεί η πλατεία μας πάνω στη κεφαλή μας
Σα τη κοπέλα τη καλή απ’ αγαπά τα χαϊδια
Θα σας προσφέρομαι κι εμείς τα φιμισμένα αχλάδια
Όλες μαζί τα φθιάξανε κοπέλες του χωριού μας
Και τα προσφέρομαι κι εμείς στους φίλους κ’ εδικού μας.
Το φτάζιμο και η ρακή δώρονε του χωριού μας
Και τα προσφέρομαι κι εμείς στους φίλους και εδικούς μας.

Εκλεχτοί στίχοι
Όποιο πουλί πετά ψηλλά και τάλλα δε κοιτάζει
Στο χαμιλότερο δεντρί πηγαίνει και φωλιάζει.
Μην αναιβείς πολύ ψηλά γιατί θα πέσεις πάλι
Στο δέντρι πούχες τη φωλειά θάχουνε χτίσει άλλη.
Θέμου κουτσοφτερούγηζε όσα πουλιά μεγάλα
πετούνε υπερήφανα και δε ξανοίγουν τάλλα.
Όποιος για να φανεί ψηλλός βγαίνει ταλλού τη ράχη
Του κόσμου τη κατακραυγή και μαύρη μέρα θάχει

12/4/2000

Χίλια καλώς ορίσατε στη Κρήτη, την ωραία
Όλοι επιθυμούσατε ναρθείτε κάποια μέρα
Στην πέραν του Ατλαντικού, τη χώρα τη μεγάλη
Που θα γυρίσετε ξανά πίσω ναρθείτε πάλι
Θα είστε υπερήφανοι για τη καταγωγή σας
Γιατί η λευτερώσανε παππούδες και γονείς σας
Όσο μακριά κι αν βρίσκετε η μακρινή σας χώρα
Τη Κρήτη νάχετε στο νου κάθε στιγμή και ώρα
Όσες ημέρες κάτσετε πάνω στα χώματά της
Σας αγκαλιάζει με χαρά σαν γνήσια παιδιά της
Η Κρήτη υποδέχετε τα άξια παιδιά της
Γιατί ποτέ δεν ξεχνούν κιας ζούνε μακριά της
Δυο παραδείσους έχομε απάνω στο πλανήτη
Κι ο ένας είν ο ουρανός κι ο άλλος είν η Κρήτη
Η Κρήτη πάντοτε γεννά σοφούς καντριωμένους
Και βγάνει και πολεμιστές στον κόσμο ξακουσμένους
Πάντοτε μαύρα σύνεφα σκεπάζουνε τη χώρα
Δεν μας αφήνουν ήσυχους μουδέ στιγμή και ώρα
Γείτωνες έχομε κακούς και μας υπονομεύουν
Εδάφει μας και τα Νησιά πολύ συχνά γηρεύουν
Όσο κι αν είναι δυνατοί εκείνοι οι γειτώνει
Ο Έλλην ξέρει τη στιγμή που δρα και ξεσπαθώνει
Το 41 ο γερμανός μας πάτιε στο στομάχι
Σαυτά τάγια χώματα την έχασε τη μάχη
Τσοι μέρες που θα κάμετε στη Κρήτη την ωραία
Μαζί σας θάμαστόλοι μας να κάνομε παρέα

Υπό Γεωργίου Μουζουράκη
Γαμπρέ που μπήκες στο μπαξέ και διάλλεξες το κρίνο
Που μοιάζει με τη Παναγιά που βρήσκετε στη Τύνο
Επήρες απ’ τη Κοξαρέ το πιο όμορφο λουλούδι
Μοναχοκόρη ήτανε τ’ Αντώνη του Μουζούρη
Στσή Μέλαμπες απού θα πας ούλοι θα σαγαπούνε
Τσοι χάρες σου και τσαραιτές ούλοι θα συζητούνε
Ακόμα τη Παντάνασσα πούνε καταγωγή σου
Μαρία να μην τη ξεχνάς εις όλη ντη ζωή σου

Η μάνα σου χει στα Σελλιά πολύ μεγάλη ρίζα
Όλο επαίνους λέσιμου όσοι την εγνωρίζα
Να πω για το πατέρα σου μα και τον αδερφό σου
Να τσοίχεις πάντα και τσοι δυο το φως των αματιώ σου
Το πεθερό σου ναγαπάς μα και τη πεθερά σου
Για να σου παραστέκοντε στο σπίτι στα παιδιά σου
Παντάνασσα κι Κοξαρέ μαζί πανυγηρίζουν
Κι Μέλαμπες με τα Σελλιά κι αυτά μαζί γλεντίζουν
Νύφη μου πιάσε στο χορό να κάμεις δέκα γύρους
Ξέρεις πως εγεννήθηκες στσαγίους αναργύρους
Δήμαρχος κι αντιδήμαρχος ήρθαν εις τη χαρά σου
Νύφη να σε φιλήσουνε μα και τα στέφανά σου
Και του παππού σου αδερφός είμαι και το καυκούμαι
Όπου κι αν πας πρεπίζεις μας στο κόσμο αυτό που ζούμε.
Και στο κουμπάρο εύχομαι ταντρόγυνο να ζήσει
Του χρόνου σαν και σήμερα, παιδί να τους βαφτήσει

24/7/99 Ευχαριστώ

Συκόσου αφέντρα και κυρά και ρήγησα μεγάλη
Ν’ υποδεχτής τη συντροφιά πούρθενε να σε πάρει
Σύκο κι αποχαιρέτησε το σπίτι του κυρού σου
Και ζήτησε του την ευχή να πας στου πεθερού σου
Νύφη στο σπίτι που θα πας σαν λεμονιά νανθύσεις
Το πεθερό και πεθερά να τους ευχαριστήσεις.
Μη μας στηνε μαλώνετε μη μας στηνε χολιάτε
Και σαν τα μάτια σας τα δυο να μας στην αγαπάτε
Δε σας την εμαλώνωμεν γιοξω ανέ βγάλει χούι
Σα το τζηνιάρη γάιδαρο γει κουτουλιάρη βούη.

Έφυγες από τη ζωή Στέλιο Δεληγιαννάκη
και άφηκες οπίσω σου το Γιώργη Μουζουράκη
Και τώρα ταποφάσισε να σε νεκρολογίσει
Στο βιώ σου ότι έκανες τίποτε δε θαφήσει
Γεννήθηκες το δώδεκα του περασμένου αιώνα
Πούμουν εγώ εφτά χρονώ δεν το ξεχνώ ακόμα.
Ο Άνθρωπος στο ντάφο ντου μπαίνει το σώμα μόνο
Μα ιστορία τση ζωής εις τον απάνω κόσμο
Μένει και τηνε συζητούν φίλοι και συγγενείς του
Για τα καλά και τα πρεπά που κανε στη ζωή του.
Εσύ το δρόμο τσαρετής τον είχες περπατήσει
Άνθρωπος δεν ευρέθυκε να σε κατηγορίσει
Μυλύχειος και συνετός στσοι πράξεις και στσοι τρόπους
όπου κι αν εκουβέδιαζες εσκλάβωνες τσανθρώπους
Το πρωτοπαίδι ήσουνε του κύρη και τση μάνας
Μετά οξαποπίσω σου εφτά παιδιά εκάνα.
Βοήθας τους γονέους σου καλά να ταναθρέψουν
να γίνουν άνθρωποι καλοί ποτές τους να μη κλέψουν
Είσουνε νέος εκλεχτός στσοι χάρες και στο μπόι
Σύντροφο πήρες στη ζωή από μεγάλο σόι
Μια κόρη ολοπλούμιστη σαν τη χυτή λαμπάδα
Λίγες υπήρχαν τότες σας εις όλην την Ελλάδα
Τρία παιδιά σου έκαμε δυο κόρες κι ένα αγόρι
Απού τα είχατε κι οι δυο των αματιών σας κόρι
Τα μόρφωσες τα σπούδασες τον έκαμες και σπίθια
Και σθάνουσουνε ευτυχείς και με χαρά στα στήθια
Του γιού σου και τση δυο βλαστούς φτύχες να γνωρίσεις
Στα τελευταία τση ζωής να ταποχαιρετίσεις.

Κι αυτά σου ποσχεθήκανε στο λόγο τση τιμής τους
Πως το παππού θα βλέπουνε καθρέπτη στη ζωή τους
Στην εθνική αντίσταση εβγήκες παληκάρη
Πήγες στη Μέση ανατολή και άφηκες ταμάρι.
Είχες τρία μικρά παιδιά και τάφηκες στη μάνα
Πότε να ειδούν τον κύρη τους υπομονή εκάνα
Στο Κάιρο εντάχθηκες στον Ιερό το λόχο
αφού το γιο σου έχω γαμπρό καύχημα και γω τόχω
Στου Κραϊπέ την αρπαγή είσουνε συνεργάτης
Και για τσελλάδας τα κοινά ακούραστος εργάτης
Η γη που εγεννήθηκες σε δέχτικε κοντά της
Να παραδειγματίζουντε στο μέλλον τα παιδιά της.
Τέσσερα αδέρφια στη ζωή εμείνανε και ζούνε
Την όμορφη ιστορία σου πάντοτε να γροικούνε
Μοναχοκόρη αδελφή ζη και θα σου θυμάτε
Την ώρα πούνε ξυπνητή αλλά κι όντε κοιμάτε
Η Εθνική αντίσταση και οι καλλοί σου τρόποι
Σέβαλαν εις τη τράπεζα που ζήλευαν ανθρώποι
Σε θεωρούμε ήρωα οσάν και το νονό σου
Μια ιστορία σεβαστή άφηκες στο χωριό σου
Ολόκληρη η Παντάνασσα φίλοι και συγγενείς σου
ήρθανε στη κηδεία σου κι αυτόνε προς τιμή σου
Εδώ εσώθη το χαρτί δε γράφω τίποτα άλλο
Εκλάψαμε που χάσαμε τον άντρα το μεγάλο
Εφτά χρονάκια σε περνώ μπορώ και γράφω ακόμα
Στο τάφο που σε βάλανε νάνε ελαφρό το χώμα

22/8/2000

Πέταξε αητέ του Βρύσυνα κι άνοιξε τα φτερά σου
Πήγαινε στη Παντάνασσα στα πατρογονηκά σου
Εις το τρουλή του Βρύσυνα να κάμεις το τζαντήρι
Να βλέπεις τη Παντάνασσα και το Χρωμοναστήρι
Σαυτά τα δύο τα χωριά συνδέετε η ζωή σου
Σκέψου τα χρόνια τα παλιά τότε μικρός που ήσουν
Σκέψου τσοι συνομήλικους όλοι τους έχουν φύγει
Κι απού του χάρου το σπαθή ένας έχει ξεφύγει
Αν ξέρεις ποιος σακουλουθεί 12 μήνες πίσω
Αν δεν τον βάνεις εις το νου εγώ θα σου θυμήσω
Είναι αυτός που σαγαπά σανάταν αδελφό σου
Δεν είναι μόνο φίλο σου αλλά και σύντεκνό σου
Μέσα στσοι μήνες πούρχουντε δεν ξέρω ποια βδομάδα
Θάρθει ένα γκρουπ σπίτι σου να κάνει σου καντάδα
Θαρρώ θα ευχαριστηθείς όρθιος είσε ακόμα
Θα κούσης το παλειό συρτό που λέγετε τριγώνις
Αυτός απού τον έπαιζε επρέπειζε ντη Κρήτη
Και τόνομα ντου ήτανε Σταύρος Μακροδημήτρης.

Στο Γιώργο Βογιατζάκη
Θαρρώτο πως θα τόβλεπες, σύντεκνε στονειρό σου
Πως θάρθεις στη Παντάνασσα στο μητρογοννικό σου
Να πας εις τη Παντάνασσα εις την υπέρ αγία
Πούνα που τσοραιότερες σόλην την επαρχία
Και το πιστέβω είπες μας χωρίς να τον διαβάζεις
Οσοίνε πενηντάρηδες σήμερο κάτω βάζεις
Είπες και τον πάτερ ημών με σέβας και με πάθος
απέξω, δεν εδιάβαζες χωρίς να κάμεις λάθος.
Θυμάσε πούσουνα μικρός, χρόνια τα παιδικά σου
Στης μάνα σου τσοι συγγενείς και στη γρηά γιαγιά σου
Είχες να μπάρμπα πούτανε παράδειγμα μεγάλο
θαρρώ πως η Παντάνασσα τέθιον δεν βγάνει άλλο

Αυτός δε σε λογάριαζε πως είσουν τσαδερφής του
Δεν σέβλεπε σαν ανυψιό αλλά σαν το παιδί του
Εγώ πούμαι μικρότερος μονάχα ένα χρόνο
ότι θυμούμαι γράφω σου ετούτο ξέρω μόνο.
Θυμάσε που πορίζαμε τα βούγια με παρέα
ήτανε δύσκολη εποχή μα άδολη κι ωραία
Στο Βόλακα πηγαίναμε τα βούγια μετασένα
Εγώ ποτές δε τα ξεχνώ τάχομε καομένα
Εσύ κοντέβης εκατό και γω ακολουθώσου
Μα δε μπορώ να υψοθό στο μπόι το δικό σου
Εσύ χες ικανότητα, βοήθησε κι η μοίρα
Εγώ μόνο κατόρθωσα να μάθω ωραία λύρα
Και να τη πέζω σήμερο να σβήνω το καϋμό μου
Και νάχω τη παράδοση ως μόνο όνειρο μου
Σήμερο παίζουνε πολλοί την έχουν μουνουχίσει
Και δεν έχει τη δύναμη, κειανείς να τσεμποδύσει

15/8/87

Υπό Γεωργίου Μουζουράκη
Είχεν ο μήνας δώδεκα, που λένε πρωτογούλη
Μεγαλομάνα πέθανε που τη γνωρίζετ ούλοι
Μαρία τήνε λέγανε, ταντρούς Καραπιδάκη
Γεννήθη στη Παντάνασσα το γένος Μουζουράκη
Το τρία εγεννήθηκε σε τούτον τον αιώνα
Πως έφυγ, απού τη ζωή δε το πιστεύω ακόμα
Δέκα παιδιά απόχτησε σήμερο ούλα ζούνε
Να κάνουτζη μνημόσυνα και να τση συχορούνε
Ταγόρια είναι τέσσερα, και έξε θυγατέρες
Όλες καλές και όμορφες, σαν άσπρες περιστέρες
Είκοσι έξε εγγόνια τζη, εγνώρισ η καϋμένη
Κι έφυγεν απού τη ζωή πολύ φχαριστημένει
Τα γκόνια είκοσι εφτά, δισέγγονα τσαφήκαν
Τα περισσότερα μικρά κι αυτά τη λυπηθήκαν

Μάρθεν το τέλος τση ζωής και πήρεν την ο χάρος
Σένα αδελφόν της είχε πολύ μεγάλο θάρρος
Πως θα μπορούσε τα παιδιά να πάρει στην Αθήνα
Γιατί αν μέναν στο χωριό θα δοκιμάζαν πείνα
Κι αυτός το πρώτο που καμεν, επήρεν το Πλαστήρα
Μουζουρογιώργης λέγετο απού παίζει τη λύρα
Στα κέντρα απού έπαιζεν φίλους είχ αποχτήσει
Γι’ αυτό μπορούσε τα παιδιά νατα ταχτοποιήσει
Και το Πλαστήρα έβαλε στο ΚΤΕΛ στην Αθήνα
Δύσκολα ήτανε πολύ κι άσκημα χρόνια κείνα
Σιγά σιγά κι οι κοπελιές η μια μετά την άλλη
Όλες στου μπάρμπα ήρθανε μάχαν περίσσια κάλη
Επαντρευτήκανε καλά άντρες καλούς επήραν
Να συγχωρούν του μπάρμπα τους, απού παιζεν τη λύρα
Μέσα στα πρωτεγγόνιατζη που κάμαν τα παιδιά τζη
Βγήκανε κ’ επιστήμονες, και χαίρετο η καρδιά τζη
Και δικηγόροι και γιατροί εγγόνιατζη σπουδάσαν
Και την αγάπη στη γιαγιά καθόλου δεν ξεχάσαν
Στο ντάφοτζη όλα τα παιδιά μα και πολλά εγγόνια
Φώναξαν πως η μνήμητζη, θα παραμείνει αιώνια
Εκεί που ο πατέρας τους είχε μικρό σπιτάκι
Έχτησαν τώρα τα παιδιά σοστό ένα χωριουδάκη
Το λένε Καραισιδιανά εις τη παλιά τη βρύση
Και να γογγίσω ότι καμα ο θειός να μη μαφήσει
Έκαμα το καθήκον μου μαζί με τη κερά νου
Κ’ έτσι ξεπληρωθήκανε όλα τα όνειρά νου
Και η γυναίκα στα παιδιά πολλά έχει προσφέρει
Για κείνα πάντα φρόντιζε, χειμώνα καλοκαίρι

Κι αυτά τα αναγνωρίζουνε ποτές τους δεν ταρνιούτε
Ακόμα μετά θάνατο, για κείνη θα δηγούντε
Το Κράτος πρέπει να στραφεί, σ’ αυτές τις ηρωίδες
Να τσοι τιμά με στέφανα, με άνθη και αψίδες
Σαυτές τσοι μάνες που γεννούν κι η χώρα μεγαλώνει
Τίτλους, βραβεία τση τιμής, να τους αφιερώνει

Αιωνία της η μνήμη 13/6/98 ο αδελφός της
Γεώργιος Μουζουράκης ετών 93

Του Γιώργη Μουζουράκη
Με αγκαλιά τη λύρα μου επήρα τόσαπάνω
Εις τάνω Μέρος νανεβώ μνημόσυνο να κάνω
Τσοι φίλους πούχα τσοι παλιούς σφιχτά να χαιρετήξω
Και τανωμεριανά στενά να ξαναπερπατίξω
Για όσους αποθάνανε συχορεμό να πούμε
Γιατί αργά ή γρήγορα θα πάμε να τσοι βρούμε
Μα πούνε ο Κεραμιανός ο Γιώργης ο λεβέντης
Που πάντα διακρίνετο σαν έμπενε στο γλέντι
Κι ο Κατσαντώνης γει Σφηνιάς πανθούσε σαν λουλούδι
Αυτός είναι που έβγαλε του Χίτλερ το τραγούδι
Θυμούμε και το φίλο μου Σταμάτη Παπουτσάκη
Αλλά και τον Απόστολο και τάλλο Κουγιτάκη
Τη Κουγιτάρα δε ξεχνώ το Καπαρό Λευτέρη
Ήταν λυράρης ξακουστός, απού δεν είχε ταίρι
Και το Βουργίδη δε ξεχνώ και τάλλο Χατζηδάκη
Δεύτερος ήταν ξάδερφος του Γιώργη Μουζουράκη

Και άλλος ένας ήτανε που τον θυμούντε όλοι
Τα γλένδια και τη λεβενδειά το Μπουμπουλομανόλη
Το Μαθιουδάκη δε ξεχνώ λύρα και μαντινάδες
Παρόλο πούτανε τυφλός έκανε και καντάδες
Κρατώ και γω καταγωγή φίλοι απτό χωριό σας
Και εδώ που ήρθα να σας ειδώ θανάνε σεπαινό σας
Εις τανωμέρος πάντοτε γλένδια μεγάλα κάνω
Απού τσοι Χατζηδάκηδες, τση μάνας μου η μάνα
Τζίτζικας ο πατέρας τση, από μεγάλο σόι
Ήτανε λέει όμορφη και λιγερή στο μπόι
Παντρεύτηκε στο Μέρωνα το Καλοειδά το Κώστα
Το σφρίγος πούχω στη ζωή σαυτούς τους δυο χροστάω
Ήταν γυναίκα όμορφη και μερακλού μεγάλη
Σόλην την περιφέρεια λέγουν δεν ήταν άλλη
Αυτήν κι μένα η ρίζα μου, και πάντα τη προσέχω
Σαν φυλαχτό στο στήθος μου πυξίδα θα την έχω
Προιχρόνια 72 ήρθα στο πανυγήρη
Και καββαλλάρης είμουνα πάνω σένα μπεγίρη
Έπαιζα λύρα στο χωριό, με όρεξη μεγάλη
Νενήντα έξε τα λαλλώ μα θα τη παίξω πάλι
Φωτογραφίες έφερα να ειδούν παιδιά κι εγκόνια
Για να μη με ξεχάσετε να με θυμάστε αιώνια
Δημότης θέλω να γενώ εις τη κοινότητά σας
Γιατί μαρέσει ο τρόπος σας κι συμπεριφορά σας
Όντε κι αν έρθω στο χωριό χειμώνα ή καλοκαίρι
Ούλοι με γέλιο χαιρετούν μου σφίγκουν και το χέρι

29/7/2000

Είσουν σπουδαίος μερακλής, εχόρευες κι ωραία
Πολλές φορές σε θαύμαζα που κάναμε παρέα
Στου Κράιπε την αρπαγή είσουνε συνεργάτης
Για του χωριού σου τα κοινά ακούραστος εργάτης
Διάβαζες και μετέδειδες λόγια σοφά κι ωραία
Ξεχοριστός και ζηλευτός είσουν εις τη παρέα
Πήρες κοπέλα όμορφη μέσα απου το χωριό σου
Αυτή που γίνεικε μετά μητέρα τω παιδιώ σου
Σούκαμενε δυο κοπελιές μα σου καμε κι αγόρι
Απού τα είχετε κι δυο σαν τω ματιών τη κόρη
Ο γιος σου επαντρεύτηκε τη κόρη τη δική μου
Πάρα πολύ τον αγαπώ σαν νάτανε παιδί μου
Σου καμε η κόρη μου δυο γιούς τώρανε παληκάρια
Εις τσι Δεληγιαννάκηδες τα πιο ψηλά κλονάρια
Πήγες στη Μέση Ανατολή και συ να πολεμίσεις
Τσοι γερμανούς απού ξερα πάρα πολύ εμίσεις
Εντάχθηκες αυτοστιγμή στον ιερό το λόχο
Κι εγώ πούμαστε χωριανοί σε επαινό μου τόχο
Η εθνική αντίσταση στη τράπεζα σε βάνει
Φεύγεις απ’ τη Παντάνασσα όπως εφύγαν κι άλλοι
Εκεί κάνεις το σπίτι σου σπουδάζεις τα παιδιά σου
Αγαπημένος κι ευτυχές ζούσες με τη κερά σου
Τα τελευταία τση ζωής σας χτύπησε η μοίρα
Δε θα σε ειδώ μες το χορό να παίζω γω τη λύρα
Αλλά και η γυναίκα σου σπουδαία μερακλήνα
Τέθιες γυναίκες κρητικές δεν είχεν η Αθήνα

Υπό Γεωργίου Μουζουράκη
Σταρώνι μαζευτίκανε, φέτος το καλοκαίρι
Τραγουδιστές και χορευτές τση Κρήτης το ξαθέρι
Θαληλλογνωριστούμενε θα βγάλωμεν και λόγους
Κι επιτροπή θα κρίνουνε τση μαντιναδολόγους
Που πέψανε σε φάκελλο ότι χουνε γραμμένα
Αφού κι εγώ μια επιτροπή απόκλεισαν εμένα
Ούλοι την ηλικία μου να μάθετε θα θέτε
Νεννήντα έξε τα λαλλώ όσοι δε με κατέτε

Αλλά σας διαβεβαιώ στα εκατό όντε φτάσω
Ετοτεσάς θα το σκευτό αν πρέπει να γεράσω

21/8/2000

ΥΓ. Τση δυο Τσουχλάκηδες Θρασίμβουλο και Γιάννη
Στη Κρήτη ότι προσφέρουνε κιανένας δεν τσοι φτάνει

Το ποίημα που θα σας πω εγράφτηκε με πόνο
Εις τους αθάνατους νεκρούς σταρκάδι αφιερώνω

Υπό Γεωργίου Μουζουράκη
Τσοι δύο Τσουχλάκιδες Θρασύμβουλο και Γιάννη
Στη Κρήτη ότι προσφέρουνε κιανένας δε τσοι φτάνει
Έχουνε τη παράδοση με πάθος αγκαλιάσει
Κατηγορούν όποιον βρεθεί να την παραβιάσει
Απόψε κρίνομε χορούς τση Κρήτης τα θεμέλια
Γιατί τους αλλοιώνουνε, τα σημερνά κοπέλια
Η κριτική επιτροπή είναι το κάτι άλλο
Απόψε αυτό που θα γενεί επίτευγμα μεγάλο
Πρέπει να μάθουν τα παιδιά που σήμερα χορεύουν
Νάνε πολύ προσεχτικοί να μην τους πασταρδεύουν
Κείνος που σάλτους προσπαθεί να κάνει στον αέρα
Να μάθει πάνω απού τσοι δυο παράβασει για μένα
Ο δεύτερος που τον κρατά, πρέπει να το γνωρίζει
Αν τόνε σπρώχνει πιο ψηλά το κόσμο εξοργίζει
Νομίζω ταποτέλεσμα οι κρίνοντες θα δόσουν
Θάνε για τη παράδοση φάρμακο να τη σόσουν
Πάνω στη ράχη μου κρατώ ολόκληρο αιώνα
Το χάρισμα του μερακλή δε μούφυγεν ακόμα

Νεννήντα έξε τα λαλλώ, στα εκατό όντε φτάσω
Ετότεσας θα το σκευτό, αν πρέπει να γεράσω
Φίλοι μου απόψε βρίσκομαι σε μια χαρά μεγάλη
Γιατί τσοι φίλους τσοι παλιούς τσοι ξαναβλέπω πάλι

30/8/2000

Αφού αναγνωρίζετε πως είμαι στιχοπλόκος
Έγραψα ένα ποίημα χωρίς να κάνω κόπος
Στα νιάμηνά σου Μπάμπη μου πάλι παρών θα δόσω
Όπως και στα εξάμηνα κάτι θα συμπληρόσω
Ήταν οι χάρες σου πολλές και λίγες θαναφέρω
Τότε που γνωριστήκαμε κι απόσες εγώ ξέρω
Είσουν ωραίος άνθρωπος σπουδαίος νοικοκύρης
Επήρες τα μαθήματα απ’ το δικό σου κύρη
Έκανες οικογένεια πολλυμελεί κι ωραία
Είσουνε πάντα ευχάριστος σαν έκανες παρέα
Επάθιες και τη κοντυλέ σαν έπαιζα τη λύρα
Πίσω άφηκες εφτά παιδιά και τη γυναίκα χήρα
Ούλα ταποκατέστησες πρωτού να ταξιδέψεις
Εκεί ποου δεν μπορείς ποτέ πίσω να επιστρέψεις
Οι φίλοι σου δεν σε ξεχνούν και τόνομά σου λένε
Και τα παιδιά σου ταχτικά κάθουντε και σε κλαίνε
Τσαποθαμένους μη τσοι κλαίν που φεύγουν και ξεχνιούνε
Να κλαίμενε τσοι ζωντανούς που μένουν και πονούνε
Και άλλοι δυο σου χωριανοί φύγαν μετά από σένα
Δεν μπόρεσαν ναντισταθούν στση μοίρας τα γραμμένα
Το χώμα ταποστολιανό θάν αλαφρό για σένα
Γιατί καμες εις τη ζωή μυστά ξετελεμένα
Αιωνία σου η μνήμη

10/9/2000

Μαντινάδες Δασκάλου Εμμ. Μιχ. Παπουτσιδάκη
Αφιερωμένες στο Μουζουράκη

Όσο βαστάς στη χέρα σου, το μαγικό δοξάρι
Δε θα τολμήσει δάσκαλε ο χάρος να σε πάρει
Κράτα το δάσκαλε γερά, κι ακούμπατο στη λύρα
Γιανάναι πάντα καρπερή και να μη μένει στείρα
Νάσαι γερός να το βαστάς να πολεμάς το χρόνο
Να τραγουδείς τον έρωτα τσι λύπες και το πόνο
Η λύρα του Μουζουρογιώργη
Είχα τη τύχη να βρεθώ στο σπίτι του λυράρη
Που είναι στη Παντάνασσα και στόμορφο ταμάρι
Είναι ο γεροντότερος Μουζούρη τόνε λένε
Όσοι αγαπούν τσι κοντιλιές, τη συντροφιά ντου θένε
Με τρώι περιέργεια τη λύρα που τη βάνει
Την έχει στο βουργιάλι ντου γει πάνω στο ντιβάνι
Πέρασε μέσα να τη δεις μου λέει με καλοσύνη
Ογδόντα χρόνια έρωτα έχομε εγώ και κείνη
Σαν νάναι ερωμένη ντου την έχει στο κρεβάτι
Με τρυφεράδα τη θωρεί, και κλείνει τση το μάτι
Αυτή ανταποκρίνετε σε κάθε κάλεσμά του
Και πάει και θρονιάζεται πάνω στα γόνατά του
Τότε νακούσης κοντυλιές συρτό και πεντοζάλη
Μέχρι που νοιώθεις μια γλυκιά στη κεφαλή σου ζάλη
Εθαύμασα τη τέχνη του, στη λύρα και στο στίχο
Κι απόλαυσα αυθεντικό τον κρητικό τον ήχο
Στο τέλος του δωσα ευχή που δεν του δώσαν άλλοι
Να ξεπεράσει εκατό παίζοντας το τριζάλη

10/9/99 Μανόλης Παπουτσιδάκης

Υπό Γεωργίου Μουζουράκη
Έφυγες από τη ζωή, Στέλιο Δεληγιαννάκη
Κι άφηκες αποπίσω σου το Γιώργη Μουζουράκη
Και τώρα ταποφάσισε, να σε νεκρολογίσει
Στο βιό σου ηντάκανες τίποτε δε θαφήσει
Γεννήθηκες το Δώδεκα του περασμένου αιώνα
Πούμουν εγώ εφτά χρονώ, δεν το ξεχνώ ακόμα
Ο άνθρωπος στο ντάφο ντου μπαίνει το σώμα μόνο
Μα ιστορία τση ζωής, εις τον απάνω κόσμο
Μένει και τηνέ συζητούν φίλοι και συγγενείς του
Για τα καλά ή τα πρεπά πούκανε στη ζωή ντου
Εσύ το δρόμο τσαρετής τον είχες περπατήσει
Άνθρωπος δεν ευρέθηκε να σε κατιγορίσει
Μιλύχειος και συνετός, στσοι πράξεις και στσοι τρόπους
Όπου κιανέ κουβέδιαζες, εσκλάβονες τσανθρώπους
Το πρωτοπαίδι είσουνε του κύρι σου Μιχάλη
Πάρα πολύ βοήθησες ναναθραφούν κι άλλοι
Είσουνε νέος εκλεχτός, στσοι χάρες και στο μπόι
Σύντροφο πήρες στη ζωή μια πλουμισμένη κόρι
Μια κόρη απ’ τη Παντάνασσα σαν χυτή λαμπάδα
Λίγες υπήρχαν τότε σας εις όλην την Ελλάδα
Τρία παιδιά σου έκαμε δυο κόρες κι έναγόρι
Απού τα είχατε κι δυο σαν τω ματιών τη κόρι
Τα μόρφοσες τα σπούδασες τον έκαμες και σπίθια
Κι αισθάνουσουνε ευτυχείς μα και χαρά στα στήθια
Του γιού σου και τσοι δυο βλαστούς φτύχησες να γνωρίσεις
Στα τελευταία τση ζωής να ταποχαιρετίσεις

Κι αυτά σου ποσχεθήκανε στο λόγο της τιμής τους
Πως το παππού θα βλέπουνε καθρέφτη στη ζωή τους
Στην εθνική αντίσταση εβγήκες παληκάρη
Πήγες στη Μέση ανατολή δεν πόμεινες σταμάρι
Είχες τρία και τάφησες στη μάνα
Πότες να ειδούν τον κύρη τους υπομονή εκάνα
Στο Κάιρο εντάχθηκες στον Ιερό το Λόχο
Αφού το γιο σου χω γαμπρό σε καύχημα μου τόχω
Στου Κράιπε την αρπαγή είσουνε συνεργάτης
Και για τσελλάδας τα κοινά ακούραστος εργάτης
Η γη που εγεννήθηκες σε δέχεται κοντά της
Να παραδειγματίζουντε στο μέλλον τα παιδιά της
Τέσσερα αδέρφια στη ζωή εμείνανε και ζούνε
Την όμορφη ιστορία σου πάντοτε να γροικούνε
Μοναχοκόρη, αδελφή μένει και σου θυμάτε
Την ώρα πούνε ξυπνητή ακόμα όντε κοιμάτε
Η εθνική αντίσταση και οι καλοί σου τρόποι
Σε βάλαν εις τη τράπεζα που ζήλευαν ανθρώποι
Σε θεωρούμε ήρωα όσον και το νονό σου
Μια ιστορία σεβαστή άφηκες στο χωριό σου
Ολόκληρη Παντάνασσα φίλοι και συγγενή σου
Ήρθανε στη κηδεία σου να σαποχαιρετίσουν
Εδώ εσώθη το χαρτί δε γράφω τίποτ άλλο
Εκλαίγαμε που χάσαμε τον άντρα το μεγάλο
Εφτά χρονάκια σε περνώ μπορώ και γράφω ακόμα
Στο τάφο που σε βάλανε ναν αλαφρό το χώμα

22/8/2000

Τα Μυτάτα
Εσείς παιδιά που κάνετε τη βόλτα σας στη στράτα
Ακούσετε να σας σε πω για τα παλιά μυτάτα
Εσείς δε τα γνωρίσετε τίποτε δε κατέτε
Κι απού το γεροντότερο να μάθετε θα θέτε
Τον κάθε Μάρτη στένανε εις το χωριό Μιτάτα
Τα κάναν έξω απ’ το χωργιό για νάν κοντά σε στράτα
Πάντα χαν ένα μαντραντζή για τη καθαριώτη
Να ξωλλαλεί τα πρόβατα είν’ η δουλειά ντου η πρώτη
Οι αρμεγάριδες μπροστά στη μάντρα όλο σκημένοι
Μέσα σε σύγλα βάνανε το γάλα οι καημένοι
Ο τυροκόμος έτοιμος νανάψει το καζάνι
Και για να βγάλι το τυρί λίγη φωτιά του βάνει
Και πρώτα βάνει τη πιθιά από μιαν αγαστέρα
Εις Τάρναούτη είμουνα τά βλεπα κάθε μέρα
Και μένα ξύλο πούχενε γύρου γύρου τσατάλια
Και τη μαλάκα μάζευε σορούς σαν πορτακάλια
Μετά τη βάνει στο τουπί κιαπάνω ντου καθίζει
Με τη πολύ τη πίεσει αμέσως ξενερίζει
Μετά συμπένει τη φωτιά λαύρα να βγει μεγάλη
Να βράσει αμέσως να γενεί μυζύθρα να τη βγάλη
Σαν εδυνάμον η φωτιά να βγουν οι αθοτύροι
Έβγανεν ένα υλικό γιαρρώστου το χατήρι
Αυτό το λέγανε σουχλί φάρμακο στο στομάχι
Ούλοι το προτιμούσανε όποιος εκιάχε λάχει
Ο τυροκόμος κάτεχε πότες είναι ψημένη
Κι ο μαντρατζής ολόρθιος στέκει και περιμένη
Να φέρει τα μικρά τουπιά μυζύθρα να γεμίσουν
Να παν οθέ το Ρέθεμνος για να τηνε πουλύσουν
Εις τα κοφίνια βάνατζει κι ασφεντιλές στο μπάτο
Να μπούνε με στρογγειλοι ως είναι στο μυτάτο
Θα σας σε πω για το τυρί πως το διατηρούσαν
Σε μέροι υγρά και σκοτεινά τόβαναν όσοι μπορούσαν
Μέσα σε τρύπες του βουνού το βάναν οι παλιοί μας
Για κείνο σας εξιστορώ για τότες τη ζωή μας
Μετά από το τυροκομειό γιαμιάς ο νοικοκύρης
Σε γούρνα έβανε χουμά να τόνε πιούν οι χοίροι
Αυτό δα με τα μάθια μου τον πίναν κι Γαϊδάροι
Αν ήτανε αξέστρωτοι γει ήταν με το σωμάρι
Ο Μαντρατζής εσκούπιζε τσοι μάντρες του μυτάτου

Ποτές δεν ελογάριαζε τα μεροκάματά του
Μιας ημέρας γαλουχιά ήταν η πληρωμή ντου
Άλλη αμοιβή δεν ζήτανε ποτές εις τη ζωή ντου
Έκανε τη κοπρέ σωρούς να πάνε στα χωράφια
Και τσοι μυζύθρες βάνανε μετά τουπιά στα ράφια
Και τώρα νέοι μου εσείς αυτά δε τα κατέτε
Η εξέλυξη τα σάρωσε μουδέ και σεις δε φταίτε
Τώρα το γάλα πέρνουνε με πάθος και μανία
Και κάμαν τα τεράστεια νέα τυροκομεία
Το μόνο πράμα πούμεινε και σεις συχνά θωρρείτε
Όντε κουρέβουν πρόβατα αυτό διατηρείτε
23/6/200
Στο κάτω βαρσαμόνερο είχα και γω να φίλω
Έμαθα πως απόθανε και στίχο του οφείλω
Ήταν άσσος χορευτής Παράσχος Μενιουδάκης
Φίλον τον είχε γκαρδιακό ο Γιώργης Μουζουράκης

Εκλογές 2000
Ελπιδοφόρο μήνυμα μας ήρθ από τη Κρήτη
Απάκρον εις άκρον στο νησί ψηφίζουνε Σημίτη
Δέκα ταπρίλη στη βουλή Ελλήνων τη μεγάλη
Πρωθυπουργός όπως και πριν Σημίτης θάνε πάλι
Εκούρασε ο Καραμανλής μεγάλες υποσχέσεις
Αν θα τον δεις πρωθυπουργό θα κάτσω να με χέ…
Φωνιάζει στα μεγάφωνα με σουφρομένα χείλεια
Και όλο τάσσει στο λαό λαγούς με πετραχείλια
Τα νέα θα τα μάθετε γιατί κι εγώ τα ξέρω
Από τη σαστιμάρα ντους ξεχάσανε το γέρο
Στο πι και φι ποιήματα και στίχους αρραδιάζω
Και σατηρίζω κι επαινώ κι έτσι διασκεδάζω

8/4/2000

Στο Λευτέρη Βερυβάκη αφιερώνεται
Γειά σου φίλε αξέχαστε Λευτέρη Βερυβάκη
Άκουσε ήντα σούγραψεν ο Γιώργης Μουζουράκης
Να χαιρετάς και τσοι πεζούς όντε καβαλικέψεις
Για να σε χαιρετούν κι αυτοί όντε θα ξεπεζέψεις
Θα στείλωμέσε στη βουλή 5 η τετραετία
Πάντα σου γράφω σοβαρά, μην τα περνάς γι’ αστεία
Ούλοι θα σε ψηφίσωμε με τη δεξά μας χέρα
Κι όντε περνάς και μας θωρρείς λέγε μας καλημέρα
Τσεννιά ταπρίλη κάτεχε απόφαση το πήρα
Τη νίκη να γιορτάσωμε να παίζω γω τη λύρα
Και συ θα σείρης το συρτό ως έκανες και πρώτα
Θάθελα όμως να φορείς στιβάνια και γκυλώτα

5/4/2000

Αφιέρωμα στο γιορτάζοντα σήμερο Ανδρέα Παπανδρέου
Μπράβο σου Παπανδρέου μου πολλά χρόνια να ζήσης
Αξίζει σου ως προθυπουργός χρόνια να κυβερνήσης
Εις πείσμα αυτώ που γράφουνε πως πάντα κάνεις λάθη
Εμόνοιασες το Μιτεράν μαζί με τον Καντάφι
Εις την Ελούντα τσέφερες στις Κρήτη το περβόλι
Κι’ ούλου του κόσμου η προσοχή εκεί εστράφει όλη
Συμφιλιώνεις τους λαούς στη μια μεριά στην άλλη
Απού κρατούσανε κι δυο στο χέρι τη σκανδάλη
Τώρα σαφήνω στο λαό άπου μπορεί να κρίνει
Για τη μεγάλη προσφορά που κάνεις για ειρήνη

30/11/84

Υπό Γεωργίου Μουζουράκη
Εκλογές 2 Ιούνι 1985
Θα πρέπει νάσε τολμηρός και να μην αμφιβάλης
Για τσεκλογές απούρχονται συμπέρασμα να βγάλης
Ποιο κόμμα απού τα ισχυρά την εκλογή θα πάρει
Και ο ελληνικός λαός σαυτό νάχει τα θάρρει
Το νου μου σπω και δε μπορώ συμπέρασμα να βγάλω
Να βγω απού το δίλλημα του ψήφου το μεγάλο
Αν τονε δόσω δεξιά κακό τση κεφαλής μου
Ξέρω πως κυβερνούσανε από μικρός που είμου
Λόγους εβγάναν πύρινους κι αφρούς απού τα χείλια
Κι στο λαό ετάσανε λαγούς με πετραχήλια
Θα κάμω δρόμους γέφυρες σχολεία θα και θήτα
Κι απού την άκρα αρχήζουνε πάλι την άλφα βήτα
Μα το Πασοκ ήθελα κι αυτό να δοκιμάσω
Το ξέρω ολοφάνερα το ψήφο δε θα χάσω
Το κέντρο διαλύσανε οι πολλοί καπετανεόι
Από πείσμα φύγανε ολοσχερώς οι νέοι
Το κάπα κάπα πολεμά ψήφους για να κερδίσει
Κι όπου ανάψη η φωτιά να πάη να τη σβύσει
Πάντα του θάνε στην ουρά όσο καιρό κι αν ζήση
Δε το γραψεν η μοίρα του ποτέ να κυβερνήσει
Τώρα στα δυο κόμματα στρέφομαι τα μεγάλα
Που στα μπαλκόνια στάζανε το μέλι και το γάλα
Και λέν εις το φτωχό λαό θα κάμω και θα δείξω
Να με ψηφίσης και θα ειδής πως θα σου τ’ αποδείξω
Το ένα πούνε και παλιό πολύ δοκιμασμένο
Άρχησε τώρα να γερνά πρόορα το καημένο

Τρεις ηγεσίες άλλαξε σε χρόνια μόνο τρία
Σκέψου σε πόσους νανεβούν σε μια τετραετία
Ότι χανε το κάμανε χρόνια που κυβερνούσαν
Θα κάμομαι θα φθιάξομαι αυτά μας κοπανούσαν
Τώρα θα πω για το Πασοκ που την αρχή κρατούσε
Τρία χρονάκια μοναχά αυτό μας κυβερνούσε
Είπε κι αυτό τα θα τα θα μα κάτι έχει κάνει
Ο χρόνος ήταν λιγοστός μόνο θεμέλια βάνει
Γιατί χει το 5ετές και θα το εφαρμόσει
Την ανεργεία φυσικά τελείως θα μειώσει
Ότι καμε που κυβερνά μήνες σαρανταδύο
Δεν έκαμεν η δεξιά σε όλοτζη το βίο
Το κάπα κάπα και τα δυο τους λέει μονομάχους
Γι’ αυτό αποφασίσανε κι αφήκατζη μονάχους
Να βγάλουνε τα κάστανα απ’ τη φωτιά οι δυο τους
Καθένας βγαίνει και παινά το κόμμα το δικό τους
Πάντως εγώ βλέπω μακριά κι απούχει κρίσι ας κρίνει
Προς το Πασοκ η ζυγαριά πάρα πολύ χει κλείνη
Όπου κι αν πάω όπου σταθώ χωρίς να πάθω σοκ
Όλοι φωνάζουν φανερά ψηφίζω το Πασοκ
Γιατ’ έφερενε πρόεδρο μεγάλο δημοκράτη
Που ο τέως εις τη χούφτα του την εξουσία εκράτει
Απ’ τα μπαλκόνια ο ψηλός φωνάζει και αφρίζει
Το Σαρτζετάκη πρόεδρο δεν τον αναγνωρίζει
Και τον ροτάω τσεκλογές αν τύχη και κερδίσει
Που θα γηρεύει πρόεδρο να πα να τον ορκίση.

Και γω απ’ το πεζοδρόμιο φωνάζο του με τρόπο
Να μη φοβάσε Κώστα μου μα δε θα μπεις στο κόπο
Ένα είναι το βέβαιο και πάρετο χαμπάρη
Πως στην αντιπολίτευση ο πρώτος θάσε πάλη

Μουζουράκης

ΥΓ. Προθυπουργία δε θα ειδής μέχρι και να γεράσης
Όσους και ν’ αποπηραθείς ψήφους για ναγοράσης

«Ποίημα»

Για την εκπομπή Να η ευκαιρία

Μια εκπομπή που λέγεται του να η ευκαιρία
Από την Ε.Ρ.Τ γίνεται μ’ αρίστη μαεστρία
Κείνοι που την αποτελούν μας έχουνε σκλαβώσει
Γιατί αυτή η εκπομπή ανθρώπους θα μορφώσει
Στους στίχους και στη μουσική και στο τραγούδη ακόμη
Θα γράψω κάτι στους κριτές με τη δική μου γνώμη.
Αρχίζω από το Κατσαρό, που κάθεται στη μέση
Όπως μιλεί, κι εκφράζεται ούλου του κόσμου αρέσει.
Είναι στη κρίση δίκαιος κι όλοι τον συμπαθούνε
Κείνοι που αγωνίζονται πιο πάνω για να βγούνε
Οι γνώσεις του στη μουσική τση ξεπερνά τους άλλους
Γι’ αυτό δε βάζει και ποτέ βαθμούς πολύ μεγάλους
Κι ο Γρηγορίου είναι καλός και σαν πατέρας κάνει
Κι από το αδιέξοδο το καλλιτέχνη βγάνει
Του λέει αφ’ ούχεις μια δουλειά και φτάνησε να ζήσης
Σε συμβουλεύω φίλε μου να μη τη παρατήσης

Όταν θα κούση κρητικά αναπετά η ψυχή του
Γιατ’ από κει ως έμαθα είν η καταγωγή του
Και για το Παπαδόπουλο θα πω τα σκολιανά του
Είν’ αυστηρός στη κρίση του, μα κάνει τη δουλειά του
Το καλλιτέχνη πάντοτε τονέ στριφογυρίζει
Και βάνει του και το βαθμό εκείνο που τ’ αξίζει
Στους πόντιους έχει κι αυτός συμπάθεια μεγάλη
Το μεγαλύτερο βαθμό φροντίζει να τους βάλει
Και τώρα για τση θηλυκές του Να η Ευκαιρία
Η Ντάριου πάντα γελαστή μα και καλή κυρία
Όποιος στην εκπομπή θαρθή καλά να το κατέχει
Ότι, της Ντάριου το βαθμό πάντοτε θα τον έχει
Η Σόκου φαίνετ’ αυστηρή κι ανάκριση τους κάνει
Το χαμηλότερο βαθμό στο καλλιτέχνη βάνει
Είναι στιγμές που γελαστή το βάνει το δεκάρι
Στο καλλιτέχνη εξηγεί πως πρέπει να το πάρει.
Πάντως αυτή την εκπομπή την αγκαλιάσαμε όλοι
Την παρακολουθούμενε καθημερνή και σκόλη
Αν θέλετε να μάθετε ποιος τόγραψεν ετούτο,
Μπορεί να έχει ατέλειες μάχει μεγάλο γούστο
Γιώργης Μουζούρης λέγομαι κι είμαι και Ρεθεμιώτης
Τη ποίηση αγάπησα απ’ τον ανθό της νειώτης.
Λυράρης είμ’ από μικρός και παίζω την ακόμη
Για ότι, γράφω φίλοι μου σας εζητώ συγνώμη

Μουζουράκης ετών 76

«Ποίημα για τη ρύπανση των Αθηνών»

Η ρύπανση των Αθηνών μου τρώι τα πνεμόνια
Αχ να μπορούσα στο χωριό να κάθομαι αιώνια
Νάχω αέρα καθαρό κρυστάλλινο νεράκι
Κι απτήν ευλογημένη γη άγριο ραδικάκη
Την Άνοιξη να λούγομαι των λουλουδιών τα μύρα
Και μαντινάδες να γροικό να λένε με τη λύρα
Στα πανηγύρια να θορώ τους νέους και κορίτσια
Όλες ψηλές και όμορφες οσά τα κυπαρήσια
Και να χορεύουν τους χορούς της δοξασμένης Κρήτης
Να τους θαυμάζει από ψηλά κι ο γέρο Ψηλορείτης
Να πιένω στην ακρογιαλιά και να ψαρεύω ψάρια
Κι ότε θα βρέχει στο βουνό να βρήχνο σαλιγκάρια
Να κούγω και το κοτσιφό γλυκά να κελαϊδύσει
Κατά τ’ απομεσήμερο και πριν ο ήλιος δύσει
Τη κουκουβάγια να γρηκό στο ύπνο μου το βράδυ
Που οι γρηούλες στο χωριό τόχουν κακό σημάδη
Τάρνάκια να φωνάζουνε τη μάνα να ζητάνε
Να την γηρεύουν στους αγρούς το γάλα της να φάνε
Τα γεροντάκια στο χωριό δηγούνται τη ζωή τους
Παράπονα κάνουν συχνά δια τη σύναξή τους.
Πως παίρνουν εκατό δραχμές μονάχα την ημέρα
Δικιόχουνε για δε μπορείς να ζης με τον αέρα
Στη δεξιά κυβέρνηση μεγάλη είχαν αμάχη
Γιατί εκοιμούντο καθ’ αργά με αδιανό στομάχη
Γιαυτό τη κατεψήφισαν την αλλαγή την φέρα
Κι ελπίζουν πως εις το εξής θα ιδούν μια άσπρη μέρα

Οι νέοι πάντα εργάζονται και έχουν και τα καλά τους
Όλους τους βλέπει γελαστούς με ταυτοκίνητά τους
Τους Αθηναίους βλέπουνε δυστυχισμένους τώρα
Γιατί αφήκαν τα χωριά και πήγανε στη χώρα
Όσα λεπτά κι αν πέρνουνε συχνά έρχετ η μέρα
Π’ ο νοικοκύρης του σπιθιού δύσκολα βγαίνει πέρα
Χίλιες φορές εις το χωριό φίλοι μου να γυρίσω
Και την Αθήνα ολόκληρη να σας την εχαρίσω
Το σύνεφο που φαίνεται στης Αττικής τα μέρει
Θανάτους φέρνει τακτικά χειμώνα καλοκέρι
Χιλιάδες αυτοκίνητα στους δρόμους τριγυρνάνε
Και καπνοδόχοι άπειροι μαύρο καπνό ξερνάνε
Ως και στα πεζοδρόμια βάζουν τα γιώταχή τους
Πως εμποδίζουν τους πεζούς δεν δρώνει καν τ’ αυτί τους
Πράσινο δεν απόμεινε και τα δενδρά μαυρίσαν
Τσιμέντα κι αυτοκίνητα τα πάντα κατακλείσαν
Απ’ τη πολύ τη ρύπανση χάνεται τόξυγόνο
Κάψιμο ακούς εις το λαιμό και στο κεφάλι πόνο
Να σε ρωτήσω να μου πεις και να μου εξηγήσης
Αν στη κατάσταση αυτή φταίνε οι Κυβερνήσεις
Κάτι παρουσιάζεται γιατί τα μέτρα κείνα
Που τώρα εξαγγέλονται θα σόσουν την Αθήνα
Περιορίζουν το καπνό και τη κυκλοφορία
Τα μέτρα αν εφαρμοστούν θα είναι σωτηρία
Ότι κι αν γίνει στο εξής το πρόβλημα δε λύνει
Μονάχα αποσυμφόρηση αν θα μπορεί να γίνει

Βίος Γεωργίου Μουζουράκη

Στο κύρη μου που με σπυρε κι μάνα που με γέννα
Επήρα την απόφαση να γράψω με τη πέννα
Μάνα εσύ με γέννησες τρία κιλά χα βάρος
Ετότες εφοβούσουνε πως θα με πάρει ο χάρος
Εβίζανα το γάλα σου και εσύ τότε πεινούσες
Μέρες για νάρθουν πιο καλές παντ’ επιθυμούσες
Ήτανε δύσκολη ζωή την εποχή εκείνη
Ταμπέλι τριγούσαμαι κι έβγαζε ένα κοφίνι
Λάδι γινόταν λιγοστό, λιπάσματα δεν ήταν
Και σεκμεταλευότανε εκείνοι που το είχαν
Τρικούροπο το δίναναι κι αυτό με το χατήρι
Να το εισπράξουν ήθελαν απού το πατητήρι
Λίγο σαν εμεγάλοσα εις το σχολειό με πήγες
Και ο πατέρας ήθελε καλιά να βλέπω γίδες
Έβγαλα το δημοτικό στα δώδεκά μου χρόνια
Και μούλεγες εις το στρατό θα πάρης και γαλόνια
Οι πόλεμοι αρχήξανε κι φτώχεια μεγαλώνει
Να πάω στο Γυμνάσιο καθόλου δε συκώνει
Λευτά θελες εις σχολειό, βιβλία και το νοίκι
Κι έλεγες το προνόμιο στση πλούσιους ανήκει
Ετότες τάβαλα και γω με τσερικοκουτσούρες
Κάρβουνα του χαρκιά κανα και με πολλές σκοτούρες
Μούλεγες δίδοσου λευτά να πας εις το Ντουκιάνη
Όπως τση μεγαλύτερους έτσι και συ να κάνεις
Σαν ειδής παρέα στο χωριό μανθρώπους πούχουν κρίση
Μ’ αυτούς να πας παιδάκι μου που θα σε οφελήσει

Και εις το σπίτι φέρετσοι μα γω θα βρω κρασάκι
Λίγο ψωμί δυοτρείς εληές θάνε το μεζεδάκι
Όντε θα σμίγεις με μικρούς των χρόνω των δικό σου
Δε θάνε πάντοτε λευκό γιέ μου το πρόσωπό σου
Μούλεγες το χαμπιόλι μου πούταν από καλάμι
Πως είχα βγάλη στο χωριό ένα μεγάλο νάμει
Στα 13 χρόνια μου άρχησα και τη λύρα
Λίγο τη ξεκαρπούλιζα, χαρά μεγάλη πήρα
Μούλεγες τότε μάνα μου παιδάκι μου να ζήσεις
Η μοίρα σου σου τόγραψε το κόσμο να γλεντίσης
Ο άνθρωπος ο μερακλής την εποχή ετούτη
Αξίζει εκατομμύρια πλια απού το μεραπούτη
Αν μάθης λύρα γιόκα μου θα σαγκαλιάζουν όλοι
Θα σε καλούνε στα χωριά καθημερνή και σκόλη
Εις το τραπέζι γιόκα μου το γλέντι εσύ θα σπύρης
Θα σε θαυμάζη συντροφιά μα πλια ο νοικοκύρης
Κι απείς και για τσοι κοπελιές πια είν απού θαντέξη
Τση λύρας σου τση δοξαριές και να μη τη πλανέψης
Θέλω παιδί μου να γλεντάς τη πρόχειρη ζωή μας
Και με και του πατέρα σου θα χαίρετ η ψυχή μας
Τι άλλο θέλει ο γονιός να βλέπη το παιδί του
Να ζη στα γλένδια στση χαρές σε όλη τη ζωή του
Η μάνα μου όπως άκουγα ήτανε μερακλίνα
Ήτανε όμως δύσκολα πολύ τα χρόνια κείνα
Δεν εμπορουσ η κοπελιά να βγη να τραγουδίσει
Θα τη κατηγορούσανε σανατολή και δύσει
Ότι κιαν είχε τόδοσε σε μένα να τ’ ορίζω
Ότι κι αν ξέρω σήμερα πτη μάνα το γνωρίζω

Είχαμαι δυο αδελφές πιο πρώτες από μένα
Παντρεύτηκαν εις το χωριό δε πήγαν εις τα ξένα
Ήτανε όμορφες πολύ κι οι άντρες τσοι ζηλέψα
Φοβούντο μη τση χάσουναι κι έτσι δυο τση κλέψα
Στα χρόνια μου τα είκοσι πρωτού τα συμπληρόσω
Έπρεπενε εις το στρατό και γω παρών να δόσω
Στη κλάση μας διαλέξανε περίπου δύο χιλιάδες
Μας πήραν χωροφύλακες μάχα πολλούς μπελάδες
Τότε η μάνα μου κλαιγε το τι θα απογίνει
Αφού κοπέλι αρσενικό στο σπίτι δε θα μείνει
Είχαμ’ ακόμη μια αδελφή το πιο μικρότερό μας
Την είχαμαι καμάρι μας σα μάθια και το φως μας
Τότε είπα τση μάνας μου πως την αναλαμβάνω
Στο γάμο τση και στα προικιά ότι μπορώ θα κάμω
Παντρεύτικε είκοσι χρονώ και στα είκοσι ένα
Απόθανενε διστυχής στη πρώτη τζη τη γέννα
Τότε η μάνα μου μεινε μόνη κι αμοναχήτζη
Πολύ βαρειάχε το καϋμό πούχασε το παιδίτζη
Έκτοτε δε την άφηκα τίποτε να τση λείψει
Συχνά συχνά αναστέναζε από τη πολύ τη θλίψει
Πέρασαν χρόνια και σβησαν τη πίκρα και το πόνο
Και πάντοτε σκευτότανε για τους υγιούς στη μόνο
Να μας παντρέψει απροσπαθή
Μα ποιος μπορεί να αντισταθή στη μοίρας τα γραμμένα
Ο αδελφός μου πιο μικρός αυτός πρωτοπαντρεύτη
Μια κοπελιά στη Κοξαρέ όπου πολύ ερέχτει
Αλλά και γω εφρόντιζα μη χάνω τη σειρά ου
Και αρραβώνα έκαμα μαζί με τη κυρά μου

Μια κόρη πούταν Σελλιανή κρατούσε κι απτό Σπήλι
όλοι τινέ θαυμάζανε οι συγγενείς κι οι φίλοι
Ήταν καλή νοικοκυρά, το γλέντι, στο τραγούδι
Έμοιαζε γλάστρα που ανθεί το πιο καλό λουλούδι
Τρία χρονάκια ήτανε στη μάνας μου το σπίτι
Γιατί κηρίχθη ο πόλεμος και κλείστικε στη Κρήτη
Κατόρθοσε τσοι γερμανούς να πείσει για να φύγει
Γιατί ο πόνος κι ο καϋμός εις τη καρδιά τη πνίγει
Εις την Αθήνα ήρθενε με κίνδυνο μεγάλο
Ετέτοιο δα κατόρθωμα δεν έκαμενε άλλος
Εβγήκεν εις το Πειραιά και γω απού τη χαρά μου
Έλα τση λέω κλαίοντας πέσε στην αγκαλιά μου
Μετά επαντρευτήκαμαι και βάλαμαι στεφάνι
Κάποιου απού την ήθελε πολύ του κακοφάνει
Εκάμαμαι δυο κοπελιές τη Τένια και τη Ρούλα
Και σας φίλοι μου απόκειται για να τα κρίνετ ούλα
Στη μάνα μου τη Ζαφειριό το ποίημα δωρίζω
Κι ώστε να ζω δε τη ξεχνώ και θα τη μακαρίζω

Υπό Γεωργίου Μουζουράκη
«έμετροι στοίχοι»
Σκέψου πως εστερήθηκα στον κόσμο ότι κιαν είχα
Και τη ζωή μου κρέμασα ακόμα σε μια τρίχα
Γιατί σαγάπησα πιστά μελπίδα μαγεμένη
Και συ χες σ’ άλλον τη καρδιά κακούργα χαρισμένη
Όταν η νειώτη σου σβυστεί σα του Μαγιού το κρίνο
Θα μου ζητάς συγχώρηση μα γω δε θα σου δείνω

Έχω παράξενη καρδιά και πάντα τη μαλόνω
Γιατί γελά χωρίς χαρά και κλαίει δίχος πόνο
Όπου διαλέξω το κλαδί και τη φωληά μου χτίσω
Ποτέ μου δε τινεχαλώ γιόξαντινεμησίσω
Όποιος τα ίστερα μετρά προτού τονεσημώσει
Εκείνος δε μπορεί ποτέ πράγμα να μετανοιώσει

Χίλια καλός ορίσετε στην Κρήτη την ωραία
Πούρθατε για προσκηνειτέ να κάνομε παρέα
Στην πέραν του ατλαντικού τη χώρα τη μεγάλη
Που θα γυρίσετε ξανά ώσπου ναρθείτε πάλι
Η Κρήτη έχει δυο ψυχές κι η μια ψυχήν η λύρα
Κι άλλη δόξα ταρκαδιού που τού γραψεν η μοίρα
Δυο παραδείσους έχομε απάνω στο πλανήτη
Ο ένας είν ο ουρανός κι ο άλλος είν η Κρήτη
Είστε και σεις περήφανοι για τη καταγωγή σας
Γιατί τη λευτερόσανε παππούδες και γονείς σας
Όσο μακριά κι αν βρίσκετε στη μακρινή σας χώρα
Τη Κρήτη νάχετε στο νου κάθε στιγμή και ώρα
Πάντοτε η αγάπη μας και η συμπάθια μας
Θα ακλουθά ξοπίσωσας και μας και τα παιδιά μας
Μονάχα μαύρα σύνεφα σκεπάζουνε τη χώρα
Δεν μας αφήνουν ήσυχους μηδέ στιγμή και ώρα
Γείτωνες έχομε κακούς και μας υπονομεύουν
Εδάφοι μας και τα νησιά πολύ συχνά γηρεύουν
Όσο κι αν είναι δυνατοί εκείνοι οι γειτώνει
Να μάθουν στη πατρώα γη ο Έλλην ξεσπαθώνει
Αν ταπαιτήσουν οι καιροί οι ήρωες τση Κρήτης
Θα ξεσπαθόσουν και μαζί θάνε κιο ψηλορείτης
41 ο Γερμανός μας πάθιε στο στομάχι
Εδώ σαυτά τα χώματα την έχασε τη μάχη
Μια και το αίμα των Κρητών εγίνανε μαχαίρια
Και σφάζανε τους γερμανούς με τα δικά τους χαίρια
Ο Κρητικός το θάνατο τον έχει για παιγνίδι
Κι όταν ο χάρος τον χτυπά το μουστακάκι στρίβη
Η Κρήτη υποδέχετε τα άξια παιδιά της
Γιατί ποτέ δεν την ξεχνούν κιας ζούνε μακριά της
Πάντα τη σκέψη έχουνε στραμένη προς τη Κρήτη

Και δεν ξεχνούν τις ομορφιές του γέρο Ψηλορείτη
Όσες ημέρες θάσαστε πάνω στα χώματά της
Σας αγκαλιάζει με χαρά σαν γνήσια παιδιά της
Όσο μικρή σας φαίνετε η εδική μας χώρα
Να μη ξεχνάτε η μάνα σας είναι αυτήν την ώρα

Ηθικά αξιώματα

Διδαχτικές συμβουλές σε μαντινάδες
Του Γιώργη Μουζουράκη εκ Παντανάσσης Αμαρίου

Μη περιπαίξεις άνθρωπο κύτταξε τα δικά σου
Αξία δείδεις τότεσάς στην οικογένειά σου
Άνθρωπο ανάπηρο φτωχό να μην περιγελάσεις
Μήπως τα ίδια μέλλεσε και συ να δοκιμάσεις
Γιατί στην ανθρωπότητα είναι κοινή η μοίρα
Και άγνωστα τα μέλοντα, ως μαρτηρά η πείρα
Ποτέ μη βρίζεις άνθρωπο κάνε για τον καθένα
Κοίνο που θάθελες και συ να κάνουνε για σένα
Αν έχεις τέθιο πρόγραμμα θα ζεις ευτυχισμένος
Μ’ υπόληψει και με τιμή και κόσμο αγαπημένος
Είναι πολλοί που θεωρούν τον άλλο για σκουπίδι
Τ’ απίδι το βασιλικού ότι τιμή χει δείδει
Άνθρωπε πάψε να θωρρείς μονάχα τη σκοπιά σου
Κύτταξε και του γείτωνα που κάθετε κοντά σου
Όποιος για να φανεί ψηλός βγαίνει σταλλού τη ράχη
Του κόσμου τη κατακραυγεί και μαύρη μέρα θάχει
Όποιος ζηγόνει τα πολλά και παρετά τα λίγα
Ώστε να πιάσει ένα λαγό δέκα πουλειά του φύγα
Αν κυνηγάς πολλές δουλειές μοιάζεις μ’ αυτόν στα φρένα
Που κυνηγά πολλούς λαγούς μα δε πιάνει κανένα

Όποιος με άνθρωπο στραβό πολύ συχνά καθίζει
Θαρχίζει μετά κάμποσο, καιρό ναλλοιθωρίζει
Έτσι κι αυτοί που σμίγουνε μ’ ανθρώπους με κακία
Θα καταντήσουνε κι αυτοί, χωρίς αμφιβολία
Γι’ αυτό στους φίλους προσοχή πολύ πρέπει να δίνει
Γιατί αν σμίγει με κακούς, κι αυτός κακός θα γίνει
Προσορινά θα ευτυχεί κι όπως θα ξημερώσει
Μια μέρα που εξάπαντως πικρά θα μετανοιώσει
Ότι δεν έχει αρχή καλή, τέλος καλό δεν θάχει
Κι, ανεσυμβή καμιά φορά αρέ και που θα λάχει
Όποιος θελήσει σύντροφο του βίου να διαλλέξει
Δεν είναι πράμα εύκολο και πρέπει να προσέξει
Γυναίκα κι άντρας αν ποθούν να ζήσουν μαρμονία
Πρέπει να είναι ταιριαστεί κι δυο στην ηλικία
Όποιος γυναίκα παντρευτή πολύ νεότερη ντου
Θάρθει μια να χτυπά στον τοίχο τη ξερή ντου
Αυτός θανείνε απόμαχος κι αυτή θα τριγηρίζει
Με άλλους θα γλεντοκοπά να τόνε μακαρίζει
Κι αυτός απού θα παντρευτεί πολύ ανώτερή ντου
Στα πλούτη και στη μόρφωση θάνε κακή ζωήντου
Συχνά η γυναίκα με τουπέ θα του χτυπά το πόδι
Κι αυτός θα σκύβει άφονος, σαν το ζηγό στο βόδι
Το παρελθόν μελέτησε και το παρόν να νοιώσεις
Και για το μέλον δούλεψε αν θέλεις να προκόψεις
Ότι σκευτείς να μη βιαστείς κι άμα ταποφασίσεις
Γρήγορα να το εκτελείς, για να ευκοδιμήσεις
Θετά παιδιά δεν αγαπά κανείς με την καρδιά ντου
Ως αγαπά και σέβετε τα γνήσια παιδιά ντου

Όντε περνάς θολά νερά κι όντε μετράς τα γρόσα
Κι όντε σκευφτείς να παντρευτείς το νου σου τετρακόσα
Να μην ξεχνάς και το ρητό, το χιλιοειπομένο
Παπούτσι απού το τόπο σου κι ας είν και μπαλωμένο
Να ζεις μα να δημιουργείς σε τούτονά το κόσμο
Γιατί αν δε δημιουργείς είσε να τρώης μόνο
Βιόλα μου που δεν άφηνα άνθρωπος να σ’ αγκίζει
Και δα θωρρώ τσοι ρίζες σου άλλος να τσοι ποτίζει
Δεν την αφήνω τη πληγή που μάνοιξες να γειάνει
Γιατίνε το ωραιότερο δώρο που μούχεις κάνει
Αυτές τις είκοσι εννιά δικές μου μαντινάδες
Σου στέλνω να διαβάσουνε φίλοι και φιλενάδες

16/1/97

Φίλε μου Νίκο Μπούτζουκα είσε πολύ σπουδαίος
Λυπούμαι που σε γνώρησα εδά απούμαι γέρος
Η περασμένη μου ζωή είναι γεμάτη λάθει
Αν σακλουθούσα στη δουλειά πολλά θα είχα μάθει
Αλλά περιορίστηκα να μάθω μόνο λύρα
Επαίνους και δυπλώματα εις τη ζωή μου πήρα
Μα ήθελα κι άλλες δουλειές και τέχνες να γνωρίζω
Κι όπου κι αν πάω και σταθώ να σε καλλινωρίζω
Είσ άρριστος υδραυλικός χτίστης και σουβατήζεις
Ήθελα και να κάτεχα πόσες τέχνες γνωρίζεις
Είσ άνθρωπος δημιουργός καλός στη κοινωνία
Κι άμα ποθάνεις μνήμη σου θα μείνει αιωνία
Είναι καλιά να όνομα παρά παράδες νάχεις
Γιατί δεν είναι δυνατό εις τη ζωή να χάσεις

Θάνε πολλοί που σε μισούν και σε κατηγορούνε
Θωρούν πως κάθεσε ψηλά και δεν μπορούν να βγούνε
Το ίδιο κι απαράλαχτα συμβαίνει και με μένα
Να με μειώνουν στο χωριό να με παινούν στα ξένα
Όπως τσοι πιο ψηλές κορφές ο κεραυνός προσβάλει
Ετσά προσβάλλουνται συχνά οι άνθρωποι μεγάλοι
Ακόμα μετά θάνατο ούλοι θα συζητούνε
Λόγια επαίνους ταχτικά οι γιοί σου θα γροικούνε
Οι τρεις σου γιοι είν αετοί κι οι κόρες περιστέρες
Ταμάρι το στολίζουνε σας άσπρες περιστέρες
Κείνος που κάνει στη ζωή μυστά ξετελεμένα
Στο κάτω κόσμο θα τα βρει τραπέζια στολισμένα
Εγώ ότι γράφω Νίκο μου ποτέ δείδω φόρος
Στο θρόνος είναι άλλογεις τον λένε Νικηφόρο
Μια μέρα πήγα κήβρατον και τούρθενε να κλάψει
Για λίγους στίχους τότε σας πουχα για κείνον γράψει
Στο πι και φι ποιήματα και στίχους αραδιάζω
Και σατηρίζω κι επαινώ κετσι διασκεδάζω
Για σένα Νίκο μου γραψα ο νους μου ότι μορίζει
Και θεωρείτε ευτυχείς κείνος που σε γνωρίζει
Του Μάη την είκοσι μία θαρθώ εις τσασωμάτους
Ελένες και Κωστήδες θάχουνε τόνομά τους
Μπριτζόλες θάχεις χοιρινές σ αυτούς απού ταΐζεις
Ήθελα και να σε βλεπα ήντα λοείς γλεντίζεις
Εγώ θα βγάλω όρεξει θα παίξω ωραία λύρα
Θα πιούμε και καλό κρασί για δε μαραίσει η μπύρα
Να ζεις και να δημιουργείς έχει μεγάλη αξία
Ναφήσεις όνομα καλό αυτό χει σημασία

Υπό Γεωργίου Μουζουράκη
Έφυγες απού τη ζωή , Λευτέρη Ανδρουλάκη
Ποίημα νεκρολογικό σου γράφει ο Μουζουράκης
Είσουν ωραίος άνθρωπος τεχνίτης ξακουσμένος
Κιούλοι που σε γνωρίζανε, είσουν αγαπημένος
Είσουνε προοδευτικός και τίμιος τεχνίτης
Ούλοι σε ξέραν μαραγκό, ει το νησί τσι Κρήτης
Ίδρυσες εργοστάσιο, που βγάνομεν το λάδι
Και τώρα θαναπαύεσε, ήσυχος εις τον Άδη
Κείνος που κάνει στη ζωή έργα ξετελεσμένα
Στο κάτω κόσμο θα τα βρει τραπέζα στολισμένα
Άφηκες όνομα καλό στα τέσσερα παιδιά σου
Είσουνε το υπόδειγμα στην οικογένειά σου
Στη χήρα τη γυναίκα σου, θερμά τη συληπούμαι
Ήρθα εις τη κηδεία σου, στην ηλικία πούμαι
Είσουνα πάντα συνεπείς, και ντόμπρος στη δουλειά σου
Θα πρέπει να σου μοιάζουνε τα τέσσερα παιδιά σου
Τρεις γιούς λεβέντες έκανες και μία θυγατέρα
Πάντα τους, δεν θα σε ξεχνούν, τη νύχτα και τη μέρα
Γιατ’ άφηκες καλό όνομα κι αυτοί θα το κρατούνε
Και θάνε πάντα σεβαστοί, όπου και να βρεθούνε
Ο Άνθρωπος στο τάφο ντου, μπαίνει το σώμα μόνο
Μα ιστορία τση ζωής εις τον απάνω κόσμο
Μένει και τηνέ συζητούν φίλοι και συγγενείς τους
Για τα καλά γει τα κακά πούκαμε στη ζωή του
Εσένα θα σε συζητούν με σεβασμό Λευτέρη
Ψάχνω μα δε μπορώ να βρω οσάν εσέ άλλο ταίρι

Μόνο κακόψυχος κειανείς μπορεί να σε ξεχάσει
Το χώμα νάνε ελαφρό απού θα σε σκεπάσει.

Παντάνασσα 31/10/97

Τρομαχτικό το όνειρο του Μουζουρογιώργη
Οψές αργά κουτέλλωσα στη στράτα με το χάρο
Κι εμούπε να ετοιμαστής για θάρθω να σε πάρω
Του λέω πως δε δέχομαι μούτε στο νου μου τόχω
Μά καμε το λογαριασμό χωρίς το ξενοδόχο
Μούπε πως για παράταση δεν πρόκειται να πάρεις
Από ότι λένε τα χαρθιά εισεννηνταπεντάρης
Πήγαινε χάρε στο καλό και σου ζητώ συγνώμη
Ώστε να μπω στα εκατό πολύ δουλειά χω ακόμη
Θέλω τη Κρήτη να τιμώ σανατολή και δύση
Γιατί σοφούς και ήρωες, πολλούς έχει γεννήσει
Μπροστά μου ακόμη έχω δουλειά και θα τη συνεχίσω
Τσοι στίχους και τη μουσική στσοί νέους να ταφήσω
Χάρε μου σε παρακαλώ ψάξε να βρεις κανένα
Απού βαρέθηκε, να ζη και άφησέμαι μένα
Κι έτσι ο χάρος πείστηκε και με ελευθερώνει
Θορρώ με το δραπάνη ντου σε άλλο να ξαμώνη
Ετοσάς εξύπνησα πο ύπνος μείχε πάρει
Να ξαναπιάσω δυνατά τση λύρας το δοξάρι
Άνθρωπος όντε κοιμηθή να κάνει το σταυρό ντου
Για να μη βλέπει τρομερά πράγματα στόνειρό ντου

25/10-99

24/8/2000
Υπό Γεωργίου Μουζουράκη
Χιλιάδες πεντακόσιες θα δώσει ο Αλεξάκης
Να γράψει ένα ποίημα ο Γιώργης Μουζουράκης
Γύρω απού τη φουρναρέ, το τι παρουσιάζει
Και αν υπάρχει αλλού ποθές φαράγκι να του μοιάζει
Το στόμιο του φαραγκιού είναι το κλεισιδάκη
Που τόκαμε πασίγνωστό Πατσό της Παντινάκης
Το κράτος με το τουρισμό τώχει εξωραΐσει
Και βλέπεις μέσα ομορφιές που του δωκεν η φύση
Χιλιάδες ξένοι έρχουντε, και ούλοι το θαυμάζουν
Λένε πως τέτιο αλλού ποθές δεν είδαν να του μοιάζουν
Το κράτος έχει φύλακες για τη καθαριώτη
Με το φαράγκη η Πατσό σήμερο έρχετε πρώτη
Ο άρχοντας του φαραγκιού ο Γιώργης ο Ψικάρης
Ότι γουρστάρης κι ότι θες να βρεις εκιά να πάρεις
Πάντα με γέλειο τον θωρρείς και σε καλοσορίζει
Έχει και γιτσικά μερκά, συχνά τονέ σφιρίζει
Φαράγκη σχετικά μικρό μα στωμορφιές μεγάλο
Πάνω στη Κρήτη δε θα βρεις για να του μοιάζει άλλο
Όντε περνάς εις τη Πατσό, και μέσα στη πλατεία
Τηνέ στολίζει ο πλάτανος απούνε μια μαγεία
Και καλλητέχνες έβγαλε το Κώστα Αλεξάκη
Μετά τον ακολούθησε Πωλιός το Μιχαλάκη
Μόνο Δαγκλής ευρίσκετε στο ψεύτη κόσμο τούτο
Με κέφι παίζει τραγουδί το πιο όμορφο λαγούτο
Στίχο θα γράψω νακουστή θα κάμω λίγο κόπο
Γι’ αυτόν που επολέμισε Ευθύμη Χαροκόπο

Στην Ήπειρο με το Κλειδί, και το Μακρή αντάμα
Το δώδεκα εις τη τουρκιά ζημιά μεγάλη εκάμα
Ήταν εις την Αμερκί για τύχη καλυτέρα
Μαφού ρθεν και πολέμισε δοξάζετε μια μέρα

Τα κάλη σου ταν κόρη μου του ανωτέρου τύπου
Σαν τη ωραία λεμονιά τη πια καλή του κήπου
Κ΄ όμως ο χάρος ζήλεψε κι επήρεσε κοντά του
Να σέχει πρώτη στη σειρά, απού τα θύματά του
Έκανες δυο λεβεντονιούς το Σταύρο και Μιχάλη
Μετά το Μάνο τη Λενιώ με νιώτη και με χάρη
Τόσα πολλά προσέφερες σαυτή τη κοινωνία
Γι’ αυτό θα μείνει η μνήμη σου για πάντα αιωνία
Δίδασκες τα παιδιά χορούς τσοι ρίζες τους μη χάσουν
Αιώνες θα περάσουνε κι αυτά να σε ξεχάσουν
Ήσουν στη τηλεόραση στο δεύτερο κανάλι
Στο πόστο σου στσοι γνώσεις σου δεν θα βρεθεί κιαμιάλλη
Πάντοτε κάθε Κυριακή έβγαζες στον αέρα
Τσελλάδας τη παράδοση, γνήσια πέρα ως πέρα
Εφρόντιζες τσοι πιο καλούς, να βγάνεις στον αέρα
Ακόμη δε παρέληψες το δυστυχεί πατέρα
Αυτός από μικρό παιδί σείχενε γαλουχίσει
Τσι Κρήτης τη παράδοση ποτέ μην την αφήσεις
Λυράρηδες και χορευτές μ’ επιλογή δική σου
Εφρόντιζες να ακούγεται πάντοτε το Νησί σου
Είχες αγάπη άσβεστη στο Στέλιο Φουσταλιέρη,
Ελάτρεβες τα δάχτυλα του Γιώργη Κουτσουρέλη
Αυτούς τσοι δυο ξεχώριζες εις το Νησί τσι Κρήτης
Πολλά συγχαρητήρια σουδίδ ο Ψηλορείτης
Κατάμαυρο να σύνεφο στη πιο ψηλή κορφή του
Έκατσε κι έκλαψε κι αυτός τη κόρη τη δική του
Βοήθα το πατέρα της με όρεξη μεγάλη
Παλιούς χορούς προγόνων μας να χορευτούνε πάλι
Μούλεγε φίλμ θα γενεί στον κόσμο να το σόση
Δε προλάβενε για να γενή να ταξιοποιήσει
Μόλις πληροφορήθηκε τον άδικο χαμό σου
Πολλά συληπητήρια έστειλε στο χωριό σου
Τσι δίδω την υπόσχεση πως θα το κατορθώσω
Το έργο αυτό που έμεινε να το ολοκληρώσω
Εις το τραγούδι ήτανε πολύ πετυχεμένη
Και στους ελληνικούς χορούς η κοσμοξακουσμένη
Χιλιάδες δίδαξε παιδιά όμιλος ο δικός της
Πολλοί δασκάλοι γίνανε στο έργο το δικό της
Αυτά θα συνεχίσουνε τσι ρίζες να κρατούνε
Και τόνομάτζη θάχουνε όπου και να σταθούνε
Στα μάθια θάχουν δάκρια θα την αναζητούνε

Δάσκαλο τσι λύρας χάσαμε το Γιώργη Μπιζιργιάνη
Αλλά η μοίρα τόφερε να μη τη ξαναδούνε
Το πράμμα αναζητά κιανείς μονάχα απείς το χάνει
Έτσι η Ρούλα που φυγε γρήγορα από κοντά μας,
Θα την αναζητούμενε κι εμείς και τα παιδιά μας
Τόσα πολλά προσέφερε με μόχθους και με κόπους
Γι’ αυτό εκατομμύρια εγνώριζεν ανθρώπους
Προθυπουργούς και υπουργούς μα και μιτροπολίτες
Ούλοι την ελατρεύανε απ’ άκρον εις άκρον Κρήτες
Αγάπανε το τόπο τζη ετίμα το χωριό της
Άνθρωπος δεν εβρέθηκε να πει κακό δικό της
Γέννημα θρέμα ο κύρης στοι είναι Παντανασσώτης
Και λυρατζής και ποιητής απ’ τον αθό τσι νειώτης
Η μάνα τζη είναι Σελλιανή κρατεί κι απού το Σπήλι
Ούλοι τη λυπηθήκανε και συγγενείς και φίλοι
Σα χορογράφος ήτανε πολύ πετυχεμένη
Τσελλάδας όλους τσοι χωρούς ήξερεν η καϋμένη
Ήτανε και πονόψυχη δεμένη στη θρυσκεία
Να βοηθά αδύνατους δεν έχανε ευκαιρία
Τσίλεγα κόρη μου άκουγε το γέρο το πατέρα
Παρά πολύ κουράζεσε θα σπάσης καμιά μέρα
Και μούλεγε πατέρα μου μη με παραξηγήσεις
Κατέχεις πρέπει σου στσοι νέους να ταφήσεις
Και συ μπαμπά απτό θεό έχεις μεγάλη χάρι
Ογδόντα χρόνια το κρατάς στο χέρι το δοξάρι
Πόσα παιδιά νεότεροι σακούγανε να παίζεις
Σε γάμους και σε βάφτησες τσαπόκρες σε τραπέζι
Εσύ ξέθαψες τσοι χορούς παπούδων και γιαγιάδων
Απού κρυφά χορεύανε απού τσοι Τουρκαλάδες
Τσι ρίζες να μη χάσουνε και τη ψυχαγογία
Και συ πατέρα τσοι βρηκες με πάθος και μανία
Εσύ μου τσοί μαθες αυτούς και γω με τη σειρά μου
Τσοι δίδαξα σε κρητικούς και εις τα δυο παιδιά μου
Αυτά αν έχουν όρεξη φθιάνουν τα όνειρά μου
Πρωτού ο χάρος να σε βρει να φέρησε κοντά μου
Δεν έχει αξία στη ζωή μέγαρα και παλάθια
Νάχομε τη παράδοση οσά τα δυο μας μάθια
Αυτή θα μείνει από γενιά, γενιά θα συνεχίζει
Τη Κρήτη την Ελλάδα μας απ’ άκρον θα στολύζει
Έτυχε ο κλήρος εις τσοι δυο στη κόρη το πατέρα
Το έργο τσι παράδοσης να βγάλουν πέρα ως πέρα

Γεννήθηκες στη κατοχή εις το σαράντατρια
Τη Κρήτη την αγάπησες με πάθος και λατρεία
Το χώμα που σε σκέπασε επάτησες μωράκι
Ήσουνε κόρη λυρατζή του Γιώργη Μουζουράκη
Να ακολουθήσης το μπαμπά στα χνάρια τα δικά του
Και ναποθάνεις να ταφείς μαζί με το όνομά του
Εκράτας το επίθετο σα φυλαχτό στο στήθος
Είσουν λεβεντόκορμη και με μεγάλο ήθος
Τραγούδιες το σταφιδιανό με τέχνη και με χάρη
Στο άγγελμα πως πέθανες εσείστηκε ταμάρι
Όσο βαρούν τα σίδερα τα έλεγες με πάθος
Το μερακλήδικο πουλί χωρίς να κάνεις λάθος
Εις το μεγάλο δάσκαλο τσι Κρήτης το τερτίπη
Έμαθες τα κομάθια του που τα ζητά η Κρήτη
Τραγούδιες Ηπειρώτικα, πολλά απού τσοι Κυκλάδες
Μωριά και Ρούμελη μαζί σαν τσοι καλές δασκάλες

Κύριε Πρωθυπουργέ στο ίδιο ξενοδοχείο Ελούντα έκανε τσι διακοπές του ο αείμνηστος
πρόεδρος μας Ανδρέας Παπανδρέου. Θα θυμάστε προ των εκλογών του Ιουνίου 1985, ότι
εμεσολάβησε και έφερε σε επαφή τον Μητεράν με τον Καντάφι που είχαν το χέρι στη
σκανδάλι.
Για το Τσάντ, στο ίδιο ξενοδοχείο
Εγώ επειδή είμαι στιχουργός έγραψα ένα πεντάστιχο που το έστειλα μέσω του γαμβρού κ.
Κατσανέβα στο Καστρί τότε και έμεινε ενθουσιασμένος. Μου έστειλε ιδιόχειρον
ευχαριστήριον επιστολή

Το ποίημα
Πράβω σου Παπανδρέου μου να χεις χαρά κι υγεία
Να κυβερνάς τη χώρα μας κι άλλη τετραετία
Σε πείσμα αυτών που γράφουνε πως πάντα κάνεις λάθει
Εμόνοιασες τον Μητεράν μαζί με τον Καντάφι
Εις την Ελούντα τσοι φερες στις Κρήτης το περβόλι
Που ούλου του κόσμου η προσοχή εκεί εστράφην όλη
Συμφιλιώνει τους λαούς στη μεριά στην άλλη
Απού κρατούσανε κι δυο στο χέρι τη σκανδάλη

Τώρα σαφήνω στο λαό απού μπορεί να κρίνει
Για τη μεγάλη προσφορά που κάνες για ειρήνη

Κύριες Πρόεδρε
Μου ήρθε καθ’ ύπνο μου μια ιδαία την οποίαν σας μεταφέρω προς κρίσην
Το χωριό μας έχει γίνει πασύγνωστο, όχι γιατί έχουν πολλά πρόβατα ή πολλά
κεράσια ή διότι έχει πολλά νερά αλλά απού τη καλλιτεχνηκή πηγή που ανθεί εδώ και 75 και
πλέον χρόνια με την εμφάνησιν του λυράρη Γιώργη Μουζουράκη, άσχετον αν το ίδιο το
χωριό τον παριγκονίζει καλλόντας άλλους λυράρηδες ίσως πολλές φορές μειωμένης έναντι
αυτού αποδόσεως σε διάφορες εκδηλώσεις του χωρίου.
Αυτός που έχει την τιμήν να είναι εδώ και 20 χρόνια ο παλαιότερος της Κρήτης
απού τους εν ζωή λυράρηδες είναι γέννημα και θρέμα Παντανασσώτης δια το έργο του
ιδία των 6 προγονηκών χορών έχει ασχοληθεί η βουλή των Ελλήνων, διάσημοι λαογράφοι
και δημοσιογράφοι ως ο Νέστωρας Μάτσας, ο καταξιομένος δημοσιογράφος Κωστής
Φραγκούλης Ηρακλειότης όστις έχει ολοσέλιδο άθρον του στην εφημερίδα Ηρακλείου
Πατρίς για αυτούς τους χορούς των προγόνων μας.
Αυτός λοιπόν ο γερολυράρης έχει μέσα στο πετσί του μια άσβεστη φλόγα του να
τον διαδεχθή νέος εκολαμπτόμενος λυράρης και ως τοιούτον θεωρεί τον Παντελή Εμμ.
Ιερωνυμάκη, εγγονόν του αειμνήστου Λάκη και του άριστου χορευτού Εμμ. Παν
Ιερωνυμάκη (Τζαγκάρη).
Προτείννω λοιπόν αυτήν την βδομάδα που θα είμαι εδώ να τον φέρει ο πατέρας
του (Λακκομανώλης) να είναι μαζί και οι δυο νέοι ο Μανώλης του Στεφανή και ο Δημήτρης
του Μανώλη Ιερωνυμάκη. Ένα βράδυ να ακούσουν πολύ παλαιά κομάτια σε συρτά σε
κοντιλιές σε καστρινά κλπ να τους κεντήσει η επιθυμία να γίνουν κι αυτοί γνωστοί σε
πολλές χώρες ξένες, όπως εγώ μετέφερα τους ήχους τση λύρας μου σε εφτά ξένα κράτει,
τέσσερα των οποίων με έχουν βραβεύση.
Εποφεληθήτε της μακροζωίας μου γιατί οι καιροί συμένονται
Το 1945 από Ριτζας
Του δώδεκα στο πόλεμο φεύγουν απού τη Κρήτη
Φεύγουνε άνδρες εθελοντές για τη Μακεδονία,
φεύγει κι ο Στέλιος ο Κλειδής με 400 άνδρες
εις την Αθήνα, βγήκανε τσι 17 του Μάη
βρίχνητση ο Χρηστός ο Μακρής μαζίτονε και πάει
στο πόλεμο πιαστήκανε σαν τα θεριά χτυπούνε
πέρνουνε χώρες και χωριά απού των Τουρκών τα χέρια
Δρίσκο σκοτωθήκανε γεις πίσω απού τον άλλο.
Κλαίουν πάντες κλαίουτζη κλαίειτση κι Αθήνα
μ’ όσον τση κλαίει το Νησή κανένας δε τση κλαίει

Ήθελα να νταμόναμε αγαπητέ Νταγάκη
Κρατό σου χαιρετίσματα από το Καραγιαννάκη
Το Παντελή που πήραινε τη θειά σου την Ελένη
Απού την είχε η μάνατζη ζαχαροζυμομένη
Σκαμπιλογιώργης τόχενε μες στη καρδιά καμάρι
Ετέθια νύφη όμορφη δεν πήγαινε σταμάρι
Αλλά και ένας του εγκονός ταντώνη είναι κοπέλι
Κεκείνος επαντρέφτηκε απ’ τα δικά μου μέρει
Πήρε το μήλο, τη Μηλιά και τάλλο Πολιτάκη
Κι είχενε μείνει ορφανή από μικρό παιδάκη
Από όταν εγεννήθηκε ήταν γειτόνισσά μου
Μαθαίνω πως περνούν καλά και χαίρετ η καρδιά μου
Ήθελα στο χαϊτεβή, τη λύρα μου να παίξω
Και μαντινάδες όμορφες για όλου σας να πλέξω
Στο σύλλογο των στιχουργών θέλω να γίνω μέλος
Στσοι στίχους είμαι δυνατός κι ας είμαι πια και γέρος
Λαλλώ νεννήντατέσσερα, μα κάτω δεν το βάνω
Θα παίζω και θα τραγουδώ, οσότου να ποθάνω
Το μερακλήκι ο άνθρωπος το παίρνει απού τη φύση
Μέχρι να ζη δεν ημπορεί να το εγκαταλήψει
Για κείνο σε παρακαλώ, μια μέρα κάλεσέ μαι
Κι από κοντά Νταγάκη μου, αν θέλεις γνώρισέ μαι
Ν’ ακούσης λύρας κοντιλές, να πάρουνε το νού σου
Και θα θαρρείς πως βρήσκεσε στο κέντρο του χωριού σου
Θα σέρνω και το Παντελή να μου τσοι τραγουδείξει
Γιανά κουστή να γνωριστή σανατολή και δύση
Τον έχω πρώτο ανιψιό, γιος είναι τσαδερφής μου
Απού δε τη ξεχνώ ποτές, εις όλη τη ζωή μου
Μας έφυγε απού τη ζωή έχουν περάσει χρόνια
Εγώ όμως δεν τηνε ξεχνώ ποτές εις τον αιώνα
Είμαι στη ποίηση δεινός, τεχνίτης εις τη λύρα
Βρεθήκαμε συμπέθεροι χαρά μεγάλε πήρα
Γειά σου

Στο πνευματικό κέντρο Αγ. Αναργύρων
Εδημιουργήθη την 13/3/99 μια εκδήλωση αφιερωμένη στη λύρα. Σημειωτέον ότι
τόσον ο Δήμαρχος όσον και άπαντες οι Δημοτικοί σύμβουλοι ομοφώνος ενέκριναν την
ωραίαν και σεμνή αυτή γιορτί χωρίς ουδείς να είναι ή να κατάγετε από την Κρήτη.
Ο δικηγόρος κ. Δημήτριος Ταταράκης απού το Γερακάρι Αμαρίου επρολόγησε με
αύθαστον σαφήνειαν γύρω από τη λύρα το πότε περίπου ενεφανίστηκε και από ποιόν
δοθέντος ότι ο μόνος νομός της Κρήτης το Ρέθεμνον διατηρεί τη λύρα χωρίς να κάνει
εμφάνηση το βιολί ως συμβαίνει με το Νομόν Χανίων Κύσσαμο και Λασηθίου Σητεία όπου
και σήμερον και παλαιά προτεύοντα ρόλο έπαιζε το βιολί. Και τούτο διότι εις τη Κύσσαμο
ήταν τρεις σπουδαίοι βιολάτορες Ν. Χαρχάλης Γ. Μαργιανός και Νίκος Σαριδάκης ή
μαύρος. Εις δε τη Σητεία ο ανεπανάληπτος Στρατής Καλογερίδης, ο Ψαρουδάκης Αντώνης ή
Καραντώνης Σίτανο Σητείας και ο Μιχάλης Λαγουδάκης Σκοπή Σητείας.
Ο παλαιότερος λυράρης σήμερο ετών 94, Μουζουρογιώργης από τη Παντάνασσα
Αμαρίου όστις κρατά το δοξάρι 81 χρόνια μας ανέλυσε ποιοι ήταν οι πρώτοι που
εμφανίστηκαν να παίζουν λύρα κατά τα μέσα του περασμένου αιώνα (1800) πρώτος ήτο ο
Γεώργιος Πισκοπάκης, κατά το 1870, μετά εμφανίστηκε πιο αξιόλογος λυράρης στα τέλει
του 1800 με αρχάς του 1900 ο Αντώνης Παπαδάκης ή Καρεκλάς Περβόλια Ρεθύμνης
ακολούθησε ο Γιώργης Ξηράς από τους Αρμένους Ρεθύμνης.
Μετά από αυτούς τους τρεις παρουσιάζετε ο Αλεξόκωστας από τη Πατσό ο Φύσσας
στη Πισκοπή Ρεθύμνης Καπαρός Γιώργης στο Άνω Μέρος και πλήθος άλλοι. Κατά το 1919
ενεφανίστηκαν δύο αξιόλογοι λυράρηδες με πλουσιότερο μουσικό χώρο. Ο εξ Αχτούντα
Αλέκος Καραβίτης και ο σημερινός αιωνόβιος Γιώργης Μουζουράκης από τη Παντάνασσα
Αμαρίου, ο οποίος άρχησε πρώτα να παίζει 10-12 χρονώ χαμπιόλι, και στα 13 χρόνια ντου
άρχηξε τη λύρα για να συμπληρώνει σήμερο 81 χρόνια. Ο ακούραστος αυτός βάρδος δεν
σταματά ερευνά ξεθάφτει ανακαλύπτη μουσικά χορευτικά κομάτια που τα χόρευαν οι
πρώγονοι μας αθόρυβα μην ακουόμενοι, φοβούμενοι τους Τούρκους που δεν μπορούσαν
φανερά να χορεύουν ή να τραγουδούν, γιατί τους υποπτευότανε ότι θα ξεσικοθούνε
πολλές φορές αν εχόρευαν σε οντάδες βγάναν τα στιβάνια τους και οι γυναίκες τα
παπούτσα τους να μην ακούγοντε χτύποι, όλοι αυτοί οι χοροί δεν ετραγουδιώταν αυτοί οι
χοροί στον αριθμόν είναι Απανωμερίτης, Τριζάλης, Μικρό Μικράκη, κατασαμπαδιανός
Πρινιώτης. Ταμαριώτικα πεντοζάλια ήσαν στην πρώτη εικοσαετία του 1900 δυο χοροί ο εις
ήτο Σέρβικος (Ντουνιεράκια) και άλλος Ελλήνων του Πόντου Λαζώτης. Από δε ευρωπαϊκούς
ήτο το Σοτή Γαλλικός η μπόλκα Ιταλική μετά ήλθε το βάλς και το ταγκό κλπ., αυτά ήσαν τα
χορευτικά βιόματα των παπούδων μας. Γιαυτό σήμερο συρικνώθηκαν σε τρεις το πολύ, και
τούτο γιατί ο μεν χανιώτικος συρτός έχει μεγάλη ευκαιρία με τσαλήμια είναι θεαματικός
και ταυτόχρονα εμπορικός, την ίδια τύχη έχει και ο μαλεβιζιώτης πολύ γρήγορος χορός
σβέλτος, η σούστα είναι πανέμορφος χορός αλλά στην πρώτη 50ντικονταετία του 1900.
Τώρα έχει αλοιωθή τρομερά, μάλιστα στο Νομό Ρεθύμνης που είναι κτήμα του
(Ρεθεμιώτικη σούστα) έχει γίνει αυτή η αλοίωσης της πανέμορφης σούστας ομοίως τα
αμαριώτικα πεντοζάλια είναι πολύ ωραίος χορός. Οι δε άλλοι πέντε που προανέφερα οι
πρόγονοί μας τους είχαν βίωμα στη ψυχή τους (γιατί να μη χορεύονται και σήμερον)

λυπηρόν να χάνονται τέτοια ήθη και έθιμα. Η σημερινή λύρα έχει φτάξει στο κατακόρυφο,
συνοδεύετε με δυο ή τρία λαγούτα κιθάρες ντουμπελέκια με μεγάφωνα κλπ. Ο γραφών
που παίζει 82 χρόνια θεωρεί πλεονασμό τα πολλά αυτά και ξένα προς τον ήχο της λύρας
όργανα, μόνον θόρυβον προσφέρουν και όχι ευχάριστον ήχο.

Η Λύρα τση Κρήτης επρωτοεμφανήστικε κατά τας αρχάς του 19 ου αιώνα (1800)
μερικοί υποστηρίζουν ότι την έφεραν οι Τούρκοι, ενώ οι Τούρκοι έδιωξαν τους Βενετούς το
1646, οι οποίοι είχαν καταχτήση την Κρήτη το 1260 περίπου, άρα λοιπόν δεν ευσταθεί το
ότι την φέραν οι Τούρκοι. Εγώ ως παλαιότερος της Κρήτης Λυράρης και ήδη 94 χρόνω
υποστηρίζω ότι τη λύρα την δημιούργησαν και την κατασκεύασαν Κρήτες. Το ότι την ίδια
λύρα με τον ίδιο τρόπο παίζεται μετας επαφή στις χορδές με το νύχι των 4 δακτύλων και
όχι να πατούν επάνω στη χορδή παίζουν και οι Κασσώτες οι Καρπάθιοι και οι Θρακιώτες
από ότι γνωρίζω Κάσσος, Κάρπαθος είναι Κρήτες ιδίως από τον Νομόν Λασηθίου που
διέφυγαν την θυριοδεία των Τούρκων και βρήκαν άσυλον εις τα δύο κοντινά αυτά
Νησάκια, τα βιώματα της Κρήτης τα μετέφεραν στην νέα των πατρίδα. Ήτο εις τα Χανιά εις
Τούρκος και κατασκευαστής λυρών αμτουλάς όστις έφθιαχνε τσοι ωραιότερες λύρες εις
εμφάνησιν και εις παίξιμο κατά τα τέλη του 1800.

Η λύρα και η Κρήτη
Η λύρα θεωρείται το εθνικόν όργανον της Κρήτης, και το οποίον επεβλήθη σ’ όλην
τη Κρήτη οι δυο άκρες του Νησιού Κίσσαμος και Σητεία, έχουν στραφεί προς το βιολί
μάλιστα ο εξαίρετος βιολίστας Κ. Παπαδάκης ή Ναύτης επιμένη σε δημοσιεύματα και σε
τηλεοράσεις ότι είναι το βιολί. Κατ’ εμέ σφάλει. Το βιολί είναι διαδομένο εις όλον τον
κόσμο, η λύρα Κρήτης έχει μια ιδιαιτερότητα που τα δάχτυλα δεν πατούν πάνω στη χορδή,
αλλά έρχετε επαφεί το νήχη με τη κορδύ που απέχει η μία από την άλλη 1 ½ πόντο είναι
τρεις και όχι τέσσερης.
Ο γραφών εγεννήθη 3/6/1905 ήδη 95 χρόνων βρήκε τη λύρα σχήμα κοπανίδας, με
το πέρασμα του χρόνου Κρήτες κατασκευαστές ιδια Ρεθεμιώτες ως ο αείμνηστος Γιάννης
Παπαδάκης (πρώτος) ανηψιός του λυράρη Αντώνη Καρεκλά – Παπαδάκη, μετά ο
δεξιοτέχνης Μανώλης Σταγάκης αριστοτέχνης κατασκευαστής λυρών και πλήθος άλλων
άξιων τεχνιτών
Πρώτος λυράρης που εμφανίστηκε στο Ρέθεμνον ήτο ο Γιώργης Πισκοπάκης με τη
βροντόλυρα σε σχήμα το κουφάρι της στρογγυλό, είχα ακούσει για άλλον ένα Ρεθεμιώτη
του παρελθόντος αυτόνος ονόματι Δελέντζα, μετά στα τέλει του 1800 εμφανίστηκε ο
Αντώνης Παπαδάκης ή Καρεκλάς από τα περβόλια αυτοί λοιπόν πρέπει να πάρουν το τίτλο
του πρωτομάστορα και όχι νεώτεροι. Εγώ και μερικών συνομιλίκων μου.
Το δοξάρι τότε ήτο με 12-16 γερακοκούδουνα για να δημιουργούν ένα ήχο
σύμφωνα με τον δεξιότεχνη λυράρη, κατά τας αρχάς του 1900 προς 1920 βοηθά η λύρα το
μαντολίνο πολλές φορές και το μπουζούκι κατά την 10ετία 20-30 παρουσιάστηκε το πρώτο

λαγούτο στη Πισκοπή Ρεθύμνης από τον δεξιοτέχνη Σταύρο Ψύλλο μετά παρουσιάστικε ο
Γιάννης Μπερνιδάκης ή Μπαξεβάνης μετά ο Μαρκόγιαννης ο Γιάννης, τα λαγούτα ήρθαν
από τα Χανιά.
Βενί 14/9/82 υπό Χαριδήμου Λαγγουβάρδου (Αποστόλοι) το έμαθε από το πατέρα
του Δημήτρη.
Θεριό μεταμορφώθηκε και γίνηκε κοράσιο σε χείλει πηγαδιού κατσε
Σε χείλει πηγαδιού κατσε και τζαγκουρνομαδιέτο μάνας ηγιός κατέβαινε.
Μάνας ηγιός κατέβαινε απ αγριμιού κυνήγη ήτα χεις κόρη μου και κλαίς
Ήτα χεις κόρη μου και κλαίς και τζαγκουρνομαδιέσε, το δάχτιλίδι μου πεσε.
Το δαχτυλίδι μου πεσε στου πηγαδιού το πάτο κι όποιος βγάλητο
Κι όποιος βρεθή και βγάλη το άνδρα θα τονε πάρο καρχίζει ο νιός και γδύνετο
Κι αρχίζει ο νιός και γδύνετο κι όμορφο ξυπολιέτο παίζει τη πρώτη βουτακιά
Παίζει τη πρώτη βουτακιά και φτάνει ως τη μέση και ξαναδευτερώνη την
Και ξαναδευτερώνη την και φτάνει ως το πάτο δε βλέπω γω αρραβώνιδες
Δε βλέπω γω αρραβώνιδες μουδέ και δαχτιλίδια μα βλέπω ανθρώπω κεφαλές
Μα βλέπω ανθρώπων κεφαλές και κόκκαλα ανδριωμένων κόρη ποιον άλλον
γέλασες.

14/9/812
Στο Βενί Αμαρίου

Το τραγούδι της εθνικής μας υπερηφάνειας
Βενιζέλε μας πατέρα της Ελλάδας, Βενιζέλε μας σωτήρα της φυλής, κάθε πόθος μας
και κάθε μας ελπίδα, είσε συ ζωή και φως κι αγωνιστής.
Ζήτω ζήτω η λευτεριά ζήτω κι ο λευτέρης πούνε πρώτος στη τρανή μας
λεβεντογεννιά
Βενιζέλαρος Βενιζέλαρος
Σαν το βουνό το Ψηλορείτη σε θορρώ που μπόρες δε φοβάτε και νερό, σεισμό
Λευτεριά για σένα ω λευτερία το χάρο δε ψηφάμε και σαν το πεις λευτέρη μας στον
πόλεμο θα πάμε
Βενιζέλε απού του Τούρκου την αγκάλι την Ελλάδα μας την άρπαξες γερά, τηνε
δόξασες την έκαμες μεγάλη και της έδωκες την νίκης τα φτερά.
Λευτεριά για σένα ω λευτεριά το χάρο δε ψηφάμε και σαν το πεις λευτέρη μας στο
μπόλεμο θα πάμε
14/3/2000

Ο νους τανθρώπου σταματά
ότε το τουσουντήση,
ότι έγινε στη Λαμπηνή να το εξηστορίσει.
Εις τρομερός αγάς εκεί
Αλμπάνης τονομάτου.
Ήθελε τση Λαμπηθιανούς
στα πόδια του αποκάτω.
Μα ένας πούταν ζωηρός
με δίχως γιαταγάνι
και ως έμαθα τον λέγανε
εκείνο Φουρογιάννη.
Μια μέρα ταποφάσησε
για να τονε σκοτώση
κι απ ταδυσόπητο σκυλή
τη Λαμπηνή να σώσει.
Τον σημαδεύη δυνατά
στο κούτελο του ρίχνει.
Μα η σφαίρα του αστόχησε
στο φέση τονεβρίχνει.
Ο Τούρκος εξοργίστηκε
και στον αλάχ ορκίστη

Να μην αφήση όρθιο
στη Λαμπηνή ένα σπίτι.
Εμερεβέτζη κι ήλεγε
κανένα δε πειράζω.
Το Φουρογιάννη αν μπορώ
από μέση βγάλω.
Και χαλαρόσαν τη φρουρά
που βγάναν κάθε μέρα
και ξεθαρέψαν και έπνεαν
ελεύθερο αέρα

Το 1827 Γενάρη.
Επήγεν εις τη Λαμπηνή
εκδίκηση να πάρη.
Ήταν ημέρα Κυριακή
και ο παππάς λειτρούγα
και πήγαν οι Λαμπηθιανοί
πάνω και κάτω ρούγα.
Οι άνδρες εκρατούσανε
γεμάτα ταρματά τους
και οι γυναίκες ήταν
μαζί με τα παιδιά τους.
Αλμπάνης τότε φώναξε
όλοι παραδοθήτε.
Κι ορκίζομαι δεν έχετε
πράμα να φοβηθήτε.
Κι αφού δεν τον ακούσανε
να του παραδοθούνε,
επάθανε τα βάσανα
που τώρα σας διηγούμε.
Είμαι και γω Τριτογενή
τέκνο των Μουζουράκι
την ιστορία άκουγα
αμούστακο παιδάκι.
Πως τους εκάψα ζωντανούς
και όσοι εγλητώσαν
πήγαν στα σκλαβοπάζαρα
και κει τση ξεπουλήσαν.

Ήτανε μια πιο τυχερή
φαίνεται από τους άλλους
Και γλύτωσε και τ’ λεγε
μετέπειτα στους άλλους.

Εις τη πηγή που σώθηκε
μαζί με το παιδί της
και κει εδιηγήθηκε
το δράμα τση ζωής της.
Ήταν των Μουζουράκηδων
γυναίκα και παιδί τους
αυτοί δεν το γνωρίσανε
έχασαν τη ζωή τους
Μια αράπισα πονετική
τη σέρνει μες στο σπίτι
κάτσε παέ φάε ψωμί
μα ο τουρκαλάς μου λείπει

Είχε ο Δεκέμβρης φευγιό απού την Αθήνα
Δεκέμβρη 14 στο Ρέθεμνος εβγήκα
Εις του Τσουκνάκη του Κωστή το Νεονάκη βρήκα
ότι χω μέσα στη καρδιά να σας το πω οφείλο
Απ’ όλους απού γνώρησα είναι ο μεγάλος φίλος
τονέ θαυμάζω βέβαια στσοι χάρες και τσοι τρόπους
Όπου κι αν πάει όπου σταθή σκλαβώνει τους ανθρώπους
εγώ μαι υπερήφανος που χομαι γίνει φίλοι
Έτυχε να συναντηθεί με το Καλιτσουνάκη
πούνε φίλος γκαρδιακός κι αυτός του Μουζουράκη
του λέει Αντώνη σήμερο είδα και το Μουζούρη
κι αρχίζει και γηρεύειμε και παίρνει μια κουντούρι
εκεί συχνάζουν ταχτικά ούλοι οι Αμαριώτες
πολύ καλά το γνώριζε το κάτεχε από τότες
Με βρύχνει αγκαλιαζόμαστε φιλούμαι ο γεις τον άλλο
Μου λέει πως στη Λαμπινή θα φάμε ομανίτες
Φαή μου εξαιρετικό το θεωρούν οι Κρήτες
Ένα καλάθι είχε βρη εις το βουνό αγκαθίτες
Απούχουνε ψάχνο φαεί ποτέ δεν έχουν τούτες

Ήντα χουνε και παίζουνε τ’ αγιού μηνά οι καμπάνες
Κουτό παιδί βαφτήζουνε μήδα ανδρόγινο βλογάνε
Μια ρήγησα βασίλισσα μαλώνη τον υιόν της
Γιατί την είπε μελαμψή, γιατί την είπε μαύρη
Στη φυλακή συνέβαλε στη φυλακή τον βάζει
Σαράντα χρόνους έκαμε σαράντα χρόνους κάνει
Κιαπάνω στους 42 θυμάτε τον υιόν της
Παπούτσα μου στα χέρια μου και νους στη κεφαλή μου

Υπό Βασιλείου Γ. Ιερωνυμάκη Παντάνασσα
Εκατό και δύο αρχοντόπουλα μία ληγερή αγαπούσα
Τα εκατό και δύο ενούς ενούς ετάσετο η σκύλα μιαν ημέρα, η Βυργυληγερή
Μα κείνα επαρακούσανε και πήγαν όλα αντάμα
Τα εκατό και δύο των εκατό σκαμνή έδωκε και των ιδύο καρέκλα
Η άξια η φρόνυμη

Υπό Βασιλ . Γ. Ιεωνυμάκη
Μια λυγερή κατέβαινε στη βρύση να γεμίση.
Στο δρόμο δράκος κάθετε τη κόρη να φιλήσει
Μα η κόρη ως ήτο φρόνιμη φρόνυμα απηλοήθη
Δράκοντα κι αν φιλήσης με να το πληρώσης θέλης
Γιατί έχω 12 αδελφούς και 18 ξαδέρφια

Ώστε να ζει ο άνθρωπος η μοίρα τον πεδεύει
Ακούσετε να σας σε πω σε μένα τη συνέβει
Είχα κατέβει στο χωριό, ταμπέλη για να φτιάξω
Λίγα κεράσα μάζεψα, το πλοίο να προφτάξω
Και μπαίνω σταυτοκίνητο στσι ποταμούς μαφήνει
Γιατί άλλο θα μας πήγαινε στη πόλη τσι Ρεθύμνης
Είχα μια τσάντα με ελιές, καλάθη με κεράσα
Ετούτο δε το πάθανε άνθρωποι που γεράσαν
Ο οδηγός στσι ποταμούς τα πράματα μου παίρνει
Κι απέναντι στο μαγαζί που μου τα μεταφέρνει
Και παίρνει ταυτοκίνητο και κάνει πίσω πίσω
Εγώ πράμα δεν έβλεπα για να τον εμποδίσω
Χωρίς να βλέπει θα θωρρεί πλακώνει το καλάθη
Τη τσάντα πούχενε τσελιές αυτόνε πούχα πάθη
Και για τσελές δε με νοιασε στο διάολο να πάνε
Για τα κεράσα μένοιαζε το γκόνια τη θα φάνε
Γυρίζομεν εις το χωριό στη κερασέ τον βγάζω
Ακόμα τόνε σκέφτομε και τον πολύ θαυμάζω
Στο πι και φι το γέμησε ο ίδιος το καλάθη
Καλά να πάθει γιατ’ αυτός έκαμ αυτά τα λάθη
Φεύγομενε ολοταχώς ευθεία για τη χώρα
Μα ταυτοκίνητο φευγε για σούδα αυτή την ώρα

Και παίρνει ένα αγροτικό, και πείεμε στη σούδα
Μέσα του κι η γυναίκαντου με μια μικρή πλεξούδα
Επήρεν και ταγορήν του ένα χαριτομένο
Γιατί στη σούδα πήγαινε δεν ξέρει το καημένο
Στο πλοίο μέσα μάφηκε και γύρισεν οπίσω
Αυτό που μου προσέφερε δε θα το λησμονήσω
Είναι φιλότιμο παιδί και του γνωρίζω χάρι
Βολώνες την καταγωγή και επαρχία Αμάρι
Λίτινας Γιάννης λέγετε κι ο θειος να τόνε ζήσει
Θα τον ακριβωχαιρετώ όπου κι αν μαπαντίξει
Έχει γυναίκα όμορφη πολύ καλή κυρία
Είναι και γερακαριανή στην ίδια επαρχία
Κι εις το παιδάκι εύχομε να μοιάσει του πατέρα
Κι όποιον στο δρόμο συναντά να λέει καλημέρα
Αυτός μπορούσε να μου πει κεράσα τα πληρώνω
Δεν έρχομε στη κερασιέ γιατί χω κιάλλο δρόμο
Τέτοιους ανθρώπους χαίρομαι καλλοί στη κοινωνία
Δεν επερίμενα απ’ αυτού τέθεια χειρονομία
Για κείνο τον ευχαριστώ μέσα απού τη καρδιά μου
Που τα κεράσα μούκοψε και πήγα στα παιδιά μου

Φίλε μου Νίκο Μπούζουκα είσε πολύ σπουδαίος
Λυπούμαι που σε γνώρισα εδά που είμαι γέρος
Η περασμένη μου ζωή είναι γεμάτη λάθει,
Αν σακλουθούσα στη δουλειά πολλά θα είχα μάθει
Αλλά περιορίστηκα να μάθω μόνο λύρα
Πάρα πολλά διπλώματα εις τη ζωή μου πήρα

Μα ήθελα κι άλλες δουλειές και τέχνες να γνωρίζω
Σε άλλες να πληρώνομαι και σάλλες να δωρείζω
Είσε άριστος υδραυλικός πλακάς και σουβαντίζεις
Ήθελα και να κάτεχα πόσες τέχνες γνωρίζεις
Είσε άνθρωπος δημιουργός καλός στη κοινωνία
Λόγια καλά γροικό συχνά απού τη κοινωνία
Είναι καλλιά ναόνομα παρά παράδες νάχεις
Γιατί δεν είναι δυνατόν στη ζήση να το χάσεις
Ακόμα μετά θάνατο ούλοι θα συζητούνε
Λόγια επαίνους ταχτικά οι γιοί σου θα γροικούνε
Οι τρεις σου γιοι είν αετοί κι κόρες περιστέρες
Ταμάρι το στολίζουνε σαν άσπρες περιστέρες
Κείνος που κάνει στη ζωή μυστά ξετελεμένα
Στο κάτω κόσμο θα τα βρει τραπέζια στολισμένα
Εγώ δα γράφω Νικολή ποτέ δε δίδω φόρο
Στο θρόνος είναι άλλο γεις τον λαίνε Νικηφόρο
Μια μέρα πήγα κηβρατον και τουρθενε να κλάψει
Για ένα ποήμα πουτούχα τότε γράψει
Στο πι και φι ποιήματα και στίχους αρραδιάζω
Και σατηρίζω κι επαινώ και έτσι διασκεδάζω
Για σένα Νίκο έγραψα ο νους ότι μορίζει
Και θεωρείτε ευτυχείς όποιος κι αν σε γνωρίζει
Του Μάη την εικοσι μια θάρθω εις τσασωμάτους
Κωστήδες και οι Έλενες τότες είν η γιορτή τους
Εις το σημείο τούτο δα το ποίημα μου κλείνω
Κι απού τα σπλάχνα τση καρδιάς ευχή καλή σου δίνω
Να ζήσεις χρόνια εκατό και να με ξεπεράσεις
Πάντα να στέκεις όρθιος ως κι αν απογεράσεις

Είχε ο Δεκέμβρης φευγιό απού την Αθήνα
Δεκέμβρη 14 στο Ρέθεμνος εβγήκα
Εις του Τσουκνάκη του Κωστή το Νεονάκη βρήκα
ότι χω μέσα στη καρδιά να σας το πω οφείλο
Απ’ όλους απού γνώρησα είναι ο μεγάλος φίλος
τονέ θαυμάζω βέβαια στσοι χάρες και τσοι τρόπους
Όπου κι αν πάει όπου σταθή σκλαβώνει τους ανθρώπους
εγώ μαι υπερήφανος που χομαι γίνει φίλοι
Έτυχε να συναντηθεί με το Καλιτσουνάκη
πούνε φίλος γκαρδιακός κι αυτός του Μουζουράκη
του λέει Αντώνη σήμερο είδα και το Μουζούρη
κι αρχίζει και γηρεύειμε και παίρνει μια κουντούρι
εκεί συχνάζουν ταχτικά ούλοι οι Αμαριώτες
πολύ καλά το γνώριζε το κάτεχε από τότες
Με βρύχνει αγκαλιαζόμαστε φιλούμαι ο γεις τον άλλο
Μου λέει πως στη Λαμπινή θα φάμε ομανίτες
Φαή μου εξαιρετικό το θεωρούν οι Κρήτες
Ένα καλάθι είχε βρη εις το βουνό αγκαθίτες
Απούχουνε ψάχνο φαεί ποτέ δεν έχουν τούτες

Ήντα χουνε και παίζουνε τ’ αγιού μηνά οι καμπάνες
Κουτό παιδί βαφτήζουνε μήδα ανδρόγινο βλογάνε
Μια ρήγησα βασίλισσα μαλώνη τον υιόν της
Γιατί την είπε μελαμψή, γιατί την είπε μαύρη
Στη φυλακή συνέβαλε στη φυλακή τον βάζει
Σαράντα χρόνους έκαμε σαράντα χρόνους κάνει
Κιαπάνω στους 42 θυμάτε τον υιόν της
Παπούτσα μου στα χέρια μου και νους στη κεφαλή μου

Υπό Βασιλείου Γ. Ιερωνυμάκη Παντάνασσα
Εκατό και δύο αρχοντόπουλα μία ληγερή αγαπούσα
Τα εκατό και δύο ενούς ενούς ετάσετο η σκύλα μιαν ημέρα, η Βυργυληγερή
Μα κείνα επαρακούσανε και πήγαν όλα αντάμα
Τα εκατό και δύο των εκατό σκαμνή έδωκε και των ιδύο καρέκλα
Η άξια η φρόνυμη

Υπό Βασιλ . Γ. Ιεωνυμάκη
Μια λυγερή κατέβαινε στη βρύση να γεμίση.
Στο δρόμο δράκος κάθετε τη κόρη να φιλήσει
Μα η κόρη ως ήτο φρόνιμη φρόνυμα απηλοήθη
Δράκοντα κι αν φιλήσης με να το πληρώσης θέλης
Γιατί έχω 12 αδελφούς και 18 ξαδέρφια

Ώστε να ζει ο άνθρωπος η μοίρα τον πεδεύει
Ακούσετε να σας σε πω σε μένα τη συνέβει
Είχα κατέβει στο χωριό, ταμπέλη για να φτιάξω
Λίγα κεράσα μάζεψα, το πλοίο να προφτάξω
Και μπαίνω σταυτοκίνητο στσι ποταμούς μαφήνει
Γιατί άλλο θα μας πήγαινε στη πόλη τσι Ρεθύμνης
Είχα μια τσάντα με ελιές, καλάθη με κεράσα
Ετούτο δε το πάθανε άνθρωποι που γεράσαν
Ο οδηγός στσι ποταμούς τα πράματα μου παίρνει
Κι απέναντι στο μαγαζί που μου τα μεταφέρνει
Και παίρνει ταυτοκίνητο και κάνει πίσω πίσω
Εγώ πράμα δεν έβλεπα για να τον εμποδίσω
Χωρίς να βλέπει θα θωρρεί πλακώνει το καλάθη
Τη τσάντα πούχενε τσελιές αυτόνε πούχα πάθη
Και για τσελές δε με νοιασε στο διάολο να πάνε
Για τα κεράσα μένοιαζε το γκόνια τη θα φάνε
Γυρίζομεν εις το χωριό στη κερασέ τον βγάζω
Ακόμα τόνε σκέφτομε και τον πολύ θαυμάζω
Στο πι και φι το γέμησε ο ίδιος το καλάθη
Καλά να πάθει γιατ’ αυτός έκαμ αυτά τα λάθη
Φεύγομενε ολοταχώς ευθεία για τη χώρα
Μα ταυτοκίνητο φευγε για σούδα αυτή την ώρα

Και παίρνει ένα αγροτικό, και πείεμε στη σούδα
Μέσα του κι η γυναίκαντου με μια μικρή πλεξούδα
Επήρεν και ταγορήν του ένα χαριτομένο
Γιατί στη σούδα πήγαινε δεν ξέρει το καημένο
Στο πλοίο μέσα μάφηκε και γύρισεν οπίσω
Αυτό που μου προσέφερε δε θα το λησμονήσω
Είναι φιλότιμο παιδί και του γνωρίζω χάρι
Βολώνες την καταγωγή και επαρχία Αμάρι
Λίτινας Γιάννης λέγετε κι ο θειος να τόνε ζήσει
Θα τον ακριβωχαιρετώ όπου κι αν μαπαντίξει
Έχει γυναίκα όμορφη πολύ καλή κυρία
Είναι και γερακαριανή στην ίδια επαρχία
Κι εις το παιδάκι εύχομε να μοιάσει του πατέρα
Κι όποιον στο δρόμο συναντά να λέει καλημέρα
Αυτός μπορούσε να μου πει κεράσα τα πληρώνω
Δεν έρχομε στη κερασιέ γιατί χω κιάλλο δρόμο
Τέτοιους ανθρώπους χαίρομαι καλλοί στη κοινωνία
Δεν επερίμενα απ’ αυτού τέθεια χειρονομία
Για κείνο τον ευχαριστώ μέσα απού τη καρδιά μου
Που τα κεράσα μούκοψε και πήγα στα παιδιά μου

Φίλε μου Νίκο Μπούζουκα είσε πολύ σπουδαίος
Λυπούμαι που σε γνώρισα εδά που είμαι γέρος
Η περασμένη μου ζωή είναι γεμάτη λάθει,
Αν σακλουθούσα στη δουλειά πολλά θα είχα μάθει
Αλλά περιορίστηκα να μάθω μόνο λύρα
Πάρα πολλά διπλώματα εις τη ζωή μου πήρα

Μα ήθελα κι άλλες δουλειές και τέχνες να γνωρίζω
Σε άλλες να πληρώνομαι και σάλλες να δωρείζω
Είσε άριστος υδραυλικός πλακάς και σουβαντίζεις
Ήθελα και να κάτεχα πόσες τέχνες γνωρίζεις
Είσε άνθρωπος δημιουργός καλός στη κοινωνία
Λόγια καλά γροικό συχνά απού τη κοινωνία
Είναι καλλιά ναόνομα παρά παράδες νάχεις
Γιατί δεν είναι δυνατόν στη ζήση να το χάσεις
Ακόμα μετά θάνατο ούλοι θα συζητούνε
Λόγια επαίνους ταχτικά οι γιοί σου θα γροικούνε
Οι τρεις σου γιοι είν αετοί κι κόρες περιστέρες
Ταμάρι το στολίζουνε σαν άσπρες περιστέρες
Κείνος που κάνει στη ζωή μυστά ξετελεμένα
Στο κάτω κόσμο θα τα βρει τραπέζια στολισμένα
Εγώ δα γράφω Νικολή ποτέ δε δίδω φόρο
Στο θρόνος είναι άλλο γεις τον λαίνε Νικηφόρο
Μια μέρα πήγα κηβρατον και τουρθενε να κλάψει
Για ένα ποήμα πουτούχα τότε γράψει
Στο πι και φι ποιήματα και στίχους αρραδιάζω
Και σατηρίζω κι επαινώ και έτσι διασκεδάζω
Για σένα Νίκο έγραψα ο νους ότι μορίζει
Και θεωρείτε ευτυχείς όποιος κι αν σε γνωρίζει
Του Μάη την εικοσι μια θάρθω εις τσασωμάτους
Κωστήδες και οι Έλενες τότες είν η γιορτή τους
Εις το σημείο τούτο δα το ποίημα μου κλείνω
Κι απού τα σπλάχνα τση καρδιάς ευχή καλή σου δίνω
Να ζήσεις χρόνια εκατό και να με ξεπεράσεις
Πάντα να στέκεις όρθιος ως κι αν απογεράσεις

Αφήστε μια απάντηση