Οι εν Αθήναις και Πειραιεί Ατσιποπουλιανοί, αποτελούντες μίαν δόξαν του
ελληνικού στρατεύματος, αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίται, όλα ωραία και άλκιμα
παλληκάρια, εώρτασαν μετ’ εξαιρετικού ενθουσιασμού την κατάληψιν της Σμύρνης. Την
πρωτοβουλίαν έσχεν ο μέγας εν Πειραιεί εργοστασιάρχης κ. Ι. Ροδινός, εκ του
Ατσιποπούλου της Κρήτης και ούτος καταγόμενος, όστις πλουσιότατον παρέθηκε
πρόγευμα την παρελθούσαν Κυριακήν εις τους συμπολίτας του, όπερ διεξήχθη εν
ακρατήτω ενθουσιασμώ και ευχαίς υπέρ της μεγαλινομένης Ελληνικής πατρίδος. Παρήσαν
και πολλοί ξένοι ως και το ανώτερον προσωπικόν του εργοστασίου κ. Ροδινού-Βοργιά.
Πρώτος ωμίλησεν ο ξενίζων εργοστασιάρχης κ. Ιω. Ροδινός δια της εξής θαυμασίας
προσφωνήσεως:
Αγαπητοί συμπατριώται,
Είμαι υπερήφανος διότι είμαι Κρητικός. Χαιρετίζω δε τους ήρωας πατριώτας μου,
νικητάς, οι οποίοι προσέθεσαν μίαν άλλην ένδοξον σελίδα εις την τόσον ένδοξον ιστορίαν
της Κρήτης μας. Και προτού απέλθητε εις την ηρωικήν μεγαλόνησον σας εκάλεσα ίνα δια
της προσφωνίσεώς μου ταύτης εκπληρώσω μυχιαίτατον πόθον της καρδιάς μου και
απευθύνω τον θαυμασμόν μου και την υπερυφάνεάν μου προς τους ήρωας πατριώτας μου
με τους οποίους τόσα καθήκοντα ενδιαφέροντος και λατρίας με συνδέουν. Ζήτω το Έθνος,
ζήτω ο Αρχηγός της φυλής, ζήτω η Κρήτη. Ζήτωσαν οι ελευθερωταί της πόλεως της Ιωνίας
Σμύρνης, και ας έχωσιν γαίαν ελαφράν οι δολοφονηθέντες εύζωνοί μας από τους απίστους
οι οποίοι επί τόσους αιώνας ελυμαίνοντο της Ελληνικήν πόλιν της Ιωνίας.
Μετά τον κ. Ι. Ροδινόν, ο ημέτερος Διευθυντής κ. Ελευθ. Παπαγιαννάκης
εγηρόμενος, και μετά τα ραγδαία χειροκροτήματα εξεφώνησε την εξής ιστορικοτάτην και
συγκινητικοτάτην προσφώνησιν.
«Αλή-αγά! ίντα αν είστε μωρέ εσείς γιαννίτσαροι μπουρμάδες, είμαι μωρέ κι εγώ
γιαννίτσαρος Γκιαούρης κ’ από παέ μπλιό να μη ξαναπεράσετε γιατί άσκημα κόβγει ο
ατσιπουλιανός μπασαλής. Πήγαινε γιαμιάς γιαέρου-γιαέρου, ετσά να πης των
μπουρμάδων της χώρας». – Τοιαύτην ηρωικήν απειλήν εμήνυσεν ο ζωηρός και σεβαστός
γέρων αλλά και ο μέγας ήρως του Ατσιποπούλου Μάρκος Βερνάδος προς τους απανταχού
της Κρήτης γιαννητσάρους Τούρκους κατά το έτος 1710 εις εποχήν καθ’ ην, ως γνωστόν εν
τη ιστορία, οι Γιαννήτσαροι ετρομοκράτουν την Κρήτην έχοντες ως επικούρους τον τακτικόν
Τουρκικόν στρατόν.
Ο μόνος τότε εκ των Χριστιανών Κρητών ο οποίος δια της τόλμης και της ανδρίας
του ηπείλει τους Τούρκους ήτο ο Ατσιπουλιανός ούτος Βερνάδος όστις μετά του υιού του
Παπά-Γιάννη και τούτου κηρυχθέντος γιαννητσάρου και μετά των 9 υιών του κατέστη το
φόβητρον των Τούρκων από Ρεθύμνης μέχρι Χανίων.
Η ενδοξοτέρα όμως εποχή του Ατσιποπούλου καθ’ ην η ιστορία φαίνεται
ακριβεστέρα άρχεται από του έτους 1805.
«Γυναίκα! Σου αφήνω την σημαίαν μου που την έχω κρύψει εις την κουφάλα της
ελαιάς του «Σταματινού», να την πάρης να την φιλάξης καλά». – Τοιαύτην ιεράν,
πατριωτικωτάτην διαταγήν έδωκεν εις την ηρωίδα γυναίκα του ο τολμηρός και ένδοξος
ήρως του Ατσιποπούλου Νικόλ. Σκορδίλης οπότε κατά το 1823 συνελαμβάνετο προδοτικώς
εις την οικίαν του υπό των Τούρκων, διότι είχε καταδικασθή εις τον δι’ αγχόνης θάνατον.
Ο Νικόλαος Σκορδίλης έσφαξε κατά το 1810 «στο σικίδι της Αγιάς Φωτιάς» πλησίον
του Κουμπέ υπέρ τους 10 Τούρκους αρχήσας τας δια του μπασαλί του επιθέσεις εκ του
τελευταίου Τούρκου σφάζων αυτούς μέχρι του πρώτου.
Έξωθεν της Ρεθύμνης με Ατσιπουλιανούς και με τον Μανουσέλη συνήψε μάχην καθ’
ην κατετρώπωσε τους Τούρκους και έκλεισεν αυτούς εντός των φρουρίων και ύψωσε την
υπό της Φυλικής Εταιρίας δωρηθείσαν αυτώ σημαίαν εις το ύψωμα «Μεγάλη Σπηλιάρα»
εις θέσιν «Μεσπίνικα». Είνε ο μόνος εκ των Κρητών ο οποίος ετόλμησε να ρίψη σφαίραν
εις την θύραν της «Μεγάλης Πόρτας» με το καργιοφίλι του. Αυτός με τα παλληκάρια του
κατετρόπωσε τα τουρκικά μεταβατικά αποσπάσματα «ζουρίδα» επιλεγόμενα, εις το μέχρι
τούδε ομώνυμον χωρίον Ζουρίδα.
«Την κατάρα του Χριστού να έχη, όποιος ακούση πως η Κρήτη έχει επανάστασι και
δεν συκώνονται τα μαλλιά της κεφαλής του μια-μια τρίχα όρθια και δεν πάει στον πόλεμο.
Την κατάρα του Χριστού να έχη όποιος ξεδιπλώσει την σημαίαν μου αν δε την καρφώση
μέσα στη Σοχώρα της Χώρας ως νικητής». Τοιαύται ήσαν αι τελευταίαι του παραγγελία
όταν απηγχονίζετο εις την πλατείαν «Νεραντζέ» εις τον νότιον κλάδον του πλατάνου.
Και πράγματι η σημαία αύτη εστήθη μετά μεγάλης τιμής το 1889 όχι μόνον εις την
Σοχώρα, αλλά και εις την Φορτέτζα, από τον απόγονόν του Νικόλαον Αγγελάκη.
Από της εποχής της μεγάλης επαναστάσεως του 1821 ουδέποτε επαύσατο και μέχρι
σήμερον να παρουσιάζη η κωμόπολις αύτη Ατσιπόπουλον τους γενναιοτέρους, τους
ενδοξοτέρους αλλά και τους πλέον συνετοτέρους άνδρας της Κρήτης. Η ιστορία του
Ατσιποπούλου, υπερηφάνως δύναμαι να το ομολογήσω, δεικνύει τους πλέον λάμποντας
αστέρας εις τους πολεμικούς και ειρηνικούς του Ελληνισμού ορίζοντας. Η ανδρία ήτο
συνδεδεμένη με την αρετήν, η γεναιότης με την ταπηνοφροσύνην, η ρώμη με την
ευγένειαν, η ωραία ζωή με τον ένδοξον θάνατον.
«Άι μου Γιάννη, που σε προσκυνώ κάθε μέρα όντε κάθομαι από πίσω από το ιερό
σου, φώτισέ με με τη δικιά σου δύναμι να σφάξω κανένα Γιαννίτσαρο να του πάρω τ’
άρματά του και με αυτά να σκωτώσω Τούρκους, Τούρκους πολλούς για να σώσω τη
πατρίδα μου από τη σκλαβιά, θέλω άι μου Γιάννη μπιστόλες και σαπράζια γιανιτσαρίστικα,
γιατί θωρώ από παέ τα Λευκά Όρη που αναστενάζουνε και μας φωνάζουν «Πνίξετε τη
Τουρκιά!»
Τοιαύτην παράκλησιν καθ’ εκάστην έκαμνε το ατρόμητον παλληκάρι Γεώργιος
Κουτσούρης καθήμενος παρά τον ναόν του Αγίου Ιωάννου. Και πράγματι η παράκλησίς του
εισηκούσθη. Συναντά μίαν των ημερών εις το «Κάτω Στρατί» την γρηά ηρωίδα Σφακιανή
Καυκαλοπούλα από τ’ Ασκύφου. «Καλώς το Καπετάνιο, του λέγει, το ξέρεις ότι αυτό το
σκυλί ο γιαννίτσαρος της Πισκοπής, εσκώτωσε το περδικοκυνηγό, το χρυσομάλι, το
κανακάρι, το πρώτο μου εξάδελφο και είνε αδικοσκωτομένο το παιδί». Βρυχάται ο
Κουτσούρης ως λέων, βογγά από τον θυμόν του και ορκίζεται ότι θα εκδικηθή. Τρέχει εις το
Ροδάκινο εις τον Καλλικράτη, εις το Ασφένδου και σχηματίζει την αναγκαιούσαν αυτώ δια
τα σχέδιά του συμμορίαν και εν μια νυκτί με τους καπετάνιους Βαρδή, Σηφιανόν, Ζερβόν
και Βλαντή φθάνει εις την Πισκοπή, διασπά δολίως την ζώνην των 5 χιλ. νιζάμιδων των
φιλαττώντων τον Γιανίτσαρον, σφάζουν τους 5 φίλακάς του, εισέρχονται εις τα άδυτα του
Γιαννιτσάρου, σφάζει αυτόν ο Κουτσούρης, αρπάζει τα άρματά του και ελευθερώνει την
σκλάβα Ελληνίδα την Ευανθίαν. Ο οπλισμός του Γιαννίτσαρου ήτο αξίας 10 «σακκουλιών
ριάλια», ήτοι ο Κουτσούρης απέκτησε τον τελειότερον και ωραιότερον οπλισμόν της
Κρήτης.
Εζώσθη τες ασημένιες μπιστόλες, τα μαλαματένια γιαταγάνια, το Μουριζινό
καρυοφύλι, επήρε την σημαίαν του και τα παλληκάριά του και έτρεχε από χωριό εις χωριό,
από βουνό εις λαγκάδια, από κρεμνούς εις πεδιάδας σφάζων και καταστρέφων παν το
Τουρκικόν. Συμμετέσχε εις μεγάλας μάχας ως καπετάνιος, συνετέλεσε δια της ανδρίας του
εις την κατάληψιν της «Γραμβούσης», και έλαβε μέρος εις την μεγάλην μάχην των Χανίων
ένθα και εφονεύθη ηρωικώτατα μαχόμενος.
Οποία δε τα ένδοξα, αλλά φοβερά πολεμικά κατορθώματα των μεγάλων
μεταγενεστέρων αρχηγών, οπλαρχηγών του Ατσιποπούλου σας είναι γνωστά, ιδίως από
του 1866 και εντεύθεν.
Του σοβαρού και τροπαιούχου αρχηγού της δυτικής επαρχίας Μιχ. Λιανδρή του
αποκτήσαντος εν απάση τη Ελλάδι και εν αυτή τη Γαλλία μεγίστην φήμην δια την τελείαν
αυτού πολεμικήν στρατηγικώτητα και δια τας πολλάς αυτού αρετάς.
Του Παπά Μιχαήλ Γιωργατζάκη, του μετά την θείαν λειτουργίαν κηρύττοντος και
συμβουλεύοντος το ποίμνιόν του να μη λησμονώσι να καθαρίζωσι τα τουφέκια των, να
φυλάττωσι φυσίγγια, μπαρούτι, μολύβια διότι θα χρειασθούν. Έδρασε γενναιότατα εις τας
μάχας του 1856, 66 και 78.
Του ατρομήτου οπλαρχηγού Ιωάννου Χατζηδάκη του μετά των Σαπουνιζάκιδων επί
Καποδιστρίου πολεμήσαντος εις την Πελοπόννησον και εις την Στερεάν Ελλάδα.
Του γίγαντος Μιχαήλ Τσίβη όστις είχε στήθη λέοντος και βραχίονας Ηρακλέους, και
όταν κατεδίωκε τους Τούρκους εβρυχάτο ως λέων και έτρεπεν αυτούς εις φυγήν.
Του διπλωμάτου Αναγνώστου Τσίχλη, τον οποίον ιστορικός τις αποκαλεί
«σοφώτατον της Κρήτης της εποχής εκείνης» του επιδείξαντος σύνεσιν και ανδρείαν κατά
τας διαφόρους μάχας και διαπρέψαντος εις την Βουλήν της Κρήτης κατά διαφόρους
περιόδους.
Των νεωτέρων αυτών, Γεωργίου Σ. Κουτσούρη, Χαρ. Λιαντρή, Ανδρέα και Βασ.
Μυλωνάκη, των Βιστάκιδων, του συνδαιτημόνος μας γενναίου Μακεδονομάχου Λεωνίδα
Χαλκιαδάκη, των Βερνάρδηδων, των Ροδινών, των Γαγάνηδων, των Παπατζανίδων του
νεωτέρου μας ήρωος Μάρκου Αβάτζου, του γεναίου Ι. Δρουλίσκου, των Βλαστών και
πολλών άλλων ηρώων των οποίων τα ονόματα διαφεύγουν την μνήμην μου οι οποίοι
ελάμπρυναν την ιστορίαν του Ατσιποπούλου και εδόξασαν ολόκληρον την Κρήτην.
Αλλά και όταν εκ των θρυλικών του Θερίσσου λοφίσκων εξηγγέλθησαν αι
εθνοσωτήριοι αρχαί του μεγάλου της Ελλάδος πολιτικού ηγέτου, σύσσωμον το
Ατσιπόπουλον έσπευσε και ετάχθη παρά το πλευρόν του κ. Ελ. Βενιζέλου και δια πάσης
θυσίας υπεστήριζε τας αρχάς του. Εκ του Ατσιποπούλου ο κ. Βενιζέλος «εδιάλεξεν τους
εκλεκτούς αρχηγούς δια την δυτικήν Κρήτην. Εις Ατσιποπουλιανούς ανετέθη εκ του
Θερίσσου η μυστική ταχυδρομική αλληλογραφία του. Εις Ατσιποπουλιανούς ενεπιστεύθη
τας πολεμικάς επιχειρήσεις κατά πολλών τότε εντοπίων και ξένων εχθρών του.
Γενναίοι συμπολίται!
Εγείρω το κύπελλον εις μνήμην των μεγάλων εκείνων προμάχων του Ατσιποπούλου
και της Κρήτης. Εγείρω το κύπελλον και υπέρ υμών ήδη, ω ευγενή θρέμματα του
Ατσιποπούλου και ηρωικοί της Πατρίδος στρατιώται, οίτινες δεν είσθε μόνον απόγονοι
μεγάλων πατέρων, αλλά και μιμηταί αυτών υπέροχοι, αγωνισθέντες εις των μαχών τα
πεδία.
Είσθε, ναι, αντάξιοι εκείνων απόγονοι και κληρονόμοι της ανδρείας των και των
αρετών των. Διεπρέψατε εις Μπιζάνι, ηλευθερώσατε από του Βουλγαρικού άγους το Κιλκίς
και τον Λαχανά και ήρατε προσφάτως την περιφανή νίκην της Δοϊράνης και του Σκρά.
Ευθαλείς βλαστοί του Ατσιποπούλου, μνήμονες παραδόσεων ιερών και
θεματοφύλακες επαγγελιών ιεροτέρων, δια του ηρωισμού σας και της αυτοθυσίας σας
ετιμήσατε το πάτριον έδαφος και την Ελλάδα ολόκληρον. Συνετελέσατε εις τον θρίαμβον
του Ελληνισμού, εις την εύρυνσιν των ορίων του Κράτους εις της φυλής την ένωσιν, ήτις
συντελείται σήμερον με τα ρόδα και τους ζεφύρους του Μαΐου με την αναγέννησιν της
φύσεως.
Διότι αναγεννάται η Ελλάς σήμερον, αποβαλούσα τα νεκρικά σάβανα, συντρίψασα
τας αιμοφύρτους αλύσεις. Αναγεννάται, φέρουσα επί του μετώπου τον λάμποντα
στέφανον της ελευθερίας.
Προπίνω υπέρ υμών ω ευγενείς νέοι του Ατσιποπούλου. Ας προπίωμεν όλοι και
υπέρ του ισχυρού αγωνιστού εν τω σταδίω ειρηνικών αγώνων του ευγενώς ξενίζοντος υμάς
συγχωριανού μας κ. Ιω. Ροδινού όστις απεδείχθη ισχυρός στυλοβάτης μιας εκπολιτιστικής
εργασίας ήτις και τον Πειραιά προάγει και το Ατσιπόπουλον εν ω εγεννήθη, ως και
ολόκληρον την Κρήτην υπερόχως τιμά.
Ας προπίωμεν και υπέρ του ισχυρού αυτού συναθλητού του κ. Ιωάν. Βοργιά, όστις
εσχάτως διεκηρύχθη επίτιμος πολίτης Ατσιποπούλου, και όστις πλήρης μορφώσεως και
αρετών συμβάλλει εις την προαγωγήν του έργου όπερ ο κ. Ροδινός επί στερεών βάσεων
εθεμελίωσε καθώς και εις την προαγωγήν διακεκριμένων άλλων επιχειρήσεων.
Προπίνω υπέρ όλων υμών των ηρωικών τέκνων του Ατσιποπούλου. Προπίνω υπέρ
της μεγαλυνομένης Ελληνικής Πατρίδος της οποίας το ιερόν σύμβολον αρωματίζουσι την
στιγμήν ταύτην αι αύραι της Ιωνίας όπερ ας ευχηθώμεν να σταθή αφεύκτως και επί του
ιερού ναού της Αγίας Σοφίας.
«Ζήτω η Ελληνική φυλή. Ζήτω το Ατσιπόπουλο. Ζήτω οι ένδοξοί του στρατιώται.
Ζήτω το επίλεκτόν τέκνον του Ατσιποπούλου Ιω. Ροδινός. Ζήτω ο επίτιμος συνδημότης μας
Ι. Βοργιάς. Ζήτω ο Βενιζέλος. Ζήτω η Σμύρνη».
Ακολούθως δι’ ολίγων αλλά μεστών πατριωτικής εξάρσεως λέξεων προσεφώνησε
τους καλουμένους Ατσιποπουλιανούς ο κ. Ι. Βοργιάς ο συνεταίρος του κ. Ι. Ροδινού,
ευχαριστήσας επί τη εκλογή αυτού ως επιτίμου πολίτου του Ατσιποπούλου και ευχηθείς
υπέρ της απελευθερώσεως της πατρίδος του Θράκης. Απεστάλη δε προς την Κοινότητα
Ατσιποπούλου το εξής τηλεγράφημα:
Πρόεδρον Κοινότητος Ατσιποπούλου
Ατσιπόπουλον Ρέθυμνον
Καταλήψει Σμύρνης, τιμή ηρώων Ατσιποπούλου, πρωτοβουλία Ιωάννου Ροδινού,
άπαντες Ατσιποπουλιανοί Αθηνών Πειραίως εορτάζουσι.
Λεωνίδας Χαλκιαδάκης
Ανθυπομοίραρχος
Ελευθέριος Παπαγιαννάκης
δημοσιογράφος