
Ι. ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α’
Περί Εκκλησίας της Κρήτης.
Άρθρ.1.
“Η εν Κρήτη Ορθόδοξος Εκκλησία, απαρτιζομένη εκ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής και των Ι. Μητροπολιτών Κρήτης, είναι ημιαυτόνομος, έχουσα την κανονικήν εξάρτησιν αυτής εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου”.
Το άρθρ.1 αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 1 άρθρ. 2 Α.Ν. 137/1967.
Δια της παρ. 3 άρθρ. 2 του αυτού Α.Ν. 137/67 ωρίσθη ότι “όπου εν τω Νόμ. 4149/1961 αναφέρεται “Μητρόπολις Κρήτης” και “Μητροπολίτης Κρήτης”, νοείται αντιστοίχως “Αρχιεπισκοπή Κρήτης” και “Αρχιεπίσκοπος Κρήτης” και όπου αναφέρονται “Επισκοπαί” ή “Επίσκοποι” νοούνται αντιστοίχως “Μητροπόλεις” ή “Μητροπολίται”.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β’
Περί Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης.
Άρθρ.2.
Της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κρήτης ανωτάτη διοικητική αρχή είναι η εν Ηρακλείω Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος Κρήτης, συγκειμένη εκ του Μητροπολίτου Κρήτης, ως Προέδρου, και των Θεοφιλεστάτων Επισκοπών της Νήσου.
Άρθρ.3.
1.Η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος Κρήτης συνέρχεται εις τρεις κατ’ έτος τακτικάς Συνόδους, της μιας εκ τούτων συγκαλουμένης αυτοδικαίως κατ’ Οκτώβριον μήνα των δύο δε ετέρων συγκαλουμένων εις χρόνον οριζόμενον υπ’ Αυτής κατά την κατ’ Οκτώβριον Σύνοδον Αυτής.
Αύτη συνέρχεται και εκτάκτως οσάκις συγκληθή προς τούτο υπό του Προέδρου Αυτής ή κατ’ αίτησιν της πλειοψηφίας των Επισκόπων ή κατ’ αίτησιν της Κυβερνήσεως.
2.Κωλυομένου του Μητροπολίτου η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος Κρήτης συγκαλείται υπό του εκ των εν ενεργεία Επισκόπων έχοντος τα Πρεσβεία της χειροτονίας εν γνώσει όμως του Μητροπολίτου.
Άρθρ.4.
Η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος εξετάζει τα αφορώντα ει την εν Κρήτη Εκκλησίαν ζητήματα και αποφαίνεται επ’ αυτών κατά το πνεύμα της καθόλου Εκκλησίας εκδίδουσα διατάξεις, ισχύουσας μόνον εν Κρήτη. Τα πρακτικά αυτής κοινοποιούνται εις την Ιεράν Σύνοδον του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Άρθρ.5.
Ουδείς των Επισκόπων δικαιούται να αρνηθή, όπως προσέλθη και μετάσχη των εργασιών της τακτικής Συνόδου, εκτός δια λόγους ασθενείας. Οι αδικαιολογήτως απουσιάζοντες υπόκεινται εις τας υπό των Ιερών κανόνων προβλεπομένας κυρώσεις.
Άρθρ.6.
Η Ιερά Σύνοδος συνεδριάζει των συνέδρων φερόντων εγκόλπιον και επανωκαλύμαυχον, έχει δε ως Γραμματέα αυτής ή εκ των Επισκόπων Κρήτης τον κατά την χειροτονίαν νεώτερον ή ένα βαθμοφόρον Κληρικόν, οριζόμενον υπ’ αυτής.
Άρθρ.7.
Η Ιερά Σύνοδος ευρίσκεται εν απαρτία εάν οι παρόντες είναι πλείονες του ημίσεος. Επί μη δικαστικών υποθέσεων εν ισοψηφία νικά η ψήφος του Προέδρου.
Άρθρ.8.
(Καταργήθηκε από την πρώτη περίοδο της παρ.7 άρθρ.43 Νόμ.2413/14-17 Ιουν.1996).
Άρθρ.9.
Η Ιερά Σύνοδος εργάζεται επί τη βάσει ημερησίας διατάξεως η οποία προκειμένου, περί της κατ’ Οκτώβριον τακτικής αυτής Συνόδου, καταρτίζεται ως εξής: Οι Αρχιερείς μέχρι τέλους Αυγούστου στέλλουσιν όσα θέματα έχουσιν εις τον Μητροπολίτην. Ούτος, παραλαμβάνων ταύτα και προσθέτων όσα έχει ο ίδιος τα κατατάσσει προσηκόντως και προ τριάκοντα τουλάχιστον ημερών στέλλει την ημερησίαν διάταξιν εις του Αρχιερείς. Η Σύνοδος όμως δύναται να επιληφθή και των τυχόν προκυψάντων μέχρι της συγκλήσεως ταύτης ζητημάτων.
Άρθρ.10.
1.Η Ιερά Σύνοδος μεριμνά περί της τηρήσεως των εις την πίστιν και την θείαν λατρείαν αφορώντων, κατά τα ανέκαθεν εν τη Εκκλησία κρατούντα και κεκανονισμένα εκδίδουσα σχετικάς διατάξεις.
2.Ασκεί έλεγχον επί των πράξεων του Μητροπολίτου και των Επισκόπων της Νήσου και εκδικάζει τα μη συνεπαγόμενα καθαίρεσιν παραπτώματα των Επισκόπων.
3.Εκλέγει, χειροτονεί και καθίστησι τους Επισκόπους Κρήτης.
4.Γνωματεύει περί συγχωνεύσεως ή επανασυστάσεως των Επισκόπων και περί μεταθέσεως της έδρας εκάστης Επισκοπής και υποβάλλει την σχετικήν αυτής γνωμάτευσιν προς έγκρισιν εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον.
5.Αποδέχεται ή απορρίπτει τας περί παραιτήσεως αιτήσεις των Επισκόπων Κρήτης ή την παύσιν αυτών και υποβάλλει την σχετικήν αυτής απόφασιν προς έγκρισιν εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον.
6.Αποφασίζει περί της ιδρύσεως, συγχωνεύσεως ή διαλύσεως των Ιερών Μονών και της μετατροπής αυτών από ανδρώας εις γυναικείας και τανάπαλιν.
7.Επαγρυπνεί επί της εκπαιδεύσεως, της μορφώσεως και της ακριβούς εκπληρώσεως των καθηκόντων των κληρικών και μοναχών και της εν γένει πολιτείας αυτών.
8.Μεριμνά περί της ευπρέπειας των Ιερών Ναών και της τηρήσεως του αρχαίου αλλά καλλιτεχνικού τύπου των Ιερών εικόνων.
9.Επαγρυπνεί επί του κατά την Ορθόδοξον Χριστιανικήν διδασκαλίαν βίου του πληρώματος της Εκκλησίας Κρήτης δια του κηρύγματος του θείου λόγου, δι’ εκδόσεως ηθικοθρησκευτικών βιβλίων, περιοδικών και άλλων εντύπων, δια παραινετικών γραμμάτων και δια παντός άλλου καταλλήλου τρόπου.
10.Αποφασίζει και ενεργεί τα υπό των Ιερών Κανόνων και των Νόμων του Κράτους οριζόμενα κατά παντός, ο οποίος μετά την διεξαγωγήν ενόρκων ανακρίσεων ήθελε διαπιστωθή ότι είναι αιρετικός.
Προσωπικός αφορισμός εκδίδεται υπό της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου μόνον κατά αιρετικού μετά προηγουμένην έγκρισιν του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Άρθρ.11.
Η Εκκλησιαστική Σχολή Κρήτης διατελεί υπό την πνευματικήν προστασίαν της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης, πάσαν δε γνώμην αυτής περί της λειτουργίας της γνωρίζει τω αρμοδίω Υπουργείω εξαιτουμένη την λήψιν των ων αύτη κρίνει αναγκαίων δια την εύρυθμον λειτουργίαν της μέτρων. Ο Πρόεδρος της Εφορείας της Σχολής υποχρεούται, όπως υποβάλη τη Ιερά Συνόδω καθ’ εκάστην ετησίαν τακτικήν συνεδρίαν αυτής έκθεσιν περί των πεπραγμένων και της καθόλου καταστάσεως αυτής υποβαλλομένην εν αντιγράφω δια του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω.
Άρθρ.12.
1.Η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος Κρήτης εκδίδει επίσημον δελτίον εν Ηρακλείω υπό την επωνυμίαν “Απόστολος Τίτος”, εν ω δημοσιεύονται πράξεις, αποφάσεις και εγκύκλιοι αυτής και των Αρχιερέων και εποικοδομητικά άρθρα.
2.Η εποπτεία της εκδόσεως ανατίθεται εις τριμελή επιτροπήν οριζομένην υπό της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης.
3.Το δελτίον λαμβάνουσιν αι Ιεραί Μοναί και οι Ενοριακοί Ναοί Κρήτης, αναγραφομένης εν τοις προϋπολογισμοίς αυτών της ετησίας υπέρ του δελτίου συνδρομής.
Άρθρ.13.
Η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος Κρήτης δια του Προέδρου αυτής τηρεί ενήμερον το Οικουμενικόν Πατριαρχείον επί των σοβαρών και εκτάκτων ζητημάτων, ενεργειών και διαβημάτων αυτής.
Άρθρ.14.
Η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος, η Ιερά Μητρόπολις και αι Ιεραί Επισκοπαί Κρήτης έχουσιν εκάστη τούτων ιδίαν σφραγίδα, της οποίας ο τύπος καθορίζεται δι’ αποφάσεως της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης.
Άρθρ.15
Η Ιερά Σύνοδος Κρήτης, η Ιερά Μητρόπολις και αι Ιεράι Επισκοπαί Κρήτης του Κράτους απ’ ευθείας και ατελώς, προς πάσας δε τας εκτός του Κράτους Εκκλησίας δια του Οικουμενικού Πατριαρχείου και προς τας ξένας Πολιτικάς Αρχάς δια του Υπουργείου των Εξωτερικών, της σχετικής αλληλογραφίας διαβιβαζομένης δια του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας.
Άρθρ.16.
Ο Μητροπολίτης Κρήτης, ως Πρόεδρος της Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης, δύναται επί ανεπιδέκτων αναβολής συνήθων υπηρεσιακών ζητημάτων να ενεργή τα δέοντα εξ ονόματος της Ιεράς Συνόδου, αναφέρων αυτή κατά την πρώτην αυτής Σύνοδον πάσαν τοιαύτην αυτού ενέργειαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ’
Διοικητική διαίρεσις της Εκκλησίας της Κρήτης.
Άρθρ.17.
Ο αριθμός των εν Κρήτη Επισκοπικών περιφερειακών ορίζεται εις οκτώ κατά περιφερείας ως ακολούθως:
1.Η Ιερά Μητρόπολις Κρήτης περιλαμβάνουσα την πόλιν Ηρακλείου και τας Επαρχίας Πεδιάδος, Τεμένους, Μαλεβυζίου, ολοκλήρου και εκ της Επαρχίας Μονοφατσίου τους τέως Δήμους Μεγάλης Βρύσεως, Τεφελίου και Αρκαλοχωρίου.
2.Η Ιερά Επισκοπή Γορτύνης περιλαμβάνουσα τας Επαρχίας Πυργιωτίσσης και Κανουργίου και εκ της Επαρχίας Μονοφατσίου τους τέως Δήμους Σκοινιά και Χάρακος και τα χωριά Γκαγκάλες, Λούρες, Στόλοι και Άνω και κάτω Μούλια.
3.Η Ιερά Επισκοπή Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου περιλαμβάνουσα την πόλιν Ρέθυμνον και τας Επαρχίας Μυλοποτάμου και Ρεθύμνης.
4.Η Ιερά Επισκοπή Κυδωνίας και Αποκορώνου περιλαμβάνουσα την πόλιν Χανιά και τας Επαρχίας Αποκορώνου και Κυδωνίας.
5.Η Ιερά Επισκοπή Λάμπης και Σφακίων περιλαμβάνουσα τας Επαρχίας Αμαρίου, Αγίου Βασιλείου και Σφακίων.
6.Η Ιερά Επισκοπή Ιεραπύτνης και Σητείας, περιλαμβάνουσα τας επαρχίας Ιεράπετρας και Σητείας και εκ της Επαρχίας Βιάννου το χωρίον Κάτω Σύμη του τέως Δήμου Αγίου Βασιλείου και εκ της Επαρχίας Μεραμβέλλου το χωρίον Καλό Χωρίον.
7.Η Ιερά Επισκοπή Πέτρας, περιλαμβάνουσα τας Επαρχίας Λασηθίου και Μεραμβέλλου και εκ της Επαρχίας Βιάννου τους Δήμους Βιάννου και Αγίου Βασιλείου.
8.Η Ιερά Επισκοπή Κισσάμου και Σελίνου περιλαμβάνουσα τας Επαρχίας Κισσάμου και Σελίνου και την νήσον Γαύδον.
Άρθρ.18.
Έδραι των Ιερών Επισκόπων είναι της Ιεράς Μητροπόλεως το Ηράκλειον, Γορτύνης αι Μοίραι, Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου το Ρέθυμνον, Κυδωνίας και Αποκορώνου τα Χανιά, Λάμπης και Σφακίων το Σπήλι, Ιεραπύτνης και Σητείας η Ιεράπετρα, Πέτρας η Νεάπολις και Κισσάμου και Σελίνου το Καστέλλι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ’
Εκλογή Αρχιερέων
Άρθρ.19.
1.Άμα τη χηρεία της Ιεράς Μητροπόλεως Κρήτης και μέχρις εκλογής και εγκαταστάσεως Μητροπολίτου αναλαμβάνει καθήκοντα Τοποτηρητού Αυτής ο εκ των εν ενεργεία Επισκόπων Κρήτης έχων τα πρεσβεία της αρχιερωσύνης, οσάκις και ειδοποιεί περί τούτου την Κυβέρνησιν δια του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον.
2.Η Κυβέρνησις δια του επί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού, εντός τεσσαράκοντα ημερών από της χηρείας του Μητροπολιτικού Θρόνου Κρήτης, προτείνει εις την Ιεράν Σύνοδον του Οικουμενικού Πατριαρχείου τρείς εκ των εν ενεργεία Επισκοπών Κρήτης, η δε Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εντός μηνός από της λήψεως της προτάσεως, εκλέγει ένα εκ των προτεινομένων ως Μητροπολίτην Κρήτης και αναγγέλλει τούτο εις τε την Ιεράν Επαρχιακήν Σύνοδον Κρήτης και δια του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων εις την Κυβέρνησιν.
3.Ο κατά τα ανωτέρω εκλεγείς τη προτάσει του επί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού αναγνωρίζεται και εγκαθιδρύεται δια Β.Δ/τος δημοσιευομένου εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η μετά την δημοσίευσιν του σχετικού Β.Δ/τος αναγνώρισις και εγκαθίδρυσις ανακοινούται τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω και τη Ιερά Επαρχιακή Συνόδω Κρήτης.
Ο Μητροπολίτης Κρήτης προ της αναλήψεως των καθηκόντων του δίδει ενώπιον της Α.Μ. του Βασιλέως την εξής διαβεβαίωσιν.
“Μεγαλειότατε, Διαβεβαιούμαι την Υμετέραν Μεγαλειότητα επί της Αρχιερωσύνης μου, ότι, αείποτε διατελών πιστός Αυτή ως τω Βασιλεί και Κυριάρχω της Πατρίδος μου και ευπειθής εις το Σύνταγμα και τους Νόμους του Κράτους, καταβαλώ πάσαν σπουδήν, συν πάση δυνάμει, ίνα εκπληρώ τη θεία χάριτι πάντα τα Αρχιερατικά καθήκοντα της πνευματικής ποιμαντορίας του κατά την κληρωθείσαν μου Επισκοπήν πιστοτάτου Σου λαού, και μάρτυρα επικαλούμαι επί της δαβεβαιώσεως ταύτης αυτόν τον ύψιστον Θεόν, ος δώη τη Υμετέρα Μεγαλειότητι ζωήν πολυχρόνιον εν άκρα υγεία, διατηρείη δε την Υμετέραν Βασιλείαν αδιάσειστον, ευδαιμονούσαν αυξάνουσαν και κρατυνομένην”.
Άρθρ.20.
1.Άμα τη χηρεία Επισκοπής τινος ο Πρωτοσύγκελος ή μη υπάρχοντος τοιούτου ο Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος Αυτής προσλαμβάνων και ένα αξιωματούχον κληρικόν της Επισκοπής καλεί τον Ειρηνοδίκην και προβαίνει μετ’ αυτού εις την σφράγισιν και εξασφάλισιν των τε πραγμάτων και αρχείων της Επισκοπής, μέχρις ου εκλεγή ο νέος Επίσκοπος, ειδοποιών άμα και περί τούτου την Ιεράν Μητρόπολιν.
2.Την διοίκησιν της χηρευούσης Ιεράς Επισκοπής ο Μητροπολίτης Κρήτης, ως Πρόεδρος της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου, αναθέτει ενί των ομόρων Αρχιερέων του ιδίου Νομού, μη υπάρχοντος δε Επισκόπου εν τω αυτώ Νομώ ο Μητροπολίτης ορίζει ένα εκ των γειτνιαζόντων Επισκόπων. Κατά την χηρείαν της Επισκοπής μνημονεύεται εν αυτή ο Μητροπολίτης Κρήτης.
3.Ο Τοποτηρητής της χηρευούσης Ιεράς Επισκοπής διεξάγει την τρέχουσαν υπηρεσίαν μόνον, μη δικαιούμενος να προβαίνη εις μεταβολάς των Εφημερίων των Ιερών Ναών και του προσωπικού των Ιερών Ναών και του προσωπικού των Ιερών Μονών ταύτης, ειμή εν εκτάκτω ανάγκη και κατόπιν συνεννοήσεως μετά του Μητροπολίτου Κρήτης.
Άρθρ.21.
1.Η εκλογή προς πλήρωσιν των χηρευουσών Επισκοπών Κρήτης ενεργείται υπό της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης κατά την αμέσως επομένην της χηρείας του επισκοπικού θρόνου τακτικήν ή έκτακτον Σύνοδον αυτής, εξ υποψηφίων εκ του καταλόγου των προς Αρχιερατείαν εκλογίμων.
2.Η εκλογή γίνεται δια μυστικής ψηφοφορίας εν μια και μόνη συνεδριάσει, άνευ διακοπής εν τω Μητροπολιτικώ Ναώ, προεδρεύον τος του Μητροπολίτου Κρήτης, εκτελούντος χρέη γραμματέως του νεώτερου των παρισταμένων κατά τα πρεσβεία της Αρχιερωσύνης Αρχιερέως.
3.Η Σύνοδος θεωρείται εν απαρτία και ενεργεί εγκύρως την εκλογήν αν παρίστανται τα 2/3 των μελών της Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης, των μη μετεχόντων Αρχιερέων γενομένων συμψήφων δια ψηφοδελτίων αποστελλομένων εις τον Μητροπολίτην Κρήτης επί αποδείξει.
“Εις περίπτωσιν καθ’ ην αι χηρεύουσαι Επισκοπαί είναι πλείονες της μιας, η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος συμπληρούται δι’ ίσου αριθμού Ιεραρχών του Οικουμενικού Πατριαρχείου”.
(Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 77/1974 ).
Τα ψηφοδέλτια των απόντων αρχιερέων περιλαμβάνοντα τρία ονόματα εκ των περιλαμβανομένων εις τον κατάλογον των εκλογίμων, εγκλείονται εντός μικρού φακέλλου καλώς εσφραγισμένου άνευ ουδενός διακριτικού σημείου επ’ αυτού. Ο φάκελλος ούτος τίθεται εντός μεγαλυτέρου φακέλλου καλώς εσφραγισμένου, επί του οποίου αναγράφεται το όνομα του αποστέλλοντος αρχιερέως. Οι εξωτερικοί ούτοι φάκελλοι, κατά την ημέραν της προς εκλογήν συνεδριάσεως της Συνόδου και μετά την διαπίστωσιν της απαρτίας αυτής, αποσφραγίζονται και καταστρέφονται υπό του Προέδρου αυτής ενώπιον των λοιπών συνέδρων και ο περιεχόμενος εν αυτοίς μικρός φάκελλος, ο περιέχων το ψηφοδέλτιον, τίθεται εντός της ψηφοδόχου. Μετά την διαδικασίαν ταύτην και εν συνεχεία ψηφίζουσι και οι παρόντες Αρχιερείς.
4.Έκαστος Αρχιερεύς αναγράφει εν τω ψηφοδελτίω τα ονόματα των υπ’ αυτού προτεινομένων ως υποψηφίων και τον τίτλον αυτών άνευ ουδενός ετέρου διακριτικού σημείου.
Το ψηφοδέλτιον εγκλείεται εντός φακέλλου άνευ αναγραφής επ’ αυτού διακριτικού τινος σημείου.
Οι φάκελλοι παραδίδονται εις τον Γραμματέα, ο οποίος τίθησιν αυτούς εντός ψηφοδόχου. Μετά την παράδοσιν των ψηφοδελτίων γίνεται υπό του Προέδρου η αποσφράγισις των φακέλλων και ο έλεγχος των ψηφοδελτίων. Εν συνεχεία ο Πρόεδρος εκφωνεί τα εν εκάστω ψηφοδελτίω ονόματα και ο Γραμματεύς καταχωρεί ταύτα εις το Πρακτικόν.
5. «Τα ψηφοδέλτια μονογράφονται υπό του Προέδρου».
Το μέσα σε «» πρώτο εδάφιο αντικαταστάθηκε ως άνω από την δεύτερη περίοδο της παρ.7 άρθρ.43 Νόμ.2413/14-17 Ιουν.1996 (ΦΕΚ Α 124)
Τα ψηφοδέλτια τα φέροντα εκτός του ονόματος των υποδεικνυομένων εμφανή διακριτικά σημεία θεωρούνται άκυρα, ψηφοδέλτια δε εις α είναι αναγεγραμμένα περισσότερα ή ολιγώτερα των τριών ονόματα ως και ψηφοδέλτια αναγράφοντα όνομα μη αναγεγραμμένον εν τω καταλόγω των εκλογίμων είναι επίσης άκυρα.
Βάσει των Πρακτικών διαλογής των ψηφοδελτίων ανακηρύσσονται ως υποψήφιοι οι τρεις πρώτοι πλειοψηφήσαντες. Εν περιπτώσει ισοψηφίας περί του τρίτου κατά σειράν προκριτέου ούτος αναδεικνύεται δια κλήρου μεταξύ των ισοψηφίων.
6.Τα ονόματα των ούτωσι ανακηρυχθέντων υποψηφίων ανακοινούνται υπό του Προέδρου τοις Συνέδροις και καλούνται, όπως εκ των τριών υποδείξωσι τον ένα δια μυστικής δια ψηφοδελτίων ψηφοφορίας.
7.Η προς ανάδειξιν του ενός ψηφοφορία διεξάγεται κατά την αυτήν ως άνω διαδικασίαν, άρχεται δε μετά προηγουμένην κατά τας τυπικάς διατάξεις της Εκκλησίας δια την επίκλησιν του Αγίου Πνεύματος προσευχήν.
8.Εκλεγείς θεωρείται ο λαβών δια μιας ψηφοφορίας την πλειοψηφίαν. Εν περιπτώσει ισοψηφίας ο εκλεγείς αναδεικνύεται δια κλήρου μεταξύ των ισοψηφίων.
9.Την κατά τα ανωτέρω εκλογήν αναγγέλει επισήμως ο Πρόεδρος εις τον εκλεγέντα, όστις εν συνεχεία καλείται όπως δώση το νενομισμένον μήνυμα ενώπιον της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου, μεθ’ ο επακολουθεί η χειροτονία αυτού. Ταύτην ο Πρόεδρος της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης δι’ εγγράφου του γνωρίζει εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και το Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, όπερ εντός δέκα πέντε ημερών εκδίδει το Β.Δ/μα της καταστάσεως και αναγνωρίσεως αυτού, το οποίον μετά την δημοσίευσιν του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως κοινοποιείται εις την Ιεράν Επαρχιακήν Σύνοδον Κρήτης, ήτις ανακοινοί τούτο δια του Προέδρου αυτής τω χειροτονηθέντι.
10.Οι εκλεγόμενοι Επίσκοποι Κρήτης προ της αναλήψεως των καθηκόντων αυτών δίδουσιν ενώπιον του Βασιλέως την κατά το άρθρ. 19 του παρόντος διαβεβαίωσιν.
Άρθρ.22.
1.”Η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος Κρήτης καταρτίζει τον κατάλογον των προς αρχιερατείαν εκλογίμων.
Ο κατάλογος ούτος, διαρκούς ισχύος, αναθεωρείται καθ’ εκάστην Σύνοδον της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης δια της προσθήκης εις αυτόν νέων εκλογίμων και της διαγραφής εξ αυτού των τυχόν εν τω μεταξύ απολεσάντων έν ή πλείονα προσόντα.
2.Ίνα εγγραφή τις εν τω καταλόγω των προς αρχιερατείαν εκλογίμων δέον να κέκτηται τα κάτωθι προσόντα:
α)Να έχη ορθώς και υγιώς περί την πίστιν και να διακρίνεται επί συνέσει και ανεπιλήπτω τω βίω.
β)Να είναι κληρικός άγαμος, κεχειροτονημένος από δεκαετίας τουλάχιστον.
γ)Να είναι Έλλην πολίτης ή Έλλην το γένος.
δ)Να κέκτηται πτυχίον Θεολογικής Σχολής Ελληνικού Πανεπιστημίου ή της Θεολογικής Σχολής Χάλκης.
“ε)Να έχει συμπληρωμένο το 35ο έτος της ηλικίας του”.
Το εδαφ. ε’ αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ. 2 άρθρ. 12 Νόμ. 1894/1990
ς)Να μη έχη καταδικασθή τελεσιδίκως υπό εκκλησιαστικών ή Ποινικών Δικαστηρίων.
Πλέον τούτων:
1.Να έχη πενταετή τουλάχιστον ευδόκιμον υπηρεσίαν από της λήψεως του πτυχίου εν Ελλάδι ή εν αλλοδαπή εις μίαν ή πλείονας των κάτωθι θέσεων:
α)Αρχιγραμματέως ή Γραμματέως της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή της Εκκλησίας της Ελλάδος ή Γραμματέως της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης.
β)Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης ή της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών ή Ιεράς Μητροπόλεως της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας ή Ιεράς Μητροπόλεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή της Εκκλησίας της Ελλάδος.
γ)Ιεροκήρυκος Ιεράς Μητροπόλεως ή Ιεροκήρυκος ή Εφημερίου Ιερού Ναού των ως άνω Εκκλησιών ή των Ενόπλων Δυνάμεων.
δ)Διευθυντού ή Καθηγητού Σχολείου Εκκλησιαστικής ή Μέσης Εκπαιδεύσεως, και
ε)Ηγουμένου Μονής τινός των αυτών ως άνω Εκκλησιών εν η εγκαταβιούσι τουλάχιστον 30 αδελφοί, ή
2.Να είναι τακτικός ή έκτακτος Καθηγητής ή Υφηγητής Θεολογικής Σχολής των εν Ελλάδι Πανεπιστημίων ή της Θεολογικής Σχολής Χάλκης.
Τα αποδεικτικά των προσόντων βεβαιούνται δια πιστοποιητικών αρμοδίως εκδιδομένων, η δε έλλειψις οιουδήποτε εκ των απαιτουμένων κατά τα άνω προσόντων καθιστά αυτοδικαίως άκυρον την τυχόν εγγραφήν υποψηφίου εις τον κατάλογον των εκλογίμων.
3.Η εγγραφή εις τον κατάλογον των εκλογίμων ενεργείται κατόπιν προτάσεως του Αρχιεπισκόπου ή των Μητροπολιτών Κρήτης, συνοδευομένης υφ’ όλων των εγγράφων πιστοποιητικών περί των προσόντων των υποψηφίων και υποβαλλομένης μετ’ αυτών υπό του προτείνοντος Αρχιερέως εις τον Πρόεδρον της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου τουλάχιστον 10 ημέρας πρό της συγκλήσεως αυτής, όστις αποστέλλει εις τους Μητροπολίτας ονομαστικόν πίνακα των προτεινομένων προς εγγραφήν εις τον κατάλογον των εκλογίμων προ της συγκλήσεως της Ιεράς Συνόδου, ίνα λάβωσι γνώσιν.
Η εγγραφή εις τον κατάλογον των εκλογίμων γίνεται δια μυστικής δια ψηφοδελτίων ψηφοφορίας και δι’ αυτήν απαιτείται, όπως συγκεντρώση ο υποψήφιος τα 2/3 των μελών της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου.
Ο κατά τα άνω καταρτισθησόμενος κατάλογος όστις κατά την πρώτην εφαρμογήν του παρόντος, δέον, όπως καταρτισθή το βραδύτερον εντός μηνός από της δημοσιεύσεως αυτού και αι εκάστοτε μεταβολαί τούτου, δια της προσθήκης ή της διαγραφής εκλογίμων, υποβάλλονται εις το Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων προς γνώσιν”.
Το άρθρ. 22 αντικατεστάθη ως άνω δια του Ν.Δ. 464/1970.
“4. Οι Βοηθοί Επίσκοποι και οι Μητροπολίται του κλίματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου δύνανται να εκλέγωνται εις κενάς Επισκοπικάς έδρας, άνευ εγγραφής εις τον κατά το άρθρον τούτο κατάλογον των εκλογίμων”.
Η παρ. 4 προσετέθη δια του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 77/1974.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β’
Καθήκοντα Αρχιερέων
Άρθρ.23.
Έκαστος Αρχιερεύς ως εκκλησιαστική Αρχή της κληρωθείσης αυτώ Επισκοπής, ασκεί τα υπό των επομένων άρθρων και γενικώς υπό των Ιερών Κανόνων, των Εκκλησιαστικών Διατάξεων και των Νόμων του Κράτους διαγορευόμενα καθήκοντα.
Άρθρ.24.
Ο Μητροπολίτης Κρήτης τηρεί την εν Συνταγματίω των Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχείου θέσιν αυτού, ως και πάσας τας εν τη θέσει αυτού συμπαρομαρτούσας προνομίας και δικαιώματα προσκαλούμενος δε τυχόν παρακάθηται ως μέλος της Πατριαρχικής Συνόδου.
Άρθρ.25.
Ο Μητροπολίτης και οι Επίσκοποι Κρήτης διατελούσιν υπό την εφορείαν της Ιεράς Συνόδου Κρήτης, εκτελούσι δε τας αποφάσεις αυτής.
Δια πάσαν παράβασιν ή αμέλειαν περί τα εκκλησιαστικά αυτών καθήκοντα υπόκεινται εις κανονικήν ευθύνην και δίδουσι λόγον ενώπιον της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου.
Κατά Οκτώβριον μήνα υποχρεούνται να υποβάλωσιν εις την Ιεράν Επαρχιακήν Σύνοδον λεπτομερή έκθεσιν των πεπραγμένων, των αναγομένων εις τα ποιμαντορικά αυτών καθήκοντα και περί της εν γένει καταστάσεως της Επαρχίας αυτών, ήτις αναγιγνώσκεται εις την Ιεράν Σύνοδον. Αντίγραφον ταύτης αποστέλλεται δια του Μητροπολίτου εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και το Υπουργείον Θησκευμάτων. Η παράλειψις της υποβολής της εκθέσεως εις την Ιεράν Σύνοδον συνιστά παράβασιν καθήκοντος.
Άρθρ.26.
Ο Αρχιερεύς εν τη ποιμαντορική αυτού ενεργεία εν σχέσει προς τον υπ’ αυτόν Ιερόν Κλήρον και λαόν και τους εν ταις Ιεραίς Μοναίς ασκουμένους μοναχούς, έχει καθήκοντα ανάλογα προς τα υπό της Ιεράς Συνόδου έναντι των αρχιερέων ασκούμενα.
Πάσα οργάνωσις προς άσκησιν μοναχικού βίου υπ’ ανδρών ή γυναικών, ενισχυομένη και δια προσφορών ευσεβών χριστιανών, υπάγεται υπό την εποπτείαν του οικείου Αρχιερέως, οφείλουσα να λογοδοτή εις αυτόν περί της διαχειρίσεως της περιουσίας αυτής.
Άρθρ.27.
Ο Αρχιερεύς εν τη Εκκλησιαστική αυτού περιφέρεια τελεί πάντα τα υπό των Ιερών Κανόνων επιβαλλόμενα καθήκοντα αυτώ ιδία δε τα Ιερά Μυστήρια και κηρύττει τον θείον λόγον, καθιεροί του Ιερούς Ναούς, εποπτεύει επί της ακριβούς εκτελέσεως πάσης ιεροτελεστίας και της κατά τας τυπικάς διατάξεις ευκόσμου διεξαγωγής των ιερών ακολουθιών, μεριμνά περί της ευπρεπούς διακοσμήσεως των Ιερών Ναών, η εις τους οποίους εισαγωγή και τοποθέτησις ιερών εικόνων απαραιτήτως πρέπει να τυγχάνει της προτέρας εγκρίσεως αυτού, μεριμνά ωσαύτως περί των ιερών σκευών και αμφίων και περί πάντων εν γένει των εις την θείαν λατρείαν αναγομένων και προτείνει τη Ιερά Επαρχιακή Συνόδω την ίδρυσιν, ανασύστασιν ή συγχώνευσιν Ιερών Μονών.
Άρθρ.28.
1.Οσάκις ήθελε πληροφορηθή θετικώς, ότι επιχειρεί τις να διαταράξη την εν Κρήτη Ορθόδοξον Εκκλησίαν, δι’ ετεροδιδασκαλίας ή διδαχής, προφορικώς ή γραπτώς, δια προσηλυτισμού, ή άλλως πως, ζητεί την παύσιν του κακού δια της Πολιτικής Αρχής και εκδίδει παραινετικά γράμματα προς τον λαόν προς αποφυγήν της εκ τοιούτων διδαχών προσγινομένης θρησκευτικής βλάβης. Περί παντός ελεγχομένου ως αιρετικού διεξάγει ενόρκους ανακρίσεις και υποβάλλει ταύτας εις την Ιεράν Σύνοδον, η οποία ενεργεί τα υπό των Ιερών Κανόνων και των Νόμων του Κράτους οριζόμενα.
2.Ο Αρχιερεύς επαγρυπνεί επί του περιεχομένου των εις χρήσιν του κλήρου και της νεολαίας δημοσιευομένων βιβλίων, φυλλαδίων, πινάκων και άλλων εντύπων πραγματευομένων αντικείμενα θρησκευτικά. Οσάκις ήθελε παρατηρήσει ότι ταύτα περιέχουσί τι αντικείμενον εις τα θεία δόγματα, τα ιερά Μυστήρια και τους Εκκλησιαστικούς Κανόνας, την διδασκαλίαν, τας ιεράς παραδόσεις, τας ιεράς τελετάς και τα έθιμα της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας ή ανευλαβείς εκφράσεις κατά της θρησκείας και των λειτουργών αυτής, ζητεί την επέμβασιν των αρμοδίων Πολιτικών Αρχών, προς ενέργειαν των κατά τους κειμένους Νόμους οριζομένων.
3.Ανάλογα ισχύουσι και περί παντός θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου προσβάλλοντος ή χλευάζοντος τα δόγματα και τας διατάξεις της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας ή τους λειτουργούς αυτής ή το ιερατικόν αυτών σχήμα ή απάδοντος εις τα χρηστά ήθη.
4.Ο Αρχιερεύς μεριμνά περί της ηθικής και κατά τους Ιερούς Κανόνας βιοτής των υπ’ αυτόν χριστιανών, και φροντίζει δια την ευθείαν οδόν επάνοδον των εξ αυτής παρεκτρεπομένων.
Άρθρ.29.
Την διαχείρισιν των κατά τον Νόμον εισφορών των Ιερών Ναών προς συντήρησιν των Μητροπολιτικών Γραφείων ή άλλων προσόδων της Επισκοπής, διεξάγει υπευθύνως ο οικείος Ιεράρχης.
Άρθρ.30.
Ο Αρχιερεύς οφείλει να περιοδεύη άπαξ τουλάχιστον του ενιαυτού εν τη ιδία αυτού Επισκοπή, προς εκτέλεσιν των ποιμαντορικών αυτού καθηκόντων.
Άρθρ.31.
Μη υπάρχοντος Πρωτοσυγκέλου, ο Αρχιερεύς όταν απέρχεται από της Επιτροπικής αυτού έδρας προς διεκπεραίωσιν της υπηρεσίας διορίζει επίτροπον αυτού αξιωματούχον Κληρικόν.
Άρθρ.32.
Έκαστος Αρχιερεύς εις διαφόρους περιφερείας της Επισκοπής αυτού, κατά τας ανάγκας αυτής, δύναται να διορίζη εκ των Κληρικών, Αρχιερατικούς Επιτρόπους δι’ έκδοσιν αδειών γάμου και ν’ αναθέτη αυτοίς εγγράφως και καθήκοντα εποπτείας εν τη οικεία περιφερεία.
Άρθρ.33.
Έκαστος Αρχιερεύς προς ιδίαν αυτού υπηρεσίαν δικαιούται να χειροτονή δια τινα των Ναών της Εκκλησιαστικής αυτού περιφερείας διάκονον κεκτημένον τα κατά τον νόμον προσόντα. Ούτος δύναται να χειροτονήται εις Εφημέριον ενορίας προς ην έχει τα ανάλογα προσόντα συμφώνως τω περί Ενοριακών Ναών και Εφημερίων Νόμω.
Άρθρ. 34.
Απαγοερεύεται η ανέγερσις Ιερών Ναών άνευ αδείας του οικείου Αρχιερέως.
Άρθρ.35.
Ουδείς των Επισκόπων Κρήτης δύναται να διαμένη εν τη περιφερεία της Ιεράς Μητροπόλεως ή άλλης Επισκοπής άνευ προτέρας αδείας του οικείου Αρχιερέως, προκειμένου δε να μεταβή εκτός της Κρήτης δείται της αδείας του Μητροπολίτου, ως Προέδρου της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης, εάν δε πρόκειται να εξέλθη των ορίων του Κράτους ο Μητροπολίτης αναφέρει τούτο εις το Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, όπερ τελικώς αποφασίζει:
2.Έκαστος αρχιερεύς οφείλει να εξακριβώνη τας συστατικάς επιστολάς των δια της Επισκοπής αυτού διερχομένων κληρικών και να αποπέμπη δια της αρμοδίας Αρχής τους άνευ λόγου ή άνευ των κεκανονισμένων εγγράφων προσερχομένους ή τους πέραν της τεταγμένης αδείας παραμένοντας εν τη περιφερεία της Επισκοπής αυτού κληρικούς.
3.Η εκτός των ορίων της Ελλάδος μετάβασις του Μητροπολίτου Κρήτης γίνεται τη αδεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου κοινοποιουμένης και τω Υπουργείω Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας.
Άρθρ.36.
1.Ο Μητροπολίτης Κρήτης εν τη θεία λειτουργία μνημονεύει του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχου, οι δε Επίσκοποι του εκάστοτε Μητροπολίτου.
2.Άμα τη χηρεία της Ιεράς Μητροπόλεως Κρήτης και μέχρι της κανονικής εκλογής του νέου Μητροπολίτου οι Επίσκοποι Κρήτης και ο Ιερός Κλήρος της Ιεράς Μητροπόλεως μνημονεύουσι του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου.
Άρθρ.37.
1.Αι αποδοχαί του Μητροπολίτου Κρήτης εξομοιούνται προς τας αποδοχάς του Προέδρου του Αρείου Πάγου των δε λοιπών Επισκόπων προς τας αποδοχάς Αρεοπαγίτου μετά των νομίμων προσαυξήσεων, δι’ ας συνυπολογίζεται ο χρόνος της υπηρεσίας της προηγουμένης δημοσίας υπηρεσίας του Αρχιερέως ως καθηγητού ή Πρωτοσυγκέλου ή Γραμματέως Ιεράς Μητροπόλεως.
2.Πάσαι αι δια του παρόντος καθοριζόμεναι εν γένει αποδοχαί του Μητροπολίτου και των Επισκόπων Κρήτης καταβάλλονται υπό των οικείων Οργανισμών Διοικήσεως και διαχειρίσεως Μοναστηριακής Περιουσίας (Ο.Δ.Μ.Π.) Κρήτης ως και τα υπό του άρθρ. 4 του από 16.4.1936 Β.Δ/τος (Φ.Ε.Κ. 229 Α’) καθοριζόμενα.
3.Οι Αρχιερείς Κρήτης, καλούμενοι εις την Ιεράν Επαρχιακήν Σύνοδον ή αποστελλόμενοι που υπό της Ιεράς Συνόδου επί υπηρεσιακή αποστολή δικαιούνται της υπό των σχετικών Νόμων εκάστοτε οριζομένης ημερησίας αποζημιώσεως καταβαλλομένης εν μεν τη πρώτη περιπτώσει υπό των οικείων Ο.Δ.Μ.Π. Κρήτης, εν δε τη δευτέρα εξ ίσου υπό των τεσσάρων Ο.Δ.Μ.Π. Κρήτης.
Άρθρ.38.
1.Αρχιερεύς κανονικώς χειροτονηθείς η κατασταθείς δεν αποβάλλεται της Επισκοπής αυτού ειμή μετά την κατά τους Ιερούς κανόνας και τους Νόμους του Κράτους τελεσίδικον καταστάσαν καθαίρεσιν από του αξιώματος της Αρχιερωσύνης ή καταδίκην αυτού εις ισόβιον αργίαν ή έκπτωσιν από του θρόνου.
2.Εις τους κατά τα ανωτέρω αποβαλλομένους της Επισκοπής αυτών, εφ’ όσον συμμορφούνται προς την απόφασιν του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, δύναται η Ιερά Σύνοδος να καθορίζη μηνιαίον επίδομα.
Άρθρ.39.
1.Αρχιερεύς δια χρονίαν νόσον ή γήρας, μη δυνάμενος να επιτελή τα ποιμαντορικά αυτού καθήκοντα, ως ταύτα ορίζουσιν οι Ιεροί Κανόνες και οι Νόμοι του Κράτους, υποβάλλει τη Ιερά Συνόδω έγγραφον κανονικήν παραίτησιν εφ’ ης αποφαίνεται αύτη.
2.Η Ιερά Σύνοδος Κρήτης δύναται και αυτεπαγγέλτως να αποφανθή περί της δια νόσον ή γήρας διαρκούς ανικανότητος και απαλλαγής εκ των καθηκόντων του Αρχιερέως τινός μετά προτέραν ένορκον πιστοποίησιν τριών ιατρών ενώπιον του αρμοδίου Προέδρου των Πρωτοδικών.
Άρθρ.40.
Αρχιερεύς παραιτούμενος ή απαλλασσόμενος των καθηκόντων αυτού κατά την παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου, λαμβάνει ισοβίως περίθαλψιν ίσην προς το σύνολον των αποδοχών των εν ενεργεία Αρχιερέων καταβαλλομένην υπό του Ταμείου του οικείου Ο.Δ.Μ.Π.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ’
Περί βοηθού Επισκόπου
Άρθρ.41.
Ο Μητροπολίτης Κρήτης δύναται να προσλαμβάνη βοηθόν Επίσκοπον, όπως αναπληροί αυτόν κατά την εκάστοτε παρεχομένην υπ’ αυτού εντολήν εν τη ενασκήσει των καθηκόντων αυτού ως πνευματικής Αρχής, όστις προσαγορεύεται Θεοφιλέστατος.
Άρθρ.42.
Ο Μητροπολίτης δύναται να αναθέση εις τον βοηθόν Επίσκοπον τα καθήκοντα του Πρωτοσυγκέλου της Ιεράς Μητροπόλεως Κρήτης άνευ ιδιαιτέρας αντιμισθίας.
Άρθρ.43.
Ο Βοηθός Επίσκοπος εκλέγεται υπό της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης εκ τριών προτεινομένων υπό του Μητροπολίτου Κρήτης εκ των περιλαμβανομένων εις τον κατάλογον των εκλογίμων.
Άρθρ.44.
Ο Βοηθός Επίσκοπος δεν δύναται να εκλεγή εις χηρεύουσαν Ιεράν Επισκοπήν προ της παρελεύσεως ετησίας ευδοκίμου υπηρεσίας από της εκλογής ούδ’ έχει δικαίωμα εκλογής δια την Μητρόπολιν.
Άρθρ.45.
Ο Βοηθός Επίσκοπος μισθοδοτείται εκ του Ταμείου του Μητροπολίτου Γραφείου, όντος του Μητροπολίτου υποχρεουμένου προ πάσης άλλης δαπάνης να καταβάλη τους μισθούς του βοηθού Επισκόπου και του Γραμματέως της Ιεράς Μητροπόλεως Κρήτης, ο μισθός δε αυτού είναι οίος και των Βοηθών Επισκόπων της Εκκλησίας της Ελλάδος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ’
Περί Μητροπολιτικών και Επισκοπικών Γραφείων.
Άρθρ.46.
Αι θέσεις τακτικών υπαλλήλων του Μητροπολιτικού Γραφείου της Ιεράς Μητροπόλεως και του Γραφείου εκάστης Ιεράς Επισκοπής Κρήτης ορίζονται ως εξής:
Α’ Κατηγορία
Κλάδος Πρωτοσυγκέλων
Μία Πρωτοσυγκέλου επί βαθμώ 6ω-4ω.
Κλάδος Γραμματέων
Μία Γραμματέως επί βαθμώ 8ω-6ω.
Β’ Κατηγορία
Μία Γραφέως επί βαθμώ 11ω-7ω.
Γ’ Κατηγορία
Μία κλητήρος επί βαθμώ 13ω-9ω.
Άρθρ.47.
1.Πρωτοσύγκελος διορίζεται άνευ διαγωνισμού κληρικός άγαμος, πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης ή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ή Θεσσαλονίκης ή άλλης ομοταγούς Ορθοδόξου Θεολογικής Σχολής.
Οι εκ της Μέσης Εκπαιδεύσεως προερχόμενοι Θεολόγοι κληρικοί διορίζονται Πρωτοσύγκελοι επί βαθμώ αντιστοίχω προς τον εν τη Μέση Εκπαιδεύσει κατεχομένων, η δ’ εν αυτή προϋπηρεσία των υπολογίζεται δια πάσαν περίπτωσιν εν τω κλάδω του Πρωτοσύγκελου.
2.Γραμματεύς διορίζεται κληρικός ή λαϊκός πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χάλκης ή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ή Θεσσαλονίκης ή Ανωτέρου Εκκλησιαστικού Φροντιστηρίου.
3.Γραφεύς διορίζεται κληρικός ή λαϊκός κεκτημένος απολυτήριον Εκκλησιαστικής Σχολής ή Γυμνασίου ή Μέσης Δημοσίας Εμπορικής Σχολής.
4.Κλητήρ διορίζεται ο κεκτημένος απολυτήριον δημοτικού σχολείου.
Άρθρ.48.
1.Οι ήδη υπηρετούντες τακτικοί υπάλληλοι παρ’ εκάστω γραφείω εκ των εν άρθρ. 46 του παρόντος εντάσσονται αυτοδικαίως επί τω αυτώ ον κέκτηνται βαθμώ εις κλάδον αντίστοιχον προς την μέχρι τούδε κατεχομένην παρ’ εκάστω θέσιν.
2.Το άρθρ. 22 του από 23/31 Δεκ. 1955 Β. Δ/τος “περί εφαρμογής του Υπαλληλικού Κώδικος επί των υπαλλήλων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου”, εφαρμόζεται επί των υπαλλήλων τούτων.
Άρθρ.49.
Ο Νόμ. 1811/1951, ως προσηρμόσθη δια του από 23/31 Δεκ. 1955 Β.Δ/τος “περί εφαρμογής του Υπαλληλικού Κώδικος επί των υπαλλήλων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου”, εφαρμόζεται επί των κατά το άρθρ. 46 του παρόντος προσωπικού υπό τας κάτωθι παρεκκλίσεις:
α)Οι υπάλληλοι διορίζονται δια πράξεως του οικείου Ιεράρχου μετ’ απόφασιν του κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
β)Ο διορισμός ανακοινούται δι’ εγγράφου εις το οικείον Τοπικόν Συμβούλιον Ο.Δ.Μ.Π. Κρήτης.
γ)Εν αδυναμία πληρώσεως της θέσεως του γραμματέως δια πτυχιούχου, κατά το άρθρ. 47 παρ. 2 του παρόντος, επιτρέπεται ο διορισμός εκτάκτου αναπληρωτού γραφέως, επί μισθώ 10ου βαθμού κεκτημένου τα προσόντα του άρθρ. 47 παρ. 3.
δ)Οι διοριζόμενοι δίδουσιν ενώπιον του οικείου Ιεράρχου ή του κανονικού αυτού αναπληρωτού τον όρκον της υπηρεσίας του δημοσίου υπαλλήλου, πλην των κληρικών διδόντων, αντί όρκου, ανάλογον διαβεβαίωσιν.
ε)Τα καθήκοντα του Διοικητικού Συμβουλίου και του Προέδρου αυτού ασκεί ο οικείος Ιεράρχης.
ς)Τα καθήκοντα Υπηρεσιακού Συμβουλίου ασκεί το κατά τον Α.Ν. 2200/1940 “περί Ιερών Ναών και Εφημερίων” οικείον Μητροπολιτικόν ή Επισκοπικόν Συμβούλιον συντιθέμενον όμως μόνον υπό του οικείου Μητροπολίτου ή Επισκόπου, του Πρωτοδίκου ή Ειρηνοδίκου και του Δημοσίου Ταμείου.
ζ)Πειθαρχικός προϊστάμενος είναι ο οικείος Ιεράρχης δυνάμενος να επιβάλη εις πάντας τους υπ’ αυτών υπαλλήλους τας ποινάς μέχρι και του προστίμου των αποδοχών 15 ημερών.
Άρθρ.50.
1.Ο Πρωτοσύγκελος διατελών, ως και οι λοιποί υπάλληλοι της Μητροπόλεως ή των Επισκόπων, υπό τας διαταγάς του οικείου Αρχιερέως, διευθύνει το γραφείον αναπληροί δε κατά τα διοικητικά αυτού καθήκοντα και κατά την εκάστοτε παρεχομένην αυτώ εντολήν τον Αρχιερέα απόντα ή άλλως κωλυόμενον.
2.Μη υπάρχοντος Πρωτοσύγκελου ή τούτου κωλυομένου τον αναπληρωτήν αυτού ορίζει ο Αρχιερεύς.
Άρθρ.51.
1.Ο Γραμματεύς της Μητροπόλεως και των Επισκοπών βοηθεί τον Πρωτοσύγκελον εν τη εκτελέσει των καθηκόντων αυτού μη υπάρχοντος δε γραμματέως τα καθήκοντα αυτού εκτελεί ο Πρωτοσύγκελος.
2.Οι Γραφείς της Μητροπόλεως και των Επισκοπών διατελούσιν υπό την εποπτείαν του Γραμματέως και χρησιμεύουσιν ως βοηθοί αυτού και εν γένει εις την υπηρεσίαν του γραφείου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η’
Περί Ιεροκηρύκων
Άρθρ.52.
1.Παρά τη Ιερά Μητροπόλει Κρήτης, ως και παρ’ εκάστη των Ιερών Επισκοπών, συνιστώνται δύο θέσεις Ιεροκηρύκων.
2.Ιεροκήρυξ διορίζεται άνευ διαγωνισμού κληρικός, άγαμος πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής Χάλκης ή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ή Θεσσαλονίκης ή άλλης ομοταγούς Ορθοδόξου Θεολογικής Σχολής. Ο διορισμός ενεργείται δια πράξεως του Μητροπολίτου Κρήτης μετ’ απόφασιν του κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
3.Επί των Ιεροκηρύκων της Ορθοδόξου Εκκλησίας Κρήτης ισχύουσιν αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις αι αφορώσαι του Ιεροκήρυκας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος.
4.Αι αποδοχαί και λοιπαί απολαυαί των Ιεροκηρύκων της Μητροπόλεως και των Επισκόπων Κρήτης καταβάλλονται υπό των οικείων τοπικών Ο.Δ.Μ.Π. Κρήτης.
5.Τα καθήκοντα Υπηρεσιακού Συμβουλίου ασκεί τριμελές Συμβούλιον αποτελούμενον εκ του Μητροπολίτου, ως Προέδρου, και δύο Επισκόπων ως μελών, οριζομένων ανά διετίαν μετά των νομίμων αναπληρωτών των υπό του επί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ’
Περί Αποστολικής Διακονίας.
Άρθρ.53.
1.Αι εκάστοτε τον Οργανισμόν της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος διέπουσαι διατάξεις δύνανται να επεκταθώσι και εν τη Εκκλησία της Κρήτης της δια Β.Δ/τος εκδιδομένου τη προτάσει του επί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού κατόπιν αποφάσεως της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’
Περί των Ιερών Ναών και Εφημερίων
Άρθρ.54.
Αι εν τη Αυτοκεφάλω της Εκκλησίας της Ελλάδος ισχύουσαι διατάξεις περί ενοριακών Ναών και Εφημερίων εφαρμόζονται και εν τη περιφερεία της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ’
Περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων
Άρθρ.55.
1.Εν τη Ιερά Μητροπόλει Κρήτης και εν εκάστη Επισκοπή Κρήτης καθίσταται πρωτοβάθμιον Επισκοπικόν Δικαστήριον αρμοδιότητα έχον, ίνα επιλαμβάνηται των υποθέσεων, Πρεσβυτέρων, Διακόνων και Μοναχών, υπαγομένων εις την Ιεράν Μητρόπολιν ή Ιεράν Επισκοπήν ασχέτως του τόπου εκτελέσεως της αξιοποίνου πράξεως.
2.Το Επισκοπικόν Δικαστήριον συνεδριάζει εν τη έδρα και εν τω Γραφείω της Ιεράς Μητροπόλεως ή Επισκοπής, συγκροτείται δε εκ του οικείου Αρχιερέως ως Προέδρου ή κωλυομένου τούτου υπό του κατά το άρθρ. 50 του παρόντος οριζομένου ως αναπληρωτού του, ως Προεδρεύοντος, και εκ δύο Πρεσβυτέρων αξιωματούχων εκ των εν τη περιφερεία της Μητροπόλεως ή της Ιεράς Επισκοπής ως μελών, διοριζομένων μετά των αναπληρωτών αυτών ανά τριετίαν υπό της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης, προτάσει του οικείου Αρχιερέως.
3.Δια την περίπτωσιν της παρ. 2 του επομένου άρθρου του παρόντος ορίζεται ως μέλος του δικαστηρίου και έτερος πρεσβύτερος αξιωματούχος.
Άρθρ.56.
1.Εν τω Επισκοπικώ Δικαστηρίω αποφασιστικήν ψήφον έχει μόνον ο Αρχιερεύς των κληρικών μελών εχόντων μόνον συμβουλευτικήν ψήφον, δικαιουμένων όμως να καταχωρήσωσιν εν τοις πρακτικοίς την διαφέρουσαν γνώμην αυτών.
2.Εν ελλείψει ή εν απουσία ή λόγω άλλου κωλύματος του Αρχιερέως ή του κατά το προηγούμενον άρθρον αναπληρωτού του, το επισκοπικόν Δικαστήριον συγκροτείται τη προηγουμένη εγγράφω εγκρίσει του οικείου Αρχιερέως μόνον εκ Πρεσβυτέρων, προεδρεύεται δε υπό του εκ των Πρεσβυτέρων έχοντος τα πρεσβεία της χειροτονίας πάντων των μελών αυτού εχόντων αποφασιστικήν ψήφον.
Άρθρ.57.
Καθήκοντα Γραμματέως παρά τω Επισκοπικώ Δικαστηρίω εκτελεί ο Γραμματεύς του Μητροπολιτικού ή Επισκοπικού Γραφείου, ον κωλυόμενον, ελλείποντα ή απόντα, αναπληροί ο υπό του Αρχιερέως προς τούτο εκάστοτε οριζόμενος κληρικός.
Άρθρ.58.
Καθήκοντα κλητήρος παρά τω Επισκοπικώ Δικαστηρίω εκπληροί ο κλητήρ του Μητροπολιτικού ή Επισκοπικού Γραφείου.
Ποιναί επιβλητέαι εις Κληρικούς και Μοναχούς
Άρθρ.59.
1.Υπό του Επισκοπικού Δικαστηρίου δύνανται να επιβληθώσιν αι κάτωθι ποιναί:
α)Επίπληξις.
β)Στέρησις του μισθού μέχρι τριών μηνών υπέρ του Τ.Α.Κ.Ε.
γ)Αργία από πάσης Ιεροπραξίας μέχρις έτους μετά ή άνευ στερήσεως του μισθού και των λοιπών εφημεριακών δικαιωμάτων ή της συντάξεως προκειμένου περί συνταξιούχων.
δ)Αργία μέχρις ενός και ημίσεος έτους μετά παύσεως από της εφημεριακής θέσεως.
ε)Έκπτωσις από του αξιώματος (Οφφικίου).
ς)Σωματικός περιορισμός εις Κληρικούς και Μοναχούς μέχρις ενός έτους εντός Ιεράς Μονής ή άλλου ειδικού δια τους Κληρικούς, τους Μοναχούς και Ιερομονάχους Σωφρονιστηρίου.
2.Η ποινή της εκπτώσεως από του αξιώματος ή της αργίας από πάσης ιεροπραξίας ή αργίας μετά παύσεως και η του σωματικού περιορισμού δύνανται να επιβληθώσι και αθροιστικώς εν όλω ή εν μέρει.
3.Επί ελαφρών παραπτωμάτων ο Αρχιερεύς μετά προφορικήν ή έγγραφον απολογίαν επιβάλλει εις τον παρεκτραπέντα αργίαν μέχρι είκοσιν ημερών, αν δε το παράπτωμα προξενήση σκάνδαλον ο Αρχιερεύς δύναται να επιβάλη αργίαν μέχρι δύο μηνών.
4.Ως ειδικόν σωφρονιστήριον των καταδικαζομένων εις σωματικόν περιορισμόν αγάμων ή εγγάμων κληρικών ή μοναχών ορίζεται δι’ αποφάσεως της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης μία των διατηρητέων Μονών. Τα έξοδα συντηρήσεως των κρατουμένων εν τω ειδικώ σωφρονιστηρίω βαρύνουσι τους οικείους Ο.Δ.Μ.Π. της περιφερείας των κρατουμένων, ειδικός δε κανονισμός συνταχθησόμενος υπό της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης θέλει ρυθμίσει τα κατ’ αυτώ.
Άρθρ.60.
Εάν κατά την ενώπιον αυτού διαδικασίαν το Επισκοπικόν Δικαστήριον ήθελε κρίνει, ότι εις των κατηγορούμενον ιερωμένον είναι επιβλητέαι ποιναί κατά τους ιερούς και θείους κανόνας ανώτεραι των εν τω άρθρ. 59ω οριζομένων κηρύσσει εαυτό αναρμόδιον και παραπέμπει την υπόθεσιν εις το Β/θμιον Επισκοπικόν ή Συνοδικόν (περίπτωσις 2 άρθρ. 65 του παρόντος) Δικαστήριον, αιτιολογούν την παραπομπήν ταύτην, όπερ επιλαμβάνεται πρωτοδίκως της εκδικάσεως της υποθέσεως.
Άρθρ.61.
Ο υπό του πρωτοβαθμίου Επισκοπικού δικαστηρίου καταδικασθείς εις αργίαν πάσης φύσεως πέραν των 6 μηνών ή εις σωματικόν περιορισμόν πέραν των τριών μηνών δύναται να εκκαλέση την κατ’ αυτού απόφασιν ενώπιον του Β/θμίου Επισκοπικού Δικαστηρίου εντός δέκα ημερών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως επί της κατ’ αντιμωλίαν δίκης, επί δε ερήμην τοιαύτης εντός δέκα ημερών από της κοινοποιήσεως εις τον καταδικασθέντα της ερήμην αποφάσεως.
2.Ως προς το δικαίωμα της ασκήσεως ανακοπής το ανασταλτικόν αποτέλεσμα επί της ασκήσεως ενδίκων και τον τρόπον της ασκήσεως τούτων, ισχύουσιν αι εκάστοτε αντίστοιχοι διατάξεις “περί των Εκκλησιαστικών δικαστηρίων κλπ. της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Περί δευτεροβαθμίου Επισκοπικού Δικαστηρίου.
Άρθρ.62.
1.Εν τη Ιερά Μητροπόλει Κρήτης καθίσταται δευτεροβάθμιον Επισκοπικόν Δικαστήριον συνεδριάζον εν τη έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Κρήτης και εν τη αιθούσι των συνεδριών της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου, συγκροτούμενον εκ του Μητροπολίτου Κρήτης, ως Προέδρου και δύο εκ των εν ενεργεία Επισκόπων Κρήτης, οριζομένων πάντων μετά των αναπληρωτών των υπό της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου κατά την τακτικήν αυτής συνεδρίαν και δη έν έτος.
Δι’ ην όμως περίπτωσιν ο ορισθείς Επίσκοπος είναι εκείνος εις την δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται ο υπόδικος κληρικός, αντί τούτου μετέχει ο αναπληρωτής του.
2.Εάν το κώλυμα τούτο υφίσταται δια του Μητροπολίτην Κρήτης προεδρεύει του δευτεροβαθμίου Επισκοπικού Δικαστηρίου ο εκ των Επισκόπων έχων τα πρεσβεία της Αρχιερωσύνης, καλούμενος προς τούτο υπό του Μητροπολίτου.
Άρθρ.63.
Εάν μέλος του Β/θμίου Επισκοπικού Δικαστηρίου κωλύεται δεδικαιολογημένως να μετάσχη τούτου οφείλει να ειδοποιήσει εγκαίρως τον Μητροπολίτην, όστις καλεί εις αναπλήρωσίν του τον ένα των υπό της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου ορισθέντων αναπληρωτών Αρχιερέων.
Μέλος του Δικαστηρίου απέχον τούτου, αναφέρεται εις την Ιεράν Επαρχιακήν Σύνοδον, ήτις εν περιπτώσει αδικαιολογήτου απουσίας ενεργεί τα υπό των Ιερών Κανόνων επί παραλείψει καθήκοντος οριζόμενα.
Άρθρ.64.
1.Το Δευτεροβάθμιον Επισκοπικόν Δικαστήριον δικάζει τα παραπτώματα των κληρικών και μοναχών, ων η εκδίκασις παρεπέμφθη εις αυτό υπό του Επισκοπικού Δικαστηρίου κατά το άρθρ. 60όν και τας εφέσεις του Επισκοπικού Δικαστηρίου, επιλαμβανόμενον δε κατά πρώτον βαθμόν δύναται να επιβάλη οίας και το Επισκοπικόν Δικαστήριον ποινάς μέχρι και του τριπλασίου αυτών και επί μοναχών την ποινήν της αποβολής από της Μονής μετ’ αφαιρέσεως του Μοναχικού σχήματος.
Εάν κατά την ενώπιον αυτού διαδικασίαν ήθελε διαπιστώσει ότι συντρέχει περίπτωσις επιβολής της ποινής της καθαιρέσεως (άρθρ. 65 παρ. 2 του παρόντος) τότε κρίνει εαυτό ητιολογημένως αναρμόδιον και παραπέμπει την υπόθεσιν εις το Συνοδικόν Δικαστήριον.
2.Αι κατ’ έφεσιν εκδιδόμεναι αποφάσεις του Β/θμίου Επισκοπικού Δικαστηρίου είναι τελεσίδικοι, αι λοιπαί όμως αποφάσεις αυτού δύνανται να εκκαλώνται ενώπιον του Συνοδικού Δικαστηρίου κατά τα εν άρθρ. 61 διαγορευόμενα.
3.Το Β/θμιον Επισκοπικόν Δικαστήριον καλείται υπό του Προέδρου εντός μηνός από της υποβολής του σχετικού φακέλλου προς εκδίκασιν.
4.Καθήκοντα Γραμματέως εις το Β/θμιον Επισκοπικόν Δικαστήριον εκτελεί ο Προτοσύγκελος της Ιεράς Μητροπόλεως Κρήτης ή ο νόμιμος αυτού αναπληρωτής.
5.Καθήκοντα κλητήρας εκπληροί ο κλητήρ του Μητροπολιτικού Γραφείου της Ιεράς Μητροπόλεως Κρήτης.
Συνοδικόν Δικαστήριον
Άρθρ.65.
Η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος Κρήτης δικάζει ως Πρωτοβάθμιον Συνοδικόν Δικαστήριον τα παραπτώματα:
1.Των Επισκόπων Κρήτης επιβάλλουσα τας εξής ποινάς:
α)Μομφήν.
β)Αργίαν από πάσης Ιεροπραξίας μέχρις 6 μηνών.
2.Τα παραπτώματα των Πρεσβυτέρων και Διακόνων τα συνεπαγόμενα την ποινήν της καθαιρέσεως.
3.Τας κατ’ έφεσιν ενώπιον αυτού αγομένας υποθέσεις του Β/θμίου Επισκοπικού Δικαστηρίου.
Άρθρ.66.
Η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος, ως πρωτοβάθμιον Συνοδικόν δια τους Επισκόπους Κρήτης Δικαστήριον, δύναται να αποφανθή ητιολογημένως ότι δεν υπάρχει αφορμή προς κατηγορίαν και να αναστείλη πάσαν περαιτέρω καταδίωξιν, ή να κρίνη ότι η ανάκρισις χρήζει συμπληρώσεως, οπότε διατάσσει την συμπλήρωσιν της ανακρίσεως υποδεικνύον και τα συμπληρωτέα.
Εις πάσαν άλλην περίπτωσιν η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος ορίζει ως Συνοδικόν Δικαστήριον, την ημέραν και ώραν προς συζήτησιν και διατάσσει την προ αυτού κλήτευσιν του κατηγορουμένου Επίσκοπου, εφ’ όσον η αποδιδομένη εις αυτόν πράξις επισύρει την ποινήν της Μομφής ή της αργίας από πάσης ιεροπραξίας μέχρις 6 μηνών.
Εάν όμως κριθή υπ’ αυτής ότι είναι επιβλητέα ανωτέρα ποινή, κηρύσσει εαυτό αναρμόδιον και παραπέμπει την υπόθεσιν προς εκδίκασιν εις την Ιεράν Σύνοδον του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Άρθρ.67.
Ο υπό της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου ως Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου καταδικασθείς Επίσκοπος έχει το δικαίωμα εφέσεως ενώπιον της Αγίας και Ιεράς Πατριαρχικής Συνόδου.
Η έφεσις ασκείται υπό του καταδικασθέντος ενώπιον του Γραμματέως της Ιεράς Συνόδου ή αυτοπροσώπως ή δια του λαβόντος προς τούτο έγγραφον εντολήν κληρικού, υποχρεωμένου όπως, εντός 5 ημερών από της υποβολής, υποβάλη την περί εφέσεως έκθεσιν μετά της δικογραφίας ολοκλήρου εις τον Πρόεδρον της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης, όστις επιμελείται περί της αποστολής αυτής εντός 15 ημερών εις την Αγίαν και Ιεράν Πατριαρχικήν Σύνοδον.
Άρθρ.68.
Καθήκοντα Γραμματέως παρά τω Συνοδικώ δια τους Αρχιερείς Δικαστηρίω εκπληροί ο Γραμματεύς της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου.
Άρθρ.69.
Καθήκοντα κλητήρος εκπληροί ο κλητήρ του Μητροπολιτικού Γραφείου της Ιεράς Μητροπόλεως Κρήτης.
Άρθρ.70.
Ο Μητροπολίτης Κρήτης εγκαλούμενος δικάζεται υπό της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Άρθρ.71.
Η υπό των Επισκοπικών δικαστηρίων επιβληθείσα ποινή καθίσταται εν όλω ή εν μέρει εφέσιμος δια χάριτος απονεμομένης υπό της Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης:
α)Μετά την έκτασιν του ημίσεος τουλάχιστον της επιβληθείσης ποινής, β)μετά γνωμοδότησιν του οικείου Αρχιερέως ή του της περιφερείας εν ή εκτίει ούτος την ποινήν, ότι έδειξε καταφανή δείγματα βελτιώσεως ή διορθώσεως και γ)μετ’ απόφασιν της Επαρχιακής Συνόδου λαμβανομένην κατόπιν εξετάσεως των ως άνω στοιχείων της περί απονομής χάριτος αιτήσεως αυτού και της δηλώσεως εμπράκτου μετανοίας.
Προκειμένου περί χάριτος εις καταδικασθέντα εις καθαίρεσιν αύτη παρέχεται υπό της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου, εφ’ όσον η ποινή της καθαιρέσεως κατεγνώσθη δι΄ εγκλήματα μη κωλυτικά της ιερωσύνης.
Άρθρ.72.
1.Προκειμένου περί της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Επισκοπικού δικαστηρίου ως και του Συνοδικού Δικαστηρίου, ως προς την εξαίρεσιν των δικαστών, τας ποινάς των αδικαιολογήτως μη προσερχόμενων δικαστών προεσβυτέρων ή Επισκόπων, τον τρόπον των επιδόσεων, τα αποδεικτικά μέσα, τον τρόπον κλήσεως και την εν γένει δια μαρτύρων αποδεικτικήν διαδικασίαν, περί πραγματογνωμοσύνης, τρόπου καταρτίσεως αποφάσεων, τρόπου διασκέψεως και ψηφοφορίας, τρόπου ασκήσεως μηνύσεως και των συνεπειών ταύτης, κλήσιν του κατηγορουμένου, εξέτασιν αυτού, τον τρόπον περαιώσεως της ανακρίσεως και περί της εν γένει διαδικασίας ενώπιον των Επισκοπικών δικαστηρίων ισχύουσιν αντιστοίχως αι διατάξεις των άρθρ. 32 και επόμενα του Νόμου “περί Εκκλησιαστικών δικαστηρίων κλπ. της Εκκλησίας της Ελλάδος” ως αύται εκάστοτε ισχύουσι.
2.Ως προς την διαδικασίαν επί κατηγορούμενων Επισκόπων και εν πάση περιπτώσει εκτελέσεως των αποφάσεων των Εκκλησιαστικών δικαστηρίων, της μεταβολής των ποινών δια χάριτος και της σχέσεως της Εκκλησιαστικής διαδικασίας προς την λαϊκήν ποινικήν διαδικασίαν εφαρμόζονται αντιστοίχως αι διατάξεις των άρθρ. 143 και επόμενα του αυτού ως άνω Νόμου ως αύται εκάστοτε ισχύουσι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ’
Περί Γάμου -Μνηστείας
Άρθρ.73.
Η ιερολογία του γάμου τελείται μετά προτέραν έγγραφον άδειαν του οικείου Αρχιερέως ή του Επιτρόπου αυτού.
Η παράλειψις υπό των Εφημερίων των υπό των περί ληξιαρχικών πράξεων Νόμων επιβαλλομένων αυτοίς καθηκόντων τιμωρείται υπό του Επισκοπικού Δικαστηρίου δι’ αργίας μέχρι 3 ετών.
Άρθρ.74.
Ο άνευ Επισκοπικής αδείας τελέσας γάμον ιερεύς τιμωρείται εκτός των επιβαλλομένων αυτών κανονικών ποινών και δια ποινής φυλακίσεως έξ μηνών μέχρις ενός έτους, καταγιγνωσκομένης από του Πλημμελειοδικείου. Το αδίκημα τούτο διώκεται αυτεπαγγέλτως υπό του αρμοδίου Εισαγγελέως.
Μνηστεία
Άρθρ.75.
Η κεχωρισμένως από της τελέσεως του μυστηρίου του γάμου ιερολογία της μνηστείας απαγορεύεται.
Η κεχωρισμένως του γάμου ιερολογηθείσα μνηστεία κηρύσσεται πνευματικώς άκυρος, υπό της αρμοδίας πνευματικής Αρχής, ο δε τελέσας την ιερολογίαν ιερεύς υποβάλλεται εις ποινήν αργίας ενός έτους μετά στερήσεως του ημίσεος του μισθού αυτού, κολάζεται δε και δια φυλακίσεως τριών μηνών μέχρις ενός έτους, καταγιγνωσκομένης υπό του Πλημελειοδικείου κατά τα ανωτέρω.
Άρθρ.76.
Το κατά τους γάμους κατά μεν το πολιτικόν μέρος υπάγονται εις τα πολιτικά Δικαστήρια κατά δε το πνευματικόν εις τας Εκκλησιαστικάς Αρχάς.
Άρθρ.77.
Όστις των συνεζευγμένων εις γάμον ζητεί την διάζευξιν ή τον από τραπέζης και κοίτης χωρισμόν, οφείλει ν’ αποτανθή περί τούτου δι’ αναφοράς του προς τον αρμόδιον Επίσκοπον, ο οποίος προσκαλεί και τους δύο συζύγους προς απόπειραν συμβιβασμού, και αφού εντός τριών μηνών, μεταχειρισθείς όλα τα πρόσφορα πνευματικά μέσα, δεν δυνηθή να συμβιβάση αμφοτέρους, αποφαίνεται περί τούτου δια πράξεως αυτού, επί της αυτής αναφοράς, την οποίαν διευθύνει εις το δικαστήριον της περιφερείας. Το δε δικαστήριον, μόνον μετά την προσαγωγήν της αναφοράς ταύτης και της πράξεως του Επισκόπου δέχεται αίτησιν του επιδιώκοντος συζύγου, και διατάσσει άνευ νέας αποπείρας ενώσεως τα παρά της πολιτικής δικαιοσύνης οριζόμενα προς εισαγωγήν της αγωγής.
Κατά την διάρκειαν της περί ενώσεως απόπειρας ο Επίσκοπος δύναται, αν θεωρήση τούτο αναγκαίον, να δώση εγγράφως άδειαν εις την γυναίκα να μετοίκηση από την οικίαν του ανδρός εις οικίαν προσδιοριζομένην παρά των συζύγων, ή παρά του Επισκόπου, όταν ούτοι διαφωνώσι, μόνον δε μετά την χορήγησιν της τοιαύτης αδείας τα δικαστήρια, κατ’ αίτησιν του ενός των συζύγων δύνανται, και κατά την διάρκειαν της περί ενώσεως απόπειρας να διατάξωσι τα εν άρθρ. 683 παρ. 3, 4 και 5 της πολιτικής δικονομίας διαλαμβανόμενα προσωρινά μέτρα, κεκλεισμένων των θυρών.
Εάν δε η ανωτέρω τρίμηνος διάρκεια παρέλθη, χωρίς να αποφανθή κατά τα ανωτέρω ο αρμόδιος Επίσκοπος, τότε δύναται ο έτερος των συζυγών ν’ αναφερθή προς το αρμόδιον Δικαστήριον, το οποίον δέχεται την αίτησιν, αφού πρότερον βεβαιωθή περί της εν καιρώ επιδόσεως της αναφοράς εις τον Επίσκοπον και ενεργεί τα εν τα πολιτικώ νόμω οριζόμενα.
Μετά δε την έκδοσιν της δικαστικής περί διαλύσεως του γάμου αποφάσεως καταστάσης αμετακλήτου ο Εισαγγελέας διευθύνει αντίγραφον αυτής προς την Εκκλησιαστικήν αρχήν δια να κηρύξη και αύτη τον γάμον διαλελυμένον πνευματικώς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ’
Περί Διοικήσεως και Διαχειρίσεως της εν Κρήτη Μοναστηριακής Περιουσίας
Άρθρ.78.
Οι υφιστάμενοι τέσσαρες εν Κρήτη Οργανισμοί Διοικήσεως Μοναστηριακής Περιουσίας (Ο.Δ.Μ.Π.) ανά είς εν τοις Νομοίς Χανίων, Ρεθύμνης, Ηρακλείου και Λασηθίου, με έδρας του Νομού Χανίων τα Χανιά, του Νόμου Ρεθύμνης, το Ρέθυμνον, του Νόμου Ηρακλείου το Ηράκλειον και του Νομού Λασηθίου την Νεάπολιν, αποτελούσι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.
Άρθρ.79.
Σκοπός εκάστου Οργανισμού είναι : α)Η ρευστοποίησις της Μοναστηριακής περιουσίας, 2)η διοίκησις και διαχείρισις της Εκκλησιαστικής περιουσίας πλην της περιουσίας των Ναών και 3)η διάθεσις του προϊόντος της ρευστοποιήσεως κατά τας διατάξεις του παρόντος.
Άρθρ.80.
Έκαστος των εν Κρήτη Οργανισμών Διοικήσεως Μοναστηριακής Περιουσίας “διοικείται υπό Τοπικών Συμβουλίων αποτελουμένων εκ τεσσάρων μελών διοριζομένων μετά των αναπληρωτών των, δια πράξεως του οικείου Νομάρχου και δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, ως μέλη των ανωτέρω Τοπικών Συμβουλίων, διορίζονται:
1)Ο Ιεράρχης της έδρας του Οργανισμού ως πρόεδρος αναπληρούμενος υπό του Αντιπροέδρου.
2)Ο Ιεράρχης της περιφερείας του αυτού Νομού ως Αντιπρόεδρος.
3)Δύο μέλη εκ δικαστικών, ανωτάτων κρατικών λειτουργών, επιστημόνων και διακεκριμένων πολιτών.
Η θητεία των μελών του ως άνω Συμβουλίου είναι διετής.
Τα ως άνω Συμβούλια ευρίσκονται εν απαρτία παρισταμένων τεσσάρων τουλάχιστον εκ των μελών αυτών.
Κατά τα λοιπά τα της λειτουργίας των εν λόγω Συμβουλίων ρυθμίζονται υπό των κειμένων διατάξεων”.
Τα της συνθέσεως, διορισμού κλπ. των τοπικών Συμβουλίων ετροποποιήθησαν ως άνω δια της υπ’ αριθ. 79273 της 8/20 Ιουν. 1967 αποφ. Υπουργών Συντονισμού και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β’ 405).
Χρέη Γραμματέως εκτελεί ο Γραμματεύς του Οργανισμού.
Εις τον Πρόεδρον, Αντιπρόεδρον, τα μέλη και τον Γραμματέα παρέχεται αποζημίωσις κατά συνεδρίαν ή υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπομένη και καθοριζομένη δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθν. Παιδείας και Οικονομικών εις δε τον εκτός της έδρας του Οργανισμού Επίσκοπον και τα οδοιπορικά της μεταβάσεως εις την πρωτεύουσαν του Νομού και επανόδου εις την έδραν του.
Άρθρ.81.
1.Συνίσταται εν τη έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Κρήτης Κεντρικόν Εποπτικόν Συμβούλιον, αποτελούμενον «εκ πέντε μελών διοριζομένων μετά των αναπληρωτών των δια πράξεως του Νομάρχου Ηρακλείου και δημοσιευομένης δια της Ερημερίδος της Κυβερνήσεως, ως μέλη του ανωτέρω Διοικητικού Συμβουλίου, διορίζονται:
1)Ο Μητροπολίτης Κρήτης (ονομασθείς υπό της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Αρχιεπίσκοπος Κρήτης) ως Πρόεδρος αναπληρούμενος υπό του Αντιπροέδρου.
2)Είς εκ των εν ενεργεία Αρχιερέων Κρήτης ως Αντιπρόεδρος οριζόμενος υπό της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου κατά την κατ’ έτος Σύνοδον αυτής.
3)Τρία μέλη εκ Δικαστικών, Ανωτάτων Ιερατικών Λειτουργών, Επιστημόνων και διακεκριμένων Πολιτών.
Η θητεία των μελών του ας άνω Συμβουλίου είναι διετής. Το ως άνω Συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία παρισταμένων τεσσάρων τουλάχιστον εκ των μελών αυτού.
Κατά τα λοιπά τα της λειτουργίας του εν λόγω Συμβουλίου ρυθμίζονται υπό των κειμένων διατάξεων”.
Η σύνθεσις κλπ. του Κεντρικού Εποπτικού Συμβουλίου ετροποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 79274 της 8/20 Ιουν. 1967 απόφ. Υπουργών Συντονισμού και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β’ 405).
Χρέη Γραμματέως εκτελεί ο Γραμματεύς του Ο.Δ.Μ.Π. Νομού Ηρακλείου, εις ον παρέχεται μηνιαία αποζημίωσις υπό του Συμβουλίου οριζομένην.
Εις τον Πρόεδρον και τα Μέλη του Κεντρικού Εποπτικού Συμβουλίου παρέχεται κατά συνεδρίαν αποζημίωσις οριζόμενη δια πράξεως των επί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών Υπουργών.
Εις τα Μέλη του Κεντρικού Εποπτικού Συμβουλίου τα εξερχόμενα της έδρας αυτών επί σκοπών συμμετοχής εις τας συνεδριάσεις αυτού παρέχονται και τα νόμιμα οδοιπορικά.
Ο αριθμός των κατά μήνα αμειβομένων συνεδριάσεων των τε Τοπικών Συμβουλίων ορίζεται μέχρι τέσσαρας.
2.Περί των αρμοδιοτήτων του Κεντρικού Εποπτικού Συμβουλίου προβλέπουν αι κατωτέρω κατ’ ιδίαν διατάξεις.
Άρθρ.82.
Εις έκαστον των εν άρθρ. 78-81 του παρόντος Νόμου Οργανισμών Διοικήσεως Μοναστηριακής Περιουσίας περιέρχεται αυτοδικαίως η διοίκησις και διαχείρισις.
1.Απάσης της υφισταμένης κινητής και ακινήτου περιουσίας του οικείου Μοναστηριακού Ταμείου ως και εκείνης των διαλυθησομένων Μονών, εξαιρέσει της περιουσίας των κατά το άρθρ. 89 του παρόντος διατηρουμένων Μονών.
2.Του αντιτίμου των μέχρι τούδε απαλλοτριωθέντων ή εκποιηθέντων Μοναστηριακών κτημάτων, όπερ δεν κατεβλήθη εισέτι εις τα δικαιούχα Μοναστηριακά Ταμεία.
3.Των οφειλομένων εισέτι μισθωμάτων των υπό μίσθωσιν διατελούντων Μοναστηριακών κτημάτων και
4.Των οφειλομένων εις τα Μοναστηριακά Ταμεία κατόπιν του Νόμ. 3345.
Άρθρ.83.
Πάντα τα Μοναστηριακά κτήματα πλην των κατά το άρθρ. 90 κρινομένων ως διατηρητέων θα εκποιηθώσιν επ’ ανταλλάγματι, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμ. 3250/1924 “περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων”, ως ούτος ετροποποιήθη δια του Νόμ. 2148/1952 και του από 22.6.1927 Ν.Δ/τος “περί κυρώσεως του Ν.Δ. της 5.5.1926 “περί συμπληρώσεως του Νόμ. 3250 κλπ.”.
Η εκποίησις αυτών γενήσεται δια πλειοδοτικής δημοπρασίας, ενεργηθησομένης επί τη βάσει του υπάρχοντος κτηματολογίου και της οποίας τα καθέκαστα καθορισθήσονται δια Β.Δ/τος, εκδοθησομένου τη προτάσει του επί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού μετά γνώμην της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης, μέχρι δε της εκδόσεως αυτού εφαρμόζονται αι κατά την δημοσίευσιν του παρόντος κείμεναι διατάξεις.
Άρθρ.84.
Εκ του τιμήματος των εκποιουμένων κτημάτων το 20% τουλάχιστον καταβάλλεται άμα τη υπογραφή του Συμβολαίου αγοραπωλησίας, το δε υπόλοιπον δύναται να καταβληθή εντός δέκα ετών το πολύ εις ίσας ετησίας δόσεις επί τόκω 8%.
Προς ασφάλειαν εγγράφεται υποθήκη επί του εκποιουμένου κτήματος υπέρ του πωλητού.
Άρθρ.85.
Δύναται να γίνη εκποίησις Μοναστηριακής περιουσίας, άνευ δημοπρασίας προς ίδρυσιν Νοσοκομείων, Σανατορίων, Γεωργικών Σχολών ή Κτηνοτροφικών Σταθμών, ως και Σχολικών κτιρίων και γυμναστηρίων. Περί της τοιαύτης εκποιήσεως και περί της διαθέσεως του τιμήματος αποφαίνονται Τοπικά Συμβούλια, η δε απόφασις αυτών εγκρίνεται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου.
Άρθρ.86.
Οι πόροι των Οργανισμών Διοικήσεως Μοναστηριακής Περιουσίας Κρήτης, είναι οι εξής:
1.Αι πρόσοδοι της κινητής και ακινήτου περιουσίας αυτών.
2.Αι πρόσοδοι εκ της διαχειρίσεως της εκποιήσεως Μοναστηριακής περιουσίας.
3.Το 30% εκ των ακαθαρίστων εσόδων των Ιερών Μονών εις οικονομικήν ενίσχυσιν των Ο.Δ.Μ.Π.
Δυνάμει της παρ. 3 άρθρ. 9 Ν.Δ. 4589/1966 το ανωτέρω προβλεπόμενον ποσοστόν υπέρ των Ο.Δ.Μ.Π. καθωρίσθη δια την Μονήν Αρκαδίου εις 15% έτερον δε ποσοστόν τουλάχιστον εκ 15% των ακαθαρίστων ετησίων εσόδων αυτής διατίθενται υποχρεωτικώς δια την αναστήλωσιν και συντήρησιν των κτιριακών συγκροτημάτων αυτής.
4.Οι τόκοι των εν ταις Τραπέζαις κατατεθειμένων κεφαλαίων αυτών και οι τόκοι των εκ της εκποιήσεως Μοναστηριακών κτημάτων οφειλομένων.
Άρθρ.87.
Τα εκ της εκποιήσεως των κτημάτων των Ο.Δ.Μ.Π. κεφάλαια ως και τα εξ εκποιήσεως κατά το άρθρ. 83 μοναστηριακών κτημάτων κατατίθενται εις την Τράπεζαν της Ελλάδος επ’ ονόματι των δικαιούχων Ο.Δ.Μ.Π. ή Μονών και χρησιμοποιούνται υπέρ των σκοπών των Ο.Δ.Μ.Π. Ταύτα παραμένουσιν άθικτα, δύνανται όμως τα Τοπικά Συμβούλια Ο.Δ.Μ.Π. μετ’ απόφασιν του Κεντρικού Εποπτικού Συμβουλίου, προκαλουμένην υπό τούτων, να μετατρέψωσι μέρος των κεφαλαίων αυτών εις προσοδοφόρα αστικά κτήματα.
Άρθρ.88.
Οι υπό του άρθρ. 86 προβλεπόμενοι πόροι ως και οι των του άρθρ. 87 κεφαλαίων κατατεθειμένοι εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος διατίθενται υπό εκάστου Ο.Δ.Μ.Π.
1.Δια την μισθοδοσίαν των Ιεραρχών των εν ενεργεία ως και των νομίμως αποχωρούντων, καταβολήν των συνοδικών δικαιωμάτων, δια την μισθοδοσίαν και τας προς αυτό πάσης φύσεως παροχάς του προσωπικού του Μητροπολιτικού και Επισκοπικών Γραφείων και δια την αποζημίωσιν των μελών των Τοπικών και του Κεντρικού Συμβουλίου.
Προτάσει του οικείου Ιεράρχου δύναται η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος Κρήτης να αποφασίζη την εκ των εσόδων της οικείας Μητροπόλεως ή Επισκοπής καταβολήν των πάσης φύσεως αποδοχών του υπαλληλικού προσωπικού των Γραφείων αυτών.
2.Δια την μισθοδοσίαν και τας προς αυτό πάσης φύσεως παροχάς του προσωπικού των Ο.Δ.Μ.Π.
3.Δια την μισθοδοσίαν των Ιεροκηρύκων και τας προς αυτούς πάσης φύσεως παροχάς.
4.Δια την συντήρησιν της εν Κρήτη Εκκλησιαστικής Σχολής.
5.Δια την θεραπείαν των Εκκλησιαστικών, Εκπαιδευτικών, Φιλανθρωπικών και Κοινωφελών σκοπών.
6.Δια την καταβολήν του προς τα Πατριαρχεία επιδόματος.
7.Δι’ οικονομικήν ενίσχυσιν των Εφημερίων δια της παροχής βοηθημάτων.
Αι ανωτέρω δαπάναι καταβάλλονται κατά την ανωτέρω αναγραφείσαν σειράν προτεραιότητος και εφ’ όσον επαρκούσιν οι πόροι.
Άρθρ.89.
1.Διατηρούνται μονίμως εν Κρήτη αι επόμεναι Μοναί των λοιπών κηρυσσομένων διαλυτέων.
α)Εν τη Ιερά Μητροπόλει: Αι Μοναί Επανωσήφη, Αγκαράθου, Ανωπόλεως και Αγίου Παντελεήμονος Καρδιωτίσσης και Αγ. Γεωργίου Γοργολαΐνη.
β)Εν τη Ιερά Επισκοπή Γόρτυνος: Απεζανών, Οδηγητρίας, Κουδουμά και Βροντησίου.
γ)Εν τη Ιερή Επισκοπή Κυδωνίας και Αποκορώνου:
Αγίας Τριάδος, Γουβερνέτου και Χρυσοπηγής.
δ)Εν τη Ιερά Επισκοπή Κισσάμου και Σελίνου: Κυρίας Γωνιάς και Χρυσοσκαλιτίσσης.
ε)Εν τη Ιερά Επισκοπή Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου: Βοσάκου, Αρσενίου Ρουστίκων προς ην προσαρτάται και η Μονή Μυριοκεφαλών, Χαλέπας, προς ην προσαρτάται η Μονή Διοσκουρίου, Μπαλή και Αρκαδίου.
ς)Εν τη Ιερά Επισκοπή Λάμπης και Σφακίων: Πρέβελης.
ζ)Εν τη Ιερά Επισκοπή Πέτρας: Κρουσταλλένιας, Αρετίου, Κρεμαστών, Βιδιανής και Αγίας Μονής.
η)Εν τη Ιερά Επισκοπή Ιεράς και Σητείας: Τοπλού, Φανερωμένης, Άρβης Ξακουστής και Καψά.
Διατηρούνται επίσης αι γυναικείαι Μοναί:
α)Εν τη Ιερά Μητροπόλει: Αι Μοναί Παληανής, Σαββαθιανών και Αγίας Ειρήνης.
β)Εν τη Ιερά Επισκοπή Κυδωνίας και Αποκορώνου: Κορακιών.
γ)Εν τη Ιερά Επισκοπή Κισσάμου και Σελίνου: Ζωοδόχου Πηγής (Παρθενών).
Εκ των εν Κρήτη Ιερών Μονών Σταυροπηγιακαί Μοναί μη διαλυόμεναι υπό των διατάξεων του παρόντος είναι αι εξής:
α)Εν τη Επισκοπή Γορτύνης της Οδηγητρίας β)Εν τη Επισκοπή Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου: Ρουστίκων, Αριάνι, Αρκαδίου, Χαλέπας.
γ)Εν τη Επισκοπή Κυδωνίας και Απορκώρου Χρυσοπηγής, Γουβερνέτου και Αγίας Τριάδος.
δ)Εν τη Επισκοπή Ιεράς και Σητείας: Τοπλού.
ε)Εν τη Επισκοπή Κισσάμου και Σελλίνου: Κυρίας Γωνιάς.
ς)Εν τη Επισκοπή Λάμπης και Σφακίων: Πρέβελης και
ζ)Εν τη Ιερά Μητροπόλει: Καρδιωτίσσης.
2.Διατηρούνται απαραμείωτα τα κανονικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί των εν Κρήτη Ιερών Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών, μνημονευομένου εν αυταίς του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου, και εκάστοτε υπό της Ιεράς Συνόδου Κρήτης δια του Προέδρου αυτής ανακοινουμένης προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην της εκλογής των νέων Ηγουμενοσυμβουλίων αυτών. Αλλ’ η διοίκησις των Μονών και η εν γένει διαχείρισις και ο επ’ αυτών έλεγχος υπάγονται υπό την άμεσον δικαιοδοσίαν της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης, εφαρμοζούσης και επί των Μονών τούτων τας ισχυούσας δια τας λοιπάς εν Κρήτη Μονάς διατάξεις. Η διάλυσις όμως τυχόν ή η συγχώνευσις Πατριαρχικής τινος Σταυροπηγιακής Μονής διενεργείται πάντοτε μετά προηγουμένην συνεννόησιν με το Οικουμενικόν Πατριαρχείον.
Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, μετ΄απόφασιν της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης, δύνανται να ιδρύωνται, συγχωνεύονται και ανασυνιστώνται Μοναί, καθώς επίσης να μετατρέπωνται εις Ενοριακούς Ναούς, Ναοί ανήκοντες εις διαλυομένας Μονάς.
3.Των διαλυομένων Μονών οι Μοναχοί μετατίθενται εις τας διατηρουμένας Μονάς κατ’ εκλογήν αυτών και έγκρισιν του οικείου Επισκόπου, λογίζονται δε από της εισόδου των Μοναχοί της διατηρουμένης Μονής έχοντες τα αυτά δικαιώματα και καθήκοντα με τους ήδη εν αυτή υπηρετούντας Μοναχούς. Μετά την μετάθεσιν ταύτην, φροντίδι του οικείου Επισκόπου θα συνταχθή Μητρώον των εις εκάστην των διατηρουμένων Μονών ανηκόντων Μοναχών.
Το Μητρώον τούτο συνταχθήσεται εις τριπλούν και υπογραφήσεται υπό του οικείου Συμβουλίου της Μονής και του αρμοδίου Επισκόπου, ανά εν δε των πρωτοτύπων τούτων θέλει κατατεθή εις το αρχείον της Μονής και το οικείον Ο.Δ.Μ.Π. και υποβληθήσεται εις το Κεντρικόν Εποπτικόν Συμβούλιον.
Άρθρ.90.
Παρά των Ο.Δ.Μ.Π. Κρήτης καθορίζονται εκάστοτε τα διατηρούμενα υπό των Μονών κτήματα, αναλόγως των αναγκών αυτών, των λοιπών κτημάτων αυτών αποτελούντων την εκποιητέαν περιουσίαν των Μονών η διοίκησις και διαχείρισις της οποίας θέλει ενεργείται υπό των οικείων Οργανισμών.
Άρθρ.91.
Η κινητή περιουσία των διαλυομένων Μονών, εάν μεν κατά την κρίσιν των Τοπικών Συμβουλίων είναι αναγκαία εις τας διατηρουμένας Μονάς, δίδεται εις αυτάς, προτιμωμένης εκείνης εις ην μετετέθησαν οι μοναχοί της διαλυθείσης Μονής άλλως εκποιείται ως και η λοιπή Μοναστηριακή περιουσία.
Εις την Γεωργικήν Σχολήν Ασωμάτων ανήκει η διοίκησις και τα εκ τούτων έσοδα της τε κινητής και ακινήτου περιουσίας της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Αμαρίου άνευ ουδενός προς την Μονήν ανταλλάγματος, υποχρεουμένης της Γεωργικής Σχολής εις την συντήρησιν των εν τη Μονή υπαρχόντων σήμερον μοναχών, δια χρηματικού επιδόματος οριζομένου υπό του Συμβουλίου αυτής.
Άρθρ.92.
Τα εις εκάστην διατηρουμένην Μονήν ανήκοντα ακίνητα καλλιεργούνται ή εκμισθούνται υπ’ αυτής, αι δε εκ των ακινήτων τούτων πρόσοδοι διατίθενται 70% υπέρ των αναγκών της Μονής και 30% εις οικονομικήν ενίσχυσιν των Οργανισμών Διοικήσεως Μοναστηριακής Περιουσίας Κρήτης.
Άρθρ.93.
Αι παρ’ εκάστω Τοπικώ Συμβουλίω Ο.Δ.Μ.Π. Κρήτης θέσεις τακτικών υπαλλήλων ορίζονται ως εξής:
Α΄ Κατηγορία:
Μία θέσις Γραμματέως επί βαθμώ 9ω-4ω εις ην διορίζεται πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Εμπορικών και Οικονομικών Επιστημών ή της Παντείου Σχολής ή της Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου ή πτυχιούχος Θεολογικής Σχολής και κάτοχος των αναγκαίων λογιστικών γνώσεων.
Εν αδυναμία πληρώσεως της θέσεως ταύτης επιτρέπεται η πρόσληψις εκτάκτου γραφέως επί μισθώ 10ου βαθμού εκ των κεκτημένων πτυχίον Μέσης Δημοσίας Εμπορικής Σχολής ή Πρακτικού Λυκείου ή Γυμνασίου ή απολυτήριον Εκκλησιαστικής Σχολής.
Γ΄ Κατηγορία:
Μία θέσις κλητήρος επί βαθμώ 13ω-9ω, εις ην διορίζεται ο έχων απολυτήριον Δημοτικού Σχολείου.
Άρθρ.94.
1.Ο Νόμ. 1811/51, ως προσηρμόσθη δια του από 23/31 Δεκ. 1955 Β.Δ/τος “περί εφαρμογής του Υπ. Κώδικος επί των υπαλλήλων των νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου” εφαρμόζεται επί του κατά το άρθρ. 93 προσωπικού υπό τας κάτωθι παρεκκλίσεις:
α)Τα καθήκοντα του υπηρεσιακού Συμβουλίου ανατίθενται εις το Τοπικόν Συμβούλιον εκάστου Ο.Δ.Μ.Π.
β)Οι υπάλληλοι διορίζονται δια πράξεως του Προέδρου του οικείου Συμβουλίου Ο.Δ.Μ.Π. Κρήτης.
γ)Πειθαρχικός Προϊστάμενος είναι ο Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου του οικείου Ο.Δ.Μ.Π. δυνάμενος να επιβάλη εις πάντας τους υπαλλήλους τας ποινάς μέχρι και του προστίμου των αποδοχών 15 ημερών.
2.Αι διατάξεις του άρθρ. 48 εφαρμόζονται και επί του προσωπικού των Ο.Δ.Μ.Π. Κρήτης.
Άρθρ.95.
Έργα του Γραμματέως του Ο.Δ.Μ.Π., είναι:
1.Η εκτέλεσις πάσης γραφικής εργασίας του Ο.Δ.Μ.Π., και η τήρησις των αναγκαίων λογιστικών βιβλίων.
2.Η δις του έτους τακτικώς κατ’ εποχάς οριζομένας υπό του Ο.Δ.Μ.Π. και εκτάκτως οσάκις θεωρήση τούτο αναγκαίον επιθεώρησις των Μοναστ. κτημάτων των μισθουμένων προς εξακρίβωσιν εάν τηρώνται οι όροι της μισθώσεως.
Άρθρ.96.
Το Συμβούλιον εκάστου Ο.Δ.Μ.Π. αποφασίζει κατά τας διατάξεις του παρόντος περί παντός θέματος αναγομένου εις την διοίκησιν, διαχείρισιν και ρευστοποίησιν της Μοναστηριακής περιουσίας και δη:
Περί εκποιήσεων και εκμισθώσεων Μοναστηριακών κτημάτων, Περί της δια της δικαστικής οδού καταλήψεως τοιούτων κτημάτων κατεχομένων υπό τρίτων ή διεκδικουμένων υπό των τέως Μοναστηριακών Ταμείων και δι’ αποβολής των κατεχόντων ταύτα καθ’ ον τρόπον δικαιούται και το Δημόσιον κατά τους κειμένους Νόμους, υποχρεουμένων των αρμοδίων Αρχών εις την εφαρμογήν τούτων επί εγγράφω αιτήσει του Συμβουλίου.
Περί εγέρσεως αγωγών, αποδοχής συμβιβασμών, εισπράξεως εισοδημάτων, μισθωμάτων, αποζημιώσεων και εν γένει πλήρους διαχειρίσεως της Μοναστηριακής περιουσίας μετά παντός συναφούς δικαιώματος.
Ειδικώτερον το Τοπικόν Συμβούλιον γνωμοδοτεί:
1.Περί εγκρίσεως ή ακυρώσεως πρακτικού πλειοδοτικής δημοπρασίας εκποιήσεως παντός περιουσιακού στοιχείου.
2.Περί του τρόπου και του χρόνου της εισπράξεως του τιμήματος των εκποιουμένων περιουσιακών στοιχείων ή των μισθωμάτων εκμισθουμένων ακινήτων.
3.Περί συντάξεως συνυποσχετικού επί τω τέλει της λύσεως διαφορών δια διαιτησίας.
4.Περί του τρόπου της ενεργείας και των όρων υφ’ ους θα εκτελεσθώσιν επισκευαί προς συντήρησιν των Μοναστηριών και των ακινήτων της Μοναστηριακής περιουσίας.
5.Περί αυξήσεως ή μειώσεως της εν τω κτηματολογίω αναφερομένης αξίας Μοναστηριακών κτημάτων.
Το τοπικόν Συμβούλιον επίσης:
1.Συντάσσει κανονισμόν εργασιών αυτού της εσωτερικής υπηρεσίας των Γραφείων Ο.Δ.Μ.Π. και της δικαιοδοσίας και ευθύνης εκάστου των υπαλλήλων του.
2.Συντάσσει τον προϋπολογισμόν και απολογισμόν του Ο.Δ.Μ.Π.,
3.Διορίζει δικηγόρους δια την ενώπιον, των δικαστηρίων υπεράσπισιν των υποθέσεων του.
4.Καθορίζει τας αναγκαίας εις τον Ο.Δ.Μ.Π. δαπάνας και δη τας απαιτουμένας υπό του άρθρ. 88 του παρόντος.
5.Ορίζει αμοιβάς δια τους υποδεικνύοντας αγνοούμενα μοναστηριακά κτήματα.
Άρθρ.97.
Πασαι ανεξαιρέτως αι πράξεις των Τοπικών Συμβουλίων των Ο.Δ.Μ.Π. ως και η έγκρισις των πρακτικών δημοπρασίας εκποιήσεως της Μοναστηριακής περιουσίας υπόκεινται εις την έγκρισιν του Κεντρικού Εποπτικού Συμβουλίου.
Άρθρ.98.
Την ανωτάτην εποπτείαν επί της διαχειρίσεως και τον έλεγχον των Ο.Δ.Μ.Π. και των ιερών Μονών Κρήτης ασκεί ο οικείος Νομάρχης δια των εν Κρήτη Οικονομικών Εφόρων.
Άρθρ.99.
Εις τας δικαστικάς πράξεις και ενεργείας κατά του Ο.Δ.Μ.Π. ως και πάσας τας κλητεύσεις αυτού ενώπιον δικαστηρίων ή εισηγητών προς διεξαγωγήν αποδείξεων και πάσης άλλης δικαστικής αρχής τηρείται επί ποινή ακυρότητος μηνιαία προθεσμία από της κοινοποιήσεως μέχρι της συζητήσεως ή του ορισμού προς εμφάνισιν ως και τας δίκας του Δημοσίου, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του Κ.Δ. της 26-6/10.7.1944 περί Κώδικος των Νόμων περί δικών του Δημοσίου.
Τέλη χαρτοσήμου, τέλη μεταγραφής και συμβολαιογραφικά δικαιώματα δια τα συντασσόμενα πωλητήρια, μισθωτήρια ή πάσης άλλης φύσεως συμβόλαια καταβάλλονται εξ ολοκλήρου υπό των αγοραστών, μισθωτών και άλλων συμβαλλομένων.
Άρθρ.100.
1.Η είσπραξις των οφειλομένων εν γένει εις τους Ο.Δ.Μ.Π. και η αναγκαστική εκτέλεσις κατά παντός οφειλέτου αυτών γίνεται συμφώνως προς τας ισχυούσας εκάστοτε διατάξεις “περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων” ως και παντός αλλού σχετικού Νόμου. Η βεβαίωσις των τοιούτων
απαιτήσεων των Ο.Δ.Ε.Π. δύναται τη αιτήσει αυτών και κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών να ανατίθηται εις τα Δημοσία Ταμεία, άτινα να επιμελούνται της ενάρξεως, συνεχίσεως και τελειώσεως της επιδιωκόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως.
2.Τον προληπτικόν έλεγχον επί των δαπανών των Ο.Δ.Μ.Π. ενεργεί οικονομικός υπάλληλος υπό του επί των Οικονομικών Υπουργού οριζόμενος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ’
Περί διοικήσεως Ιερών Μονών και διαχειρίσεως περιουσίας αυτών
Άρθρ.101.
Αι Μοναί διατελούσι πνευματικώς μεν υπό την άμεσον εποπτείαν του οικείου επί σκοπού, ως προς την διαχείρισιν δε των ωρισμένων αυταίς περιοχών υπό την εποπτείαν των κατά Νομούς Ο.Δ.Μ.Π. διοικούνται δε υπό Συμβουλίου απαρτιζόμενου υπό του Ηγουμένου και δύο Συμβούλων.
Άρθρ.102.
Ο Ηγούμενος διορίζεται υπό του οικείου Επισκόπου κατά τετραετίαν οι δε Σύμβουλοι εκλέγονται κατά τετραετίαν υπό της αδελφότητος βάσει του διοργανισμού των εν Κρήτη ιερών Μονών, η δε εκλογή αυτών κυρούται υπό του οικείου Επισκόπου.
Άρθρ.103.
Ο Ηγούμενος απολύεται της Ηγουμενίας μόνον δια τους εξής λόγους :
α)Εάν καταδικασθή εις εγκληματικήν ποινήν.
β)Εάν καταδικασθή εις επανορθωτικήν ποινήν ένεκα κλοπής, υπεξαιρέσεως, απάτης, παραποιήσεως, ψευδορκίας, ψευδούς καταμηνύσεως ή συκοφαντίας και ένεκα πλημμελημάτων περί το νόμισμα (άρθρ. 207, 208, 209, 210, 211, 214 και 215 Π.Νόμου) ή πλημμελημάτων κατά των ηθών (άρθρ. 336-353 Π. Νόμου) ανεξαρτήτως διαρκείας ποινής.
γ)Εάν καταδικασθή δι’ αμέλειαν ή ανικανότητα περί την εκτέλεσιν των εαυτού καθηκόντων ή δια διαγωγήν ασυμβίβαστον προς το αξίωμα και το σχήμα του.
Οι Σύμβουλοι απολύονται και προ της παρελεύσεως της τετραετίας, δι’ ην εξελέγησαν δι’ ους λόγους και καθ’ ον τρόπον και ο Ηγούμενος.
Άρθρ.104.
Τον Ηγούμενον απουσιάζοντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο υπό του Επισκόπου διοριζόμενος αναπληρωτής.
Εις εκτάκτους ή ανωμάλους περιστάσεις δύναται ο οικείος Επίσκοπος να λαμβάνει ανάλογα έκτακτα μέτρα προς προστασίαν των συμφερόντων της Μονής.
Άρθρ.105.
Το Συμβούλιον της Μονής έχον την διοίκησιν της Μονής φροντίζει:
α)Περί της καλής καλλιεργείας και βελτιώσεως της περιοχής αυτής, β)περί της καλής διαχειρίσεως της εν τη περιοχή ταύτη κινητής περιουσίας της Μονής, γ)περί της εσωτερικής ευπρεπείας της Μονής και της τηρήσεως των Μοναστηριακών κανόνων, δ)περί της εισπράξεως και συλλογής παντός εις την διαχείρισιν αυτών αφεθέντος εισοδήματος της Μονής, της καταμετρήσεως αυτού και της καταγραφής εν τω οικείω βιβλίω, ε)περί της ικανοποιήσεως πάσης ανάγκης της Μονής και ς)συντάσσει τον ετήσιον προϋπολογισμόν και απολογισμόν των δαπανών της Μονής από 1ης Ιανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου και υποβάλλει αυτόν κατά μήνα Ιανουάριον μετά των σχετικών δικαιολογητικών εις τον οικείον Ο.Δ.Ε.Π. προς επικύρωσιν.
Δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου τη προτάσει του επί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού μετά γνώμην της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης, θέλουσι καθορισθή τα της εκτελέσεως του προϋπολογισμού, τα της εγκρίσεως και δικαιολογήσεως των δαπανών, τα του τρόπου εισπράξεως των εσόδων, τα τηρητέα διαχειριστικά και διοικητικά βιβλία, τα του τρόπου τηρήσεως αυτών ως και πάσα λεπτομέρεια αφορώσα εις την διοίκησιν και διαχείρισιν των Μονών.
Άρθρ.106.
Αι Μοναί εκπροσωπούνται ως προς μεν τας περιοχάς και την εν αυταίς κινητήν περιουσίαν υπό των οικείων Συμβουλίων, ως προς πάσαν δε την λοιπήν αυτών περιουσίαν υπό των Ο.Δ.Μ.Π. Κρήτης.
Άρθρ.107.
Περιοχή της Μονής ονομάζεται πάσα ακίνητος περιουσία, ήτις μη ενοικιαζομένη αφήνεται εις την άμεσον καλλιέργειαν των Μοναχών, ίνα εκ των εισοδημάτων αυτής συντηρώνται και επαρκώσι και εις τας λοιπάς ανάγκας της Μονής.
Άρθρ.108.
Το Συμβούλιον της Μονής δεν δύναται να εγείρη αγωγήν ή ν’ αποδεχθή δικαστικόν αγώνα ή να συμβιβάζεται άνευ της αδείας του Ο.Δ.Μ.Π.
Άρθρ.109.
Η ακίνητος Μοναστηριακή περιουσία είναι αναπαλλοτρίωτος. Μόνον προς θεραπείαν αναποφεύκτου ανάγκης, ή προς προφανή της Μονής ωφέλειαν εξ οικονομικών απορρέουσαν λόγων, δύναται να πωληθή ή ν’ ανταλλαγή κτήμα της Μονής, εάν τούτο ζητήση το Συμβούλιον αυτής, εγκρίνη ο Ο.Δ.Μ.Π. και η απόφασις αυτού επικυρωθή δι’ αποφάσεως του επί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού.
Προκειμένου περί περιουσίας διαλυθείσης Μονής, περί της απαλλοτριώσεως αποφαίνεται ο οικείος Οργανισμός Δ.Μ.Π., της αποφάσεώς του επικυρουμένης δι’ αποφάσεως του επί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού.
Άρθρ.110.
Εκτός του εν εκάστη Μονή τηρουμένου κτηματολογίου οι Ο.Δ.Μ.Π. οφείλουσι να φροντίσωσι περί συντάξεως τακτικού γενικού κτηματολογίου των εν εκάστω Νομώ Μονών, ζητούσαι εις τούτο την έγκρισιν της απαιτουμένης δαπάνης προς πρόσληψιν καταλλήλου Μηχανικού δια την εργασίαν ταύτην.
Άρθρ.111.
Εν απάσαις ταις ιεραίς Μοναίς, μονίμοις και διαλυταίς, μνημονεύεται εν ταις ιεραίς ιερουργίαις και εν απάσαις ταις ακολουθίαις, το όνομα του Κανονικού Επισκόπου, εξαιρουμένων των Σταυροπηγιακών Μονών, εν αις εξακολουθεί να μνημονεύηται το όνομα του Πατριάρχου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ΄
Περί Μοναχών και Δοκίμων
Άρθρ.112.
Ο υπερβάς το 18ον έτος υποτακτικός ή ο έξωθεν ερχόμενος τοιούτος δίδει αίτησιν προς τον Ηγούμενον, όστις μετά προηγουμένην απόφασιν του Συμβουλίου της Μονής και έγκρισιν του Ο.Δ.Μ.Π. εγγράφει αυτόν εν τω επί τούτω εν τω Ηγουμενίω ανηρτημένω πίνακι των δοκίμων.
Άρθρ.113.
Πας δόκιμος μετά τριετίαν, δοκιμασθείς προσηκόντως και καταστάς ενήλικος δύναται να καρή μοναχός εφ’ όσον επιθυμεί τούτο, μετ’ έγκρισιν του οικείου Αρχιερέως.
Εγκρινομένης της κουράς του δοκίμου, μετά προηγουμένην υπόδειξιν αυτώ των σχετικών κανονικών περί της περιουσίας των Μοναχών διατάξεων, γίνεται υπό του δοκίμου δήλωσις περί της περιουσίας την οποίαν συνεισφέρει ούτος εις την Μονήν, η οποία, μετά την απόκαρσιν, καταγράφεται εν τω κτηματολογίω της Μονής και συντάσσεται περί της δωρεάς συμβολαιογραφικόν έγγραφον όπερ μετεγγράφεται κατά νόμον. Εν ταις διαλυτέαις Μοναίς γίνονται δεκτοί δόκιμοι και υποτακτικοί κατά το προηγούμενον άρθρον, δεν κείρονται όμως μοναχοί εν αυταίς αλλ’ εις διατηρητέαν Μονήν της προτιμήσεώς των.
Άρθρ.114.
Η παρά Αρχιερείς υπηρεσία λογίζεται δοκιμασία ικανή, τη προτάσει δε του Αρχιερέως εισάγεται ο δόκιμος εις Μονήν κατά το άρθρ. 113 του παρόντος.
Άρθρ.115.
Εάν Μοναχός απέλθη εις την αλλοδαπήν και παραμείνη άνευ αδείας πέραν των τριών μηνών και προσκληθείς τρις υπό του οικείου Ηγουμένου, αρνηθή να επανέλθη εις την Μονήν της Μετανοίας του, διαγράφεται τη αιτήσει του Συμβουλίου της Μονής και τη αποφάσει του Ο.Δ.Μ.Π. από της αδελφότητος. Ο άπαξ διαγραφείς δεν γίνεται του λοιπού δεκτός εις την Μονήν αυτού, αλλ’ η περιουσία ην εισήνεγκε κατά την κουράν, και ην δια της εργασίας του απέκτησε, μέχρι της εξ υπαιτιότητος αυτού διαγραφής, μένει κτήμα της Μονής.
Άρθρ.116.
Τα παρά ταις Μοναίς διαιτώμενα και υπό Μοναχών σιτιζόμενα, αλλά μη δόντα την μοναχικήν ευχήν πρόσωπα μετά την ισχύν του παρόντος Νόμου απομακρύνονται των Μονών. Εάν δε ταύτα έχωσιν αφιερώσει περιουσίαν τινα εις την Μονήν υπό τον όρον της ισοβίου διατροφής αυτών, δύνανται να αναλάβωσι ταύτην, ακυρουμένης της πράξεως της αφιερώσεως. Περί τούτων αποφαίνεται τη αιτήσει των ενδιαφερομένων ο οικείος Ο.Δ.Μ.Π. επιφυλαττομένης της εγκρίσεως της Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης.
Άρθρ.117.
Αι παρά τω Αρχιερεί της Επισκοπικής αυτών περιφερείας υπηρετούντες Μοναχοί, διάκονοι ή προσβύτεροι ή παρ’ άλλω Αρχιερεί, αδεία και εγκρίσει του κανονικού αυτών, Επισκόπου, λογίζονται ως διατελούντες εν Μοναστηριακή υπηρεσία και απολαμβάνουσι τα αυτά ως και οι εν τη Μονή εκτός της διατροφής και του σιτηρεσίου δικαιώματος.
Άρθρ.118.
Απαγορεύεται τοις Μοναχοίς η ανάληψις κοσμικών φροντίδων, ήτοι επιτροπείας, κηδεμονίας, μισθώσεως κτημάτων, εγγυήσεις, υιοθεσίας, ή αναδοχή παίδων εκ του Αγίου βαπτίσματος, η παράστασις εν γάμοις ως παρανύμφων και εν γένει όσα και οι ιεροί κανόνες της Εκκλησίας και αι εκκλησιαστικαί διατάξεις απαγορεύουσιν αυτοίς.
Οι παραβάται τιμωρούνται υπό του οικείου Δικαστηρίου.
Άρθρ.119.
Ουδενί των Μοναχών επιτρέπεται να δανείζη τας ιδιώτας χρήματα ή άλλα είδη. Ο παρά ταύτα πράττων, εάν μεν είναι μοναχός απλούς, τιμωρείται, δια προσωπικού περιορισμού υπό του Επισκόπου εάν δε έχη χειροτονίαν βαθμού τινος της Ιεροσύνης παιδεύεται κατά τους θείους και ιερούς περί τούτου Κανόνας των Ιερών Συνόδων. Οι έχοντες προσωπικήν χρηματικήν περιουσίαν κατεθέτουσι ταύτην εν τινι Τραπέζη καθιστώντες γνωστήν την κατάθεσιν τω οικείω Ο.Δ.Μ.Π.
Άρθρ.120.
Το Συμβούλιον της Μονής δια τους Μοναχούς τους έχοντας κλίσιν προς περαιτέρω μόρφωσιν εγκρίσει του οικείου Αρχιερέως υποβάλλει αίτησιν προς τον ΟΔΜΠ και εξαιτείται την έγκρισιν της σχετικής δαπάνης εκ του Μοναστηριακού Ταμείου. Η παροχή της υποτροφίας γίνεται δι’ αποφάσεως του ΟΔΜΠ. Υποχρεούνται δε οι υπότροφοι, ίνα ετησίως αποστέλλωσι τω οικείω ΟΔΜΠ πιστοποιήσεις των οικείων Διευθυντών περί της τακτικής και ευδοκίμου φοιτήσεώς των, ίνα λαμβάνωσι το ετήσιον βοήθημα εκ του Μοναστηριακού Ταμείου.
Άρθρ.121.
Ουδενί, εκτός των μοναχών και των εν ταις Επισκοπαίς ή ταις Μοναίς δοκιμαζομένων νέων, επιτρέπεται να φέρη το μοναχικόν ένδυμα.
Άρθρ.122.
Δια Β.Δ/τος εκδιδομένου τη προτάσει του επί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Υπουργού μετά γνώμην της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης θέλουσι καθορισθή τα της δοκιμασίας και αποκάρσεως των μοναχών, τα των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και ασχολιών τούτων, τα της παραμονής των εκτός των Μονών και εν γένει παν θέμα αφορών εις την ζωήν των μοναχών μη ρυθμιζόμενον υπό των διατάξεων του παρόντος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ΄
Περί της περιουσίας των Μοναχών
Άρθρ.123.
Η προ της αποκάρσεως υφισταμένη διαθήκη του μοναχού είναι έγκυρος, οφείλει δε ο μοναχός να γνωρίση απλώς την ύπαρξιν ταύτης εις την Μονήν κατά την ημέραν της αποκάρσεως αυτού. Ταύτης δε γίνεται μνεία εν τη γενομένη τότε πράξει, ίνα πιστωθή, ότι λαϊκός ων συνέταξε ταύτην.
Άρθρ.124.
Πάσα περιουσία, ην ο Μοναχός αποκτά μετά την απόκαρσιν εξ ιδίας εργασίας ανήκει εις την Μονήν, αυτός δε έχει μόνον την κάρπωσιν αυτής, εκ δε της περιουσίας ην άλλως πως αποκτά μετά την απόκαρσιν το μεν δίμοιρον δύναται κατά βούλησιν να διαθέση εν ζωή ή αιτία θανάτου, το δε τρίτον προσκυρούται τη Μονή.
Επί τη μη τυχόν διαθέσει εν ζωή ή αιτία θανάτου του διμοίρου ή μέρους αυτού το μη διατεθέν περιέρχεται τη Μονή εκτός εάν συντρέχουν εκ νομίμου γάμου τέκνα, οπότε ταύτα λαμβάνουσι την νόμιμον μοίραν. Επίσης τα αυτά ισχύουσι και επί τη μη διαθέσει περιουσίας κτηθείσης προ της αποκάρσεως.
Άρθρ.125.
Εάν Μοναχός καταλείψη την Μονήν, εν η εκάρη και εις άλλην έλθη και ζητηθείς υπό του Ηγουμένου αρνηθή να επανέλθη, δεν δικαιούται να λάβη ουδέν των όσων ήθελεν αποδειχθή, ότι εκ της εργασίας του εκτήσατο προ της αναχωρήσεώς του εκ της Μονής της μετανοίας του, εις ην ταύτα προσκυρούνται. Εάν δε απέλθη δια τους εν τοις ιεροίς Κανόσιν αναγραφομένους λόγους τότε λαμβάνει μεθ’ εαυτού του την κινητήν περιουσίαν, ην μετά την απόκαρσιν απέκτησεν εν τω πρώτω Μοναστηρίω εις ο εναπομένει μόνον η περιουσία, ην μοναχός γενόμενος εισεκόμισεν.
Άρθρ.126.
Αποθανόντος Μοναχού η εν τω κελλίω αυτού ευρεθείσα κινητή περιουσία διασφαλίζεται δια σφραγίσεως του κελλίου τούτου, εάν δε ο αποθανών είναι Ηγούμενος την σφράγισιν του κελλίου αυτού ενεργεί το Συμβούλιον της Μονής, παραλαμβάνον και δύο των αδελφών, σφραγίζονται δε συνάμα και το Ηγουμενείον και η αποθήκη της Μονής. Αμέσως δε γνωρίζεται ο θάνατος τω Αρχιερεί και δι’ αυτού τω Ο.Δ.Μ.Π.
Ο Αρχιερεύς εάν μη δύνηται να παραστή αυτοπροσώπως αποστέλει κληρικόν, όστις επιθεωρεί τας σφραγίδας εάν ετέθησαν καλώς και παρίσταται εις την άρσιν των σφραγίδων και την απογραφήν των εν τω κελλίω πραγμάτων και των εν τω Ηγουμενίω και τη αποθήκη. Αντίγραφον επίσημον της γενομένης υπό του αντιπροσώπου του Επισκόπου και του Συμβουλίου της Μονής απογραφής, αποστέλλεται δια του Αρχιερέως τω Ο.Δ.Μ.Π.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ΄
Περί γυναικείων Μονών
Άρθρ.127.
Τα περί Ανδρώων Μονών και Μοναχών ορισθέντα ισχύουσι και δια τας Γυναικείας Μονάς και τας εν αυταίς μοναζούσας, αλλά δια την συντήρησιν τούτων αφίενται αι πρόσοδοι των οικείων Μονών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ΄
Γενικαί Διατάξεις
Άρθρ.128.
Η εν Κρήτη Εκκλησιαστική Αρχή τη εγγράφω αιτήσει αυτής δικαιούται να αξιώση την προστασίαν και υπεράσπισιν της πολιτικής Αρχής, άπασαι δε αι εν τω Κράτει Αρχαί υποχρεούνται οσάκις προσβάλλονται τα δικαιώματα της εκκλησιαστικής Αρχής, να προστατεύωσι και υποστηρίζωσιν αυτήν.
Άρθρ.129.
Ουδείς λαϊκός, καθηρημένος κληρικός, ή μοναχός, ή κληρικός μη ανήκων εις την Ορθόδοξον Ανατολικήν Εκκλησίαν, δύναται να φέρη την καθιερωμένην περιβολήν ή αμφίεσιν ην φέρουσιν οι κληρικοί της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, ως αύτη ωρίσθη δια του από 21 Ιαν. 1931 Δ/τος “περί κανονικής περιβολής του ελληνικού Ορθοδόξου Κλήρου” ως και τα διακριτικά διάσημα, ως ταύτα καθωρίσθησαν δια του από 15 Ιουν. 1856 Β.Δ/τος.
Άρθρ.130.
1.Αρχιερείς, πρεσβύτεροι, διάκονοι ή μοναχοί, προερχόμενοι εξ άλλης Μητροπόλεως ή άλλου κλίματος, ή εκ του Αγίου Όρους, οφείλουσι να προσκομίζωσιν εις τας εν Κρήτη Εκκλησιαστικάς Αρχάς συστατικά γράμματα της προϊσταμένης αυτών Εκκλησιαστικής Αρχής.
Εν τοις γράμμασι τούτοις αναγράφεται η αιτία της ελεύσεως, ο χρόνος της διαμονής και το ακώλυτον ή μη του ιεροπράττειν. Οι μη προσκομίζοντες τοιαύτα γράμματα ή παρατείνοντες άνευ γνώμης και αδείας της κατά τόπον εκκλησιαστικής Αρχής την διαμονήν αυτών, παραγγέλονται όπως απέλθωσιν εκείθεν, απειθούντες δε, οι μεν εξ αυτών, Αρχιερείς καταγγέλονται εις την Ιεράν Επαρχιακήν Σύνοδον Κρήτης ή εις την Ιεράν Σύνοδον εις ην υπάγεται ο ειρημένος Αρχιερεύς οι δε λοιποί κληρικοί και Μοναχοί απομακρύνονται αποφάσει του οικείου Αρχιερέως, εκτελουμένη δια της Αστυνομικής Αρχής και δαπάναις αυτής εις τον τόπον της προσελεύσεως αυτών.
2.Ιερομόναχοι εξερχόμενοι της Μονής οφείλουσι να έχωσι την προς τούτο άδειαν του οικείου Ηγουμενοσυμβουλίου.
3.Εάν τις των μοναχών, μη εγγεγραμμένος εις Μονήν του Κράτους, περιέρχεται εν τω κόσμω, διατάσσεται υπό του αρμοδίου Αρχιερέως να εγκαταβιώση εις τινα Μονήν. Απειθών δε εισάγεται εις δίκην περιοριζόμενος προσωρινώς εις το Σωφρονιστήριον των Κληρικών, ή εις τινα Μονήν.
4.Απαγορεύεται η έκδοσις απολυτηρίου γράμματος Κληρικού ή Μοναχού, εκδιδομένου άνευ προηγουμένης εγγράφου συγκαταθέσεως του Αρχιερέως του τόπου εις ον ούτος θ’ αποκατασταθή άλλως θεωρείται τούτο άκυρον.
5.Οι κληρικοί της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας εξέρχονται των ορίων του Κράτους κατόπιν αδείας του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, μετά συγκατάθεσιν του οικείου Αρχιερέως.
Άρθρ.131.
1.Η Ιερά Μητρόπολις Κρήτης και εκάστη των Ιερών Επισκοπών αποτελούσιν ίδιον Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, εκπροσωπούμενον κατά πάσας αυτού τας σχέσεις υπό του οικείου Ιεράρχου, ή του υπ’ αυτού διοριζομένου αντιπροσώπου, δυνάμενον ν’ αποκτά ιδίαν περιουσίαν, ως κτίρια προς εγκατάστασιν της κατοικίας και των Γραφείων των οικείων Αρχιερέων άτινα, ως εκκλησιαστικά απολαύουσι πάντων των ως προς τα δημοσία κτίρια νομίμων ευεργετημάτων και προνομίων και απαλλαγών.
2.Επισκοπικά κτίρια ανεγερθέντα η αποκτηθέντα δαπάνη Ιδιωτών, ή δι’ εισφορών Μονών και Ναών, ή εξ εράνων και μεταγεγραμμένα επ’ ονόματι φυσικών ή νομικών προσώπων, δύνανται να μεταβιβασθώσιν υπό τούτων εις τας Ιεράς Επισκοπάς Κρήτης δι’ απλής ενώπιον συμβολαιογράφου δηλώσεως, συντασσομένης και μεταγραφομένης ατελώς.
3.Τα Επισκοπικά κτίρια επιτρέπεται να επιβαρυνθώσι δι’ υποθήκης αν πρόκειται να συναφθή δάνειον προς βελτίωσιν αυτών, ή αγοράν επίπλων. Προς σύναψιν δανείου, απαιτείται απόφασις του Μητροπολιτικού ή Επισκοπικού Συμβουλίου και έγκρισις του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, μετά γνώμην της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης.
4.Επιτρέπεται η δωρεάν παραχώρησις μοναστηριακών εκκλησιαστικών οικοπέδων προς ανέγερσιν Επισκοπικών κτιρίων ως και εκποίησις κτημάτων, ανηκόντων εις τας Επισκοπάς και την Μητρόπολιν Κρήτης, προς τον αυτόν σκοπόν.
Προς τούτο απαιτείται έγκρισις της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης.
Τα αυτά ισχύσουσι και προκειμένου περί αντικαταστάσεως δι’ άλλων μάλλον προσοδοφόρων κτημάτων.
5.Η Ιερά Μητρόπολις Κρήτης και αι Ιεραί Επισκοπαί και τα κοινωφελή Ιδρύματα τα υπό Ιεραρχών κατά τους Οργανισμούς αυτών προεδρευόμενα, δέχονται τας υπέρ αυτών κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής, ισχύον απογραφής, ισχύον αυτοδικαίως, ουδεμίαν δε υπέχουσιν ευθύνην πέραν του εκκαθαρισθέντος ενεργητικού και εάν δεν συντάξωσιν απογραφήν.
Άρθρ.132.
1.Δια την προφυλάκισιν των κληρικών των ως υποδίκων ενώπιον των κοινών ποινικών δικαστηρίων ορίζεται ειδικόν φροντιστήριον κληρικών2.Αι κατά των κληρικών δι’ αποφάσεως των κοινών ποινικών δικαστηρίων επιβαλλόμεναι και περιορίζουσαι την ελευθερίαν ποιναί, εφ’ και περιορίζουσαι την ελευθερίαν ποιναί, εφ’ όσον η καταδίκη δεν συνεπάγεται και την ποινήν της καθαιρέσεως εκτίονται εν τω ειδικώ Σωφρονιστήριω των κληρικών. Επί ποινής, περιοριζούσης την ελευθερίαν κάτω του μηνός, ο Αρχιερεύς, προκειμένου δε περί ποινής Αρχιερέως η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος Κρήτης, συναινούντος του οικείου εισαγγελέως δύναται να ορίση και άλλον τόπον εκτίσεως της ποινής.
3.Αι κατά των κληρικών αποφάσεις ανακοινούνται υπό των δικαστηρίων εις τον οικείον Αρχιερέα, ως και υπό των Εισαγγελέων αι κατ’ αυτών εκκρεμούσαι κατηγορίαι.
4.Η κλήτευσις παντός κληρικού υπό των κοινών δικαστηρίων, γίνεται πάντοτε δια του οικείου Αρχιερέως, επί ποινή ακυρότητος του κλητηρίου.
Άρθρ.133.
1.Πας έχων εύλογον κατά της εν Κρήτη εκκλησιαστικής Αρχής παράπονον δια κατάχρησιν η υπέρβασιν της εξουσίας αυτής αναφέρεται προς την Ιεράν Επαρχιακήν Σύνοδον Κρήτης.
2.Ωσαύτως πας κληρικός, έχων παράπονον κατά του οικείου Ιεράρχου, δύναται ν’ απευθύνεται δι’ αναφοράς του προς την Ιεράν Επαρχιακήν Σύνοδον Κρήτης. Η αναφορά επιδίδεται εις τον οικείον Ιεράρχην, ούτος δε οφείλει εντός 15 ημερών να υποβάλη ταύτην τη Ιερά Συνόδω μετά σχετικής εκθέσεως. Η δε Ιερά Σύνοδος λαμβάνουσα υπ’ όψιν τα αποστελλόμενα έγγραφα, εάν μεν τα καταγγελλόμενα κρίνη βάσιμα, ενεργεί τα νόμιμα, άλλως διατάσσει την κατά του αναφερομένου κληρικού ενέργειαν των δεόντων.
3.Αρχιερεύς, μη υποβαλών επιδοθείσαν αυτώ αναφοράν προς την Ιεράν Επαρχιακήν Σύνοδον Κρήτης εμπροθέσμως υπέχει κανονικήν ευθύνην.
Άρθρ.134.
1.Οιουδήποτε σκεύους, εν χρήσει όντος εν τοις Ναοίς, τιμίων σταυρών, αγίων λειψάνων, αγίων εικόνων και εν γένει παντός κειμηλίου ιερού ή ιερατικού αμφίου έκθεσις προς πώλησιν ή κατάσχεσιν προς πληρωμήν χρέους ιδιωτικού ή δημοσίου απαγορεύεται.
2.Ωσαύτως απαγορεύεται η διάθεσις των ανωτέρω αντικείμενων παρά του κατόχου δι’ απόσβεσιν χρέους, η δια φύλαξιν εις Μουσείον, εφ’ όσον ταύτα δεν κέκτηνται αρχαιολογικήν αξίαν, άνευ εγκρίσεως της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης.
3.Ωσαύτως απαγορεύεται η κατά τρόπον ανευλαβή και εν τόπω ανοικείω πώλησις των προοριζομένων εις την θείαν λατρείαν αφιερωμάτων.
Ο εν γνώσει της ιερότητος κατά τα ανωτέρω ιερού πράγματος εκθέτων αυτό προς πώλησιν, ή επισπεύδων ή ενεργών κατάσχεσιν αυτού, τιμωρείται δια φυλακίσεως δύο έως έξ μηνών.
4.Εάν τι των ανωτέρω αντικειμένων μετακομισθή Μουσείον άνευ κανονικής αδείας του οικείου Αρχιερέως, δικαιούται η εκκλησιαστική Αρχή ν’ απαιτήση από της πολιτικής την απόδοσιν αυτού όθεν ελήφθη.
Άρθρ.135.
“Κληρικοί” εν τη εννοία του παρόντος λογίζονται οι έχοντες χειροτονίαν ενός των τριών βαθμών της ιεροσύνης.
Άρθρ.136.
Υπό των Οργανισμών Διοικήσεως Μοναστηριακής Περιουσίας Κρήτης καταβάλλεται εξ ίσου ετήσιον χρηματικόν ποσόν δια την αποζημίωσιν του Γραμματέως της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης και δια τας εν γένει δαπάνας του Συνοδικού Γραφείου καθοριζόμενον εκάστοτε υπό της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης κατά την τακτικήν Σύνοδον αυτής, αυξανόμενον δε ή ελαττούμενον κατά τας παρουσιαζομένας ανάγκας.
Άρθρ.137.
Καταργείται πάσα γενική ή ειδική διάταξις αντικειμένη εις τας διατάξεις του παρόντος ή ρυθμίζουσα θέματα διεπόμενα υπ’ αυτού διατηρουμένων εν ισχύϊ μόνον.
α)Της παρ. 6 του άρθρ. 10 του Α.Ν.24/31.10.1935 (Φ.Ε.Κ. 508 Α’) “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 8.7.1930 Π.Δ/τος “περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της εν Κρήτη Μοναστηριακής Περιουσίας”.
β)Του άρθρ. 4 του από 20.1.1938 (Φ.Ε.Κ. 33-Α) Β.Δ/τος “περί τρόπου διορισμού υπαλλήλων Οργανισμών Διοικήσεως Μοναστηριακής Περιουσίας Κρήτης” και
γ)Της παρ. 3 του άρθρ. 1 του Νόμ. 337/1947 (Φ.Ε.Κ.107-Α) “περί επεκτάσεως των περί Ιεροκηρύκων διατάξεων και εις την Νήσον Κρήτην κλπ. “μόνον όσον αφορά την υπό των οικείων περιφερειακών τοπικών Οργανισμών Διοικήσεως Μοναστηριακής Περιουσίας Κρήτης καταβολήν των αποδοχών, οδοιπορικών εξόδων, νοσηλείων κλπ. των Ιεροκηρύκων της Ορθοδόξου Εκκλησίας Κρήτης.
Διάταξις ακροτελεύτιος
Τροποποίησις του παρόντος γίνεται μετά γνώμην της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης μετά της Πολιτείας, επί δε κανονικής φύσεως ζητημάτων κατόπιν συνεννοήσεως και μετά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.