Νικολής Ανωμεριανός από την Κυριάννα

ο καλλιτέχνης της κρητικής λύρας, που έπαιζε σκοπούς με αξεπέραστη χάρη και
τραγουδούσε μαντινάδες που διαλαλούσαν το πάθος το ερωτικό που έβραζε μέσα

του

Ήταν ομορφάνθρωπος, ροδοκόκκινος με πλούσια ξανθά μαλλιά και μάτια που μαγνήτιζαν με
τις παραπονιάρικες ματιές τους και άστραφταν στις εκρήξεις του πάθους.
Είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, προσωπικό και έντονο γνώρισμα. Στους μουσικούς τόνους
που έδιδαν με τα ρίγη τους οι χορδές της λύρας του, συμμετείχε και ο ίδιος με τις εκφράσεις και
τις κινήσεις του σε αρμονικό συντονισμό. Με τις ματιές του, τις κινήσεις της κεφαλής τους, τα
ανεβοκατεβάσματα των ώμων του και τα τινάγματα του κορμιού του. Οι ξανθιές μπούκλες των
μαλλιών έπαιζαν και αυτές. Ολόκληρο το σώμα του επάλλετο στο ρυθμό της μουσικής και του
πάθους του. Ζωντάνευε και απέδιδε τους ρυθμούς της μουσικής με όλο το κορμί του.
Ήταν ακρόαμα και θέαμα. Και στις μεγάλες εκρήξεις του ήταν ηφαίστειο σε παροξυσμό! Και τα
ξέφρενα κέφια του και οι καημοί μεταδίδεντο σε όσους τον άκουγαν και τον έβλεπαν. Όλοι μαζί
απολάμβαναν και ζούσαν το ηχοθέαμα.
Από μικρός έπαιζε λύρα. Είχε καταπληκτικό μουσικό αυτί. Μια φορά μόνο άκουσε από
φωνόγραφο εκείνο το τραγουδάκι της εποχής: «Της Ριρίκας το τραγούδι το ονομαστό, είναι
ξακουστό και πολύ γνωστό. Στο πάλκο σαν προβάλλω…», και αμέσως πλούτισε το ρεπερτόριό
του με τους ρυθμούς του Φόξτροτ.
Τα χωριά γύρω από την Κυριάννα, ήταν η περιοχή της δράσης του.
Πασίγνωστος ο Χηρονικολής, το Χηράκι (χήρεψε όταν έχασε μια αγάπη του), ήταν ξακουστός
και περιζήτητος στα γλέντια. Αλλά και γλέντι να μην υπήρχε, ούτε παρέα, αρκούσε να έχει κέφι ο
Ανωμεριανός και το γλέντι άναβε.
Έπαιζε λύρα για να ικανοποιήσει το πάθος του, για να μερέψει τους καημούς του, να
σιγανέψει τη φωτιά που έκαιγε μέσα του. Δεν ενδιαφέρανε, καθόλου μα καθόλου για χρήματα,
αμοιβή (… μέχρι που παντρεύτηκε). Και πάνω απ’ όλα εκείνες οι μαντινάδες του… Ήταν κι αυτές
φλόγες ερωτικές, είτε σπαραγμός, θρήνος και απελπισία. Ανατρίχιαζαν -στην κυριολεξία- όσοι
άκουγαν τους θρήνους του κι έβλεπαν τα τρεμουλιάσματα των σπαραγμών του.
«Σκύλα και πως εξέχασες
τη γλύκα τ’ αχειλιού μου
και τα σφιχταγκαλιάσματα
που ’κανες του κορμιού μου.

Κι αν όλα τα λησμόνησες
μιανής αυγής θυμήσου
απού με φίλιες κι έλεγες
νύχτα ’ναι και κοιμήσου»

Και όταν πιο περασμένα μεσάνυχτα, όλοι είχαν αποκάμει, ο Ανωμεριανός είχε διασκορπίσει
τους καημούς του, είχε μερέψει τα πάθη του, είχε σιγανέψει τις φωτιές που τον έκαιγαν,
αποσταμένος, μούσκεμα από ιδρώτες, άφηνε με παράπονο και απελπισία τον ύστατο
σπαραγμό του, μία δέηση, μία παράκληση.

Θυμάμαι πολύ καλά εκείνο το «σκοπό».
Κάπως θα τον υποσημειώσω με γράμματα το σκοπό και τα λόγια της μαντινάδας:
«Δεεε ξηημερω
Δεεξημερωωνεις μαυρ’ αυγή
Δε ξημε-ρώνεις μαυρ’ αυγή να πα ’να ησυχάσω
να πα ’να ησυχάσω.

Ναα πεεεσω
Να πέσω ν’ αποκοιμηθώ
κι ίσως και σου ξεχάσω
Κι ίσως και σου ξεχάσω…»

Αμέσως πεταγόταν όρθιος, ίσιωνε το κορμί του, έβαζε τη λύρα κάτω από τη μασχάλη του,
έκανε μια υπόκλιση και τα χειροκροτήματα έκλειναν την παράσταση.
Το πρωί Αμνατσανοί, Αρκαδιώτες μοναχοί κι άλλοι πηγαίνοντας για το Ρέθυμνο, περνούσαν
από την Κυριάννα. Ο ήλιος ήταν ψηλά και όμως οι δρόμοι της Κυριάννας ήταν έρημοι.
Παράξενο.
Οι Κυριαννίτες πασίγνωστοι για την εργατικότητα τους δουλευταράδες ξακουσμένοι έπρεπε
να έχουν ξεκινήσει για τις ξωτάρικες δουλειές…
Ώρα 8:00 βρίσκομαι στη στάση για το Ρέθυμνο. Επιβάτες, ο ηγούμενος Αρκαδίου Αμβρόσιος
και ο πατέρας Γαβριήλ αείμνηστοι. φίλοι μου αγαπημένοι και συνεργάτες μου στα πέντε
καλοκαίρια που ήμουν Αρχηγός στις παιδικές κατασκηνώσεις Αρκαδίου. Πολλές φορές μου
τηλεφωνούσαν για να ξεναγήσω ξένους, υψηλά πρόσωπα. Κάθε Κυριακή έψαλλα στην
εκκλησία, παρουσία μου και δέκα ακόμη εκπρόσωποι της Κυριάννας στο Ρέθυνο, συμφώνησαν
και οι δύο στην απαίτηση του αείμνηστου Παύλου Βαρδινογιάννη και μας παραχώρησαν 8
κυβικά νερού την ώρα για την Κυριάννα. Ας είναι αιωνία η μνήμη όλων όσων βοήθησαν για την
παραχώρηση αυτή του νερού.
Πηγαίνοντας για το Ρέθυμνο με ρώτησαν για την ησυχία αυτή του χωριού αυτήν την ώρα.
Απαντώ, χθες βράδυ ο Ανωμεριανός ήταν στα κέφια του: Λύρα, σκοπούς, μαντινάδες… Βοηθός
του ο Χαρίτος και ο Θεμιστοκλής με τα μαντολίνα τους και κείνοι που είχαν πλαγιάσει
σηκώθηκαν και ήλθαν εδώ στην πλατεία του χωριού και ποιος μπορούσε μετά να φύγει, κόντεψε
να ξημερωθούμε.
Αυτά μας έκανε ο Ανωμεριανός όταν ήταν στα κέφια του.
Ας είναι αιωνία η μνήμη του

ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ ΣΗΦΗΣ
ΔΑΣΚΑΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση