Μορφές που ανέδειξαν τη Δημόσια Βιβλιοθήκη

Εύα Λαδιά Από Εύα Λαδιά

Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου

Ο Πολύβιος με τον στενό του συνεργάτη Μάρκο Γιουμπάκη

Κόντρα στη γραφειοκρατία ο Πολύβιος Τσάκωνας έκανε το όνειρο πραγματικότητα

Δυναμικά ξεκινά τη νέα σεζόν η νέα διοίκηση της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Ρεθύμνου για να δικαιώνεται ο κόπος εκείνων που έκαναν τον ναό αυτό της γνώσης, κυψέλη πολιτισμού σε καιρούς δίσεκτους.

Και δεν μπορούμε να μη βάλουμε αρχή από τον Πολύβιο Τσάκωνα τον σημαντικότερο πολιτιστικό παράγοντα του Ρεθύμνου. Αυτός ξεκίνησε να υλοποιήσει ένα όνειρο χρόνων.

Μετά τη δημιουργία του πρώτου πυρήνα Βιβλιοθήκης από την Πνευματική Εστία, έμενε να αναγνωριστεί ως δημόσια. Η κοινή απόφαση των δυο υπουργείων Εθνικής Παιδείας και Οικονομικών, για να ισχύσει έπρεπε να δημοσιευθεί στην εφημερίδα της Κυβέρνησης.

Κάποτε έγινε κι αυτό μετά από ενάμιση χρόνο περίπου.

Το επόμενο βήμα θα ήταν ο διορισμός της πρώτης Εφορείας. Σύμφωνα με τον νόμο πρόεδρος θα ήταν ο Επίσκοπος και λόγω ασθενείας τον αναπλήρωσε ο π. Πέτρος Χαλκιαδάκης.

Τα υπόλοιπα μέλη τα καθόρισε ο τότε νομάρχης Σ. Σταματιάδης και ήταν: Ο δήμαρχος Στυλιανός Ψυχουντάκης, ο γυμνασιάρχης Στυλιανός Ξυδάκης, ο γιατρός Εμμανουήλ Φραγκεδάκης και ο δικηγόρος Πολύβιος Τσάκωνας.

Αμέσως συνεδρίασαν τα μέλη και συγκροτήθηκαν σε σώμα ως εξής: Πρόεδρος Πολύβιος Τσάκωνας, Αντιπρόεδρος ο παπα-Πέτρος και Γραμματέας ο γιατρός Φραγκεδάκης.

Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου
Ο Πολύβιος Τσάκωνας

Έπρεπε τώρα να βρεθεί ένας δημόσιος υπάλληλος, και οπωσδήποτε εκπαιδευτικός για να αναλάβει καθήκοντα διαχειριστού.

Έλα όμως που οι εκπαιδευτικοί πειθαρχώντας στο συνδικαλιστικό τους όργανο δεν αναλάμβαναν καμιά πρόσθετη εργασία χωρίς επίδομα.

Μια λύση υπήρχε μόνο. Να δεχθεί ο διευθυντής του Ορφανοτροφείου Χάρης Σαριδάκης, που ήταν δημοδιδάσκαλος, να αναλάβει καθήκοντα. Πώς να το ζητήσουν όμως από τον άνθρωπο που είχε τόσο φόρτο καθηκόντων, προσπαθώντας να μην αισθάνονται τα ορφανά την έλλειψη της οικογένειας;

Ο Πολύβιος όμως ξέροντας καλά τον άνδρα, τόλμησε να το προτείνει και χωρίς έκπληξη τον είδε να αποδέχεται την πρόσκληση αν και του τόνισε ότι δεν υπήρχε καμιά δυνατότητα ούτε για επίδομα αλλά ούτε άλλης αμοιβής.

Παρά την άμεση ανταπόκριση και του Σαριδάκη και ενώ η επιτροπή έκανε ό,τι το δυνατόν για να προχωρούν οι διαδικασίες, το αιώνιο ελληνικό δημόσιο ανάλγητο στην αγωνία τόσων παραγόντων συνέχιζε το βιολί του. Στην περίπτωση του διαχειριστή έπρεπε να δοθεί έγκριση από το υπουργείο Οικονομικών και μετά να γίνει αναγγελία στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Για την τόσο απλή αυτή διαδικασία απαιτήθηκε όσος χρόνος χρειάζεται η επίλυση πολύ σοβαρού κυβερνητικού προβλήματος.

Τελικά ξεπεράστηκε κι αυτό αλλά έπρεπε να προσληφθεί προσωπικό. Και που να βρεθούν χρήματα;

Εύρισκε πάντα λύσεις

Βρήκε κι εδώ τη λύση ο Πολύβιος. Θα έκαναν προσλήψεις ημερομισθίου προσωπικού που θα πληρωνόταν από το αναιμικό ταμείο της Βιβλιοθήκης. Δεν ήταν μόνο αυτά τα έξοδα. Απαιτούνταν χρήματα για γραφική ύλη, αναλώσιμα, φωτισμό, καθαριότητα, ταχυδρομικά τέλη και άλλα που ήταν αδύνατο να τα αντέξει το ταμείο.

Ο σπάνιος αυτός άνθρωπος κόντευε να υπερβεί τα όριά του γιατί έπρεπε επιπλέον να προγραμματίσει σχέδια δράσης, να προχωρήσει μελέτες, να επιλέγει προσωπικό και όλα αυτά μετον μεγάλο πάνταεφιάλτη της αναζήτησης χρημάτων. Για ένα μέρος μόνο των εξόδων χρειαζόταν 50.000 δραχμές. Και η Εφορεία της Βιβλιοθήκης είχε το Μάιο του 1956 με το που ανέλαβε καθήκοντα μόνο 8.050 δρχ.!

Ο Πολύβιος στην Αθήνα

Στην απελπισία του ο πρόεδρος πηγαίνει στην Αθήνα για να ζητήσει ενίσχυση. Έτσι κι αλλιώς από το Ρέθυμνο δεν είχε να περιμένει τίποτα. Φθάνοντας στην πρωτεύουσα ζήτησε τηλεφωνικά από τον διευθυντή Γραμμάτων Κουρνούτο να δώσει εντολή στο θυρωρείο να του επιτρέψουν την άνοδο στο γραφείο του. Αυτό έγινε με ευκολία. Αυτό που δεν κατάφερε ο Τσάκωνας ήταν να τον ακολουθήσει ο παράγων αυτός στο γραφείο του υπουργού Οικονομικών για τα περαιτέρω.

Δεν ήθελε να πάει και μόνος του. Συνοδεία Κουρνούτου, πίστευε ότι θα βγάλει κάτι. Δυστυχώς όμως και για κακή του τύχη εκείνη την ημέρα ο υπουργός δεν θα δεχόταν κανέναν ούτε και διευθυντές υπουργείων.

Βγαίνει απογοητευμένος ο Τσάκωνας από το γραφείο του Κουρνούτου και στέκεται σε μια γωνιά να σκεφθεί τι να κάνει. Ξαφνικά ήρθε στο νου του ο Ακαδημαϊκός και Διευθυντής της Αρχαιολογικής Διευθύνσεως και της Διευθύνσεως αναστηλώσεων Ορλάνδος.

Μα βέβαια. Πώς δεν τον σκέφτηκε νωρίτερα; Ξεχνώντας την κούρασή του ο φλογερός Ρεθεμνιώτης κατευθύνεται στο γραφείο του Ορλάνδου και χωρίς να το καταλάβει «πέφτει πάνω» στον Παύλο Βαρδινογιάννη.

Αυτή ήταν τύχη πραγματικά. Γιατί ο Παύλος με την ιδιότητα τότε του βουλευτή δεν υπολόγιζε από απαγορεύσεις όταν επρόκειτο για τον τόπο του.

Παίρνει τον Τσάκωνα μπαίνει στο γραφείο του υπουργού και αδιαφορώντας για την ιδιαιτέρα που κόντευε να πάθει εγκεφαλικό, κατευθύνεται γραμμή στα ιδιαίτερα του Λεβαντή.

Ανοίγει την πόρτα σαν στο σπίτι του και φάνηκε να διασκεδάζει με το έκπληκτο βλέμμα του υπουργού και των τριών Μακεδόνων βουλευτών με τους οποίους μάλλον πως συζητούσε ένα σοβαρό θέμα για να έχει ζητήσει να μην τον απασχολήσει κανένας.

Ο Παύλος καλημερίζει με το γνωστό του τρόπο και αμέσως σπεύδει να εξηγήσει στον Λεβαντή ότι δεν πρέπει να μαλώσει την ιδιαιτέρα του που έκανε ότι μπορούσε για να εμποδίσει την είσοδό του στο γραφείο.

Τι να κάνει κι ο υπουργός; Είδε και τον Τσάκωνα που θυμόταν από τη Θεσσαλονίκη, κατά το κίνημα της Εθνικής Αμύνης το 1916. Ζήτησε την κατανόηση των άλλων βουλευτών και ζήτησε να μάθει τον σκοπό της τόσο αιφνιδιαστικής εισόδου.

Τη στιχομυθία που ακολουθεί την παραθέτει αυτολεξεί ο Τσάκωνας σε σχετικό του δημοσίευμα.

Υπουργός Πέτρος Λεβαντής: Ο Πολύβιος;

Πολύβιος: Θαυμάζω την μνήμην σας κ. υπουργέ, να ενθυμείσθε το μικρό μου όνομα, ενώ έχομεν να συναντηθώμεν από το 1932 ήτοι προ 24 ετών (Σ.Σ Ο Τσάκωνας εννοούσε τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης που είχε επισκεφθεί ως Νομάρχης Μεσολογγίου).

Υπουργός: Και εγώ θαυμάζω πως έχασες την μνήμην σου, ενώ είσαι πολύ μικρότερός μου. Την τελευταίαν συνάντησίν μας είχομεν το 1935 εις το σπίτι του αδελφού σου Μάνου, όπερ μάλιστα δια πρώτην φορά εδοκίμασα το φρούτο Γκρέηπ Φρουτ.

Πολύβιος: Πιστεύω ότι υπηρεσιακώς θα έχετε γνώσιν ότι εις το Ρέθυμνον υπάρχει Δημοσία Βιβλιοθήκη και ότι είμαι πρόεδρος της Εφορείας της.

Υπουργός: Ναι.

Πολύβιος: Ζητώ να μου δώσετε χρήματα να δυνηθώ να θέσω την βιβλιοθηκην, εις δημοσίαν χρήσιν.

Καλεί ο υπουργός τον αρμόδιο των εντελλόμενων εξόδων και τον ρωτά αν υπάρχει σχετική πίστωση. Στην αρνητική του απάντηση γυρίζει στον Τσάκωνα και του λέει:

Υπουργός: Άκουσες δεν υπάρχει πίστωσις. Θα σου δώσω εκ του περισσεύματος της καρδίας μου.

Πολύβιος: Ευγενής και εγκάρδιος προσφορά, αλλά απαράδεκτος ως άυλος. Εγώ ζητώ υλικήν.

Υπουργός: Πήγαινε κάτω και κάμε μου έναν πρόχειρον υπολογισμό. Πρόσεξε μη ζητήσεις πολλά διότι δεν θα πάρεις ούτε λίγα.

Πολύβιος: Ακόμη μια χάριν κ. υπουργέ.

Υπουργός: Έχεις και άλλο αίτημα;

Πολύβιος: Μετά τινά χρόνου εορτάζεται η Ολοκαύτωσις του Αρκαδίου. Κατεβαίνουν υπουργοί. Φροντίσετε να κατεβήτε διότι γνωρίζω πόσον αγαπάτε την Κρήτην.

Υπουργός: Με θέλεις ασφαλώς για να μου ζητήσεις κάτι εκεί.

Πολύβιος: Εμαντεύσατε την σκέψιν μου.

Τότε πετάχτηκε ένας από τους τρεις Μακεδόνες βουλευτές που ήταν εκεί και λέει:

«Ωμή ειλικρίνεια».

– Ο κύριος είναι Κρητικός, του απήντησεν ο υπουργός και τον συνέστησε στους βουλευτές.

Επιστρέφοντας ο Τσάκωνας στο Ρέθυμνο φρόντισε να γίνουν τα εγκαίνια της Βιβλιοθήκης στις 8 Νοεμβρίου 1956, δηλαδή να ετοιμασθούν τα πάντα σε διάστημα ολιγότερο του πενταμήνου. Έτσι απέκτησε το Ρέθυμνο Βιβλιοθήκη

Μάρκος Γιουμπάκης

Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου
Ο Μάρκος Γιουμπάκης με το αξέχαστο χαμόγελο

Κι ήρθε μετά ο Μάρκος Γιουμπάκης να δώσει πνοή και υπόσταση στη Βιβλιοθήκη.

Κι αυτός γεννήθηκε στο Ρέθυμνο. Μοναδικό βιος της φαμίλιας του το φιλότιμο και η αδιαμφισβήτητη εντιμότητα. Ο Μάρκος, στα γυμνασιακά του χρόνια, βίωσε τη φρίκη της κατοχής. Ο θάνατος έγνεφε πολλές φορές από μακριά και η στέρηση μαράζωνε τις μέρες.

Αυτός όμως είχε βρει το μεγάλο γιατρικό για να ξεπερνά εκείνα τα βιώματα. Διακωμωδούσε με υγιή και έξυπνο τρόπο, το κάθε τι. Και είχε τη μοναδική ικανότητα να παρασύρει και τους άλλους σε μια πιο αισιόδοξη αντιμετώπιση της κακομοιριάς που μάστιζε το Ρεθυμνάκι μας.

Η επαφή και η συνεργασία με τον τιτάνα της πολιτιστικής μας ζωής Πολύβιο Τσάκωνα τον επηρέασε βαθιά. Τον άκουγε με βαθιά προσοχή και συμφωνούσε μαζί του, πως όταν το Ρέθυμνο διαθέτει παράδοση στο πνεύμα, δεν του χρειάζεται τίποτα περισσότερο για να δώσει σαν πόλη το στίγμα του.

Η μεγάλη ιδέα της Βιβλιοθήκης έγινε και δικός του πόθος. Μου έλεγαν παλιά, χρόνια πάνε από τότε, ότι ο Μάρκος μάζευε φύλλο-φύλλο έντυπα κι εφημερίδες για να δημιουργήσει σώματα και να υπάρχει ένα αρχείο του τόπου. Ήταν η πρώτη ας πούμε «μαγιά» για το θαύμα που θα ακολουθούσε…

Για ένα μεγάλο διάστημα τρεφόταν με το όραμα, γιατί ποιος θα τον αντάμειβε για τον μόχθο του; Και δεν ήταν μόνο στην υπηρεσία της Βιβλιοθήκης, ανιδιοτελής εργάτης. Κάθε κοινωνική δράση τον συγκινούσε και τον ενθουσίαζε. Έτσι βρέθηκε και στους προσκόπους που του έδιναν την ικανοποίηση ότι συμμετέχει σε ένα θεσμό στα μέτρα του: Αγάπη για τη φύση, φροντίδα για τον συνάνθρωπο.

Η αγάπη του για την ιστορική έρευνα μας έδωσε δυο αξιοπρόσεκτα βιβλία, για το Ρέθυμνο και τη Φορτέτζα, ενώ ένα τρίτο, που μάλλον έμεινε ανέκδοτο αναφέρεται στον Ρεθεμνιώτικο Τύπο από το ξεκίνημά του από το 1869, μέχρι τις μέρες που έσβησε τα καντήλι της ζωής του φλογερού αυτού Ρεθεμνιώτη. Γνωστός και ο τουριστικός οδηγός που έκαναν με τον Μιχάλη Τζεκάκη.

Ο Μάρκος Γιουμπάκης ήταν ένας παράγοντας του τόπου γεμάτος αγάπη για όλους, ένας ανιδιοτελής κοινωνικός εργάτης.

Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου
Μάρκος Γιουμπάκης και Μιχάλης Τζεκάκης

Όταν όλοι ξεσηκώθηκαν να φύγουν, δεκαετία του ’60, αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα, αυτός σήκωσε παρακλητικά τα χέρια. Δεν άντεχε να βλέπει την πόλη να ερημώνει.

Κι ήρθε η αρρώστια ύπουλη εκεί που κανένας δεν φανταζόταν ότι θα φώλιαζε σε κείνο το γεμάτο ζωή σώμα.

Η γυναίκα του Αικατερίνη, μια εξαίρετη γυναίκα, προσπάθησε να του κρύψει τη φοβερή αλήθεια. Κι όταν πλησίαζε το τέλος, εκείνη συνέχιζε να του κάνει ενέσεις, δήθεν ότι η θεραπεία έπρεπε να τελειώσει. Κι ας μην άφηναν οι γιατροί καμιά ελπίδα.

Έτσι μια μέρα θλιβερή, στις 14 Ιανουαρίου 1976 η αγνή ψυχή του Μάρκου, πέταξε ψηλά για να ξεκουραστεί πια το βασανισμένο του κορμί. Τον έκλαψαν και οι «πέτρες». Για τις λοιπές δράσεις της πολυσήμαντης ζωής του έχουμε κάνει σχετικά αφιερώματα. Για την όλη του αυτή προσφορά μένει αθάνατος στη μνήμη όσων τον γνώρισαν.

Το Ρέθυμνο πάντα τον αναζητά. Η απώλεια παραμένει μεγάλη. Γιατί εκείνο το πλατύ χαμόγελο κι εκείνη η έμφυτη αισιοδοξία, που μας έδινε φως στην καθημερινότητά μας, βασίλεψαν δυστυχώς για πάντα μαζί του.

Μιχάλης Τζεκάκης

Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου
Ο Μιχάλης Τζεκάκης

Τύχη μεγάλη για τη Βιβλιοθήκη ήταν η θητεία του Μιχάλη Τζεκάκη του σεμνού Ρεθεμνιώτη διεθνούς πνευματικής εμβέλειας.

Στη Δημόσια Βιβλιοθήκη που λάμπρυνε με την παρουσία του ως διευθυντής πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες, ενώ πρόσφερε σημαντικό έργο και ως προϊστάμενος του τμήματος Βιβλιοθηκών του υπουργείου Πολιτισμού.

Εκεί πάντως που έγραψε ιστορία ήταν στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης. Αν και εντάχθηκε οριστικά το 1981, από το 1976 διετέλεσε τύποις και ουσία οργανωτής και διευθυντής της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου, ενώ είχε ήδη παραλάβει το διορισμό του για Μέση Εκπαίδευση.

Ο Μιχάλης Τζεκάκης μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 2001 πρόλαβε να κάνει έργο κολοσσιαίο στο Πανεπιστήμιο κατά γενική ομολογία. Το επιστημονικό του κύρος, το πάθος του για τη συνεχή αναβάθμιση του ιδρύματος, συνετέλεσαν ώστε να εμπλουτιστεί η Βιβλιοθήκη με εξαιρετικές συλλογές διεθνούς ενδιαφέροντος.

Κι εμείς πάντα υποκλινόμαστε με σεβασμό στο ήθος και στη προσφορά του κ. Μιχάλη Τζεκάκη, που δεν μπορεί να εκφραστεί απόλυτα στα στενά περιθώρια ενός αφιερώματος τιμής κι ευγνωμοσύνης που αποτελεί χρέος για όλους μας.

Γιάννης Παπιομύτογλου

Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου
Ο Γιάννης Παπιομύτογλου

Για μένα ο Γιάννης Παπιομύτογλου παραμένει από τις σημαντικότερες πνευματικές αξίες του τόπου μας. Και η συμβολή του στην ανάδειξη της Δημόσιας Βιβλιοθήκης είναι τεράστια

Ο σημαντικός αυτός συμπολίτης μας γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1945, όπου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπούδασε πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και το 1976 διορίστηκε στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ρεθύμνης, στην οποία υπηρέτησε ως διευθυντής μέχρι το 2011, οπότε συνταξιοδοτήθηκε, χωρίς να πάψει όμως να συμμετέχει σε εκδηλώσεις επιπέδου. Επί των ημερών του η Βιβλιοθήκη γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη και σήμερα συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες και καλύτερα οργανωμένες επαρχιακές βιβλιοθήκες της χώρας. Διετέλεσε επί πολλά χρόνια μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και Αντιπρόεδρος της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Ρεθύμνης και συμμετείχε ενεργά στην έκδοση και κυκλοφορία του περιοδικού της «Κρητολογικά Γράμματα».

Δεν μπορώ όμως να μην αφήσω και τη μνήμη να προσθέσει μερικά στοιχεία ακόμα στο βιογραφικό του κ. Παπιομύτογλου που ευτύχησα να γνωρίσω από κοντά. Συνάντησα τον αγαπητό συμπολίτη σε μια εποχή που αντάμωνες σε γωνιές του πνεύματος και της Τέχνης όλες τις μεγάλες μορφές που μπροστά τους μας καταλάμβανε δέος. Ήταν στη δεκαετία του ’70.

Ανάμεσα σε μας που αισθανόμασταν υπέρτατη ικανοποίηση όταν μας απευθύνανε τον λόγο και ο Γιάννης Παπιομύτογλου. Ανέκαθεν δωρικός στις εκφράσεις του, χαμηλών τόνων και πάντα σιωπηλός ακροατής.

Ήταν πάντα πρόθυμος να με βοηθήσει. Μια μέρα κι ενώ ο καλός μου φίλος με βοηθούσε να βρω έναν τόμο της «Κρητικής Εστίας» πρόσεξα τον αξέχαστο Μιχαήλ Μυρ. Παπαδάκη, που ήταν παρέκει και ξεφύλλιζε ένα βιβλίο.

– Είναι εξαιρετικός νέος μου είπε. Να θυμάσαι ότι μια μέρα θα το αναγνωρίζει και όλη η πόλη. Να τον συμβουλεύεσαι. Έχει σωστή κρίση.

Ούτε προφήτης να ήταν ο σπουδαίος εκείνος άνθρωπος.

Για τον Μιχάλη Μύρ. Παπαδάκι διατηρώ αγαθές μνήμες, θα μου πει αργότερα σε μια από τις συνομιλίες μας ο κ. Παπιομύτογλου. Και πρόσθεσε.

Ήταν ο τύπος του λογίου, που σήμερα δεν υπάρχει. Αγαπούσε πολύ τη Βιβλιοθήκη και έπινε εκεί τον καφέ του, όσο βρισκόταν στο Ρέθυμνο. Με τη διαθήκη του άφησε τη βιβλιοθήκη και το αρχείο του στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνης. Έγραψε αρκετά βιβλία και εκατοντάδες άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά για τον τόπο μας και τους ανθρώπους του. Η Βιβλιοθήκη αναγνωρίζοντας την προσφορά του εξέδωσε, μετά τον θάνατό του, το ανέκδοτο βιβλίο του «Το χωριό μου ο Βάτος». Εγώ προσωπικά, ως ελάχιστο δείγμα εκτίμησης και αγάπης, κατάρτισα και δημοσίευσα κατάλογο των δημοσιευμάτων του.

Από τους στενούς του φίλους που μου μιλούσε με θαυμασμό πάντα και ο μεγάλος μας Γιώργης Εκκεκάκης. «Αν δεν στο βρει ο Γιάννης» μου έλεγε, όταν αναζητούσα κάποια σπάνια πηγή, «τότε δεν υπάρχει στα μέρη μας».

Δεν τον άφηνα σε ησυχία τον άνθρωπο και τον ευγνωμονώ που με ανεχόταν. Ευτυχώς που διέθετα πάντα «φωτογραφική μνήμη» σύμφωνα με δική του εκτίμηση και τουλάχιστον μετρίαζα τον κόπο του να με εξυπηρετήσει στην αναζήτηση κάποιου εντύπου.

Αρχές του 1980 προστέθηκε στη συντροφιά των «κυνηγών» ιστορικής μνήμης και ο συγγραφέας των Ολοκαυτωμάτων ο Σπύρος Μαρνιέρος. Πόσες αξέχαστες ώρες δεν περνούσαμε στη Βιβλιοθήκη για να μου δείχνει τομείς που θα μπορούσα να φανώ χρήσιμη. Εγώ ήμουν για τις απλές δουλειές. Τα μεγάλα, τα σπουδαία τα έκαναν ο Σπύρος με τον Γιάννη. Δεν έμαθα ποτέ αν η φιλία τους αναπτύχθηκε τότε ή προϋπήρχε, γιατί ήταν και μια διαφορά ηλικίας που με μπέρδευε. Αν και ο Σπύρος Μαρνιέρος αν κρίνω από αυτά που μου πρόσφερε και την εμπιστοσύνη που μου έδειχνε, μάλλον πως αδιαφορούσε για την ηλικία των φίλων του, αρκεί να ήταν κοντά στα πνευματικά του ενδιαφέροντα.

Θεωρώ ότι η σελίδα https://rethymniates.blogspot.com/ είναι από τις πιο βασικές του διαδικτύου για τον ερευνητή της τοπικής ιστορίας. Αρκεί βέβαια να υπάρχει ο απαιτούμενος σεβασμός και να μην γίνεται αντιγραφή χωρίς το στοιχειώδες καθήκον της τυπικής αναφοράς.

Αφήστε μια απάντηση