ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΕΚΝΟ ΜΟΥ ΣΗΦΗ ΚΑΥΚΑΛΑ

Στην ίδια γειτονιά ανατραφήκαμε. Του Ποθούλιο το στενό λεγότανε τότες.
Τώρα “Οδός Ρήγα Φεραίου”. Στην έξοδο του δρόμου προς το Στρατολογικό γραφείο,
ήτανε το σπίτι των. Και το δικό μας είκοσι πέντε μέτρα βορειότερα.
Οι πατεράδες μας ήσαν προστάτες πολυμελών οικογενειών. Κάθε ένας απο αυτούς
έπρεπε να έχει υλικά για να παρασκευάζει τριάντα γεύματα ημερησίως, πρωί,
μεσημέρι, βράδυ. Και αντιμετώπιζαν με πολύν μόχθο την τεράστια ευθύνη. Δε μας
αφήναν βέβαια και αυτό ήταν κατόρθωμα, να μη πεινούμε. Μα δεν είχαμε και τον
κόρο και τον ευδαιμονισμό των σημερινών παιδιών, που όμως τα κάνει νευρικά,
ανυπόμονα, σπαστικά. Να μην ξέρουν τί θέλουν.
Εμείς άμα τρώγαμε το ψωμάκι μας βρίσκαμε ψυχαγωγία στους πετροπόλεμους, την
αμπάριζα, την πρώτη ελιά και τα άλλα παιχνίδια της εποχής. Πιάναμε και πουλιά με
βεργιά που στέναμε στα πεύκα της Σοχώρας και τον κέδρο – δέντρο του
Αη Σπυρίδωνα που σήμωναν τσίχλες το Χειμώνα. Και το Καλοκαίρι στέναμε πλάκες
και πιάναμε σπουργίτες στα αλώνια του το παλτί. Αχώριστοι φίλοι με τον Σήφη σε
όλα. Μαζί αντιμετωπίζαμε και “την ράβδον” του αξέχαστου δασκάλου μας Μανόλη
Πλυμάκη. Αυτή έπιπτεν όπου δεν έπιπτε ο λόγος. Αλλα και πολλές φορές έπιπτε, δια
πρόληψιν και προκαταβολικώς.
Μια μέρα ειδοποίησαν τον Πατέρα του Σήφη απο το Σχολείο, να παει στο “Γραφείο”.
(Φόβος και τρόμος μας έπιανε μ’ αυτό το Γραφείο). Πήγεν ο γέρο Καυκαλάς και του
είπαν οτι ο γυιός του “Χωλαίνει εις την αριθμητικήν”. Κι ο μακαρίτης ο σύντεκνός μου
το πήρε, το έκαμεν αστείο και το’ λεγε σ’ολη του τη ζωή. Μετα απο κανένα ζεύκι μας
απ’ αυτά στο κέντρο του Κουτσουρογιάννη της Αγίας Φωτεινής, ο σύντεκνός μου
του’ λεγε:

  • Γιαννάκο πιάσε το κοντύλι γιατι εγώ “χωλαίνω εις την αριθμητικήν”. Ο
    Γιαννάκος δεν εκαλόβλεπε τον σύντεκνο μου γιατι μια φορα επιχείρησε να
    του χαλάσει με σφυρί μια καμινάδα που του έκτισαν οι Γερμανοί γιατι ήταν
    “αντεθνικό έργο”. Τον έβλεπε πάνω απο τα ματογιάλια του και του
    απαντούσε:
  • – Συ μωρέ Σήφη εισαι τρίαμάτης!
    Όταν για δεύτερη φορά ειδοποίησαν τον γέρο Καυκαλά πως ο γυιός του “χωλαίνει
    σ’ολα τα μαθήματα, αυτός τον έβγαλε απο το σχολείο. Και τον υποχρέωσε να
    διαλέξει τέχνη να ζήσει.
    Και κείνος ζήτησε να γίνει λευκοσιδηρουργός. Μεχρι που ήμουνα στο Ρέθεμνος οι
    σχέσεις μας ήταν αδελφικές. Οταν ομως τέλειωσα το Γυμνάσιο έφυγα. Και πέρασαν
    δέκα πέντε χρόνια να ξαναγυρίσω και τοτε τον βρήκα με μαγαζί λευκοσιδηρουργείο
    στη Μεγάλη Πόρτα.

Σε λίγον καιρό έφερε και αυτοκίνητο. Οι σχέσεις μας αναθερμάνθηκαν. Καθημερινές
ήταν οι συναντήσεις μας. Και πολλή επαγγελματική αλληλοβοήθεια παρείχαμεν ο
ένας στον άλλο.
Ο Σήφης Καυκαλάς ήταν ενας άριστος φίλος και χαρακτήρας χωρίς λάθος.
Φιλόσοφος της ζωής, στις δυσκολίες που σαν άνθρωπος συναντούσε, εύρισκε τη
σωστότερη λύση, με τη βοήθεια και της πολύτιμης συντρόφου του. Έξυπνος και
αστείος ήταν περιζήτητος απο τις παρέες που περιστοιχιζόταν.
Φιλάνθρωπος, ευγενής, κα ελεήμων δεν παρέλειπε να κανει το καλό με το μέτρο των
δυνάμεών του.
Είχε το ευτύχημα να παντρευτεί νέος. Και ανάθρεψε τα παιδιά του με την κεντρική
ιδέα της καλοσύνης.
Ευτύχησε να τα δει όπως ήθελε. Χρήσιμους πολίτες , ευϋπόληπτους και χρήσιμους
επιστήμονες και επαγγελματίες. Ζουσε με αυτή την ικανοποίηση.
Το προπερασμένο Καλοκαίρι που τον είδα μου είπε πως τον Χειμώνα δεν ηταν
ευχαριστημένος απο τοην υγεία του. Εδοξαζε το Θεό γιατι τώρα ήταν καλά.
Το περασμένο ήταν υγιέστατος. Είχε ξαναβρεί τον εαυτό του. Στις συναντήσει μας,
ελεγε τ’ άστεία του, πείραζε τους άλλους, γελούσε με την καρδιά του όπως πάντα.
Ο Θεός που τον πίστευε με όλη τη δύναμη του, δεν θέλησε να τον βασανίσει. Και
όταν εσήμανε η ώρα τον πήρε όρθιο
Χριστιανά και ανώδυνα ήταν τέλη του.

Μεγάλη απώλειας ο θάνατος του Σήφη Καυκαλά για τους δικούς του και για τους
φίλους του. Αλλα και όποιον Ρεθεμνιώτη και αν ρωτήσεις θα μάθεις πως ο θάνατος
του Σήφη Καυκαλά ήταν Θάνατος ενός Δικαίου.
Ας ειναι αιωνία η μνήμη .

Μιχάλης Παπαδάκης
Ε. Δικηγόρος.
Κυριακή 1 Ιανουαρίου 1978

Αφήστε μια απάντηση