Μια σπουδαία συλλογή μεσαιωνικών και αναγεννησιακών όπλων στη Φορτέτζα του Ρεθύμνου


του Γιώργου Π. Εκκεκάκη, εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα, 26 Απριλίου 2001.

Σύμφωνα με διασταυρωμένες* πληροφορίες, όταν ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της
Κρήτης από τους Τούρκους υπήρξε μέριμνα του κατακτητή για τη συγκέντρωση και τη
διαφύλαξη σε ειδικούς χώρους του βενετσιάνικου εκείνου οπλισμού παρωχημένων
εποχών, που βρέθηκε σε αποθήκες των κρητικών πόλεων. Η αναφορά είναι για όπλα που
ήδη εκείνη την εποχή, τέλη του 17

ου αιώνα δηλαδή, τα θεωρούσαν αντίκες. Ο λόγος για
πανοπλίες, πολεμικά φραγγέλια (βλ. εικόνα), λογχοπελέκεις, τόξα κ.τ.ό. Ξέρομε πως
τουλάχιστον στο Ηράκλειο είχε διαμορφωθεί και λειτουργούσε στα μέσα του 19
ου αιώνα
ένα είδος μουσείου μ’ αυτά τα όπλα, που όχι μόνο ήταν επισκέψιμο, αλλ’ αποτελούσε το
κατεξοχήν αξιοθέατο της πόλης για τους τουρίστες της εποχής. Ήταν ο περίφημος
Τσεπχανές (=Οπλοθήκη) του Μεγάλου Κάστρου που βρισκόταν πίσω από τη Λότζια.
Ανάλογη αποθήκη παλιών όπλων υπήρχε και στη Φορτέτζα του Ρεθύμνου, όπως θα δούμε.
Αξίζει όμως να σημειωθεί εδώ πως η Λότζια του Ηρακλείου ήταν γνωστή επί
Τουρκοκρατίας με το όνομα, Τσεπχανές, κι ας είχαν εγκατασταθεί εξαρχής σ’ αυτήν οι
οικονομικές υπηρεσίες των Τούρκων. Είχε πάρει το όνομα από το συνεχόμενο κτίριο που
βρισκόταν πίσω της.
Ο αμερικανός περιηγητής Taylor (το χρονικό του οποίου είχα την ευκαιρία να φέρω
στο φως παλαιότερα), ο οποίος επισκέφτηκε το Τσεπχανέ-Μουσείο στα 1858, περιγράφει
με αρκετές λεπτομέρειες τα εκθέματα που υπήρχαν εκεί. Λέει ακόμα πως υπήρχαν και
ειδικοί φύλακες, οι οποίοι και κατατόπιζαν τους επισκέπτες. Μάλιστα οι φύλακες αυτοί
του επέτρεψαν να πάρει ως αναμνηστικό ένα από τα παλιά βενετσιάνικα βέλη που
υπήρχαν σε στοίβες ολόκληρες. Τον προειδοποίησαν μόνο πως πρέπει να είναι
προσεκτικός επειδή κι ένα απλό γρατζούνισμα στην αιχμή αυτού του βέλους θα μπορούσε
ν’ αποδειχτεί επικίνδυνο, εξαιτίας του δηλητηρίου που ήταν ενδεχόμενο να διατηρείται,
παρά τους αιώνες που είχαν περάσει από την κατασκευή του. Αλλά και ο περιστασιακός
συνοδός του αμερικανού τουρίστα (ήταν ο τότε γραμματέας της Μητρόπολης Κρήτης)
φρόντισε να κρύψει κι αυτός ένα βέλος στο μανίκι του ράσου του και να το πάρει μαζί
του!
Τα βέλη ήταν βεβαίως τα μικρότερα σε μέγεθος αντικείμενα του Μουσείου και ως εκ
τούτου τα πιο εύκολα σε λαθροχειρίες. Τα κάπως μεγαλύτερα, όπως πανοπλίες, τόξα,
σπαθιά, αρκοβούζια (τα πρώτα μεσαιωνικά τουφέκια, μουσκέτα κ.π. μαθαίνομε ότι «…
αφηρούντο υπό των κατά καιρούς πασάδων, φρουράρχων και άλλων αξιωματούχων».
Το αναφέρει ο Στεφ. Ξανθουδίδης (βλ. Χάνδαξ – Ηράκλειον, επανέκδοση 1964, σελ. 54),
ο οποίος και συμπληρώνει λέγοντας πως τα πολλά τα πήραν το 1898, όταν αποχωρούσε
οριστικά από την Κρήτη ο τουρκικός στρατός. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος έγκυρος ιστορικός
μας βεβαιώνει ότι «μεγάλα ξύλινα κιβώτια με εζωγραφισμένην την προτομήν του
λέοντος του Αγίου Μάρκου, σεσαθρωμένα πλέον, εσώζοντο και μετά την αναχώρησην
του τουρκικού στρατού». Και το ερώτημα που γεννάται είναι: Τι απέγιναν άραγε όλοι

αυτοί οι μουσειακής αξίας θησαυροί που υπήρχαν στην Κρήτη μέχρι και πριν από 100
χρόνια;
Μια μικρή ιδέα μας δίνει ίσως η τύχη που είχαν τα όπλα – αντίκες του δικού μας
«Τσεπχανέ». Τα όπλα αυτά πρέπει να ήταν συγκεντρωμένα στις αποθήκες του
πυροβολικού, στο κτίσμα δηλαδή που και σήμερα υπάρχει και το βλέπομε δεξιά, μόλις
περάσομε τη γνωστή στοά, μπαίνοντας στη Φορτέτζα. Αλλ’ ας δούμε τις πληροφορίες που
υπάρχουν, παίρνοντας τα πράγματα από κάποια άκρη:
Ενώ λοιπόν οι Ρώσοι είχαν την ευθύνη της τάξης στο Ρέθυμνο, αποφασίστηκε από τις
Δυνάμεις η απομάκρυνση του τουρκικού στρατού. Και όταν αυτή ολοκληρώθηκε άρχισε
αμέσως να εφαρμόζεται και το σχέδιο των Δυνάμεων, που απέβλεπε στον αφοπλισμό των
μέχρι τότε αντιμαχομένων, Χριστιανών και Οθωμανών. Φαίνεται πως ο Ρώσος διοικητής
Χιόστακ έδειξε και στην περίπτωση αυτή τα διοικητικά του προσόντα, αφού μέσα σε δυο

  • τρεις μήνες κατάφερε να συγκεντρώσει, λένε, στα υπόγεια της Νομαρχίας 5-6 χιλιάδες
    όπλα, πράγμα που εντυπωσίασε τους άλλους διοικητές. Ο Άλλος ναύαρχος Νόελ θέλησε
    μάλιστα να διαπιστώσει ο ίδιος το γεγονός κι επισκέφτηκε τις αποθήκες, όπου και είδε
    πράγματι τα όπλα με τα καρτελάκια τους τακτοποιημένα έτσι που να είναι εύκολη η
    ανεύρεσή τους. Ανάμεσα στα άλλα που χρησιμοποίησε ο Χιόστακ -κάτι που δείχνει την
    από μέρους του κατανόηση της ψυχολογίας των ανθρώπων του τόπου- ήταν, λένε, και το
    εξής εκπληκτικό: υποσχέθηκε πως όποιος από τους κατόχους όπλων θα δυσκολευόταν
    συναισθηματικά από τον αποχωρισμό του, θα είχε τη δυνατότητα ακόμα και να …
    επισκέπτεται το όπλο του στις αποθήκες!! Το βέβαιο είναι πως αποφασιστικής
    αποτελεσματικότητας αποδείχτηκε η ιδέα του Χιόστακ να δίδεται μια μικρή αμοιβή σ’
    αυτούς που παρέδιδαν το όπλο τους οικειοθελώς, κάτι που δεν το είχαν εφαρμόσει οι
    άλλοι διοικητές.
    Για τον τρόπο εφαρμογής του αφοπλισμού στο Ρέθυμνο υπάρχουν όμως αρκετές
    λεπτομέρειες στα απομνημονεύματα του Ιωσήφ Κοβάλσκη (Κρητικά Χρονικά, 1964,
    σελ. 72-73). Μόνο που εκεί περιγράφεται η ιδανική πλευρά του πράγματος και δεν γίνεται
    λόγος για ένα σημαντικό περιστατικό που τότε αποσιωπήθηκε και παρέμενε μέχρι τώρα
    μάλλον άγνωστο: Ένας Ρώσος στρατιώτης λοιπόν -ενδεχομένως απ’ αυτούς που ήταν
    εντεταλμένοι για την τακτοποίηση των όπλων που παραδίδονταν- συνελήφθη την ώρα που
    προσπαθούσε να πουλήσει ένα τουφέκι, και μάλιστα σε Οθωμανό. Το πράγμα κρίθηκε
    σοβαρό, αλλά ο στρατιώτης, κάτω από την πίεση των ανακρίσεων, αποκάλυψε κάτι ακόμα
    σοβαρότερο: ούτε λίγο ούτε πολύ ισχυρίστηκε πως.. και τα νοικιασμένα στο Ρέθυμνο
    σπίτια των Ρώσων αξιωματικών ήταν γεμάτα με τα όπλα – αντίκες (πανοπλίες, λόγχες,
    τόξα, κ.λπ.), κλεμμένα από την ειδική αποθήκη της Φορτέτζας…
    Ο ισχυρισμός του στρατιώτη επιβεβαιώθηκε αλλά το γεγονός αποσιωπήθηκε ευλόγως
    τότε. Και δεν είναι περίεργο που η ιστορική αυτή λεπτομέρεια καταγράφηκε πολύ
    αργότερα σ’ ένα βιβλίο που έχει τίτλο «Η Εποποιία του Θερίσου» (συγγραφέας Ι.
    Καποδίστριας, έκδοσις εφημερίδος «Πατρίς», 1932, σελ.. 40).
    Και σε άλλη ευκαιρία είχα επισημάνει ότι η εξιδανικευμένη εικόνα από την παρουσία
    των Ρώσων στο Ρέθυμνο θα παρέμενε τέτοια αν δεν γινόταν η λεγόμενη Επανάσταση του
    Θερίσου.
    Το θέμα μας εν προκειμένω είναι τι απέγιναν τελικά αυτά τα μουσειακής αξίας
    όπλα, που πρέπει να ήταν πολλά; Εκτός από ελάχιστα κομμάτια που έχω δει στο
    Ιστορικό Μουσείο του Ηρακλείου, τέτοια αντικείμενα δεν ξέρω να υπάρχουν τουλάχιστον
    στην πόλη μας και δεν έχω υπόψη μου σχετικές μ’ αυτές πληροφορίες. Διαβάζω μόνο εδώ
    κι εκεί κατά καιρούς για τη θλιβερή ιστορία με την τύχη των 72.000 όπλων που

συγκεντρώθηκαν απ’ όλη την Κρήτη τότε (1898-99) με τον «εθελούσιο» αφοπλισμό. Τα
όπλα αυτά με την τόσο μεγάλη ιστορία, αφού τα άφησαν να σκουριάσουν μέσα σε υγρές
αποθήκες της Σούδας, τα πούλησαν αργότερα σαν παλιοσίδερα, σε εξευτελιστική τιμή (3
λεπτά η οκά)!

*Για όλα τα μικρά ιστορικά σημειώματα που κατά καιρούς
έρχονται στο φως με ευθύνη μου, καταβάλλεται φροντίδα να
υπάρχει διασταύρωση των πληροφοριών και ανάδειξη κάποιας
άγνωστης, μικρής έστω, λεπτομέρειας. Αλλιώς δεν δημοσιεύονται.

Αρκετά από τα εικονιζόμενα εδώ όπλα είναι εξακριβωμένο πως υπήρχαν σε ειδική
αποθήκη της Φορτέτζας και μετά την αναχώρηση του τουρκικού στρατού
(Οκτώβριος 1898). Και είναι εύλογα τα ερωτηματικά για την τύχη αυτής της

συλλογής.

Στην εικόνα με αριθμούς μερικά μόνο όπλα, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται

στο σημείωμα:

1=πολεμικό φραγγέλιο, 2=λογχοπέλεκυς, 3=αρκοβούζιο, 4=μουσκέτο 17
ου αιώνα

«Μια σπουδαία συλλογή μεσαιωνικών και αναγεννησιακών όπλων στη Φορτέτζα του Ρεθύμνου» του Γιώργου Π. Εκκεκάκη, εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα, 26 Απριλίου 2001.

Αφήστε μια απάντηση