Έμπορος
Γεννήθηκε στο Σπήλι Ρεθύμνης το 1916. Τελείωσε την Β τάξη του Γυμνασίου το έτος
1930 στα Σπήλι. Ο πατέρας του Κων/νος ήταν Ξυλουργός που έφτιαχνε έπιπλα ξύλινες
στέγες με κεραμίδια, τελάρα, ξύλινο μεαπατώματα αλέτρια ξύλινα κ.λ.π. Η Μητέρα του
Ευαγγελία τα γένος Κουμεντάκη πήρε προίκα το κτίριο του σημερινού παντοπωλείου
που όμως έχει κατεδαφισθεί και ανακατασκευάσθηκε το 1981. Το 1931 έπιασε δουλειά
στο Ρέθυμνο στο Παντοπωλείο του θείου του Εμμανουήλ Μπριλάκη που ήταν μετανάστης
στις Ηνωμένες Πολιτείες και είχε επιστρέψει. Το Παντοπωλείο ήταν στην <<Μικρή Αγορά>>
λίγο πιο κάτω από την «Μεγάλη Πόρτα». Μεγάλη Αγορά έλεγαν οι παλιοί Ρεθεμνιώτες την
Οδό Αρκαδίου. Εκεί έμαθε το Εμπόριο σαν παραγυιός και φιλοξενούμενος στο σπίτι του
θείου του. Στενός φίλος με τον Φουσταλιέρη τον ρολογά, κάνανε παρέα. Με το μπουλγαρί ο
Φουσταλιέρης και με ένα μικρό μπουζούκι ο Ιωάννης κάνανε πολλά γλέντια. Το 1937 πήγε
στρατιώτης με ειδικότητα γραφέας και υπηρέτησε την θητεία του στο Ρέθυμνο. Μετά την
Στρατιωτική του θητεία γύρισε στο Χωριό στο Σπήλι όπου παντρεύτηκε το 1940 την
Ελένη, κόρη του Στέφανου Βλατάκη. Ο Βλατάκης ήταν Τερζής δηλαδή ράφτης κρητικών ρούχων
(σαλβάρια). Επειδή όμως οι Κρητικοί άρχισαν να φορούν Γκιλότες και ευρωπαϊκά ρούχα, άλλαξε
επάγγελμα και έκανε εμπόριο και μεταφορές συνεταιρικά με φορτηγό της εποχής, δηλαδή τύπου
καρνάβαλος με καθίσματα αριστερά και δεξιά και στην μέση οι αποσκευές. Με την προίκα της
Ελένης 1.000 οκάδες λάδι κ.λ.π. άνοιξε Παντοπωλείο στο κέντρο του Σπηλίου και ξεκίνησε το
επάγγελμα μέχρι τον Οκτώβριο του 1940 που κλήθηκε να ξαναϋπηρετήσει την πατρίδα και
κατέληξε στην Αλβανία, ενώ η γυναίκα του ήταν έγκυος. Το παιδί η Μαρία γεννήθηκε την
5-1-1.941 ενώ αυτός ήταν στα χιόνια στα βουνά και πολεμούσε τον Μουσολίνι. Με την
ειδικότητα του Γραφέα και επειδή ήξερε γραφομηχανή, ήταν δίπλα στον Ταγματάρχη στο
μέτωπο κατ έγραφε τις διαταγές κίνησης και επίθεσης γραπτές με σφραγίδα, γιατί όπως έλεγε δεν
στέλνεις τον άλλο να σκοτωθεί με λόγια, αλλά γραπτά. Η ευθύνη βαριά. Οι διαταγές
αποστέλλονταν στους λόχους με αγγελιοφόρους, δουλειά του έκανε και ο ίδιας όπως
περιγράφει και στο ημερολόγιό του.
Το παντοπωλείο έκλεισε με την αναχώρηση στο μέτωπο και όσα εμπορεύματα υπήρχαν
αναλώθηκαν από την οικογένεια κατά την διάρκεια της κατοχής. Ο ίδιος κατά την
οπισθοχώρηση έφθασε στα Ναύπλιο και γύρω στο τέλος Μαΐου του 1941 με ένα
καραβάκι έφθασε στην Κίσαμο. Από εκεί με τα πόδια έφθασε στο χωριό ένα μήνα μετά. Στο χωριό
βέβαια είχαν χάσει τα ίχνη του και δεν ήξεραν αν ζούσε. Οι Γερμανοί την 20-5-1.941 είχαν
καταλάβει την Κρήτη και αν πήγαινε στο Σπήλι από την παραλία κινδύνευε να συλληφθεί.
Γιαυτό πέρασε από τους Λάκους, την Αργυρούπολη κ.λ.π,
Στην διάρκεια της Κατοχής ζούσε από την Γεωργία με τα λίγα κτήματα, με οικόσιτα ζώα κ.λ.π.
Φεύγοντας οι Γερμανοί τον Σεπτέμβριο του 1944 ανατίναξαν την γέφυρα μπροστά από
το Παντοπωλείο στην κεντρική πλατεία του Σπηλίου. Για την αποφυγή βλάβης στο κτίριο
άνοιξε τα τζάμια και έβγαλε τα παντζούρια για να μην βρουν αντίσταση τα αέρια της έκρηξης. Έτσι
το κτίριο σώθηκε. Οι χωριανοί, για την αποκατάσταση της κυκλοφορίας στο ρέμα (Ο
Φάραγγας) γεφύρωσαν με χοντρούς κορμούς από Πλατάνους το άνοιγμα και πάνω από
τους κορμούς τοποθέτησαν μαδέρια ξύλινα που ήταν και το κατάστρωμα κυκλοφορίας. Ο
ίδιος δώρισε μετά από 8 χρόνια τα τσιμέντα στην Κοινότητα που έφτιαξε νέα πλάκα στην
θέση των ξύλινων κορμών και αργότερα γύρω στο 1960 ανακατασκευάσθηκε εξ
ολοκλήρου η γέφυρα, με βάθρα από σκυρόδεμα και πήρε και διπλάσιο πλάτος ο δρόμος
δηλαδή από 4 μ πλάτος έγινε 8. Πολύ αργότερα όλο το ρέμα (Ο Φάραγγας) σκεπάστηκε και
σήμερα δεν φαίνεται τίποτα.
Απέκτησε 4 παιδιά, την Μαρία το 1941, τον Κων/νο το 1943, τον Σταύρο το 1945
και την Βιολέτα το 1948. Το πέμπτο παιδί η Αλεξάνδρα πέθανε την Κατοχή από πνευμονία,
αφού δεν υπήρχαν αντιβιοτικά εκείνη την εποχή. Μέχρι ταν Θάνατό του είχε αποκτήσει 8
εγγόνια 2 από κάθε παιδί και 5 δισέγγονα.
Σαν επιχειρηματίας και έμπορος ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στο Χωριό και εκτός από το
Παντοπωλείο ίδρυσε και πρατήριο βενζίνης και είχε συνεταιρισθεί με πολλούς χωριανούς
για διάφορες άλλες δραστηριότητες όπως π.χ. παραγωγή αναψυκτικών, και μεταφορές με
φορτηγό.
Εξυπηρετούσε δωρεάν τους πελάτες συσκευάζοντας τα δέματα που έστελναν στην Αθήνα
στους μετανάστες που είχαμε μπόλικους εκείνη την εποχή. Επίσης δωρεάν έκανε τον
γραφέα για αιτήσεις ή γράμματα στον μετανάστη από χωρικούς αγράμματους, η χήρες κ.λ.π.
Τη δεκαετία του 1950 τα βερεσέδια είχαν ανέβει στα ύψη, αλλά κατάφερνε να εισπράττει τα
παλιά χρέη χωρίς να μαλώνει και να δημιουργεί προβλήματα στους φτωχούς πελάτες. Κανόνας:
<<Πλήρωσε τα παλιά να πάρεις καινούργια>>. Τίμιος στις συναλλαγές του και συνεπής
στις υποχρεώσεις του, αγόραζε μετρητοίς και πίστευε στο δόγμα: <<Ο Έμπορος πρέπει να
κερδίζει από εκεί που αγοράζει και όχι από εκεί που πωλεί>>. Ζούσε με κανόνες που τους
τηρούσε ευλαβικά. Χρησιμοποιούσε στην καθημερινή ζωή φράσεις που καταλήγουν ρητά και
παροιμίες. Συνημμένα παραθέτουμε όσες φράσεις διασώθηκαν που είναι κανόνες αρετής,
αλλά και διείσδυσης στην ψυχολογία των ανθρώπων και είναι παρακαταθήκη για τους
νεώτερους.
Συνημμένα: Ρητά και παροιμίες ταυ Ιωάννη Μπριλάκη
Ηράκλειο 16-6-2.013
Ο συντάξας
Μπριλάκις Κων/νος
ί ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΡΙΛΑΚΗΣ 1916 – 1999
- O έμπορος πρέπει να κερδίζει από κει που αγοράζει, όχι από κει που πουλάει.
- Ο ακριβός με τον κατεργάρη συμφωνούνε.
- Για τους ασυνεπείς έλεγε: Αγάπα τον πλησίον σου ίσαμε να σου δίδει. Δηλαδή έκαμε αποκάλυψη
αδυναμιών. - Όταν δάνειζε εργαλεία, πένσα σφυράκι κ.λ.π έλεγε: Με τα χέρια μου σου το δίδω, μην έρθω με τα
πόδια μου να τα γυρεύω; - Στους πελάτες που ‘ξεχνούσαν’ τα χρέη: Πλήρωσε τα παλιά να πάρεις καινούργια.
- Για τους κακοπληρωτές: Καβρούς έχει η τσέπη τους.
- Για τις μεγάλες κ.λ.π υποσχέσεις: Λίγος κόπος και πολλή πληρωμή, ας κάθομαι στ’ αυγά μου. (Η γάτα
υπεσχέθη ένα τυρί στον ποντικό να πάει απ’ την μια τρύπα στην άλλη). - Ντράψου τον έναν, ντράψου τον άλλον δεν έκαμα κανένα κοπέλι με τον άντρα μου.
- Εγώ είμαι των ‘εσόδων’ και η γυναίκα μου των ‘εξόδων’.
- Όταν αγόραζε ρωτούσε την τιμή και πριν λάβει απάντηση ξαναρωτούσε: ‘Δεν κάνει παρακάτω;’
και ξαναρωτούσε ‘Δεν έμαθες ακόμα το μάθημά σου;’ (Δηλ. Ότι θα πρέπει να κατεβάσεις την τιμή όσο το
δυνατόν χαμηλώτερα!!! ). ΤΡΙΠΛΗ ΕΡΩΤΗΣΗ !!! (Σωκρατική μέθοδος). - Στον δάσκαλο του δημοτικού: Το κρέας δικό σου, τα κόκκαλα δικά μου.
- Όταν τον ρωτούσαν ‘πως πας;’ απαντούσε: ‘Σαν του καβρό στα κάρβουνα’, (Περιγραφή Βιοπάλης).
- Για τις δημόσιες υπηρεσίες, και απευθυνόμενος στον πελάτη που του ζητούσε κάτι: Αμέσως! Δεν
είναι εδώ Δημόσιο Γραφείο να σου λένε αύριο πέρασε.. - Για την εφορία: Ότι είναι σαν την κακή γυναίκα.
- Για την κακή γυναίκα: Όταν δης κακή γυναίκα δυό φορές τηνε χαιρέτα , και συμπλήρωνε: εγώ τη
χαιρετώ τρείς για νάμαι μέσα. - Προς τους κληρονόμους: Αν τα παίρνανε όλα στον άλλο κόσμο θα τάπαιρνα ούλα, μα δεν τα
παίρνουνε! Γι’ αυτό πάρτε τα όλα! - Για τους νέους να ντύνονται καλά. ‘Ο παληκαράς του κρύου δεν εβρέθηκε ακόμα’.
- Για την εξουσία: Μετεκλογικά ρωτούσε τους πελάτες: ‘εβγήκε ο δικός σου;’ (βουλευτής). Στη συνέχεια
αποκάλυπτε: εμένα ο δικός μου βγήκε, δηλαδή ο πισινός μου από την βιοπάλη. - Για τη μόρφωση: θα τα πουλήσω όλα αν χρειασθή για να σπουδάσουν τα παιδιά μου .
- Για τους καπνιστές όταν τους πουλούσε τσιγάρα: Αέρα και καπνό θα γίνουν τα λεφτά σου.
- Για τους παπάδες: Στο μαγαζί μου δεν έρχονται, δεν πάω και γώ στο δικό τους. (τους φιλοχρήματους).
- Πώς ξεχώριζε αν κάποιος είναι έξυπνος:
Όταν ανθίζουν οι κολές (γαϊδουράγκαθα)
και βγαίνει το σακίζι (Μαστίχα)
ο μπουνταλάς σαν κουραστεί γυρίζει και καθίζει. - Καλύτερα να κάθεσαι παρά να στέκεις. Καλύτερα να κοίτεσαι παρά να κάθεσαι.
- Σ’ αυτόν που δεν ακούει: Από την Κούφη πέρασες; Βοδινό κρέας έφαγες;
- Σ’ αυτούς που έδινε βερεσέ: (Μπλάκ Χιούμορ): Κι’ αν αποθάνεις και τα χάσω: Δεν πειράζει!
Πέθανε συ κι’ ας τα χάσω.