του Θεμιστοκλή Βαλαρή

ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΛΙΜΕΝΟΣ ΜΑΣ, το οποίον εκάλυπτε ολόκληρη την βόρεια πλευρά
του, το λέγαμε κήπο, γιατί ως ήταν καμωμένο με τεράστια θόλατα, τα οποία όχι απλώς
είχαν καλύψει με χώματα αλλά στρώσει πραγματικά και είχαν γεμίσει με ρύκια που είχαν
φυτέψει και στην μέση είχαν κοσμήσει με ένα αναβρυτήριο, με γύρω γύρω πλακάκια, δεν
έδιδε την εντύπωσιν φρουρίου, αλλά κήπου. Εις το βάθος του κήπου υπήρχε μικρό σπιτάκι
για αναψυκτήριο, όπου πότε πότε έπαιζε η ρωσσική μουσική.
Αμέσως μετά τον κήπον, άρχιζε ο βραχίων του λιμένος που εκάλυπτε με τον φάρο
το ανατολικόν τμήμα του. Στην αρχή αυτού του βραχίονος ήταν κτισμένο ένα
μικροσκοπικό σπιτάκι, όπου διανυκτέρευε ο φαροφύλακας. Το ως ανωτέρω σύνολον
αποτελούσε ένα ανεπανάληπτο κόσμημα, το οποίον, δυστυχώς εν μέρει μόνον, υφίσταται
ακόμη.
Ο φάρος αυτός είχε δύο λάμπες που κάθε μία είχε από δυο φυτίλια. Κατετόπιζε με
το αμυδρό φως του τους ναυτιλλομένους, τον άναβε δε ο φαροφύλακας απ’ όταν έδυε ο
ήλιος ως την ανατολή του.
Την υπεύθυνη αυτή εργασία έκανε ένας, ο καπετάν Τζουριός, που ήταν ένας
τεράστιος άνδρας, με πλάτες παλαιστού και ύψος άνω από 1,90 μέτρα. Αυτός είχε
διορισθεί φαροφύλακας τιμής ένεκεν, γιατί, όταν είμαστε υποδουλωμένοι στους Τούρκους,
κουβαλούσε με καΐκι, και υστερότερα με βαποράκι, πολεμοφόδια στους αντάρτες στην
πίσω μεριά της Κρήτης. Δυο φορές τον βούλιαξαν οι Τούρκοι και τις δυο γλύτωσε
κολυμπώντας.
Αυτός, λοιπόν, ο ήρωας, όλη νύκτα τον χειμώνα εκάθητο μέσα στο σπιτάκι του, από
το παράθυρο του οποίου έβλεπε μη τυχόν σβύσουν οι λάμπες για να τρέξη να τις
ξανανάψη.
Μετά καιρόν απεχώρησε της υπηρεσίας συνταξιοδοτηθείς και τον διεδέχθη ο
Καυκαλάς, και αυτός με αξιόλογη πολεμική δράση.
Το επάνω στον κήπο αναψυκτήριον, το είχε ενοικιάσει ο Κόκκινος (παρανόμι), το
όνομά του ήτο Εμμανουήλ Χαμαράκης, και το κρατούσε ανοικτό και την νύκτα, όπου και
κατέφευγαν πολλοί νέοι, κατά τις ατελείωτες νύκτες του χειμώνα.
Αυτός ο άνθρωπος ήταν προικισμένος με ωραίαν αφηγηματικότητα, αλλά ήταν και
ψεύτης φοβερός.
Τις νύκτες, λοιπόν, του χειμώνος, επήγαιναν ορισμένοι νέοι, καθίζανε, τον βάζανε
στην μέση, τον παρακαλούσανε με τρόπο να αρχίση να διηγήται και αλλοίμονον σ’ εκείνον
που θα τολμούσε να διαψεύση τα λεγόμενά του. Έπρεπε να στέκεται πλάι στην πόρτα, που
να του είναι εύκολο να πεταχτή έξω, αλλοιώς εκινδύνευεν η ακεραιότης του. Χάρις στην
ευκολία που έπλαθε τους μύθους αυτούς, οι οποίοι κάθε άλλο παρά ανάξιοι προσοχής
ήταν, κατώρθωνε να ζη απ’ αυτήν την δουλειά, σκαρώνοντας, σαν Μυνχάουζεν, συχνά
ιστορίες προς μεγάλη διασκέδασιν των ακροατών του, οι οποίοι με επιφωνήματα δήθεν
θαυμασμού, παρεδέχοντο τα φαντασιώματά του, από μέσα των δε σκούσαν στα γέλια.
Τύχαινε καμμιά φορά να τολμήση κανείς να του φέρη αντίρρηση, οπότε, για να μην
οξυνθούν τα πράμματα, επενέβαιναν και τα συμβίβαζαν μια παρέα εκλεκτών νέων, που ως
ήσαν και ταχτικοί πελάτες, είχαν το απαιτούμενο κύρος.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ “ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ”