ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΑΤΣΙΠΟΠΟΥΛΟΥ ΚΡΗΤΗΣ


ΥΠΟ Μ. Α.

Πολλάκις η ιστορία ελησμόνησε και ηδίκησε. Γεγονότα, άξια ευφήμου μνείας και
κατορθώματα, τα οποία έπρεπε να κατέχωσι την πρώτην θέσιν εις τας σελίδας αυτής, η
ιστορία παρέτρεξεν ή όλως μικράν έδωσε σημασίαν εις αυτά. Επίσης και άνδρες, οίτινες
ειργάσθησαν υπέρ του μεγαλείου του έθνους και της Πατρίδος ελησμονήθησαν και
ερρίφθησαν εις την αφάνειαν, ενώ η ιστορία ώφειλε ν’ αναφέρη και ν’ απονείμη εις
αυτούς τον δίκαιον έπαινον. Τοιαύτα ιστορικά γεγονότα, τα οποία διεδραματίσθησαν εν
Κρήτη και τοιούτους άνδρας, οίτινες πολλαχώς έδρασαν εν τω τόπω μετέδωσεν ημίν η
παράδοσις, ενώ η ιστορία παρεσιώπησε τόσον τα γεγονότα όσον και τα ονόματα των
ανδρών εκείνων.
Από του παρόντος φύλλου αρχόμενοι την δημοσίευσιν της περιγραφής ωρισμένων
ιστορικών γεγονότων, λαβόντων χώραν εις παρωχημένην εποχήν εν Κρήτη και ιδίως εν
Ατσιποπούλω, φρονούμεν ότι συντελούμεν εις την πλήρωσιν εν μέρει του κενού, όπερ
εγκατέλιπεν η γραπτή ιστορία του τύπου.
Την εν λόγω περιγραφήν «Λησμονημένοι ήρωες» γραφείσα εις καθαράν Κρητικήν
διάλλεκτον υπό του φίλου κ. Μ. Α. δημοσιεύομεν όπως συνετάχθη χωρίς ποσώς να
αλλοιωθή το τε λεκτικόν και η σύνταξις αυτής.
Όταν η Κρήτη ευρίσκετο υπό τον τουρκικόν ζυγόν και ήσαν οι Γιαννίτσαροι, φρικτά
μαρτύρια υπέφερον οι Χριστιανοί, ήτο η Γιαννιτσαριά. Ολίγα μόνον θέλω περιγράψει διότι
δεν τα χωρούν τα χαρτιά όσα υπέφεραν οι προπάτορές μας. Από τα παράδοξα είνε ότι δια
να τυραννίση ένας Γιανήτσαρος ένα Χριστιανόν μίαν φοράν, τον έστειλεν από τα Χανιά εις
το Ηράκλειον να του αγοράση ένα λουλά του τζιμπουκιού του, ενώ ευρίσκοντο και
επωλούντο λουλάδες εις τα Χανιά και εβάδιζε 8 ημερονύκτια έως ότου φέρει τον λουλάν
και με συστημένην επιστολήν. Εννοείται δε ότι του εζήτει αιτίαν δια να τον φονεύση. Εις
τον δρόμον, όταν επέστρεφε συνήντησεν εις το Ρέθυμνον ένα Έλληνα ονόματι Νικ.
Σκορδίλην και αφού εξεχώρησαν που συνωμίλησαν πολλά τα όσα ηκούοντο πως
διέπραττον οι Γιαννήτσαροι επήγε και ο Σκορδίλης να πάρη το άλεσμά του από τον
αλευρόμυλον, αλλ’ ενυκτώθη και κατά κακήν του τύχην συνήντησε και ένα Γιαννήτσαρον
με μαύρο άλογον και καλοαρματωμένον, και ετρόμαξεν ευθύς, διότι εγνώριζε πως θα τον
εφόνευεν ο Γιαννήτσαρος, αφού θα τον περιέπεζε πρώτον, σαν τον γάτον που αφού πιάση
τον ποντικόν τον πέζει ολίγον και ύστερα τον τρώγη. Τότε δεν ήξιζε περισσότερον ένας
Έλλην από ποντίκι ως οι Γιαννήτσαροι έλεγον. Έπρεπεν ο Γιαννήτσαρος να διασκεδάση την
λείαν του αυτήν πρότερον και αποτεινόμενος προς τον Σκορδίλην του λέγει: – Νερεγκίτ
γκιαούρ. Που πάης άπιστε: – Πάω εφέντη πασά μου των παιδιών μου αλεύρι να φάνε
ψωμί. Το μέρος αυτό λέγεται σήμερον «Αγιαντρές» της Ρεθύμνης. Ο Αγάς Γιαννήτσαρος
του είπε: – Πίσω θα έλθης να μου ακουληθής, ξεφόρτωσε πρώτα το ζώον σου και βάλετο

εκεί πέρα να τρώη χόρτα, μα γιατί είνε κρίμα να τόχεις φορτωμένο μωρέ άπιστε που δεν
γνωρίζεις τον Μωχαμέτη μόνον προσκυνάς τα ξύλα και ταις τάβλες κάνεις σταυρό πως θα
πάης στον παράδεισον: Ε! έτσι κάνης μωρέ άπιστε; έπρεπε να απαντήση ο Σκορδίλης. Και
τι θα έλεγε; Πάντοτε μπερδεμένος θα ήτο με τας ερωτήσεις του Γιαννητσάρου. «Πε και έει
εφέντη πασά μου» δηλαδή «πολύ καλά Διοικητά μου». Εξεφόρτωνε δε και τα σακκιά το
αλεύρι και αμπέρδευαν τα πόδια του διότι επερίμενε τότε τον θάνατόν του. Ο αγάς όμως
και καλά να του πη, γιατί είπε «πε και ει» το «πολύ καλά». Θέλεις να γίνης μωρέ Τούρκος;
Ο Σκορδίλης εσιώπα και ο αγάς εις το άλογο απάνω, ήθελε απάντησιν. Ναι ή όχι.
Τότε ο Σκορδύλης ορμά κατ’ αυτού και ο Τούρκος σέρνει το γιαταγάνι, μα ο
Σκορδύλης όστις επεκαλέσθη την δύναμιν του Χριστού τον έβαλε κάτω από το άλογον και
του εβάστα την χείρα με το γιαταγάνι (το σπαθί) και με την άλλην λαμβάνει πέτρα από
χαμαί και του κτυπά αλύπητα στην κεφαλήν και τον φονεύει. Του παίρνει δύο μπιστόλες
και το γιαταγάνι. Έπειτα του γεμίζει τα φαρδί πέτσινο πανταλόνι πέτρες και τον ρίπτει εις
το πηγάδι που είνε ακόμη και σώζεται κοντά στον δρόμον του Αγιαντρέ έπειτα φορτώνει
και φεύγει εις το χωρίον του εις το Ατσιπόπουλον. Το πρωί που είνε ο αγάς; Ζητούν οι
Τούρκοι. Το άλογο του ευρέθη αλλ’ ο αγάς δεν ευρίσκετο. Κανείς από τους Τούρκους δεν
εφαντάζετο πως ο αγάς εφονεύθη αλλ’ είπαν στο «ζευτή» θα είνε δηλαδή όταν ήθελαν
διασκέδασιν οι Γιαννήτσαροι, επήγαιναν εις ένα χωριό ελληνικό και εζήτουν την
διασκέδασιν με όλα τα επακόλουθα, προς κόρεσιν των ενστίκτων κακούργων των που
τρέμει η γλώσσα του ανθρώπου να τα διηγείται. Το πανταλόνι όμως του αγά έσκασε και η
πέτρες έμειναν στο μπάτο και το πτώμα εξέβρασεν εις την επιφάνειαν του ύδατος εν τω
φρέατι και ευρέθη μετά 20 ημέρας, από την ημέραν που τον εξόντωσεν ο Σκορδύλης. Ο
Γιαννήτσαρος εκείνος ελέγετο Χαλήλ Αγάς του τσιφλικιού ώριζε τα χωρία Γωνιά, τα
Μετόχια και τον Κάστελον, εκάθετο δε εις το χωρίον Σωματα.
Τότε όταν εφόνευεν ο Γιαννήτσαρος ένα Χριστιανόν επήγαινεν εντός 24 ωρών εις
τον «Κισιλά» και ο Κισσιλάς ήτο ανώτατον αυτών των Γιαννητσάρων δικαστήριον. Απ’ έξω
από την θύραν ήτο ο «Τουράς» το επίσημον σύμβουλον της πίστεως των. Όταν λοιπόν
επρόφθανεν ο Γιαννήτσαρος να θέση την χείρα του επάνω εις τον «Τουράς» ήτο
ατιμώρητος από τους ανωτάτους Γιαννητσάρους όσους Χριστιανούς και αν είχε φονεύση.
Έπρεπεν όμως να πληθή πρώτα και να πάη εις το τζαμί να πάρη αμτέστη δηλαδή να
νίψη πρόσωπον , χείρας και πόδας και να προσκυνήση και αυτό ηννόει ότι ό,τι έκαμε το
έκαμε για τον Μουχαμέτη. Αν δεν έκανεν αυτάς τας διατυπώσεις επλήρωνε πρόστιμον ο
φονεύς Γιαννήτσαρος, και για ένα χριστιανό επλήρωνεν αναλόγως της ηλικίας του 10 έως
100 «ργιάλια» δηλαδή εικοσάλεπτα.
Ο Χαλήλ Γιαννήτσαρος είχε θέσει την χείρα του εις εκείνον τον «Τουρά» 26 φορές
διότι εγράφοντο εις το τεφτέρι (το βιβλίον της εισόδου), μα επήγε το τέλος του κακώς διότι
οι Γιαννήτσαροι ενόμισαν πως άλλοι Γιαννήτσαροι του χωρίου Αγιαντρέ τον εφόνευσαν και
όχι Έλλην διότι ποτέ δεν ήτο πιστευτό τέτοιο ένα πράγμα πως θα εγίνετο από Έλληνα.
Ο Σκορδύλης έκρυψε τα άρματα του Γιαννητσάρου και επερίμενε κατάλληλον
περίστασιν να τα ζωστή και να εξοντώνη Τούρκους. Τότε δεν υπήρχεν εις τους Έλληνας
ούτε σφαλικτάρι (κλειστόν μαχαιρίδιον) όχι τουφέκια και κουμπούρια. Αλλοίμονον εις

εκείνο το χωρίο που θα ευρίσκετο τουφέκι από θεμελιού το χαλούσαν και ούτε βρέφος δεν
άφηναν ζωντανόν μόνον έσφαζαν και έπερναν τας περιουσίας των. Μα ο Σκορδύλης είχε
πεποίθησιν και ωνειρεύετο πως θα εξημέρωνε μέρα να τα ζωστή τα άρματα του Τούρκου
ελευθέρως και να εκδικηθή.
Παρήλθον μήνες και ήτο ο Σκορδύλης τασιμάρης να εργασθή για να κτίσουν την
εκκλησίαν του χωριού του και έκαναν τον ασβέστι εκεί εις μίαν εξοχήν εις την θέσιν
Ατσιπουλιανή Καμάρα και ήτο πλησίον η οδός η άγουσα από Ρέθυμνον εις Χανιά. Μίαν
νύκτα όταν με 13 χωριανούς του έκαναν το καμίνι του ασβέστι διέβαινεν ένας άλλος
Γιαννήτσαρος και μετέβαινεν από Ρέθυμνον εις Χανιά καβάλα εις το άλογον του και του
εγούσταρε να φονεύση κανένα Χριστιανόν και ήρχετο κάτω από τον δρόμον προς το καμίνι
και των φωνάζει και των λέγει – «Βρε άπιστοι σεις δεν φοβάστε τον Θεόν να καίετε τες
πέτρες έτσι;» Αμέσως έφυγαν οι σύντροφοι του Σκορδύλη και επήραν κάτω και εκρύβησαν.
Ο Σκορδύλης όμως έλαβε το «διχάλι» και έβανε κλαδιά στο καμίνι και άναπτε. Ο
Γιαννήτσαρος έφθασεν εν τω μεταξύ και τον ηρώτησε που είνε οι άλλοι του σύντροφοι.
-«Πάνε να φέρουν κλαδιά εφέντη πασά μου». «Μωροί άπιστοι γιατί τυραννάτε τες
πέτρες και τσι καίτε;» Εζήτει δε να του δείξη τον δρόμον που πηγαίνει εις τα Χανιά. «Πασσά
μου, του λέει ο Σκορδύλης, αν δεν κάψωμεν τες πέτρες πως θα κάμωμεν το ασβέστι να
κτίσωμεν τα τζαμιά του Θεού του Μουχαμέτ και τα σεράγια να κάθεται το ασκέρι και τα
κονάκια να καθίζετε Μπέη μου στα ψιλά παράθυρα να κάνετε το ζεύκι σας και ο Θεός το
θέλει. Και ο πολυχρονισμένος Σουλτάνος το λέγει να δουλεύωμεν εμείς έτσι για να είμεθα
καλοί αραγιάδες και έπεψε και μας ο Θεός για να κάνωμε τούτο το «ζαναέτι» να
δουλεύωμεν για τον Βασιληά και για νάχετε και σεις το ραχάτι σας, γιατί σεις δεν πρέπει να
χαλάτε να νιάτα σας να τυραννείσθε με τση πέτρες, μα πρέπει να είσθε απάνω στάλογο να
λάμπετε σαν βασιλικό φεγγάρι. Ο Γιαννήτσαρος ήρχισε να χαίρεται και να γελά με τους
λόγους του Σκορδύλη.
Χα, χα, χα! Μωρέ άπιστε βαλάι ταστίκ. Εσύ μωρέ έπρεπε να σε Τούρκος βαλάι. «Και
ποιος θα κάνη τον ασβέστι ύστερα μπέη μου» του λέγει ο Σκορδύλης. «Πάλι κάνης ασβέστι
μωρέ άπιστε» του λέγει ο Γιαννήτσαρος. «Μα δεν κάνουν ασβέστι οι Τούρκοι, μπέη μου».
«Βαλάι μωρέ εγώ θα σε κάμω Τούρκον και θα σε πάρω μαζύ μου στο κονάκι» του λέη ο
Γιαννήτσαρος. «Θα σβύση το καμίνι, μπέη με την ομιλίαν που στήσαμε με τι σομπέοι
μουαμπέτη και τώρα ήσαν η πέτρες, χρυσάφι και να που εμαύρισαν» και έσκυψε και ετήρα
το καμίνι ο Σκορδύλης και δεν έχω επαναλαμβάνει και κοντά μου κλαδιά πολλά. «Τι λέης
μωρέ Γκιαούρι του λέει ο Γιαννήτσαρος χρυσάφι ήταν αι πέτρες και έσκυπτε ο
Γιαννήτσαρος από το άλογον να ιδή το καμίνι. Τότε ο Σκορδύλης βάνει τα «διχάλι» του εις
τον σβέρκον του αγά και με δύναμιν όπως έκανε και ήτο πυρωμένο τον ρίπτει κάτω από
τον ίππον και του φέρει την κεφαλήν εις το στόμα της καμίνου και όμως βάνει ο αγάς τας
χείρας του εις τους δύο παραστάτας της θυρός του φούρνου εκείνου και παρ’ ολίγον να
εξέφευγε το κεφάλι του από το διχάλι του ασβεστά. Κατώρθωσεν όμως επιτέλους να τον
ωθήση και να τον δώση της πυράς εντός της καμίνου όπου η τσίκνα του εγέμισε την
ατμόσφαιραν.

Έπειτα δένει τον ίππον πλησίον και μεταβαίνει προς αναζήτησιν των συντρόφων
του και αφού τους εύρε και επανήλθον εις το καμίνι και των είπε το συμβάν έσυραν τα
μαλιά των και είπον καλλίτερα ήτο να μη φεύγαμε και ας μας φόνευε γιατί εδώ θα πάη
όλο το χωριό. Ο Σκορδύλης τους ησύχασε και τους είπε να μη έχουν καμμίαν υποψίαν έως
ότου εξωρίση μακράν της περιφερείας του χωρίου τον ίππον και τον επήγεν έως εις τον
ποταμόν της «Μουσέλλας» που είνε πλησίον του χωρίου Κουρνά και Δράμια που κάθωνται
περισσότεροι Τούρκοι παρά Χριστιανοί και θα πούνε πως Τούρκοι τον εφόνευσαν να μη
πάθη κανείς Χριστιανός τίποτε.
Τότε όμως είχαν εξοντώση και εις το Σέλινον άλλον Γιαννήτσαρον οι Έλληνες και
άλλον έτερον εις την Κυδωνίαν εις άλλας επαρχίας δηλ. της Κρήτης και τους εσκότωσαν
φανερά διότι ο μεν εις ήτο γαμβρός και εζήτει ο Γιαννήτσαρος την νύμφην να κοιμηθή
αυτός πρώτος, όπως συνήθως εγένετο, τον δε έτερον εφόνευσαν διότι εζήτησε τας
αδελφάς ενός Έλληνος και έστησε χωρόν έπειτα τας ηνάγκασε να εκδυθούν από την μέσην
και πάνω ως συνήθως, οι Γιαννήτσαροι έπραττον δια να κτυπούν οι μαστοί αυτών να
γουστάρη ο Γιαννήτσαρος έπειτα έσφαξε τον αδελφόν του Έλληνος εκείνου και του έβγαλε
το σκότι και αφού το έψησεν εις τα κάρβουνα το έδιδε για μεζέ και έπιναν το κρασί οι
προσκεκλημένοι εκεί Έλληνες. Επομένως επειδή είχαν φονεύσει αυτούς εκείνους τους
Γιαννητσάρους στην Κυδωνίαν και εις τον Σέλινον ηννόησαν τοι Τούρκοι πως και τον
Γιαννήτσαρον που έφευγε ενωρίς από το Ρέθυμνον δια Χανιά τον εφόνευσαν Έλληνες.
Αφού δε εύρον μοναχόν τον ίππον και έλειπεν ο Γιαννήτσαρος ειδοποίησαν και επήγαν
πολλοί Τούρκοι και τον ανεζήτουν. Επί τέλους εμέτρησαν με το σχοινί απ’ εκεί που ευρέθη
ο ίππος και ήτο πλησιέστερον ο Κουρνάς το χωρίον από το χωρίον Δράμια. Έλαβον λοιπόν
όλους τους νέους του χωριού και τους έδεσαν και τους μετήγαγον ύστερα εις το Ρέθυμνον
και τους εκρέμασαν εις τους «κερκέλλους» της θύρας του φρουρίου «εις την λεγομένην
Φορτέτζα» όπου σώζονται και σήμερον μερικοί κέρκελοι.
Μετ’ ολίγον καιρόν ο Υψηλάντης διωργάνωνεν την Φιλικήν Εταιρίαν και ο
Σκορδύλης είχε φιλίαν με τους Σφακιανούς οι οποίοι είχαν προμηθευθή όπλα τινά οι μόνοι
κάτοικοι της Κρήτης και έγινεν αδελφοκτός ο Σκορδύλης με τον αρχηγόν του εκ
Καλλικράτους Σφακίων Γέρω Μανουσσέλι κρυφίως δε ήρχοντο οι Σφακιανοί εις το
Ατσιπόπουλον και εις άλλα χωριά της επαρχίας Ρεθύμνης και έσφαζαν τους Τούρκους
πλέον διότι οι κάτοικοι έλεγαν πως Σφακιανοί ήλθαν οι επαναστάται δηλ. του 1810.
Τότε ήτο η εποχή του Υψηλάντου όπου εις την Πελοπόννησον ο Κολοκοτρώνης, ο
Μαυρομιχάλης ήσαν οι πρώτοι του Κράτους του Ελληνικού οι ημίθεοι, εις δε την Κρήτην ο
Δασκαλογιάννης ο Σφακιανός είχε συνεννόησιν με την Φιλικήν Εταιρίαν και ύψωσε την
σημαίαν της επαναστάσεως. Τότε ήκμασαν οι Σφακιανοί εν Κρήτη, η λεγομένη
«επανάστασις του Δασκαλογιάννη». Τότε ήτο ο Ρήγας ο Φερραίος, ο οποίος εις πάντας
ενεφύτευσε δια των μυστικών ποιημάτων του το αίσθημα της ελευθερίας του Έλληνος. «Ως
πότε παλληκάρια θα ζούμε στη σκλαβιά κλπ.». Τότε και ο Σκορδύλης εις το Ατσιπόπουλον
εβασίλευε και εμπνέετο μεγαλεπιβούλως κατά των Τούρκων διότι δεν υπέφερε να βλέπη
τυραννουμένους τους ομογενείς του. Γιαννήτσαρος δε εις το Ατσιπόπουλον ήτο τότε ο
Παπαγιαννάκης ο προπάτωρ του διευθυντού του «Ραδαμάνθυος». Ο Παπαγιαννάκης

εγένετο Γιαννήτσαρος και την εθνικότητα και την θρησκείαν εξασκών ελευθέρως, χάριν της
μεγαλοφυΐας του. Έπραξε δε τούτο, και εγένετο Γιαννήτσαρος και ώμωσε εις το τουρκικόν
«Τουρά» με την επιφύλαξιν και κατά πρώτον τη συνεννοήσει των Ατσιποπουλικών δια τον
λόγον και δια τον σκοπόν να μη εξευτελισθώσιν οι Ατσιποπουλιανοί από τους
Γιαννητσάρους, δια τούτο, ποτέ Γιαννήτσαρος δεν προσέβαλεν εν τω Ατσιποπούλω τα ιερά
αυτών ήθη και έθιμα. Τοιουτοτρόπως δε οι Ατσιποπουλιανοί χάριν του Παπαγιαννάκη του
Γιαννητσάρου των, του οποίου χρεωστούν μίαν χρυσήν ιστορίαν, εφύλαξε την τιμήν και την
αξιοπρέπειάν των, τυγχάνει δε και περιστατικόν τι δια του οποίου ανυψώνεται το
ελληνικόν αίσθημα του Γιαννητσάρου Παπαγιαννάκη εις μέγα βαθμόν. Η οικογένεια των
Αβάτζων είνε αρχαία οικογένεια γνωστή μόνον εις το χωρίον Ατσιπόπουλον όπου
υπάρχουν αι ονομασίαι ακόμη τοποθεσιών «Γέρω Αβάτζου» εξ ων εξωρίσθη ο Μιχαήλ
Αβάτζας και μετοίκησεν εις ελληνικήν νήσον. Εκ των απογόνων δ’ αυτών σώζεται ο του
Πρωτοδικίου Ρεθύμνης γραμματεύς Εμμ. Αβάτζος ονομαζόμενος.
Η οικογένεια λοιπόν των Αβάτζων είχε νέαν ήτις ως εκ της καλλονής εφημίζετω η
ωραιοτέρα πασών της επαρχίας. Είχε ωραία ξανθά μαλλιά τα οποία όταν εβάδιζεν έφθανον
μέχρι της γης και λεπτά σαν μέταξα, ανάστημα δε υψηλόν, λιγερή το σώμα, μαύρα μάτια
σαν εληάς και τα ρόδα του προσώπου της σαν πανσέληνον. Επόμενον ήτο ότι η τοιαύτης
καλλονής νέα θα επέσυρε κατόπιν της επεοφηρέας της την εντύπωσιν των Γιαννητσάρων οι
οποίοι ενέκριναν καλόν να την ζητήσουν εις τον χορόν δηλαδή εις μίαν των διασκεδάσεών
των. Το αποτέλεσμα δε πάντοτε θα ήτο το γνωστόν και το εννοητέον ως εγνωρίσαμεν ποίον
πολιτισμόν είχον οι Γιαννήτσαροι.
Ο Χριστιανός Ατσιποπουλιανός όμως Γιαννήτσαρος Παπαγιαννάκης δεν επέτρεψε
τούτο εις τους άλλους Γιαννητσάρους οπότε επήλθε ρήξις μεταξύ Γιαννητσάρων.
Υπερίσχυσαν όμως οι καθ’ εαυτοί Γιαννήτσαροι και μετέβησαν προς αναζήτησιν της
Ατσιποπουλιανής την οποίαν όμως είχε κρύψει ο Παπαγιαννάκης.
Επί 4 ολοκλήρους μήνας έκαμε εις ένα υπόγειον του χωρίου Ατσιποπούλου η
Αβατζοπούλα και εκρύπτετο έως ότου την παρέλαβεν ο αδελφός της Μιχαήλ Αβάτζας δια
μέσου του Σκορδύλου και την μετήγαγον εις την χώραν των Σφακιανών και απ’ εκεί
εβάρκαραν με ιστιοφόρον πλοίον όπου δεν εγνώσθη μετέπειτα τι απέγεινεν ούτε αυτή
ούτε ο Μιχαήλ Αβάτζος. Εκ της καταγωγής δε ταύτης είνε ο Αβάτζος όστις είνε εις Αθήνας
γραμματεύς της Νομαρχίας.
Αναφέρονται δε ταύτα χάριν της ιστορίας του Σκορδύλη και του Γιαννητσάρου
Παπαγιαννάκη τον οποίον κατόπιν εκρέμασαν οι Τούρκοι. Ο Σκορδύλης ο αείμνηστος ούτος
Τουρκοφάγος μένει εις την μνήμην ακόμη και εις τας ιδέας των εν Ρεθύμνη Τούρκων. Όσαν
ούτος διέπραξεν εκδικήσεις των Ελλήνων κατά των Τούρκων η ιστορία τα σιωπά ελλείψει
συγγραφέως και όμως γίνεται αδικία μεγάλη εις τον ήρωα. Η ελληνική σημαία η πρώτη
που επτερύγισεν εις το Ατσιπόπουλον τον καιρόν της Φιλικής Εταιρίας ήτο του Σκορδύλη,
σώζεται δε ακόμη και την έχει τώρα ο δισέγγονός του ο Νικόλαος Σκορδύλης ή Καλημέντος
υποδηματοποιός και κάτοικος του χωρίου Ατσιποπούλου, και τώρα την σημαίαν ταύτην
την έχουν οι Ατσιποπουλιανοί ιερόν ως κειμήλιον.

Οι παλαιοί Τούρκοι γνωρίζουσιν ακόμη και λέγουν «Άλλο μπαϊράκι δεν ήτο σαν του
Σκορδίλη». Έδρασε δε εις τας πύλας του Φρουρίου της «Μεγάλης Πόρτας» Ρεθύμνης και
ακόμη φαίνονται αι σφαίραι των βολών των επαναστατών εις την σιδηράν θύραν της
«Μεγάλης Πόρτας» Ρεθύμνης και μετά την άφιξιν των Ευρωπαίων εις Κρήτην όπου
κατεδάφισαν τα τείχη δεν ευρέθη κανείς να φυλάξη τα φύλλα των θυρών τούτων εις
αρχαιότητα και όμως πολλοί αυτό τώρα το γνωρίζουν πως οι μπάλες του Σκορδύλη
εφαίνοντο εις την «Μεγάλην Πόρτα», δηλαδή είχε πολιορκήσει τους Τούρκους εις την
πόλιν Ρεθύμνης και δι’ εφόδου, χωρίς πυροβόλα, προσεπάθη να κυριεύση αυτήν. Περί του
ήρωος τούτου η ιστορία ουδόλως αναφέρει.
Οι Σφακιανοί όμως και οι Κυδωνιάτες έχουν αγέροχον ιστορικόν, διότι τωόντι
πολλοί περισσότεροι ανεδείχθησαν ήρωες των ημερών της σκλαβιάς των Χριστιανών παρ’
όλα τ’ άλλα μέρη όχι μόνον της Κρήτης αλλά και του Ελληνικού Κράτους. Εκεί εις τα Σφακιά
τότε και εις τους Λάκκους δεν έπιαναν οι πόδες των Γιαννητσάρων. Είναι τα μέρη τοιαύτα
και οι άνθρωποι γενναίοι, ρωμαλαίοι και νοήμονες φυσικά, ώστε ήτο αδύνατον εις τους
τυράννους και τότε να ευρίσκουν τα θέλγητρά των. Ο Σφακιανός, ο Λακκιώτης, ο
Σελλινιώτης, ο Λευκορίτης εν γένει ήτο ο τρόμος των Τούρκων. Ο Λευκορίτης δεν
εσυλογίζετο την κρεμάλα, δεν εφοβείτο του Γιαννήτσαρου το Γιαταγάνι που με μια έκοπτε
των κατομεριτών το κεφάλι. Το κεφάλι του Σφακιανού δεν επήγενεν για χαρτί, εξεδικείτο.
Αν εφόνευον ένα Σφακιανό οι Γιαννήτσαροι, τότε εφόνευον οι Σφακιανοί πολλούς
Γιαννιτσάρους και Τούρκους προς εκδίκησιν. Τότε ο Σφακιανός γέρων Μανουσέλης ήκμαζε
στην λεβεδιά, στα νιάτα, στην ανδρείαν, στην αντοχή στο αίσθημα, στην καλοσυράδα και
όλας τας αρετάς που προικίζουν ένα εθνηκόφρονα και γεναίον άνδρα.
Αυτός ήτο, που προείπα, πως είχεν αδελφοκτόν ο Σκορδύλης, όστις δια των αρετών
του ετίμησεν μάλλον ο Σκορδύλης τον Γέρω Μανουσέλη παρ’ ότι ο Μανουσέλης αυτόν.
Διότι τον μεν Μανουσέλην η ιστορία αναγράφει κτινομάχον τον δε Σκορδύλην, σιωπά,
όστις εχρησίμευσεν δια τον Μανουσέλην να κατωρθή όσα εν Ρεθύμνη κατώρθωσε. Το
βέβαιον είνε ότι ο Σκορδίλης άνευ του Μανουσέλη δεν θα έπραττε τίποτε το προοδευτικόν
υπέρ των ιερών εκείνων αγώνων, αλλά και ο Μανουσέλης δεν είχεν άλλον σχεδιαστήν και
τολμηρόν των μαχών. Είναι μια μεγάλη οικογένεια ακόμη Μανουσέλιδων εις τον
Καληκράτην Σφακίων Κρήτης, και ήτο απόγονος αυτών ο Γέρων Μανουσέλης του 1821
όστις ήτο εις τον κατά των Τούρκων πόλεμον Γενικός Αρχηγός, και ο Σκορδύλης ήτο
Αρχηγός του τμήματος της Επαρχίας Ρεθύμνης.
Την αγάπην που είχον οι δύο ούτοι Αρχηγοί δεν περιγράφεται. Δια τούτο ακόμη οι
Σφακιανοί είναι φίλοι μεγάλοι με τους Ατσιποπουλιανούς, και λέγουν ότι «οι προπάτορές
μας αγωνίζοντο μαζύ». Εφ’ όσον οι δύο αρχηγοί ήσαν συναγωνισταί οι οπλίται των βέβαια
είχαν φιλίας και η φιλία αύτη μεταξύ Ατσιποπουλιανών και Σφακιανών ακόμη είναι
σταθερή μα όσον δεν δύναται τις να φαντασθή. Όταν ένας Ατσιποπουλιανός ειπή ένα
λόγον εις τον Σφακιανόν δεν χρειάζεται Συμβολαιογραφείον, γνωρίζει ότι ο
Ατσιποπουλιανός δεν απατά τον Σφακιανόν, και ο Ατσιποπουλιανός πάλιν γνωρίζει ότι ο
Σφακιανός χάριν που συναγωνισταί ήσαν οι προπάτορες των δεν τον απατά, διότι και ο
Ατσιποπουλιανός ακόμη και αν τον απατήση ο Σφακιανός έχει το θάρρος των άλλων

Σφακιανών χάριν που συναγωνίσθησαν οι προπάτορες των και είναι σαν αδελφοί. Τέτοια
αισθήματα ελληνικά που αλλού;
Απ’ εκεί ύστερα διεκλαδώνετο φιλία με φιλία, αδερφοσύνη. Τότε εβγήκεν η λέξις
αδελφοκτός. Η αδελφοσύνη λοιπόν είχε βγη από τον Υψιλάντην και μετεδώθη μυστικά εις
την Κρήτην και έγιναν αδερφοκτοί οι εκλεκτότεροι της Κρήτης Αρχηγοί και διέπρεψαν
περισσότεροι εις τας Δυτικάς Επαρχίας. Ήσαν οι Μωρίδες, Βουγιουκάλιδες, Σκουλάδες,
Μάντακοι, Σαρήδες, Βαρδινογιάννηδες, Ζερβοί, Κουτρούλιδες, Βολάνιδες, Ξηράδες,
Ζουρίδιδες, Παπαγιαννάκιδες Σκαλίδιδες, Κριάρηδες, Μανουσογιαννάκιδες και άλλοι τινές
ευαρίθμητοι. Ούτοι ήσαν οι οπαδοί και υπαρχηγοί του Δασκαλογιάννη και ο Σκορδύλης εξ
όλων ελλησμονήθη, μα η Πατρίς δεν λησμονή τους εργάτας της όσα έτη και αν παρέλθουν.
Ταύτα χάρις της ιστορίας.

Ρ Α Δ Α Μ Α Ν Θ Υ Σ

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ
Εκδιδομένη την 1 ην , 10 ην και 20 ην εκάστου μηνός


ΕΤΟΣ Δ’ ΑΘΗΝΑΙ, 10 Μαΐου 1919

ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΑΜΨΩΝ ΑΝΤΙΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ε α

Αφήστε μια απάντηση