Όλως απροόπτως απεβίωσεν την εσπέραν του π. Σαββάτου εις Νεύς Άγιον
Βασίλειον και ετάφη εκεί το απόγευμα της Κυριακής, εν μέσω συγκινητικών εκδηλώσεων
συμπαθείας, ο ογδονταπενταετής Κωνσταντίνος Σερδάκης. Για τη σημερινή εποχή του
ξεφτύσματος της ανθρώπινης ράτσας μπορεί να θεωρείται κάθε άνθρωπος της ηλικίας του
γέρων. Όμως ο προπεμφθείς δεν ήτο. Ουδείς εκ των πολυπληθών γνωστών του επίστευεν
ότι ο ρωμαλέως ο ισχυροτάτης κράσεως, με τον ατσαλένιον οργανισμόν «Κωστής», δεν θα
εγένετο εκατοντούτης. Όμως μια εγχείρησις προστάτου, εις την οποίαν υπεβλήθη προ
διετίας εις Ηράκλειον, όσον και αν υπήρξε επιτυχής χάρις εις τον ακατάβλητον οργανισμόν
του, υπέσκαψε την υγείαν του εις βαθμόν ώστε να μη δυνηθή να αντετάξη την
απαιτουμένη άμυνα κατά της εφετεινής βαρυχειμωνιάς. Ένα σύνηθες λοιπόν κρυολόγημα
τον ωδήγησε εις τον θάνατον, πριν προλάβη να κάμη χρήσιν των φαρμάκων που του
απεστάλησαν εκ Ρεθύμνου.
Καταγόμενος εκ του ευάνδρου χωρίου Δρύμισκος απετέλει γόνον της μεγάλης
οικογενείας Σερδάκηδων. Οικογενείας ξεχωριστής εις ανδροπρέπειαν, λεβεντιάν και
αρχοντιάν. Αληθινός «Τύπος» Κρητικού Παλληκαριού μεγαλόσωμος, με κορμί λαμπάδα,
«άνθρωπος να τον πίνης στο ποτήρι» κατά την Κρητική έκφρασιν εσοφήνευεν τους πάντας
με την ιδιαίτερη του ομορφιά. Νέος κατετάγη και υπηρέτησε επί μακρόν εις την Κρητική
Χωροφυλακή; Την οποίαν υπηρέτησεν ευόρκως και ευσυνειδήτως. Παντού εκτός και εντός
της Κρήτης όπου υπηρέτησεν αφήκεν ζωηράς αναμνήσεις χάρις εις τον ακέραιον
χαρακτήρα του. Λεβέντης λοιπόν, σπάνιος άνδρας αναντικατάστατος, γεμάτος αρχοντιάν
και προ παντός «ανθρωπιάν». Ανεξίκακος, σοφός άνθρωπος, μεγαλόψυχος, μειλίχιος και
ήρεμος. Ιδία υπομονητικός, καλός και αγαθός. Εφήρμοζεν εμπράκτως το «αγαπάτε τους
εχθρούς υμών» του Ευαγγελίου, εάν υποτεθή ότι είχε εχθρούς. Εσυγχώρει τους
συνανθρώπους του και συνεβίβαζε τα διεστώτα. Απετέλει φαινόμενον η σωφροσύνη, η
σύνεσις, η βαθεία γνώσις των πραγμάτων, η απέραντη λογική του, η ορθή κρίσι, η διαύγεια
του νου του. Κόσμημα της πολύκλαδης γεννιάς του. Πρότυπον αρετής και εντιμότητος.
Εγκατασταθείς λόγω του γάμου του εις Άγιο Βασίλη έζησε επί μίαν 50ετίαν. Τον ηγάπησεν
ως και την Δρύμισκον και έζησε σ’ αυτόν αλληλοεκτιμούμενος και αλληλοαγαπώμενος. Δεν
ευτύχησε να αποκτήση τέκνα. Αλλά με στωικότητα υπέμενε την έλλειψίν των. Κατά την
διάρκειαν της κατοχής αντιμετώπισεν με αληθή καρτερίαν την απώλειαν 4 παλληκαριών
πρώτων ανεψιών του πεσόντων εις μάχας ή εκτελεσθέντων υπό των Γερμανών. Τους
υπερηγάπα. Τους έκλουσε, αλλά η μεγάλη του πατριωτική ψυχή και Ιώβειος υπομονή του
τον βοηθούσαν να κρύβη τον πόνο του. Φιλότιμος μέχρι θυσίας παρείχε πλουσίαν
φιλοξενίαν εις πάντα ξένον. Αγνώστους, περαστικούς ωδηγούσε εκ του καφενείου στο
αρχοντικό του. Ήτο ευχάριστος. Και οι άγνωστοι εγένοντο γνωστοί και φίλοι. Δεν είχε
εχθρούς. Μόνον πολυπληθείς φίλους είχε. «Καλοδικούσης ήτο ο Κωστής». Εθυσιάζετο για
τους συγγενείς του. Αλλά ανάλογα ηγάπα και εσέβετο τους χωριανούς του. Ετιμάτο από
τους περιστοιχούντας αυτόν. Ηυτύχησε να έχη σύζυγον εκλεκτήν, πιστήν, και αφοσιωμένη.
Αυτή του συμπαρεστάθη εις τας δυσκόλους στιγμάς της περιπετείας του και με την αγάπη,
την λατρείαν και τας περιποιήσεις της του έκανε γλυκύτερη τη ζωή. Εκείνος κοντά της
εύρισκε την θαλπωρήν της στοργής. Εκείνη τώρα χωρίς τον «Κωστήν» μόνη εις την μόνωσιν
της ατεκνίας ποιος θα βαλσαμώνη τον πόνο της;
Η αδρή σκιαγραφία που έδωσα προς τιμήν του εκλιπόντος αξιαγάπητου φίλου,
πιστεύω να αποτελέση φωτεινό παράδειγμα μιμήσεως προς τους επιγιγνόμενους. Ανήκε
εις την κατηγορίαν των απλών αγνών ανθρώπων του Λαού. Εκείνων που αγαπούν τους
άλλους! Που είναι υποδείγματα αρετής και ανθρωπιάς. Εκείνων που έχει ανάγκη η
σημερινή κοινωνία για να διέρχεται αλώβητη και άτρωτη από την κόλαση της εποχής.
Σπάνια γεννούνται σήμερα τοιούτων αισθημάτων άνθρωποι. Γενική η διαπίστωσις. Με τον
θάνατον του Κ. Σερδάκη ένα ακόμη στέλεχος της παληάς φρουράς εξέλιπε. Ένα μετερίζι
έπεσε. Η κοσμοσυρροή των κατοίκων των πέριξ χωρίων ήτις παρηκολούθησε την κηδείαν
του και ο ανώδινος θάνατός του -εξέπνευσε σαν πουλί- δικαιώνουν την αγαθήν φήμην του
και του χαρίζουν υστεροφημίαν και ευθανασίαν.
Αιωνία η μνήμη του.
Α. ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗΣ
ΒΗΜΑ 25/2/1965