Η «περίπτωση της Λούτρας
Επιλεγόμενα στη Μάχη της Κρήτης

Δέκα ολάκερες ημέρες κράτησε η θρυλική Μάχη της Κρήτης, που δίκαια χαρακτηρίστηκε ως «η πρώτη Παλλαϊκή Εθνική Αντίσταση σε όλες από τους Ναζί κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης!».
Όμως, η καθολική συμμετοχή του κρητικού λαού στον αγώνα για την ελευθερία, όπως είναι γνωστό, δεν μπόρεσε να αποτρέψει το μοιραίο αποτέλεσμα… Παρά τις τρομακτικές απώλειες κι αφού το άνθος του πάνοπλου γερμανικού στρατού σφαγιάστηκε από την αναπάντεχη για τους επιτιθέμενους ηρωική αντίσταση των Κρητών υπερασπιστών, οι «φτερωτοί» εισβολείς, με σύμμαχο αποκλειστικά και μόνο την αριθμητική τους υπεροπλία, τελικά επικράτησαν…
«Κι αφού κυριαρχήσανε,
αρχίζουν τσ’ εχτελέσεις,
πέτρινη να ’χεις την καρδιά,
αν μάθεις, θα πονέσεις!»
Μετά τη μάχη οι Γερμανοί στρατιώτες άφησαν να ξεσπάσει η τυφλή μανία της εκδίκησης με τον πιο απάνθρωπο τρόπο και μεταβλήθηκαν σε κοινούς άνανδρους δολοφόνους, σε δήμιους. Ο Χίτλερ είχε δώσει τη διαταγή: «Να μη μείνει κανείς Κρητικός ζωντανός πάνω στην Κρήτη!». Κι ο Στούντεντ, από την 1 του Ιούνη Ανώτατος Στρατιωτικός Διοικητής Κρήτης, υπερθεμάτισε στην αυξημένη εφαρμογή των σκληρών μέτρων αντεκδίκησης. Έτσι οι αλεξιπτωτιστές, δημιούργησαν οι ίδιοι τα εκτελεστικά αποσπάσματα και επιδόθηκαν στα ανοσιουργήματά τους με υπερβάλλοντα ζήλο, ταπεινωμένοι από το μεγαλείο της κρητική ψυχής και το μέγεθος της μη αναμενόμενης ισχυρής αντίστασης.

Σειρά για το μακελειό, όπως ήταν αναμενόμενο, πήραν και τα χωριά της ευρύτερης περιοχής του Σταυρωμένου στο ρεθεμνιώτικο «Κάμπο», όπου είχαν προηγηθεί μάχες σκληρές μεταξύ των ντόπιων κατοίκων και των «ομπρελάδων», που έπεσαν καταπατητές από τον ουρανό.
Εμπνευστής του σχεδίου της μαζικής εξόντωσης για τα μέρη μας ήταν ο Γερμανός Σμήναρχος Άλφρεντ Στουρμ, που εξαργύρωσε την καταισχύνη της αιχμαλωσίας του και τη διάλυση του Συντάγματός του στο Ρέθυμνο με τη διαταγή των εκτελέσεων στον ιστορικό Δήμο Αρκαδίου.
Ο Ταγματάρχης Χανς Κρωχ και ο Υπολοχαγός του Άρνολντ Φον Ρουν, που με τις ορδές τους έδρασαν στην περιοχή Λατζιμά – Σταυρωμένου, για την κατάληψη του αεροδρομίου, υπήρξαν τα κτηνώδη εκτελεστικά όργανα.
Ήδη την Κυριακή 1 του Ιούνη, έχυσαν πληθωρικό το πρώτο τους δηλητήριο στο Αστέρι, το γειτονικό μας χωριό όπου το εκτελεστικό τους απόσπασμα γάζωσε με δολοφονικές ριπές 12 αθώους πολίτες. Την επαύριο, Δευτέρα, στη θέση «Σαρακίνα»,στο Άδελε σκότωσαν άνανδρα 18 ακόμη άνδρες, ενώ την επόμενη μέρα, την Τρίτη, ξέσπασαν με απερίγραπτη μανία καταστροφής ξανά στο Αστέρι, που το κατέκαψαν ολοσχερώς, παραδίδοντάς το στις φλόγες, όπως και 12 σπίτια κατά μήκος του δημόσιου δρόμου προς το Χαμαλεύρι.
Στη συνέχεια ακόρεστοι οι «Σταυρωτές» έστειλαν απόσπασμα Θανάτου και στο δικό μας χωριό, τη Λούτρα, που την ίδια εκείνη αποφράδα ημέρα, τη μαυρισμένη Τρίτη, στις 3 του Ιούνη 1941, ακολούθησε τη μοίρα των μαρτυρικών γειτόνων.
Το χωριό είχε πρόσφατα θρηνήσει τον μόνιμο Λοχαγό του ελληνικού στρατού, Νίκο Ορφανουδάκη, ετών 43, που έπεσε στις 10 του Μάρτη 1941 πολεμώντας «λεονταρίσια» τους Ιταλούς στα βουνά της Αλβανίας. Επίσης όλοι οι νέοι άνδρες που είχαν επιστρατευθεί, όντας αποκλεισμένοι με τα υπολείμματα του στρατού στην ηπειρωτική Ελλάδα, δεν είχαν καταφέρει να επιστρέψουν, εκτός από τρεις «αδειούχους» που βρέθηκαν από δραματική συγκυρία «στο μάτι του κυκλώνα» κι αυτοί.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ήδη από την προηγούμενη μέρα, Γερμανοί αλεξιπτωτιστές είχαν προωθηθεί σε όλα τα χωριά του Δήμου Αρκαδίου -και στη Λούτρα φυσικά- και παραπλανητικά διαλαλούσαν στους κατοίκους να επιστρέψουν από την εξοχή, όπου παρέμεναν τα βράδια για λόγους προστασίας όσο διαρκούσαν οι μάχες, και να ξαναρχίσουν τάχα «ειρηνικά» τις εργασίες τους! Η υποκρισία στο αποκορύφωμά της!
Χαράματα της Τρίτης -κατά τη φρικτή τακτική τους- οι Γερμανοί έζωσαν σε ασφυκτικό κλοιό το χωριό μας και άρχισαν να αρπάζουν βίαια και να συγκεντρώνουν όλους τους εγκλωβισμένους άντρες, από 16 χρονών και πάνω, στο «Λάκκο», στο δρόμο κάτω από το Δημοτικό Σχολειό, ενώ ταυτόχρονα περίχυσαν με βενζίνη το εσωτερικό δυο σπιτιών (του Κωστή του Σαμιόγλου και του Δημήτρη του Τουρνά) και τα κατέκαψαν, επειδή βρήκαν σ’ αυτά κορδόνια από γερμανικό αλεξίπτωτο κατά την έρευνα. Ώρες τρόμου και αλλοφροσύνης, που ανεξίτηλα αποτυπώθηκαν στις ψυχές όσων επέζησαν, στιγμές αποτρόπαιες της επικείμενης ανείπωτη τραγωδίας!
Εκεί, στο «Λάκκο», έκαναν τη «διαλογή»… Ξεδιάλεξαν τελικά έντεκα (11) άνδρες, «φανίσιμους», τους πιο επιβλητικούς δηλαδή στο παράστημα, που φορούσαν σαρίκια, σαλβάρια και στιβάνια, θεωρώντας τους μάλλον «καπετάνιους»- πολεμιστές στις μάχες εναντίον τους στην περιοχή του Σταυρωμένου. Ανάμεσά τους κι ο παπά Μανόλης Καλλέργης, καθώς και οι τρεις «αδειούχοι» στρατιώτες του «αλβανικού», που όμως δεν αποκάλυψαν την ιδιότητά τους.

Ακολούθησαν σκηνές βαθιά ανθρώπινες, γεμάτες δραματικά ερωτηματικά, βουβή αγωνία και ένταση, κατά την Πορεία του Θανάτου στον αρκαδιώτικο δρόμο, ως την τραγική κορύφωση του δράματος, στο χωράφι του Γιάννη του Μασσαλή, τη «Μαυρίτσα», τον ιερό τόπο της Θυσίας, που τούτη την ώρα μας καλεί να ανασύρουμε ευλαβικά στη Μνήμη τις τελευταίες στιγμές των Αθώων Θυμάτων, και το Δέος μάς συγκλονίζει…
Οι Θύτες ακροβολισμένοι στα σημεία…
Το Απόσπασμα που θα σκορπίσει το Θάνατο…
Οι δύο Εκτελεστές κατενώπιον…
Ο ένας, «ο κοντός» ήταν, λένε, με το πολυβόλο…
Κι οι Έντεκα άντρες, γραμμή, εκειδά, στο γύρο, στο πλάι του χωραφιού… δεν έχουν πια απορία…. Είναι βέβαιοι… Ο σαλπιγκτής δίνει το σύνθημα…
Κι όλα ξετυλίγονται σε αργή κίνηση… Ο κύκλος της ζωής που αχνοσβήνει… Ο Θάνατος που απαλά αγκαλιάζει… Η αιωνιότητα…
Ο παπά Μανόλης Καλλέργης, ετών 36, με τη χακί (γ)κιλότα μέσα από το ράσο, κι ο Γερμανός να ωρύεται: «Απ’ έξω μαντάμ κι από μέσα καπετάν;» και να τον τραβά από τα σεβάσμια γένια και να τον σέρνει ατιμωτικά…
Ο Μανόλης Αντωνογιωργάκης, ετών 41, που το πρωί δεν μπήκε να κρυφτεί στην καμινάδα και να μην πάει στην «αγγαρεία» -όπως είχε διαδοθεί στο χωριό- γιατί φοβότανε η Αναστασία, η γυναίκα του, πως θα τους σκοτώσουνε, λέει, τα κοπέλια οι Γερμανοί, αν τονέ βρούνε…
Ο Δημήτρης Μιχελιουδάκης, ετών 28, με το δεμένο ακόμη κεφάλι να αιμορραγεί από «τσι σφαίρες που ’χενε φάει στην Αλβανία»… Μόλις που είχε επιστρέψει με άδεια για το τραύμα του…
Ο Μανόλης Ορφανουδάκης, ετών 39, που δεν πρόλαβε να πάρει το βουργιάλι με το προσφάι να πάει να θερίσει τα σπαρμένα του στο διπλανό χωριό, στην Αγιά Τριάδα… Τον πρόλαβε ο μεγάλος Θεριστής…
Ο Κωστής Παλιεράκης, ετών 29, ο άλλος «αδειούχος» του αλβανικού, που ξεκίνησε κι αυτός ανυποψίαστος για την υποτιθέμενη «αγγαρεία». Δεν είπε καν πως ήτανε στρατιώτης.
Ο Κωστής Περακάκης, ετών 39, κούνησε το χέρι για τελευταία φορά στη γυναίκα του, τη Μαρία, που με χτυποκάρδι ξεγλωσσισμένη έτρεχε -παρά το φόβο- στο κατόπι του, αποχαιρετώντας την… «Αντίο, Μαρία, για πάντα!»…
Ο Θανάσης Σφακιανάκης, ετών 41, ο καλόκαρδος ταχυδρόμος του χωριού… Ξοπίσω του ο γιος του, ο Δημήτρης, 10 χρονώ παιδάκι, δρόμο – δρόμο αλαλιασμένος, να του φωνάζει κλαίγοντας σπαραχτικά: «Μπαμπά, μπαμπά!»…
Ο Μιχάλης Τερζιδάκης, ετών 25, ο πιο νέος απ’ όλους, ο τρίτος ηρωικός στρατιώτης, με τα μισογιατρεμένα, από τα κρυοπαγήματα στα κακοτράχαλα αλβανικά βουνά, πόδια… Κι αυτός, όπως κι άλλοι δύο, μόλις που είχε γυρίσει από το μέτωπο…
Ο Γιάννης Τουτουντζιδάκης, ετών 56, που λίγο αργά ξεκίνησε εκείνο το πρωί για το περβόλι του, στου «Κόκκινου» μα στη στροφή του Αρσανιώτικου δρόμου το απόσπασμα του Θανάτου τον άρπαξε βάναυσα και τον γύρισε πίσω… Τα γένια του πένθους για τον ηγούμενο στ’ Αρσάνι, τον αδελφό του, το Διονύσιο, τον έκριναν κι αυτόν «καπετάνιο»(!), ένοχο συμμετοχής στη μάχη…
Ο Μιχάλης Τουτουντζιδάκης, ετών 37, που δεν πρόλαβε να φτάσει λίγα βήματα παρακάτω από το σπίτι του αδελφού του, του Γιώργη, απέναντι στη Αγία Φωτεινή… Εκεί είχε κοιμηθεί το περασμένο βράδυ, στο κατώι, λέει, για ασφάλεια, και τον έσυραν βίαια από τη μέση του δρόμου, λίγο πριν φτάσει στην πόρτα του δικού του σπιτιού…
«Τσι στέσανε στη γραμμή, εβάλανε ομπρός τη θεριστική, κι όπου επήγαινενε του καθανός η σφαίρα… Κι ύστερα με το μπιστόλι τωνέ δώκανε τη χαριστική βοή…»
Δέκα οι νεκροί τελικά, σπονδή στον παράλογο χορό του Θανάτου!
Κι ο εντέκατος, που επέζησε σαν από θαύμα… Ο Μανόλης Περακάκης, ετών 61.
«Δέκα εστέσαν στη γραμμή
και τον Παπά Μανόλη…
κι ο μόνος απού γλύτωσε
ο Περακομανόλης!»
Ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας της συγκλονιστικής εκτέλεσης συγγενών, φίλων και συγχωριανών… Το μαύρο σαρίκι του πήρε τη χαριστική βολή σαν από θαύμα μέγα…! «Μωρέ, δεν πονώ!», λέει από μέσα του, μουδιασμένος, με κλειστά, βαριά ακόμη, τα μάτια…

Και μετά; Μετά… το δυνατό μούγκρος… Οι μαυρομάνες και τα ορφανά να ολοφύρονται στον τόπο του Μαρτυρίου… Με τις πατανίες, τις ανεμόσκαλες και τις βιαστικά ξεμασκουλωμένες πόρτες στα χέρια, όσοι είχαν απομείνει, να φέρουν τους ανθρώπους τους στην τελευταία κατοικία… Και το αίμα της αναίτιας σφαγής βρύση να χύνεται και να βάφει τα καλντερίμια στα σοκάκια… Χωρίς παπά και δίχως ψάλτη, τρεχάτοι, στην Αγία Μαρίνα, ψυχοτρέμοντας, μήπως γυρίσουν οι «Σκύλοι» και συνεχίσουν το ανόσιο έργο τους…
Τρίτη 3 Ιουνίου 1941: ένα χωριό, όπως και πάμπολλα άλλα, τότε, στον πολύποθο τόπο μας, βάφτηκε στα μαύρα: Το δικό μας χωριό, που όμως έμελλε να θρηνήσει, λες κι ο Χάρος το ’χε βάλει στο σημάδι, αγαπημένα πρόσωπα και πάλι, πριν προλάβει να ξεσαστίσει από το πρώτο νωπό πλήγμα, κι ενώ η Κατοχή πλησίαζε στο τέλος της. Τρία χρόνια μετά, ήρθε…
…Το «μαύρο ’44!
Το Σάββατο, στις 31 του Μάρτη 1944, στη σπηλιά (Γκιουμπρά) στη Μέση, τρεις ακόμη Λουτριανοί, μαζί με άλλους τέσσερις αντιστασιακούς, αναμετρήθηκαν με τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, επιχειρώντας μιαν απελπισμένη, ηρωική, έξοδο σωτηρίας.
Ο αδελφός του Μιχάλη Τερζιδάκη, ο Νίκος Τερζιδάκης, ετών 40, έπεσε ηρωικά μαχόμενος, προκειμένου να εκδικηθεί το αδελφικό αίμα. Μπορούσε να σωθεί: αλλά «Θέλω να σκοτώσω έστω κι έναν Γερμανό, να πάρω πίσω το αίμα του αδελφού μου!», τους είπε την ώρα που έβγαινε. Τα δύο άλλα παλληκάρια, ο Αντώνης Περακάκης και ο Αναστάσης Βαβαδάκης κατάφεραν τότε να διαφύγουν από τον κλοιό ζωντανοί, ύστερα από σκληρή μάχη.
Όμως στις 6 του Μάη, 36 μέρες αργότερα, οι Γερμανοί συνέλαβαν σε ενέδρα τον Αναστάση Βαβαδάκη, τον γενναίο αυτόν αγωνιστή, και στη συνέχεια τον σκότωσαν στη Φορτέτζα. Την ώρα που τους είχε ήδη ξεφύγει, πηδώντας από το τζιπ και σπάζοντας ακόμη και τις ίδιες τις χειροπέδες που τον έδεναν! Ετών 37. Πέθανε ΟΡΘΙΟΣ, έτσι όπως του ταίριαζε!
Τη Δευτέρα στις 31 του Οχτώβρη του ίδιου χρόνου, ένας ακόμη έντιμος και ηρωικός Λουτριανός, ο χωροφύλακας ναρκοσυλλέκτης Χαράλαμπος Μαθιουδάκης, ετών 36, έσυρε κι αυτός το χορό του θανάτου… Σκοτώθηκε από έκρηξη νάρκης στο ναρκοπέδιο της Χερσονήσου την ώρα της υπηρεσίας του προς την πατρίδα.
Τέλος, την Παρασκευή στις 3 του Νοέμβρη και πάλι το 44, μετά την υποχώρηση των Γερμανών, το χωριό συνταράχτηκε συθέμελα από το αθώο αίμα των τριών παιδιών, που σκοτώθηκαν από έκρηξη νάρκης στο Λουτριανό «Κάμπο».
Διπλό χτύπημα γα δύο οικογένειες! Το ένα παιδί ήταν ο γιος του παπά Μανόλη Καλλέργη, ο Σπύρος Καλλέργης, 11 ετών, ενώ τα άλλα δύο, ο Γιώργης, 15, και ο Σπύρος Τουτουντζιδάκης, 9 ετών, ήταν αδέλφια, παιδιά της ίδιας οικογένειας! Οι μαυρομάνες δεν ήξερα ποιο να πρωτοθρηνήσουν!
Αυτά και παρόμοια τραγικά βιώματα οι άνθρωποι της εποχής εκείνης, στα χωριά και στις πόλεις, στην ιδιαίτερη πατρίδα μας την Κρήτη, τα έκλεισαν μέσα στην καρδιά και στη μνήμη τους κι απόμειναν να παλέψουν σκληρά μέσα στην Κατοχή και στα επόμενα πέτρινα χρόνια, για να τραβήξουν ξανά μπροστά. Άστεγοι, πεινασμένοι, κατατρεγμένοι κι αδικημένοι, ορφανεμένοι από τους ανθρώπους τους, θύματα του παραλογισμού ενός πολέμου βάρβαρου κι αναίτιου (λες κι οι πόλεμοι έχουν ποτέ λογική!), στέκονταν μέσα στα χαλάσματα της ζωής τους, με σφιγμένα τα δόντια, πιστοί πάντα στην αίσθηση του ΧΡΕΟΥΣ, της ίδιας εκείνης δύναμης, που χωρίς δεύτερη σκέψη τους ώθησε στον μεγαλειώδη άνισο αγώνα το Μάη του ’41, χωρίς να υπολογίσουν «με το καντάρι» τις όποιες για τη ζωή τους και τη ζωή των αγαπημένων τους συνέπειες.
Κι αν έκτοτε η λέξη «Κρητικός» έγινε συνώνυμη με τις λέξεις «Πολεμιστής» και «Ήρωας» για τις ηθικές αξίες και τα ύψιστα ιδανικά που καταξιώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη, για όλους εμάς, που τούτες τις μέρες στεκόμαστε μπροστά στους ιερούς τόπους των Μνημείων των «δικών» μας Πεσόντων στη Μάχη της Κρήτης και, όντας απόγονοι εκείνων, αναλογιζόμαστε ευλαβικά τη μεγάλη Θυσία τους, ρητή ηθική επιταγή επιβάλλει, με πνεύμα περισυλλογής, ταυτόχρονα να στρέφουμε με σεβασμό τη Μνήμη και σε όλους τους άλλους, επώνυμους και «αφανείς» ήρωες του λαού μας, αντίδωρο ελάχιστο Τιμής για τους καθαγιασμένους αγώνες τους.
Ας είναι η μνήμη τους αιωνία!!!
ΑΡΤΕΜΙΣΙΑ ΤΟΥΤΟΥΝΤΖΙΔΑΚΗ – ΣΤΡΑΤΑΚΗ