Η εκδίκηση της ορφανής Μαρίας Βογιατζάκη!

του Κωστή Καλλέργη (Κ.Ι.Γ.Κ)

Το τραγούδι αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός που διαδραματίστηκε στην Πηγή Ρεθύμνης το 1932

Η Μαρία Βογιατζάκη (ορφανή) δολοφόνησε τον Αλέκο Κουτσαλεδάκη ή Καστανά.

Ο Καστανάς, σύμφωνα με το τραγούδι, εξαπάτησε τη Μαρία και αυτή τον τιμώρησε.

Ο Καστανάς θα πήγαινε εκείνο το βράδυ να δώσει το «σημάδι» στην κοπέλα που θα αρραβωνιαζόταν.

Την ώρα του φονικού γινόταν η μεταφορά της προίκας μιας άλλης νύφης, της Μαρίας Βαρούχα Φασουλά, και οι Πηγιανοί εξέλαβαν τον πυροβολισμό ως μέρος των εκδηλώσεων αυτών.

Πληροφορίες για το ιστορικό γεγονός έδωσε στην Πηγή ο Σταύρος Παπαδάκης, ετών 79 (2005).

Αλλά και η Κλεάνθη Βλατάκη, ετών 92 (1995-1999) από την Πόμπια Ηρακλείου !

(Διασκευή ΚΩΣΤΗΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ ΚΙΓΚ)

Πηγή: ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΝΑΚΑΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΡΑΛΟΓΕΣ

Σκύφτει φιλεί τα χέρια της

Πού έκαμαν τον φόνο

Γιατί την νε λυτρώσανε

απ της ντροπης τον πόνο!

Το Φονικό της ορφανής Μαρίας ΒΟΓΙΑΤΖΑΚΗ στήν Πηγή ΡΕΘΥΜΝΟΥ το 1932

Κάθε πρωί με την αυγή

αθίζει το λουλούδι,

Μ´αφρουκαστείτε να σας πω

τ’ Αλέκο το τραγούδι.

Τ’ Αλέκο να το μάθετε,

τ’ Αλέκο να το λέτε,

τον άπιστο το γ-Καστανά

μη γ-κάθεστε να κλαίτε.

Τα φονικά δε λείπουνε

και θα συμβαίνουν πάντα

Μ´ακούσετε και της Πηγής

λίγο πρίν το Σαράντα.

Ήτανε το 32

του χίλια εννιακόσια !

που το Μαριώ τρελάθηκε

που τα χε τετρακόσια !

Εις τήν Πηγή πού ναι χωριό

κι είναι μεγαλοχώρι!

Ο Καστανάς αγάπησε

του Βογιατζάκη κόρη.

Αλέκο τόν ελέγανε

κι ήτανε απο τζάκι.

Μα οπίσω δέν επήγαινε

κι η κόρη Βογιατζάκη!

Ο Αλέκος ήταν όμορφος !

Αετού τονε η θωριά ντου

Μα οπίσω δεν επήγαινε

κι η αγαπητηκιά ντου!

Μαρία την ελέγανε

την ορφανή εκείνη

που ηρωίδα έμελλε

του φονικού νά γίνει!

Κουτσαλεδάκης ήτονε

ο νεαρός εκείνος

Ψηλός λιγνός Αρχάγγελος

Ο Πηγιανός ο Κρίνος!

Δώδεκα χρόνους το Μαριώ

το χενε στήν καρδιά του

Στεφάνι δέν του φόρεσε

η έρμη αφεδιά του.

Εμπόδιο η μάνα του

που έθετε καί όρους!!

κι έβγανε διαγγέλματα

ωσάν τους προφεσσόρους.

Αλέκο απ τήν σκέψη σου

αυτή να τήν νε βγάλεις

Εκτός αν θές Αλέκο μου

εμένα νά ξεβγάλεις.

Για μένα νύφη το Μαριώ

στο λέω πως δέν κάνει!

Κι αν παρακούσεις θα με ιδείς

στου ντουφεκιού την κάννη.

Δεν τση ξεσυνορίζεται

και να πιστεύγει αφήνει

κι ήλπιζε πως στην υστεριά

Το πείσμα τζη θα μείνει!

Στέκεται βράχος το Μαριώ !!

Να ιδεί που θά τον βγάλει

Και τον Αλέκο ανήμενε

μ´υπομονή μεγάλη.

Μα η κακούργα η μάνα του

μ´άλλην τον προξενεύει

Και του Αλέκου η γνώμη της

δέν τόν παραξενεύει.

Αφήνει να εξελιχτούν

της μάνας τά κουμάντα.

Και το καημένο το Μαριώ

το έκανε στην μπάντα.

Δώδεκα χρόνια ήτονε

π’ αγάπα τη Μαρία

και την εγάπανε χωστά

ωσά ν-τη μ-Παναγία.

Μα η κακούργα η μάνα ν-του

νύφη δε ν-την-ε θέλει.

• “Αλέκο, αυτό να μη γενεί,

ν’ αυτοχτονήσω θέλει.”

Πχιάνει η κακούργα η μάνα ν-του

και τον αρραβωνιάζει.

και η Μαρία ως το ’κουσε

μέσα τζη σιγοβράζει!

Πηγαίνει κι αρματώνεται

στο δρόμο κατεβαίνει,

τον άπιστο το γ-Καστανά

στο δρόμο περιμένει.

Κι ο αδερφός του τη θωρεί

και μπαίνει και του λέει:

‘Αλέκο, όξω να μη βγεις,

γιατί κακό θα γένη.”

⁃ Μ’ Αλέκος ήτον έτοιμος

να πάει στου μπαρμπέρη,

να ξυριστεί και να σαστεί,

γιατί γαμπρός θα γένει.

Περνά και δε ν-τη χαιρετά,

άγρια τη γ-κοιτάζει,

μα η Μαρία, έξυπνη,

κοντά ν-του πλησιάζει.

• Αλέκο, πού ’ν’ οι γι-όρκοι σου

και η παρηγοργιά σου;

Άλλη αρραβωνιάζεται

τα κάλλη τα δικά σου;

• Άμε, Μαρία, στο καλό,

να πάω στη δουλειά μου,

Και πές ποτές δε σ´είδανε

τα μάτια τα δικά μου.

• Αλέκο, πού ’ν’ οι όρκοι σου

και η παρηγοργιά σου;

Άλλη αρραβωνιάζεται

τα κάλλη τα δικά σου;

• Άμε, Μαρία, στο καλό

και έγνοια σου μπλιό μη μ´ έχεις,

ταίρι πως δεν θα γίνομε

μόνο να το κατέχεις.

• Τα λόγια που μιλήσαμε

τσι περασμένες μέρες,

πάρε για το Στεφάνι σου

ετούτες-ες τσι σφαίρες.

Τσι δυό τσι ’πήρε στη γ-κοιλιά,

την άλλη στο κεφάλι

και φασαρία γίνηκε

ετότε-σας μεγάλη.

Σκύφτει, φιλεί τα χέρια τζη:•

Έχετε την ευχή μου,

γιατί ’καμα ’τό που ’πρεπε,

που ’θελ’ η γι-όρεξη μου.

Σκύφτει φιλεί τα χέρια της

Πού έκαμαν τον φόνο

Γιατί την νε λυτρώσανε

απ της ντροπης τον πόνο!

Κι απήτις τον εσκότωσε

κι έγινε φασαρία,

αμοναχή τζη ’πήγενε

εις την αστυνομία.

Κι ο Αστυνόμος τη ρωτά:•

Τι τρέχει, μπρε Μαρία;

• Το γ-Καστανά εσκότωσα

κι έγινε φασαρία.

Ανοίξετε τη φυλακή

να μπω αμοναχή μου

γιατί ’καμα ’τό που ’πρεπε,

που ’θελ’ η γι-όρεξη μου.

Και η Ελένη τράτερνε

εκείνο το σεφέρι

και ήκουσε τη ν-ταραχή

κι είπενε :Τι συμβαίνει;

Πορίζει και θωρεί τον-ε

ακόμη ν’ αναπνέει

• Έλα, Ελένη, να με ιδείς

γιατ’ η ψυχή μου βγαίνει.

Έλα Ελένη να με ιδείς

για τελευταία ώρα!

Έλα Ελένη να με ιδείς

μέσα στη νεκροφόρα.

Μακρά ’πού τ’ άλλα μνήματα

σάξετε το δικό μου,

να μη γροικούν άλλοι νεκροί

τον αναστεναγμό μου.

Οι Πηγιανοί ως το ‘κουσαν

στσι δρόμους εγλακούσαν,

σα ν-τα καλάμνια τρέμανε

μα δε ν-το ‘ποθαρούσαν.

Η μάνα ν-του εγλάκανε

κι ήτο γκ-ξυπολημένη,

εις τη γ-καρδιά ν-του ‘κούμπισε

να ιδεί αν αναπνέει.

-Αμέτε με στη γ-κάμερα

και θέστε με νεκρίκια (25)

κι εκειά να μου τα φέρετε

τα ρούχα τα γαμπρίκια.

Απόψε θα γενώ γαμπρός,

να βλοηθώ το Χάρο,

δε μ’ ήφησεν η μάνα μου

την ορφανή να πάρω.

Κι απ’ αγαπήσει ορφανή

κι απόκειας την-ε ‘φήσει,

το κύμα του ωκεανού

να τον-ε καταλύσει. (30)

Κι απήτις τον εσκότωσε

κι έγινε φασαρία,

αμοναχή τζη ‘πήγενε

εις την αστυνομία.

-Ανοίξετε τσι φυλακές

να μπω αμοναχή μου,

μα έκαμα το δίκιο μου

απ’ όξω στην αυλή μου.

Κι εσήκωσε τα χέρια τζη

κι είπενεβΠαναγιά μου,

ως ήκαμα το δίκιο μου,

έλα βοήθεια μου.

Κλεάνθη Βλατάκη, ετών 92 (1995-1999)

Πόμπια

Κι εσύ διαβάτη που περνάς

σιγάνεψε το βήμα

και ξάνοιξε τα νιάτα μου

που κείτονται στο μνήμα.

Το τραγούδι αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός που διαδραματίστηκε στην Πηγή Ρεθύμνης το 1932.

Η Μαρία Βογιατζάκη δολοφόνησε τον Αλέκο Κουτσαλεδάκη ή Καστανά. Ο Καστανάς, σύμφωνα με το τραγούδι, εξαπάτησε τη Μαρία και αυτή τον τιμώρησε. Ο Καστανάς θα πήγαινε εκείνο το βράδυ να δώσει το «σημάδι» στην κοπέλα που θα αρραβωνιαζόταν. Την ώρα του φονικού γινόταν η μεταφορά της προίκας μιας άλλης νύφης, της Μαρίας Βαρούχα Φασουλά, και οι Πηγιανοί εξέλαβαν τον πυροβολισμό ως μέρος των εκδηλώσεων αυτών.

Πληροφορίες για το ιστορικό γεγονός έδωσε στην Πηγή ο Σταύρος Παπαδάκης, ετών 79 (2005).

( Διασκευή ΚΙΓΚ)

Πηγή: ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΝΑΚΑΚΗΣ

ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ

Αφήστε μια απάντηση