Του . ΠΟΛΥΒΙΟΥ Β. ΤΣΑΚΩΝΑ
Στο προηγούμενο σημείωμα, ιστορήθηκεν η μεγάλη προσφορά του Βυβιλάκη, στην ανασκευή των δυσφημιστικών δια τους Νεοέλληνας, θεωριών του μισέλληνος Γερμανού Φαλλμεράϋερ. Χαρακτηρίζεται δε ως μεγάλη η προσφορά του διότι η πραγματεία του εκυκλοφόρησεν εις τους αυτούς διεθνείς κύκλους εις τους οποίους εκυκλοφόρησαν και τα έργα του Φαλλμεράϋερ, ενώ των άλλων αι ανασκευαί, εγνώσθησαν εντός του Ελληνικού περιβάλλοντος με ελαχίστας εξαιρέσεις.
Αλλά ο ΒΥΒΙΛΑΚΗΣ δεν προσέφερε, μόνον την αναπτυχθείσαν Εθνικήν υπηρεσίαν. Ο βίος του ολόκληρος ηναλώθη εις εξυπηρέτησιν της πατρίδος του.
Επειδή η προσωπικότης του, είναι ελάχιστα γνωστή και μάλιστα εις τους νεωτέρους, θα επιχειρηθή η βιογραφία του, βάσει ελαχίστων περισωθέντων στοιχείων.
Τοι γονείς του ΒΥΒΙΛΑΚΗ κατοίκουν εις Ρέθυμνον κατήγοντο δε, ο μεν πατήρ του Νικόλαος, από τον Κάστελλον Ρεθύμνης, η δε μήτηρ του, Μαρία από τις Βρύσαις Αμαρίου, όπου και εγεννήθη ούτος το 1806.
Αμφότεροι οι γονείς του απέθανον το 1814, εκ πανώλους, ενσκηψάσης τότε εις την νήσον.
Το 1821 εις ηλικίαν 15 ετών, ανεχώρησεν εκ Ρεθύμνου, μεταβάς εις Ναύπλιον, όπου κατετάγη ως εθελοντής εις επαναστατικόν σώμα. Επειδή λόγω της ηλικίας του δεν ηδύνατο να φέρη οπλισμόν, ωρίσθη σημαιοφόρος, ως αναφέρει περισωθέν ποίημα.
Ηγωνίσθη εν συνεχεία γενναίως και κατά τινά μάχην, εκυρίευσε Τουρκικήν σημαίαν, της οποίας τεμάχιον ευρίσκεται εις το Μουσείον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Αθηνών.
Ο Βυβιλάκης, υπηρέτησεν και εις το ναυτικόν, εις το πρώτον ατμοκίνητον Ελληνικόν πολεμικόν, υπό κυβερνήτην τον Άγγλον Φρ. Άστιγγα.
Μετά τον τερματισμόν του αγώνος εν Πελοποννήσω, ο Βυβιλάκης κατήλθεν εις Κρήτην, διακριθείς εις την μάχην δια την άλωσιν της Γραμβούσης.
Ατονισάσης της επαναστάσεως του 1821 εν Κρήτη ο Βυβιλάκης, ανήλθεν εις Αθήνας, προς αποπεράτωσιν των γυμνασιακών του σπουδών.
Όταν ο πατήρ του βασιλέως Όθωνος, Λουδοβίκος της Βαυαρίας, εζήτησε όπως η Ελληνική Κυβέρνησις, υποδείξει ωρισμένον αριθμόν νέων, οι οποίοι θα εσπούδαζον δαπάναις του εις Γερμανίαν, υπεδείχθη μεταξύ των άλλων και ο Βυβιλάκης.
Ούτος εσπούδασεν νομικά κατ’ αρχάς εις Μόναχον και αργότερον εις Λειψίαν και Βερολίνον, όπου και συνέγραψεν, ως ανεφέρθη, την σπουδαίαν πραγματεία του.
Μετά πενταετείς σπουδάς εις Γερμανίαν κατήλθεν εις Ελλάδα και διωρίσθη Πρόεδρος Πρωτοδικών εν Σύρω.
Εν Σύρω κατήρτισεν επιτροπήν μετά των Μιχαήλ Αποστολίδου, Εμμαν. Αντωνιάδου, Φιλίππου Ιωάννου, Κωνσταντίνου Ασωπίου και άλλων, η οποία δια συλλεγέντων εράνων, ηγόρασεν διδακτικά βιβλία τα οποία απέστειλεν εις Κρήτην.
Επί σκοπώ εξυπηρετήσεως του Κρητικού αγώνας εξέδωσε την Εφημερίδα «Ραδάμανθυς».
Εκραγείσης το 1841 της Επαναστάσεως του Χαιρέτη κατήλθεν εις Κρήτην κομίζων και μικρόν φορητόν τυπογραφείον δια τας ανάγκας της επαναστάσεως.
Κατασταλείσης της Επαναστάσεως, επανήλθεν εις Αθήνας, όπου εσυνέχισε τον δημοσιογραφικόν του αγώνα υπέρ της Κρήτης. Ο οίκος του εις Αθήνας ήτο, το εντευκτήριον των προσφύγων αγωνιστών της Κρήτης.
Πολυμαθέστατος ήτο γνώστης της Αγγλικής, Γαλλικής, Γερμανικής και Ιταλικής, ομιλών και γράφων ευχερέστατα αυτάς είχε πλουσιοτάτην βιβλιοθήκην, έργων εις τας γλώσσας αυτάς την οποίαν εδώρησεν εις την πόλιν Ρεθύμνης. Κατάλοιπα αυτής ευρίσκονται, ως έγινε λόγος εις το προηγούμενον σημείωμα, εις την Δημοσίαν Βιβλιοθήκην.
Πόσον ελάτρευε την ιδιαιτέραν του Πατρίδα Κρήτην, μαρτυρεί η έντονος διαμαρτυρία του κατά του ποιητού Αριστοτέλους Βαλαωρίτη, όστις εκφωνών τον πανηγυρικόν κατά τα αποκαλυπτήρια του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄. (Πως μας θωρείς ακίνητος…) ενώ ανέφερε πάντα τα πολεμικά γεγονότα εις Πελοπόννησον και Στερεάν, ουδόλως εμνημόνευσε τους Κρητικούς αγώνας.
Η έμμετρος διαμαρτυρία του, εις ην αποκαλεί τον Βαλαωρίτην «μισθοφόρον Μούσαν», εδημοσιεύθη εις τον «Ραδάμανθυν» (1874).
Το 1880 κατήλθεν εις το Ρέθυμνον.
Η υποδοχή που τω επεφυλάχθη υπήρξε θερμοτάτη.
Η συγκίνηση του Βυβιλάκη υπήρξε μεγίστη, αλλά και ολεθρία δια τον γηραιόν πρεσβύτην.
Την επαύριον της αφίξεώς του απέθανεν εξ αποπληξίας.
Εκηδεύθη μετά μεγάλων τιμών.
Επί επιτυμβίου στήλης ανεγράφη, λόγω του αιφνιδίου θανάτου, «ήλθεν, είδεν, απήλθεν». Η στήλη αυτή σώζεται μέχρι σήμερον.
Κατά την μετακομιδήν των οστών του, ταύτα περιετυλίχθησαν δια μεγάλου μέρους, της υπ’ αυτού κυριευθήσης Τουρκικής σημαίας, περί ην εγένετο ανωτέρω λόγος.
Η πόλις και ο Δήμος Ρεθύμνης ετίμησαν μετά την απελευθέρωσιν την μνήμην του ανδρός, δια της ονομασίας μιας οδού με το όνομά του και δια της αναρτήσεως προσωπογραφίας του, εις το γραφείον του Δημάρχου.