17/2/68
Μια φορά κι έναν καιρό τον περασμένον αιώνα, ήτανε σ’ ένα χωριό ένας παπάς κι
ένας Χότζας.
Ο Διαολοχότζας δεν εχώνευγενε τον παπά αλλά κι ο παπάς γεροδεμένος και
δυνατός κι ένας παπάδαρος ίσαμ’ εκέ πάνω δεν ετρώεντονε του Χότζα.
Μια μέρα λέει ο παπάς εις το Χότζα.
-Απής βραδυάσει Χότζα να μη ξαναβγής εις το μιναρέ, να χαλιμπουρδίζης γιατί μα
το Θεό απού μ’ έπεψενε και θα σε πιάσω και θα σε ρίξω κάτω και θα σε κάμω να μη
ξανασηκωθής απού την κοιμητέ.
Την πρώτην αργαδυνή φοβάται ο Χότζας και δεν ανεβαίνει στο μιναρέ και δειπνά
από νωρίς καλά και πάει και κοιμάται ενωρίς κι απονωρίς.
Τη νύχτα ονειρεύγεται ο Χότζας πως επιαστήκανε στη στράτα με τον παπά στα χέρια
και πως τον έβαλεν ο παπάς κάτω και τόνε πατεί με το γόνατό ντου στην κοιλιά δυνατά και
του φαίνεται πως θα σκάση ο Χότζας απού το φόβο και τον πόνο του παπά και του φεύγει
το ψιλό ντου νερό και κατουρεί τα ρούχα και την κοιμητέ.
Την ταχυνή πρίχου να σηκωθή ο Χότζας απού την κοιμητέ λέει στην Καντίνη
-Παράξενα και φοβερά όνειρα θωρώ πότε λίγο Καντινιό μου. Οψάργας
ονειρεύγουμουνε πως ήτονε στο τζαμί ένας αψηλός μιναρές κι απάνω στην τρούλα ντου
ένας άλλος μιναρές.
Πλειά πάνω στο δεύτερο μιναρέ άλλος ένας μιναρές. Ανέβαινα γω τσι σκάλες των
μιναρέδων ως τ’ απανέβηκα στην τρούλλα του τρίτου μιναρέ.
Την ώραν απού έλεγα το «Λα-ιλ-αλάχ», κάνει σεισμό και πέφτουνε κι οι τρεις
μιναρέδες τρουλλόσωρος και γω απάνω στο σωρό.
-Ώφου Χότζα μου φοβερά ονείρατα τα θωρείς;
Εγώ αν ήμουνε ήθελα κατουρηθώ απού το φόβο μου!
-Το ίδιο έπαθα κι εγώ Καντινιό μου.
-Μόνο σήκω κι ας να διαρμισθής την κοιμητέ και του λέει η γυναίκα ντου.
-Να μη ξανανεβής Χότζα στο μιναρέ ποτές σου.
Ψώματα γη αλήθια αυτά ‘ναι παραμύθια.
Ιωσ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΙΣ
Χειρουργός