ΕΙΣ      ΤΗΝ      ΚΡΙΣΙΝ     ΤΗΣ      ΙΣΤΟΡΙΑΣ…

του Ανδρέα Σταυρουλάκη

Προ της επισήμου αναγγελίας, της ιδρύσεως του Πανεπιστημίου Κρήτης εκ μέρους του τότε Πρωθυπουργού κ. Γεωργίου Παπαδοπούλου, άπασαι αι ενέργειαι συλλογικαί, ομαδικαί μεμονωμέναι απέβλεπον και κατέτεινον εις την επίτευξιν απλώς της ιδρύσεως του Πανεπιστημίου. Ενθυμούμαι καλώς ότι τόσον εις την Παγκρήτιον σύσκεψιν εν των Δημαρχείω Ρεθύμνης, υπό την Προεδρείαν του τότε Υφυπουργού Γενικού Διοικητού Κρήτης κ. Γεωργαλά, όσον και κατά την Πνευματικήν σύναξιν εν Ηρακλείω τον Ιανουάριον 1973, ομόθυμος υπήρξεν η συμφωνία, να μη τίθεται θέμα έδρας αλλά η ίδρυσις, και μόνον η ίδρυσις, του Πανεπιστημίου. Η Έδρα αφέθη να καθορισθή αποκλειστικώς υπό της Κυβερνήσεως. Οι Ρεθύμνιοι, αντιλαμβανόμενοι πλήρως τον μέγαν κίνδυνον να απολέση και πάλιν η Κρήτη όπως απώλεσεν επί αειμνήστου Γεωργίου Παπανδρέου το δικαιούμενον πλέον Πανεπιστήμιον, συνεμορφώθημεν πλήρως προς την Κοινήν -λογικωτάτην- άλλως τε απόφασιν και ουδέποτε πλέον εκάμαμε λόγον, περί της έδρας αυτού, περιορισθέντες εις την ανάγκην επιταχύνσεως της ιδρύσεως του.

Δεν είχομεν προσωπικώς την δυνατότητα παρακολουθήσεως του Καθημερινού Τύπου της Ανατολικής Κρήτης ώστε να γνωρίζωμεν την εν προκειμένω στάσιν  του πληθυσμού των δύο Ανατολικών Νομών. Γνωρίζομεν όμως εκ προσωπικής αντιλήψεως, ότι όταν εις την Πνευματικήν Σύναξιν του Ηρακλείου 13-1-1973 ο σύνεδρος σεβαστός Πρεσβύτης κ. Πετράκης ετόλμησεν να θέση θέμα καθορισμού, ως έδρας του Πανεπιστημίου Κρήτης το Ηράκλειον, εκ μέρους της ιδίας Συνάξεως, η φωνή του εκαλύφθη υπό των αυθορμήτων διαμαρτυριών των συνέδρων, ο δε Πρόεδρος αυτής κ. Γεωργαλάς τον ανεκάλεσεν επί τω λόγω ότι ήτο εκτός θέματος.

Παρ’ όλα ταύτα, δεν δυσκολευόμεθα να δηλώσωμεν εκ των υστέρων, ότι δικαίωμα και υποχρέωσιν έναντι του ιδιαιτέρου Νομού των είχον άπαντες οι Κρήτες, ανεξαρτήτως Διαμερίσματος, να εργάζωνται και να μετέρχωνται πάντα τα εις την διάθεσίν των υπάρχοντα θεμιτά μέσα διεκδικούντες την έδραν του Πανεπιστημίου μέχρι της δημοσιεύσεως του καθορίζοντος ταύτην Διατάγματος. Αφ’ ότου όμως εδημοσιεύθη το Ν.Δ. 87/1973 το καθορίζον το Ρέθυμνον ως έδραν, έδει να σωπήσωμεν πάντες. Τούτο, έργον λογικής, συνέσεως, σωφροσύνης, γενναιοφροσύνης και ανθρωπιάς ήτο.

Δικαίωμα να ελπίζουν, εξ ίσου είχον, αν μη αι ακραίαι πόλεις της Κρήτης Χανιά και Άγιος Νικόλαος, τουλάχιστον αι δύο μεσαίαι: Ηράκλειον και Ρέθυμνον. Η τότε Κυβέρνησις, μεταξύ των δύο προέκρινε το Ρέθυμνον. Ηδύνατο να προκρίνη αντί του Ρεθύμνου το Ηράκλειον. Ήτο αποκλειστικόν της δικαίωμα. Όπως ήτο δικαίωμα το Ηρακλείου και δικαίωμα του Ρεθύμνου να αποτελέσουν την Έδραν. Έχει προσόντα το Ηράκλειον. Δεν θέτομεν ταύτα εν αμφιβόλω. Έχει και το Ρέθυμνον. Ουδείς το αμφισβητεί. Είναι μάλιστα επικρατέστερα. Δεν θα επαναλάβωμεν. Κρητική Γη είναι το Ηράκλειον Κρητική είναι και το Ρέθυμνον.

Το Ηράκλειον έως έδρα προσεφέρτο περισσότερον στον Ν. Λασηθίου και καθόλου δια τον Ν. Χανίων. Το Ρέθυμνον προσφέρεται προς τον Ν. Χανίων και αντεδείκνυται δια τον Ν. Λασηθίου. Πάντως ο εις Νομός εκ των δύο ακραίων θα εμειονέκτει. Με έδραν το Ρέθυμνον πλεονεκτεί ο διπλάσιος εις πληθυσμόν Νομός Χανίων έναντι του τοιούτου Λασηθίου. Είναι του σοβαρώτατον επί πλέον επιχείρημα.

Εν πάση περιπτώσει, ημείς οι Ρεθύμνιοι, συνεπείς προς εαυτούς κηδόμενοι της αξιοπρεπείας μας και σεβόμενοι την τιμήν, την υπόληψιν, την καλήν φήμην, την αρετήν, την παράδοσιν του Κρητικού Λαού, αυτόν τον Συγκρητισμόν δια τον οποίον περί πολλού εποιούντο οι εν Ηρακλείω πρότερον, ενώ σήμερον ακατασχέτως κακοποιούντες την αλήθειαν, δολοφονούν, εμείς λέγω οι Ρεθύμνιοι μετά τον καθορισμόν, ως ήτο πιθανόν της πόλεως του Ηρακλείου ως έδρας, θα τον εδεχόμεθα αγογγύστως και αδιαμαρτυρήτως. Δεν θα μας έπταιεν το Ηράκλειον. Θα μας έπταιεν η κακή ΜΟΙΡΑ του Ρεθέμνου. Η Μοίρα που τόσον μέχρι σήμερα το καταδιώκει επιδιώκουσα τον αφανισμόν του ως πόλεως. Αυτή η φθονερά Μοίρα θα επηρέαζεν πιθανώς την Κυβέρνησιν να αντιπαρήρχετο το δίκαιον της πόλεως μας. Δεν θα προεβαίναμεν εις οχλοκρατικάς ασχημίας. Ούτε εις την οργάνωσιν διαδηλώσεων και συλλαλητηρίων. Δεν θα πρεσεφεύγομεν εις το Συμβούλιον Επικρατείας. Δεν θα διεπράττομεν βανδαλισμούς κατά Ηρακλειώτικων Λεωφορείων. Θα ελυπούμεθα επί ολίγας ημέρας. Έπειτα θα κατεπνίγαμε τον πόνον μας εις την ανάγκην να μη ζημιώσωμεν το μέγα επίτευγμα. Η ανθρωπιά και το πατροπαράδοτο Ρεθεμνιώτικο φιλότιμο θα μας ώπλιζε με το αναγκαίο θάρρος. Θα μας ενέπνεε δύναμιν. Θα μας εβοήθει να διατηρήσωμεν την ευψυχίαν μας. Την σωφροσύνην μας.

Αναμφισβητήτως θα αντιμετωπίζαμεν με λογικήν και ψυχραιμίαν την νέαν πραγματικότητα. Με ψυχή και με σώμα θα ετιθέμεθα εις την διάθεσιν τους Κράτους και θα συμπαριστάμεθα ηθικώς και υλικώς εις το έργον της ταχυτέρας προωθήσεως του Πανεπιστημίου που θα αποβή ο τηλαυγής φάρος της Κρήτης και ουχί της πόλεως μόνον της ευνοηθείσης υπό του Κλήρου να αποτελέση έδραν του.

Η στάσις αυτή ατυχώς, δεν ετυρήθη υπό των γειτόνων μας Ηρακλειωτών. Ηκολουθήθη η άκρως αντίθετος. Η έξαλλος, η πλέον προκλητική και αδιάλλακτος. Τεχνηέντως φανατισθείσα μικρά μερίς της λαϊκής μάζης υπό ωρισμένων Επιτηδείων θορυβοποιών αποβλεπόντων εις την αύξησιν των επιχειρησιακών των κερδών προφανώς, τηρεί στάσιν ανάρμοστον, αντικρητική, αυτόχρημα υβριστικήν δια την Κρητικήν παράδοσιν και τον Κρητικόν πολιτισμόν. Εις επίμετρον, καλλιεργούν την διαίρεσιν και την διχόνοιαν μεταξύ του πληθυσμού των δύο ομόρων Νομών αδιαταράκτως συνεργαζομένων και εν ομονοία συμβιούντων μέχρι σήμερον. Ακόμη και «Σύλλογον Φίλων Πανεπιστημίου Κρήτης» συνέπηξαν με αποκλειστικόν σκοπόν την αναθεώρησιν του Διατάγματος  ως προς την έδραν, διότι τάχα, οφείλεται εις χαριστικήν πράξιν ο καθορισμός ως έδρας του Ρεθύμνου λόγω της Ρεθυμνιακής καταγωγής του τότε Αντιπροέδρου Κυβερνήσεως κ. Παττακού.

Οι περί τον ως άνω Σύλλογον εξανίστανται κατά της εν Αθήναις συστάσεως του «Ομίλου συμπαραστάσεως του Πανεπιστημίου Κρήτης» υπό την Προεδρίαν του κ. Παττακού. Έχομεν εις χείρας μας κείμενον ανακοινώσεως του εις τον Ημερήσιον Τύπον Ηρακλείου 15 τ.μ. Πόθεν ηρύσθησαν την εντολήν συμπήξεως του «Ομίλου συμπαραστάσεως» ερωτούν! Αλλά από αλλού ή από την ανάγκην της προωθήσεως της λειτουργίας του προς εξυπηρέτησιν της σπουδαζούσης Νεότητος της Κρήτης; Και ακόμη από το καθήκον των να συντρέξουν ως Κρήτες, την ιεράν υπόθεσιν. Άξιος μορφής, θα ήτο ο «Όμιλος» αν αντιθέτως οδηγούμενος εκ στείρας αντιδράσεως και πάθους έθετε ως πρόγραμμα την ματαίωσιν της ιδρύσεως, ως πλανώμενος πλέον πράττει, ο «Σύλλογος Φίλων» του Ηρακλείου.

Μέμφονται περαιτέρω την αποδοχήν της προεδρείας υπό του κ. Στυλιανού Παττακού. Αλλά ποια τιμιτικωτέραν αποστολή δια το άξιον τέκνον της Κρήτης και Επιφανή Ρεθύμνιον από ταύτην. Αμφιβάλλουν ότι η καθόλου ίδρυσις του Πανεπιστημίου είναι ιδικόν του επίτευμα; Ή μήπως είχον την αξίωσιν και την αφέλειαν να πιστεύουν ότι ο Ρεθύμνιος κ. Στυλιανός Παττακός θα διέπραττε το έγκλημα να εμποδίση την Κυβέρνησιν να καθορίση το Ρέθυμνον ως έδραν, όταν το Υπουργικόν Συμβούλιο το επέλεξε;

Και μήπως τον ήθελαν να εγερθή, να αντιδράση και να επιβάλη το Ηράκλειο;

Αλλά θα το έπραττε κανεής άλλος αυτό; Άραγε το πιστεύουν σοβαρώς; Αλλά, προς εξασφάλισιν της ανοχής του αν μη απόκτησιν της ευνοίας του συνεκροτούν τας μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις προς υποδοχήν του κατά τας λίαν συχνάς καθόδους του κ. Αντιπροέδρου εις Ηράκλειον;

Εντεύθεν η αποθέωσις, ο φρενήρης ενθουσιασμός τα χειροκροτήματα υπέρ του κ. Στυλιανού Παττακού; Προήρχοντο από κολακείαν, ή καθαράν υστεροβουλίαν και υποκρισίαν;

Εχάλασε σήμερον ο κ. Παττακός διότι απεχώρησεν της Κυβερνήσεως; Το  ολιγώτερον είναι αχαρακτήριστον η τοιαύτη νοοτροπία. Ο κ. Παττακός είναι ο ίδιος και τώρα και τότε που κατείχε την Εξουσίαν.

 Δικαιούται να συμβάλη εις την ολοκλήρωσιν του μεγάλου έργου του Πανεπιστημίου Κρήτης. Δύναται να συμβάλη και θα το πράξη αντιπαρερχόμενος τας φωνασκίας τους τεχνητούς θορύβους οποθενδήποτε προερχομένους.

Περαιτέρω ο «Σύλλογος Φίλων» Ηρακλείου αρνείται την παρούσαν διοικητικήν σύνθεσιν του Ομίλου συμπαραστάσεως Πανεπιστημίου Κρήτης. Αρνείται το δικαίωμα να ενδιαφέρεται δια την προώθησιν του έργου και προτρέπει τους απανταχού Κρήτας να επιστρέψουν ως απαράδεκτον την έκκλησιν του «Ομίλου» την υπογραφομένην υπό του κ. Στυλιανού Παττακού δι’ ης καλούνται ούτοι να σπεύσουν προσφέροντες πάσαν ηθικήν και υλικήν ενίσχυσιν εις το Πανεπιστήμιον, δηλούντες συνάμα ότι θα συντρέξουν εφ’ όσον επανεξετασθή η έδρα του Πανεπιστημίου. Ήτοι: Εφ’ όσον μεταφερθή εις Ηράκλειον!

Λυπούμεθα ειλικρινώς δια το κείμενον της ανακοινώσεως του «Συλλόγου Φίλων» του Ηρακλείου εν τω συνόλω της. Έδει να μη ίδη το φως της δημοσιότητος. Έδει να έχουν ήδη αντιληφθή ότι το θέμα είναι κεκλεισμένον. Ουδεμία Ελληνική Κυβέρνησις θα ευρεθή, πολλώ μάλλον η σημερινή να ανατρέψη το εκδοθέν κατόπιν περισκέψεως και ερεύνης Διάταγμα. Δια ποίον λόγον; Δεν είναι Κρήτη το Ρέθυμνον; Ή θα φοβηθή το Ηράκλειον; Ποίος αρνείται τον κίνδυνον συρράξεως Δυτικής και Ανατολικής Κρήτης, πιθανωτάτης εκ μιας νέας μεταβολής; Επαναλαμβάνομεν ότι, δεν θα εδημιουργούμεν προβλήματα, εάν η αρχική απόφασις της Κυβερνήσεως καθώριζε το Ηράκλειον ως έδραν.

Αφ’ ότου όμως καθωρίσθη το Ρέθυμνον δεν είναι διατεθειμένος ο Λαός των δύο Νομών της Δυτικής Κρήτης να ανεχθή μεταβολήν. Θα ήτο πράξις προσβλητική και προκλητική. Δεν θα εσταυρώναμεν τας χείρας!!

Νομίζομεν, ότι καιρός είναι  να συνέλθουν. Να παύσουν αντιδρώντες. Ενώ ουδέν θα αποκομίσουν κέρδος, ίσως βλάψουν την ιεράν υπόθεσιν ήτις εγαλούχησεν ως όνειρον τας δύο τελευταίας γενεάς και σήμερον έγινε απτή πραγματικότης. Ποτέ δεν είναι αργά. Άλλως η κρίσις της ιστορίας τους αναμένει.

Α.Σ.Σ.

ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1974

Αφήστε μια απάντηση