της Εύας Λαδιά
Από τους πρώτους μαχητές ρασοφόρους στη Μάχη της Κρήτης ήταν ο Διονύσιος Ψαρουδάκης.

Γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1880, στο Κεφαλοχώρι της Πηγής κι ήταν το δεύτερο αγόρι της οικογένειας Νικολάου και Χρυσής Ψαρουδάκη. Το κοσμικό του όνομα ήταν Δημήτρης. Για την εποχή του ήταν ένα παιδί ιδιαίτερα ανήσυχο και ζωηρό. Έδειχνε εκτός από πείσμα και μια περίεργη για την ηλικία του λεβεντιά.
Με τα δεδομένα της εποχής είχε τελειώσει την Δ’ Δημοτικού αλλά η ευστροφία πνεύματος που διέθετε αναπλήρωνε χαρισματικά τις ελλιπείς γραμματικές του γνώσεις.
Από τα παιδικά του χρόνια τον γαλουχούσε το μεγαλείο του Αρκαδίου, λόγω της καλής γειτονίας με τα αδέλφια Ηρακλή και Μανόλη Μανελάκη που είχαν σωθεί από το ολοκαύτωμα.
Ήταν μόλις 17 χρόνων όταν πήρε μέρος στην τελευταία μάχη που έγινε μεταξύ Τούρκων και Κρητικών στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Πηγή, Μέση, Λούτρα, το 1897 υπό τον οπλαρχηγό Μαραγκουδάκη από τη Λούτρα.
Σ’ αυτή τη μάχη έδειξε απαράμιλλο θάρρος, σπάνιο σε μια τόσο νεαρή ηλικία.
Στις 24 Αυγούστου του 1904 εκάρη μοναχός, παίρνοντας το όνομα που του έδωσε ο Μητροπολίτης Διονύσιος Καστρινογιαννάκης. Την επομένη ακριβώς χειροτονείται ιεροδιάκονος, δείγμα και αυτοεκτίμησης του επισκόπου.
Η επανάσταση του Θερίσου φέρνει το Αρκάδι στο επίκεντρο, καθώς ορίζεται από την επαναστατική επιτροπή ως επαναστατικό κέντρο όλης της Κρήτης. Ο Μητροπολίτης Διονύσιος Καστρινογιαννάκης έχει μυηθεί στο μεταξύ στην Επανάσταση από τον ίδιο τον Βενιζέλο. Προβληματίζεται με ποιους να μοιραστεί το μεγάλο μυστικό. Μετά από σκέψη καταλήγει στον Δαμιανό Αποστολάκη, που ήταν αγράμματος και το νεαρό Διονύσιο Ψαρουδάκη που εκτελούσε και χρέη γραμματικού.
Εκτός από αποδέκτης των επαναστατικών μηνυμάτων, ο Διονύσιος γίνεται και υπέρμαχος της ιδέας της Ένωσης, ξεσηκώνοντας με τον πύρινο λόγο του τα χωριά του δήμου Αρκαδίου.
Στις 27 Ιανουαρίου του 1909 χειροτονείται ιερομόναχος και το 1910 γίνεται μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου.
Με την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα ο Διονύσιος βρίσκεται στο κέντρο των επιχειρήσεων με αρχηγό τον Στυλιανό Κλειδή. Κι όταν αυτός πέφτει ηρωικά, εκτελεί τις εντολές του Χρίστου Μακρή και στη συνέχεια του Νίκου Ψαρρού.
Διακρίνεται για το θάρρος και την απίστευτη γρηγοράδα του. Σαν να είχαν τα πόδια του φτερά.
Αργότερα τον βλέπουμε να ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της Βορείου Ηπείρου το 1914 και να ξαναζώνεται τ’ άρματα. Το σπουδαίο στην περίπτωση αυτή είναι ότι προφασίστηκε θέμα υγείας και έφυγε από το μοναστήρι με το πρόσχημα εγχείρισης που πρέπει να κάνει στην Αθήνα. «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Κι έτσι βρέθηκε να πολεμά για τα ιδανικά της φυλής. Κι όταν υψώθηκε στην Κορυτσά η γαλανόλευκη, ο Διονύσιος Ψαρουδάκης τιμής ένεκεν προέστη της δοξολογίας.
Γυρίζει νικητής και τροπαιούχος στο μοναστήρι, αφήνοντας πίσω του τον ηρωικό οπλαρχηγό. Αρχίζει και πάλι να ζει τον ήρεμο μοναχικό βίο ώσπου στις 14 Απριλίου του 1926 εκλέγεται παμψηφεί ηγούμενος μέχρι το 1930 και μετά το 1930 μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου και με άλλη μία τετραετία ηγούμενος, εκτός από εκείνη της Γερμανοκατοχής που καθαιρέθηκε με απόφαση του Γενικού Στρατιωτικού Διοικητή Φρουρίου Κρήτης. Επί ηγουμενίας του το Αρκάδι αναγεννάται χάρις στις έντονες δραστηριότητές του.
Η Μάχη της Κρήτης τον βρίσκει να ξεσηκώνει πάλι τα χωριά για ν’ αντισταθούν.
Θέλουμε χώρο άπλετο για να περιγράψουμε όλες αυτές τις ιστορικές λεπτομέρειες που δείχνουν τον ηρωισμό του Διονυσίου. Δεν εξηγείται αλλιώς η λύσσα με την οποία οι Ναζί αναζητούσαν τον ρασοφόρο που έτρεχε στον κάμπο, ανεμίζοντας τα ράσα του κι έκανε τόσο ζημιά στους στρατιώτες τους. Και πλήρωσε ο ιερέας της Λούτρας επειδή ήταν ο μόνος ρασοφόρος πιο κοντά στην περιοχή των πολεμικών επιχειρήσεων. Όλοι οι πατριώτες κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Κανένας δεν βοήθησε τους Γερμανούς να φθάσουν μέχρι τον Διονύσιο.
Ο Διονύσιος Ψαρουδάκης «κοιμήθηκε» γαλήνια στις 8 Δεκεμβρίου του 1972. Την ημέρα της κηδείας του μια βαριά καταθλιπτική ατμόσφαιρα και μια καταχνιά σημάδευε το γεγονός. Αμέτρητα τα δημοσιεύματα και τα τηλεγραφήματα που τόνιζαν το βάθος αυτής της απώλειας. Και το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα:
Διονύσιος Ψαρουδάκης
Από τους πρώτους μαχητές ρασοφόρους στη Μάχη της Κρήτης ήταν ο Διονύσιος Ψαρουδάκης.

Γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1880, στο Κεφαλοχώρι της Πηγής κι ήταν το δεύτερο αγόρι της οικογένειας Νικολάου και Χρυσής Ψαρουδάκη. Το κοσμικό του όνομα ήταν Δημήτρης. Για την εποχή του ήταν ένα παιδί ιδιαίτερα ανήσυχο και ζωηρό. Έδειχνε εκτός από πείσμα και μια περίεργη για την ηλικία του λεβεντιά.
Με τα δεδομένα της εποχής είχε τελειώσει την Δ’ Δημοτικού αλλά η ευστροφία πνεύματος που διέθετε αναπλήρωνε χαρισματικά τις ελλιπείς γραμματικές του γνώσεις.
Από τα παιδικά του χρόνια τον γαλουχούσε το μεγαλείο του Αρκαδίου, λόγω της καλής γειτονίας με τα αδέλφια Ηρακλή και Μανόλη Μανελάκη που είχαν σωθεί από το ολοκαύτωμα.
Ήταν μόλις 17 χρόνων όταν πήρε μέρος στην τελευταία μάχη που έγινε μεταξύ Τούρκων και Κρητικών στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Πηγή, Μέση, Λούτρα, το 1897 υπό τον οπλαρχηγό Μαραγκουδάκη από τη Λούτρα.
Σ’ αυτή τη μάχη έδειξε απαράμιλλο θάρρος, σπάνιο σε μια τόσο νεαρή ηλικία.
Στις 24 Αυγούστου του 1904 εκάρη μοναχός, παίρνοντας το όνομα που του έδωσε ο Μητροπολίτης Διονύσιος Καστρινογιαννάκης. Την επομένη ακριβώς χειροτονείται ιεροδιάκονος, δείγμα και αυτοεκτίμησης του επισκόπου.
Η επανάσταση του Θερίσου φέρνει το Αρκάδι στο επίκεντρο, καθώς ορίζεται από την επαναστατική επιτροπή ως επαναστατικό κέντρο όλης της Κρήτης. Ο Μητροπολίτης Διονύσιος Καστρινογιαννάκης έχει μυηθεί στο μεταξύ στην Επανάσταση από τον ίδιο τον Βενιζέλο. Προβληματίζεται με ποιους να μοιραστεί το μεγάλο μυστικό. Μετά από σκέψη καταλήγει στον Δαμιανό Αποστολάκη, που ήταν αγράμματος και το νεαρό Διονύσιο Ψαρουδάκη που εκτελούσε και χρέη γραμματικού.
Εκτός από αποδέκτης των επαναστατικών μηνυμάτων, ο Διονύσιος γίνεται και υπέρμαχος της ιδέας της Ένωσης, ξεσηκώνοντας με τον πύρινο λόγο του τα χωριά του δήμου Αρκαδίου.
Στις 27 Ιανουαρίου του 1909 χειροτονείται ιερομόναχος και το 1910 γίνεται μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου.
Με την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα ο Διονύσιος βρίσκεται στο κέντρο των επιχειρήσεων με αρχηγό τον Στυλιανό Κλειδή. Κι όταν αυτός πέφτει ηρωικά, εκτελεί τις εντολές του Χρίστου Μακρή και στη συνέχεια του Νίκου Ψαρρού.
Διακρίνεται για το θάρρος και την απίστευτη γρηγοράδα του. Σαν να είχαν τα πόδια του φτερά.
Αργότερα τον βλέπουμε να ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της Βορείου Ηπείρου το 1914 και να ξαναζώνεται τ’ άρματα. Το σπουδαίο στην περίπτωση αυτή είναι ότι προφασίστηκε θέμα υγείας και έφυγε από το μοναστήρι με το πρόσχημα εγχείρισης που πρέπει να κάνει στην Αθήνα. «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Κι έτσι βρέθηκε να πολεμά για τα ιδανικά της φυλής. Κι όταν υψώθηκε στην Κορυτσά η γαλανόλευκη, ο Διονύσιος Ψαρουδάκης τιμής ένεκεν προέστη της δοξολογίας.
Γυρίζει νικητής και τροπαιούχος στο μοναστήρι, αφήνοντας πίσω του τον ηρωικό οπλαρχηγό. Αρχίζει και πάλι να ζει τον ήρεμο μοναχικό βίο ώσπου στις 14 Απριλίου του 1926 εκλέγεται παμψηφεί ηγούμενος μέχρι το 1930 και μετά το 1930 μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου και με άλλη μία τετραετία ηγούμενος, εκτός από εκείνη της Γερμανοκατοχής που καθαιρέθηκε με απόφαση του Γενικού Στρατιωτικού Διοικητή Φρουρίου Κρήτης. Επί ηγουμενίας του το Αρκάδι αναγεννάται χάρις στις έντονες δραστηριότητές του.
Η Μάχη της Κρήτης τον βρίσκει να ξεσηκώνει πάλι τα χωριά για ν’ αντισταθούν.
Θέλουμε χώρο άπλετο για να περιγράψουμε όλες αυτές τις ιστορικές λεπτομέρειες που δείχνουν τον ηρωισμό του Διονυσίου. Δεν εξηγείται αλλιώς η λύσσα με την οποία οι Ναζί αναζητούσαν τον ρασοφόρο που έτρεχε στον κάμπο, ανεμίζοντας τα ράσα του κι έκανε τόσο ζημιά στους στρατιώτες τους. Και πλήρωσε ο ιερέας της Λούτρας επειδή ήταν ο μόνος ρασοφόρος πιο κοντά στην περιοχή των πολεμικών επιχειρήσεων. Όλοι οι πατριώτες κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Κανένας δεν βοήθησε τους Γερμανούς να φθάσουν μέχρι τον Διονύσιο.
Ο Διονύσιος Ψαρουδάκης «κοιμήθηκε» γαλήνια στις 8 Δεκεμβρίου του 1972.