Γιάννης Χαλκιαδάκης

Γιάννης Χαλκιαδάκης: Μια ζωή αφιερωμένη στο Ρέθυμνο και τη Δημοκρατία

 της Εύας Λαδιά

Μου έλεγε κάποτε ο Πάρης Κελαϊδής πόσο βασανίστηκε για να ολοκληρώσει την βιογραφία του Γιώργη Βογιατζάκη. Κι επειδή βιάστηκα να τον διακόψω και να διαμαρτυρηθώ για την υπερβολή του ξέροντας πόσο ικανός ήταν μου είπε με χαμόγελο:

«Δεν είναι θέμα ικανότητας Έφη μου (ποτέ δεν είπε σωστά το όνομά μου). Όταν ένας άνθρωπος έχει τόσες πτυχές δράσεις στη ζωή του αναρωτιέσαι από πού να βάλεις αρχή».

Αυτό το κατάλαβα καλύτερα όταν προσπάθησα να σκιαγραφήσω μορφές όπως ο Γιάννης Χαλκιαδάκης, που συμπληρώθηκαν προχθές επτά χρόνια από την αναχώρησή του.

Ένας σημαντικός άνθρωπος

Πόσο σημαντικός ήταν ο άνθρωπος αυτός μόνο ξεδιπλώνοντας πτυχές του βίου του το αντιλαμβάνεσαι. Για μένα αποτελεί κι ένα σύμβολο και το καταθέτω μετά λόγου γνώσης επιχειρηματολογώντας αν χρειαστεί. Δεν ξέρω πόσα δημόσια πρόσωπα θα είχαν το σθένος να επωμιστούν με λεβεντιά ακόμα κι ευθύνες άλλων για να μην διασαλευτεί η τάξη και να μη χαθεί η εμπιστοσύνη των ανθρώπων στους δημοκρατικούς θεσμούς.

Ο Γιάννης Χαλκιαδάκης γεννήθηκε στο χωριό Ατσιπάδες Αγίου Βασιλείου στις 23 Δεκεμβρίου 1925.

Γονείς του, ο παπα-Μανόλης και η πρεσβυτέρα Αγάπη.

Ο ίδιος μου έλεγε για τα βράδια, που όλοι ησύχαζαν στο σπίτι, τα όνειρα που έκανε για τη ζωή του. Όταν ήταν μάλιστα μικρός περιόριζε τις φιλοδοξίες του στην απόκτηση μερικών βιβλίων που δεν θα τους έλειπαν …σελίδες!

Αγαπούσε τόσο το διάβασμα που δεν άφηνε ούτε απόκομμα εντύπου να πάει χαμένο. Ήταν μεγάλη υπόθεση γι’ αυτόν να φέρει ο ταχυδρόμος τα θρησκευτικά περιοδικά που έπαιρνε ο πατέρας του. Κι η μεγαλύτερη ευτυχία στη ζωή του μέχρι τότε ήταν, όπως έλεγε, μια αποστολή βιβλίων που ξενύχτησε από τη λαχτάρα και δεν έβλεπε την ώρα να τα παραλάβει.

Ήρθε μετά στο Γυμνάσιο να δώσει εξετάσεις. Τον έφερε ο παπα-Μακρής πάνω στο γαϊδουράκι μαζί με ένα γιο του. Ποτέ δεν ξέχασε την απορία του διαβάζοντας στη προμετωπίδα «Οίκος Παιδείας. Ούτε και τις μέρες που ακολούθησαν.

Για να σπουδάσουν τα παιδιά ο παπα-Μανόλης είχε κάποιες αντιρρήσεις. Πολλά παιδιά, ποιο να προχωρήσει στα γράμματα, ποιο να αδικηθεί; Η πρεσβυτέρα Αγάπη όμως κατάφερε και πάλι να τον πείσει με κείνο το αφοπλιστικό «Ναι γέροντα» που έλεγε πάντα ασχέτως αν δεν συμφωνούσε με τα λεγόμενά του.

Πόσα δρομολόγια δεν έκανε η μάνα αυτή από Ατσιπάδες Ρέθυμνο με τα πόδια για να φέρει στα «δασκαλάκια» της φρέσκο φαγητό και καθαρά ρούχα. Γιατί φεύγοντας τα παιδιά από το χωριό νοίκιαζαν ένα φτηνό δωμάτιο στην πιο ταπεινή γειτονιά της πόλης. Και πώς να τα βγάλουν πέρα;

Κι όμως τέλειωσαν με άριστα.

Έγνοια για τον συνάνθρωπο

Τα χρόνια του Γιάννη Χαλκιαδάκη στην Ακαδημία Ηρακλείου ήταν επίσης αξιομνημόνευτα.

Από τα διάφορα που μου μετέφερε κατά καιρούς η αξέχαστη φίλη Χρυσούλα Μπουρλώτου ήταν και οι κοινωνικές ανησυχίες του Γιάννη. Τον γνώριζε καλά επειδή διευθυντής τότε στην Ακαδημία ήταν ο πατέρας της.

Μια μέρα βλέπει η παρέα των συμφοιτητών, ήταν και η Χρυσούλα μαζί τους, τον Γιάννη να καταφθάνει χωρίς το παλτό του μέσα στο καταχείμωνο.

Παραξενεύτηκαν γιατί ήξεραν πως αποζητούσε τη ζεστασιά. Μάλιστα η χαρά του ήταν που είχε βρει δωμάτιο πάνω από ένα φούρνο κι είχε εξασφαλισμένη …θέρμανση για τα κρύα βράδια του χειμώνα.

Εκείνος απέφυγε να δώσει εξηγήσεις ξεστρατίζοντας την κουβέντα όπως πολύ καλά ήξερε όταν κάτι τον έφερνε σε δύσκολη θέση.

Αργότερα έμαθαν από κάποιον ότι το παλτό είχε δοθεί σ’ έναν άρρωστο ζητιάνο που είχε ξεπαγιάσει σε μια γωνιά. Θέαμα που δεν θα μπορούσε να αφήσει τον Γιάννη Χαλκιαδάκη ασυγκίνητο.

Η έγνοια του για τα κοινά είχε ξυπνήσει μέσα του από τα εφηβικά του χρόνια, όταν κατέβηκε κι αυτός μαζί με άλλους να πολεμήσει στη Μάχη της Κρήτης. Ζήτημα να ήταν 16 χρόνων.

Μετά στην αντίσταση έκανε κι αυτός το χρέος του. Εκείνα τα δίσεκτα χρόνια έβγαλε και την πρώτη του εφημερίδα εκεί στο βουνό, στο μετερίζι του αγώνα.

Εκτός έδρας λόγω πεποιθήσεων

Αν και απόφοιτος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ηρακλείου, οι πολιτικές του ανησυχίες και πεποιθήσεις δεν έφεραν ποτέ στον ίδιο τον διορισμό στο δημόσιο ως δάσκαλος.

Αποφάσισε να ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο. Με την πρώτη «μαγιά» από τον πατέρα του αγόρασε το εμπόρευμα. Και μάλιστα έκανε εντύπωση στον προμηθευτή. Γιατί του άφησε στο τραπέζι όσα λεφτά κρατούσε με μια εμπιστοσύνη που ο άλλος εκτίμησε. Και τον στήριξε όσο του επέτρεπαν οι συνθήκες.

Το 1965, όπως μας διηγείται ο επιστήθιος φίλος του Γιώργης Αγγελιδάκης, δημιουργήθηκε η ανάγκη να αποκτήσει το Ρέθυμνο μια εφημερίδα που να εκφράζει τον ευρύτερο δημοκρατικό χώρο. Και ο μόνος κατάλληλος κρίθηκε ο Γιάννης Χαλκιαδάκης που είχε μετατρέψει στο μεταξύ το βιβλιοπωλείο του σε «Παρνασσό» με τις προσωπικότητες που συγκεντρώνονταν εκεί.

Στα χρόνια της θύελλας

Έτσι ιδρύθηκαν τα «Ρεθεμνιώτικα Νέα».

Δυο χρόνια μετά η εφημερίδα έκλεισε από τη χούντα και ο εκδότης οδηγήθηκε στις φυλακές επειδή επέμενε να μη συμμορφώνεται με τις διατάξεις.

Μου έλεγε ο αξέχαστος εκδότης μας ότι εκείνα τα δύσκολα χρόνια ένας συμπολίτης τον είχε συγκινήσει αφάνταστα. Ο Πολύβιος Τσάκωνας. Αδιαφορώντας για τις απαγορεύσεις του είχε πάει «άγιο φως» νύχτα ανάστασης στο κρατητήριο που τον είχαν λίγες μέρες μετά την επιβολή του στρατιωτικού νόμου και αργότερα τον επισκέφθηκε Πρωτοχρονιά στις φυλακές της Αίγινας που τον κρατούσαν.

Με τη μεταπολίτευση και την επανέκδοση των «Ρεθεμνιώτικων Νέων» ο Γιάννης Χαλκιαδάκης άρχισε να ασχολείται πιο ενεργά με τα κοινά.

Επί προεδρικής του θητείας του μάλιστα στην ΕΑΡ η ομάδα ανέβηκε στην Α’ Κατηγορία.

Ο Γιάννης Χαλκιαδάκης ήταν επίσης μεταξύ των ολίγων τολμηρών που όταν το Ρέθυμνο άδειαζε από απελπισμένα νιάτα που ζητούσαν καλύτερη μοίρα στις μεγαλουπόλεις και στο εξωτερικό ένωσε και τις δικές του δυνάμεις για τη δημιουργία τουριστικών υποδομών, όπως το El Greco, που ήταν ουσιαστικά ο θεμέλιος λίθος στο τουρισμό του Ρεθύμνου.

Και δεν έμεινε σε αυτό.

Αυτό που τον χαρακτήριζε ήταν μια περηφάνια και μια αξιοπρέπεια ακόμα κι όταν τον αδικούσαν.

Πρωτοστατώντας και στον αγώνα για την ίδρυση του Πανεπιστημίου είχε δημιουργήσει μια από τις πρώτες γέφυρες επικοινωνίας με τους καθηγητές αποσκοπώντας να τους φέρει πιο κοντά στην πνευματική και πολιτιστική ζωή της πόλης.

Ήταν δίκαιος άνθρωπος. Άφηνε τους άλλους να πιστεύουν πως τον έχουν πείσει με τις όποιες τους διαβολές σε βάρος άλλων. Κι όταν έφευγαν ο ίδιος τους διέγραφε από τη λίστα της εκτίμησής του.

Δεν δίστασε να διώξει και πολιτικό άνδρα, επιφανέστατο, σε προεκλογική περίοδο, όταν του ζήτησε υποστήριξη με το αζημίωτο.

Αυτός ο χαρακτήρας του τον έφερε κοντά σε μεγάλες προσωπικότητες. Δεν είναι τυχαίο ότι από το γραφείο του στη γρότα της Χατζηγρηγοράκη πέρασε και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Άξιο να αναφερθεί επίσης ότι είχε τη λεβεντιά να αναθεωρήσει απόψεις για δημόσια πρόσωπα όταν έπειθαν με το έργο τους ότι είναι κεφάλαια για την πόλη.

Είχε τις αδυναμίες του και τις όποιες εμμονές του σαν κάθε άνθρωπος. Αλίμονο όμως στον όποιο τολμούσε να θίξει συνεργάτη του.

Αλίμονο και στο συνεργάτη του που θα τολμούσε να καταφερθεί κατά συναδέλφου του.

Όσο για το χιούμορ του ήταν παροιμιώδες, ιδιαίτερα όταν συναντούσε το μεσημέρι τον Κωστή Πετρίδη, όταν έφερνε τη συνεργασία του. Ακόμα και σε «χοντρό» δούλεμα αμφοτέρων, ήταν απόλαυση να τους ακούς.

Ήταν κι ετοιμόλογος. Κάποτε μετά από μια σοβαρή επέμβαση οι γιατροί είχαν συστήσει προσοχή θεωρώντας ότι τα χρόνια του είναι ελάχιστα.

Εκείνος όμως δεν το έβαζε κάτω και μερικά χρόνια αργότερα στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν η μητέρα του έτυχε να συναντήσει τον γιατρό που τον έχει χειρουργήσει.

Εκείνος βλέποντάς τον άνοιξε διάπλατα τα μάτια του και άθελά του είπε:

«Ώστε ζεις;».

Κι ο κύριος Γιάννης με το γνωστό του ύφος όταν έκανε πλάκα του απάντησε:

«Γιατί γιατρέ μου; Το ψωμί σου τρώγω…;».

Ένας σεμνός Άνθρωπος

Ωστόσο κάθε φορά που αντιμετώπιζε κάτι σοβαρό δεν έπαυε να επαναλαμβάνει ότι θέλει μια κηδεία σεμνή, χωρίς φανφάρες και άλλα που ο ίδιος κατέκρινε όπου τα συναντούσε.

Να πούμε για τη φιλανθρωπία του; Έτυχε φορές που μας όρκιζε να ξεχάσουμε αυτό που είδαμε σε ανύποπτη στιγμή. Αχ αυτή η Ζαχαρούλα μας, καλή της ώρα, πόσα θα είχε να πει αν της επιτρεπόταν να το κάνει.

Από τα αγαπημένα του στέκια εκτός από τον Δημοτικό Κήπο ήταν και το «Μεσοστράτι». Εκεί καθημερινά έδιναν το ραντεβού τους με τον Γιώργη Αγγελιδάκη, που του ήταν απαραίτητος κι ας τον μάλωνε που αρκετές φορές δεν πρόσεχε τη δίαιτά του. Πόσα και πόσα αλήθεια δεν μοιράστηκε με το φίλο του αυτό.

Η τελευταία συνέντευξη

Είναι πολλά που του οφείλω προσωπικά, αλλά μεταξύ των άλλων και τις συμβουλές του, όταν απέκτησα την αδυναμία του φακού και τον ταλαιπωρούσα στο γραφείο του με τα «δοκιμαστικά» μου. Αν τώρα τύχαινε καμιά φορά να ειπωθεί κάτι χρήσιμο για την τοπική ιστορία το γράφαμε. Έτσι δημιούργησα ένα αρχείο γύρω από την προσωπικότητά του.

Παραμονή που θα γινόταν τα αποκαλυπτήρια της προτομής Βογιατζάκη στο Χρωμοναστήρι του πήρα μια συνέντευξη για τον άρχοντα αυτό στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο. Ήταν η τελευταία.

Εκείνο το βράδυ, μου λέει ο κ. Αγγελιδάκης, σαν να είχε προαίσθημα τον πίεζε να φύγουν μαζί. Εκείνος δεν ήθελε να αφήσει την υπόλοιπη παρέα. Ήταν και το τελευταίο βράδυ που χαιρόταν τους φίλους του.

Πέρασαν επτά χρόνια. Είναι όμως πάντα ανάμεσά μας. Και σίγουρα η ψυχή του αγάλλεται. Γιατί ο κόπος του δεν πήγε χαμένος. Γιατί πάνω από όλα βάζουν την αξιοπρέπεια οι άξιοι συνεχιστές του έργου του. Κάτι που ο ίδιος είχε έμβλημα όπως και κείνο στην προμετωπίδα της εφημερίδας που τίμησε με συνέπεια «Στην υπηρεσία του Ρεθέμνου και της Δημοκρατίας».

-Σκόρπιες μνήμες από βιώματα, μαρτυρίες και αναφορές

Μου έχει συμβεί άλλες δυο φορές να στερεύουν οι λέξεις όταν θέλω να κάνω μια αναφορά. Πρώτα με τη Φανή Παπαδουράκη, έπειτα με τη Μαρία Τσιριμονάκη και τώρα με το Γιάννη Χαλκιαδάκη. Κι όμως νοιώθω την ανάγκη με αφορμή τα δέκα χρόνια από την αναχώρησή του να καταθέσω μερικές μνήμες. Μα από πού να βάλω αρχή;

Ξαφνικά διαπιστώνω ότι πολλές από τις προσωπικότητες που έζησα μου γνώρισαν τον Γιάννη Χαλκιαδάκη που κανένας δεν γνώρισε, κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί, κανένας δεν κατάφερε να αξιολογήσει.

Θυμάμαι το ύφος του όταν του ζητούσα να μου μιλήσει για τα παιδικά του χρόνια. Χανόταν στη σκέψη του και μετά από αρκετές παύσεις μου έλεγε για το παιδί του παπα-Μανόλη και της πρεσβυτέρας Αγάπης που από νήπιο έμαθε να μοιράζεται τα πάντα. Ακόμα και το χώρο που τους αναλογούσε στο μικρό σπιτικό τους για να κοιμηθούν τα αδέλφια πλάι πλάι. Όπως συνέβαινε σε τόσες παραδοσιακές οικογένειες του χωριού.

Σ’ αυτά τα στρωσίδια που έπεφτε κάθε βράδυ, αργούσε να τον πάρει ο ύπνος. Προσπαθούσε να φανταστεί τον εαυτό του να διασχίζει λεωφόρους και να περιφέρεται σε στενά μεγαλουπόλεων που από τα βιβλία μονάχα ήξερε.

Αυτά τα βιβλία ήταν το πάθος του από μικρός. Και μια φορά για να αποκτήσει μερικά, πραγματικά βιβλία, έβαλε τον εαυτό του στη μεγαλύτερη δοκιμασία που μπορεί να αντέξει ένα μικρό παιδί. Δεν υπολόγιζε τη βάσανο ο Γιάννης Χαλκιαδάκης αν επρόκειτο να πετύχει έναν υψηλό στόχο.

Είχε από μικρός μάθει να σέβεται και να ζει με αξιοπρέπεια. Κλασικό παράδειγμα όταν σε καιρό μεγάλης πείνας έφεραν στον πατέρα του το «χερικάρη» παπά ένα σακούλι αλεύρι.

Πόση χαρά έκαναν όλα τα παιδιά και πόσα όνειρα για τις λιχουδιές που θα τους έκανε σίγουρα, με το αλεύρι αυτό, η χρυσοχέρα μάνα.

Κι όμως ο παπα-Μανόλης το επέστρεψε ευγενικά στον επίδοξο δωρητή. Δεν διαπραγματευόταν με κανένα, τον τρόπο που ασκούσε τα ιερατικά του καθήκοντα. Έκλαψε κι ο Γιάννης με τ’ αδέλφια του αλλά δεν ξέχασε ποτέ στη μετέπειτα ζωή του το νόημα της χειρονομίας αυτής, που αρχικά ήταν τόσο οδυνηρή για μια οικογένεια που έμαθε να ζει με στερήσεις.

Τα χρόνια ήταν δύσκολα. Ο Γιάννης και ο Στέλιος έδειχναν να παίρνουν τα γράμματα θα έπρεπε να προχωρήσουν. Με ποιες δυνατότητες; Ο παπα-Μανόλης βρέθηκε σε απόγνωση.

Κι όμως εκείνο το περίφημο «ναι γέροντα» και η γλυκιά πάντα υποταγή στη συζυγική θέληση της πρεσβυτέρας έπεισαν τον αγαθό λευίτη να κάνει το μεγάλο βήμα.

Ο Γιάννης ήρθε στο Ρέθυμνο ανεβασμένος στο υποζύγιο του παπα-Γιάννη Μακρή που επέμενε να τον φέρει πανέτοιμο για τις εξετάσεις του. Το πρώτο πράγμα που έκανε εντύπωση στο μικρό χωριατόπουλο, μόλις βρέθηκε μπροστά στο επιβλητικό κτίριο του γυμνασίου, ήταν ο περίεργος όπως του φάνηκε τίτλος «Οίκος Παιδείας». Κι αυτό ήταν και το θέμα της έκθεσης που κλήθηκε να γράψει λίγο αργότερα στις εισαγωγικές του εξετάσεις.

Γελούσε μάλιστα αργότερα όταν θυμόταν τους συμμαθητές του που αναρωτιόταν ποιος ήταν αυτός ο… Νίκος παιδείας και γιατί έλειπε το νι!!!

Δύσκολα χρόνια

Κάπου όμως έπρεπε να μένει με τον αδελφό του μετά την εισαγωγή με επιτυχία στο Γυμνάσιο.

Τα οικονομικά ωστόσο του παπα-Μανόλη δεν επέτρεψαν παρά μια μίζερη κάμαρη στη Μεσαμπελίτισσα που το ενοίκιο δεν ήταν ιδιαίτερα ακριβό.

Κάτι έπρεπε να τρώνε τα παιδιά.

Αυτό το βάρος σήκωνε με συγκινητική αυτοθυσία η πρεσβυτέρα Αγάπη. Ετοίμαζε το καλάθι ανελλιπώς με τα τρόφιμα για να τα στείλει με όποιο τρόπο εύρισκε στα παιδιά της. Κι όταν δεν εύρισκε έπαιρνε τον δρόμο από τις Ατσιπάδες για τη χώρα με όποιο καιρό. Κάποτε μάλιστα κινδύνεψε σε μια κακοκαιρία αλλά ποτέ δεν δείλιασε.

Μετά το Γυμνάσιο ο Γιάννης Χαλκιαδάκης αποφάσισε να δώσει στην Ακαδημία για δάσκαλος. Και πάλι τα κατάφερε. Είχε τότε η Ακαδημία Ηρακλείου διευθυντή τον περίφημο Μπουρλώτο. Η κόρη του Χρυσούλα, η σπουδαία εκείνη γυναίκα που κρατούσε επί σειρά ετών την πολιτιστική ζωή του Ηρακλείου στα υψηλότερα επίπεδα, που γνώρισε ποτέ η πόλη, έζησε από κοντά το Γιάννη Χαλκιαδάκη. Κι είχε να μου διηγηθεί πολλά γι’ αυτόν. Ιδιαίτερα για τις ευαισθησίες του. Μια φορά μάλιστα δεν δίστασε να δώσει σε κάποιον το πανωφόρι του. Κι όταν δικά του πρόσωπα του ζήτησαν εξηγήσεις προφασίστηκε πως το είχε …ξεχάσει κάπου.

Κάποτε του μετέφερα αυτή την πληροφορία κι εκείνος βιάστηκε να αλλάξει κουβέντα.

– Τι μου θυμίζεις είπε. Είχα νοικιάσει ένα δωμάτιο πάνω από ένα φούρνο και δεν κατάλαβα παγωνιά σε όλη τη διάρκεια των σπουδών μου.

Έτσι ανάλαφρα θέλησε να μου περάσει και τις μνήμες που του είχα ζητήσει από τη μάχη της Κρήτης. Γέλαγε μάλιστα με την ψυχή του όταν μου περιέγραψε την απόφαση να ακολουθήσει ένα καπετάνιο, 16 χρόνων ήταν, για να πολεμήσει στη Μάχη της Κρήτης.

Κι έπειτα σοβάρεψε γιατί είχε φέρει στη μνήμη του εικόνες τραγικές αλλά και ντροπής, όπως το πλιάτσικο στα μαγαζιά της πόλης μετά τους βομβαρδισμούς. Και το δέος που τον είχε καταλάβει όταν αποφάσισε να θάψει μια γυναίκα που είχε σκοτωθεί στο ύψος της κλινικής Δασκαλάκη. Εκείνες τις στιγμές που ο πόλεμος σκότωνε τις ευαισθησίες και τις προκαταλήψεις ο Γιάννης Χαλκιαδάκης έμαθε τι σημαίνει αγώνας για να υπερασπιστείς τα δίκαιά σου.

Όταν εντάχθηκε στην Αντίσταση είχε το καθήκον να μεταφέρει τρόφιμα στους αντάρτες, όπως μου επιβεβαιώνουν μαρτυρίες και on camera.

Είναι πάντως άξιο αναφοράς ότι από νωρίς είχε κάνει μετερίζι του το δημοσιογραφικό λόγο.

Σε ένα βράχο καθόταν κι έγραφε την «Ελευθερη Κρητη». Κι η χαρά του ήταν να τελειώνει στην ώρα τους πύρινα άρθρα που ξεσήκωναν το λαό και κρατούσαν ψηλά το φρόνημά του.

Εκτός έδρας

Αν και είχε τελειώσει με άριστα την Ακαδημία το καθεστώς της εποχής δεν του επέτρεψε να διδάξει από έδρας. Είχαν γίνει γνωστά τα φρονήματά του. Δεν είχε επομένως καμιά θέση στην εκπαίδευση. Τι έπρεπε να κάνει; Πάντως ούτε που του πέρασε ποτέ από το νου να δηλώσει υποταγή. Αυτό που δεν απαιτούσε παρά μια υπογραφή, αυτή τη διαδικασία που θα είχε τελειώσει σε μερικά δευτερόλεπτα, δεν μπορούσε ούτε να τη διανοηθεί.

Μια λύση επαγγελματικής αποκατάστασης έδωσε και πάλι η θυσία του παπα-Μανόλη που με τα χρήματα από την πώληση ενός ζώου και μερικών οκάδων λαδιού έστειλε το γιο του στην Αθήνα να κάνει τις αναγκαίες προμήθειες για τη λειτουργία ενός βιβλιοπωλείου.

Ο προμηθευτής εντυπωσιάστηκε με την αποφασιστικότητα του νέου που είχε μπροστά του. Δεν του είχε ξανατύχει πελάτης να του εξομολογείται την πλήρη του άγνοια γύρω από το αντικείμενο μετά να βγάζει από την τσέπη του και να του δίνει μερικά διπλωμένα χαρτονομίσματα με την παράκληση να του διαθέσει εμπόρευμα.

Εκτιμώντας την όλη στάση του νέου ο προμηθευτής, από τα μεγαλύτερα ονόματα στην αγορά, κάθισε με υπομονή και του εξήγησε τους κωδικούς και τον τρόπο της συνεργασίας τους για να οργανώσει σωστά το βιβλιοπωλείο του.

Ο Γιάννης Χαλκιαδάκης έφυγε πανευτυχής από τη συνάντηση. Επιτέλους το όνειρό του γινόταν πραγματικότητα. Σε λίγο θα άνοιγε το δικό του βιβλιοπωλείο.

Μια μικρή αδιαθεσία του θύμισε ότι δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα του σε όλο τα ταξίδι. Βρήκε ένα γαλακτοπωλείο και κάθισε αλλά πάνω που κάλεσε το γκαρσόν να του φέρει ένα ρυζόγαλο, αντιλήφθηκε, με τρόμο, ότι δεν είχε στην τσέπη του ούτε δεκάρα. Δεν έχασε την ψυχραιμία του. Επέστρεψε στον προμηθευτή και του ζήτησε ίσα ίσα τα χρήματα για να φάει κάτι. Ήταν κι αυτό στο χαρακτήρα του Γιάννη Χαλκιαδάκη. Συζητούσε το πρόβλημά του χωρίς να εκλιπαρεί με ίσες καθαρές κουβέντες.

Φιλολογικό σαλόνι

Στο βιβλιοπωλείο του όλα πήγαιναν μια χαρά. Από τους πιο τακτικούς του πελάτες ο Γυμνασιάρχης ο Αντζολετάκης. Από τον Γιάννη Χαλκιαδάκη μάθαινε για όλες τις νέες εκδόσεις. Δεν άργησαν να κάνουν στέκι το βιβλιοπωλείο αυτό κι άλλοι πολλοί άνθρωποι των Γραμμάτων Φιλολογικό σαλόνι είχε γίνει με τον καιρό το κατάστημα. Πνεύμα δημιουργικό ο Γιάννης Χαλκιαδάκης πρόσθεσε στην επιχείρηση κι ένα μικρό τυπογραφείο.

Ποτέ δεν ξέχασε όμως τις δικές του ταλαιπωρίες. Και δεν άφησε ποτέ παιδί πολυφαμελίτη να μείνει χωρίς τετράδιο και άλλα σχολικά είδη.

Λέγεται ότι κάποτε πήγε ένας πατέρας και του ζήτησε τη βοήθειά του να δίνει στο παιδί του σχολικά είδη και όταν μπορέσει να τον πληρώσει. Δεν τα κατάφερε ποτέ. Το παιδί τέλειωσε το σχολείο, έγινε επιστήμονας με υποτροφίες και μάλιστα από τους επιφανέστερους καθηγητές ιατρικής. Και μια μέρα ζητά να συναντήσει τον Γιάννη Χαλκιαδάκη κι επιμένει να του πληρώσει εκείνο το παλιό χρέος. Ο Γιάννης Χαλκιαδάκης τον κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του, όπως το συνήθιζε, και του είπε:

– Καλά κράτα τα λεφτά σου και μόλις βρω το τεφτέρι μου θα σε ειδοποιήσω.

Τεφτέρι που δεν κράτησε ποτέ κι ούτε θυμόταν ποιος του χρωστούσε. Ο πλούτος των αισθημάτων του τον έκανε να αισθάνεται και να συμπεριφέρεται σαν άρχοντας.

Όσο για τα κοινά ποτέ δεν τον άφησαν αδιάφορο. Ο Γιώργης Αγγελιδάκης, ο επιστήθιος φίλος και συναγωνιστής του, ο Ευάγγελος Δασκαλάκης, άλλος επίσης υπέρμαχος της Δημοκρατίας τον τράβηξαν κοντά τους κι έτσι με βρέθηκε στον Δήμο. Εκεί έφθασε να γίνει και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου.

Ήταν από τις ευλογημένες μέρες του Ρεθύμνου. Αποτελούσε και ο Γιάννης Χαλκιαδάκης μέλος της ομάδας των συμπολιτών που ανέβαιναν στην Αθήνα και διεκδικούσαν για το Ρέθυμνο με την πολύτιμη πάντα συμβολή του Γιώργη Βογιατζάκη.

Κι ήρθαν τα μεγάλα πολιτικά γεγονότα της δεκαετίας του 1960. Τότε όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις της πόλης ένωσαν τη φωνή τους ζητώντας από το Γιάννη Χαλκιαδάκη μια εφημερίδα να τους εκφράζει. Έτσι ιδρύθηκαν τα «Ρεθεμνιώτικα Νέα».

Ο Χαλκιαδάκης άρχισε να δείχνει σε όλο της το μεγαλείο τη γενναιότητα της δημοσιογραφικής του πένας. Κι αυτό που ανακάλυψα σε μια μελέτη των πρώτων εκείνων φύλλων της εφημερίδας μου αποκάλυψε και άλλη μια πτυχή του χαρακτήρα του. Έπαιρνε πάνω του κάθε άρθρο που δεν έφερε υπογραφή για να μην έχει συνέπειες ο συντάκτης του. Αρκεί βέβαια να αντιπροσώπευε τη γραμμή της εφημερίδας που ήταν πάντα ο αγώνας για το Ρέθυμνο και η Δημοκρατία.

Η χούντα των συνταγματαρχών από τις πρώτες μέρες προσπάθησε να τον υποτάξει. Κι όταν δεν τα κατάφερε του ανταπέδωσε με διώξεις, φυλακίσεις και κλείσιμο της εφημερίδας την ασυμβίβαστη στάση του.

Ούτε κι έτσι όμως δεν υπέστειλε τη σημαία των ιδεών του. Από τους πρώτους ήταν στη σύναξη που έγινε στο Αγιασμάτσι με την παράτολμη απόφαση. Να γίνει απαγωγή του βασιλιά Κωνσταντίνου που θα ερχόταν για τις εκδηλώσεις του Αρκαδίου για να υποχρεωθούν οι συνταγματάρχες να επαναφέρουν τη δημοκρατία.

Τελικά δεν έγινε κάτι τέτοιο. Αντίθετα είχε και ο Χαλκιαδάκης την τύχη των υπολοίπων συντρόφων του και κάτι παραπάνω. Εκτός από τα βασανιστήρια στο Ηράκλειο για να αποκαλύψει και άλλα στοιχεία της ομάδας του, ήταν από τους ελάχιστους που η ποινή του δεν είχε αναστολή. Έμεινε και στη φυλακή, αλλά πάντα χωρίς να σκύψει σε κανένα το κεφάλι.

Είναι γνωστό στους παλιούς Ρεθεμνιώτες ότι μεγάλος πολιτικός παράγων πήγε κάποτε στο γραφείο του -τρόπος του λέγειν γραφείο- ένα παράπηγμα απέναντι από τα μετέπειτα γραφεία στη Χατζηγρηγοράκη που λειτουργούσε και σαν τυπογραφείο           με σκοπό να του ζητήσει υποστήριξη με το αζημίωτο φυσικά.

– Περάστε έξω ήταν η απάντηση του Χαλκιαδάκη.

Ο Γιάννης Χαλκιαδάκης ευτύχισε να δημιουργήσει και να ανοίξει δρόμους σε πολλούς βασικούς τομείς ανάπτυξης του τόπου. Ήταν από τους πρώτους εκείνους Ρεθεμνιώτες που πήραν το μεγάλο ρίσκο για να ξεκινήσει η τουριστική ανάπτυξη του τόπου.

Δεν υπήρξε πολιτιστικός φορέας, με ιδιαίτερη συμπάθεια στο Λύκειο Ελληνίδων, που να μην είχε υποστήριξη.

Θεωρώ πως η μεγαλύτερη ικανοποίησή του ήταν η μεταλαμπάδευση των ιδεών και των αξιών του στα παιδιά του. Είχα την ευκαιρία πολλές φορές να ακούσω την ικανοποίησή του για τις προόδους τους, για τη συνέχεια της δικής του προσπάθειας, χωρίς ποτέ να το δείξει περισσότερο.

Ο Γιάννης Χαλκιαδάκης δεν κατάφερε ποτέ να καθίσει στην έδρα του δασκάλου. Κατάφερε όμως να εμπνεύσει και να διδάξει πολλούς από μας που ευτυχήσαμε να εργαστούμε κοντά του. Κι είχαμε έναν πατέρα κι είχαμε ένα φύλακα άγγελο σε κάθε μας δύσκολη στιγμή.

Μπορεί κάποιες φορές να άστραφτε και να βροντούσε όταν κάτι στην εφημερίδα δεν προχωρούσε σωστά. Μα ήταν πάντα πρόθυμος ακόμα και να ζητήσει συγγνώμη όταν ο θυμός τον παρέσυρε.

Έτσι τα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» έγιναν οικογένειά μας. Κι έτσι εξακολουθούμε να τα αισθανόμαστε ανάβοντας πάντα ένα κερί στη μνήμη του κυρίου Γιάννη, που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ.

Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗΣ

του Μανόλη Μαθιουδάκη

πρώην προέδρου ΕΣΗΕΑ

Πολλά γεγονότα μας έφεραν κοντά με τον Γιάννη Χαλκιαδάκη. Εγώ βέβαια μικρότερος σε
ηλικία γνωριστήκαμε όταν ο πατέρας μου ήταν διορισμένος καθηγητής φιλολογίας και της
γερμανικής φιλολογίας στην Παλαιόχωρα των Χανίων. Μετά τον μετέθεσαν στο Ρέθυμνο και
εκεί είχε μαθητή τον Γιάννη Χαλκιαδάκη. Εγώ ήμουν μικρός τότε, 5 χρονών πρέπει να ήμουν. Ο
Χαλκιαδάκης ήταν ο μαθητής τον οποίον ξεχώρισε ο πατέρας μου, όπως μου τα έχει αφηγηθεί
η μάνα μου και μου τα έχουν πει οι συμμαθητές του μακαρίτη του Γιάννη. Εδώ έχω και το
βιβλίο του Αγγελιδάκη με τις αναμνήσεις του από συνέντευξη που είχε δώσει στα Ρεθεμνιώτικα
Νέα και το έβγαλαν σε 1:55 . Πως γνωρίστηκα και πως η οικογένειά μου -και όχι μόνο εγώ-
συνδεθήκαμε με τον Γιάννη Χαλκιαδάκη. Καταρχήν ο Γιάννης Χαλκιαδάκης είναι χωριανός μου.
Εγώ είμαι από την Κοξαρέ Ρεθύμνου, ο Χαλκιαδάκης είναι από τις Ατσιπάδες Ρεθύμνου. Οι
Ατσιπάδες από την Κοξαρέ απέχουν 2 χιλιόμετρα, είμαστε μια κοινότητα, μικρά χωριά και τα
δύο. Αλλά αυτή η περιοχή έβγαλε ανθρώπους που είχαν ανάστημα, είχαν καρδιά, είχαν «μπόι»
που λέμε εμείς, και η φιλία ήταν το Ευαγγέλιό του. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν τρείς πολύ
μεγάλες μορφές. Ο Αγγελιδάκης ο γιατρός, ο Γιάννης Χαλκιαδάκης και ο Γιάννης Μαθιουδάκης
καθηγητής ελληνικής και γερμανικής φιλολογίας, από τους ηγέτες της Αντίστασης. Όταν λέμε
εμείς στην Κρήτη «αντίσταση», εννοούμε τη Εαμική Αντίσταση, είτε τους αρέσει κάποιους, είτε
δεν τους αρέσει. Ο πατέρας μου Γιάννης Μαθιουδάκης -το λέω με πολύ μεγάλη συγκίνηση-
είναι όπως ο καλός Χριστιανός που θα πάει να ανάψει ένα κερί σε έναν Άγιο. Εγώ σήμερα για
αυτούς τους τρείς ανάβω κεριά μνήμης. Ήταν κουμουνιστές, βέβαια διαφοροποιημένοι
ιδεολογικά με τον καθένα να είχε κάποιες άλλες απόψεις. Ο πατέρας μου μάλιστα λένε ότι
ήταν από τους κουμουνιστές που πριν από το ’20, από φοιτητής στο πανεπιστήμιο, έγινε μέλος
του κόμματος και θυσιάστηκε για το κόμμα. Όταν καμιά φορά γράφουν για τον πατέρα μου και
λένε ότι ήταν στην εθνική Αντίσταση, όχι. Ο πατέρας μου δεν ήταν στην εθνική Αντίσταση. Η
λεγόμενη «εθνική Αντίσταση» που έβγαλε αυτούς που έχει βγάλει μέχρι σήμερα, δεν έχουμε
καμία σχέση. Ο πατέρας μου ήταν κομουνιστής. Είχα παρακαλέσει κάποτε την αγαπημένη φίλη
Εύα Λαδιά, που δεν τον έθιγε αυτό, να είναι πλήρης η ταυτότητα του πατέρα μου. Υπάρχει η
ταυτότητα που έχει το όνομά σου, τον τόπο γέννησής σου, τι δουλειά έκανες κ.λπ., όμως
υπάρχει και η ταυτότητα του ήθους, της συνείδησης, την οποία κουβαλάς απάνω σου μέχρι να
πεθάνεις. Αυτή είναι η πολιτική ταυτότητα. Ο πατέρας μου ήταν κομουνιστής. Τον Αγγελιδάκη
δεν τον είχε μαθητή. Αυτοί οι τρείς αλληλοεμπλέκονται ο ένας με τον άλλον. Διορίστηκε
καθηγητής στο 3ο Γυμνάσιο Ρεθύμνου. Κοιτάξτε τώρα μια σύμπτωση. Στο 3ο Γυμνάσιο
εφοίτησε ο πατέρας μου ως μαθητής, στο 3ο Γυμνάσιο διορίστηκε καθηγητής, στο 3ο Γυμνάσιο
επήγα εγώ για πρώτη φορά στο γυμνάσιο, στο 3ο Γυμνάσιο τελείωσε τον χρόνο που μας
πέρασε και τώρα είναι φοιτητής της Παντείου ο δισέγγονός του ο Δημήτρης. Την ίδια σχολή
έχει τελειώσει και το άλλο εγγόνι που έχουμε η Δανάη, έχει τελειώσει Κοινωνικές Επιστήμες.
Ετούτος σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες. Με τον Γιάννη Χαλκιαδάκη συνδέθηκα περισσότερο
όταν είχα τελειώσει το γυμνάσιο και είχα επιλέξει τη δημοσιογραφία. Δημιουργήθηκε μια πολύ
ζωντανή και ισχυρή φιλία «καρδιάς» όπως λέμε στην Κρήτη. Με τον πατέρα μου έζησα 5-6
χρόνια, γιατί σκοτώθηκε στο μεταξύ, και αυτούς με τους οποίους έζησα εγώ, επομένως, μπορώ
να πω ότι ήταν πνευματικοί πατεράδες μου, ο Γιάννης Χαλκιαδάκης και ένας υπέροχος
άνθρωπος ο Γιώργης Αγγελιδάκης. Σε αυτούς, αλλά και στους γονείς μου – γιατί και η μάνα μου
ήταν στο βουνό επάνω με το ΕΑΜ-, εγώ ανάβω σήμερα ένα κερί. Κι αυτά τα ταπεινά κεριά που
ανάβω κι εγώ και πολύς κόσμος, που είναι για όλους αυτούς που αγωνίστηκαν για την πατρίδα
μας, ευχόμαστε πάρα πολύ σύντομα να γίνουν κεριά αναστάσιμα, γιατί δυστυχώς παγκοσμίως
τα κεριά αυτά έχουν ακόμη το χρώμα του επιταφίου είναι κίτρινα. Απ’ ό,τι είχα διαβάσει σε ένα
βιβλίο -του Χαλκιαδάκη πρέπει να ήταν- ο πατέρας μου είχε επιλεγεί ως καθηγητής της
Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μεγάλη η θέση, όταν σκεφτεί κανείς τη σχέση της
αξιολόγησής του ως προς τις γνώσεις του ως φιλόλογος. Όταν σε ηλικία 24 χρονών σε κάνει με

ταξική δικτατορία καθηγητή Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και μόλις η ασφάλεια
στέλνει τα χαρτιά ότι αυτός είναι κομουνιστής, το ξέχασαν ότι ήταν καλός φιλόλογος, τον
έδιωξαν και δεν του έδωσαν την έδρα στην Αθήνα. Τότε στη θέση του μπήκε, γιατί μεσολάβησε
ο Τσουδερός ο πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας. Ήθελαν οι Ρεθεμνιώτες, κυρίως οι μεγάλοι
σε γνώση και σε προσφορά προς το Ρέθυμνο, στην Κρήτη και στην Ελλάδα γενικότερα, να είναι
Ρεθεμνιώτης. Είναι ο κρητικός εγωισμός. Να είναι Ρεθεμνιώτικες, κι έτσι γίνεται Ρεθεμνιώτης ο
δεύτερος ξάδερφος του πατέρα μου, ο Γιώργης Κορμούλης, με τον οποίον είχαν προσωπική και
φιλική σχέση. Όπως φιλική σχέση είχε ο πατέρας μου με τον Γιάννη Χαλκιαδάκη, που έγινε
προσωπική φιλική σχέση, και βέβαια και με το Αγγελιδάκη. Στην κατοχή το ΚΚΕ δεν το
εκπροσωπούσε ο πατέρας μου που ήταν κομουνιστής, αλλά το εκπροσωπούσε ο Γιώργης
Αγγελιδάκης. Εδώ αναφέρεται στους δέκα σημαντικότερους Κρητικούς. Αναφέρεται στο
Ρέθυμνο προπολεμικά, όπως αναφέρεται και στο βιβλίο του Αγγελιδάκη. Το έχουν βγάλει οι
εκδόσεις Χαλκιαδάκη. Ο Αγγελιδάκης ονόμασε το βιβλίο του «Αναμνήσεις του Γιώργη
Αγγελιδάκη» και έχει μέσα μια συνέντευξή του που λέει και τα εσωτερικά του ΚΚΕ τότε και
αναφέρεται σε πολλά πράγματα. Με την υποσημείωση βέβαια που έχει κάνει  να γράφει ότι
ούτε ιστορία γράφει, ούτε ιστορικός είναι. Γράφει προπολεμικά για το Ρέθυμνο που έχουν
πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, για τη γερμανική κατοχή, την Αντίσταση ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΟΡ. Η ΕΟΡ ήταν
μια οργάνωση που αφορούσε την Κρήτη, είναι της δεξιάς, είναι η Εθνική Οργάνωση Ρεθύμνου.
Θα ήθελα να σας πω πολλά γι’ αυτούς αλλά δυστυχώς ούτε λίγα δεν είχε στην κατοχή, έτσι δεν
μπορώ να σας πω τίποτα. Ο εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους δεξιούς και στους κομουνιστές
στο Ρέθυμνο ήταν πολύ μικρής διάρκειας. Ο Γιώργης Αγγελιδάκης είχε δώσει μια συνέντευξη
για τα Ρεθεμνιώτικα Νέα, τα οποία δημιούργησε ο Γιάννης Χαλκιαδάκης. «Αναμνήσεις του
Γιώργη Αγγελιδάκη» έχει τίτλο το βιβλίο και την συνέντευξή του την είχε πάρει μια άλλη
σπουδαία μορφή του Ρεθύμνου, ο Θεόδωρος Πελαντάκης, εκπαιδευτικός ο οποίος διετέλεσε
και διευθυντής της βιβλιοθήκης του Ρεθύμνου. Αναφέρεται στη γερμανική κατοχή, στην
αντίσταση ΕΑΜ – ΕΛΑΣ – ΕΟΚ – ΕΟΡ. Η ΕΟΚ ήταν η Εθνική Οργάνωση Κρήτης και η ΕΟΡ ήταν η
Εθνική Οργάνωση Ρεθύμνου. Δεξιές, ομογάλακτες μεν οργανώσεις, αλλά δεξιές. Το τι έκαναν,
όσοι έχουν στοιχεία ας τα δώσουν. Αλλά δεν βλέπουμε μεγάλο σημείωμα πεπραγμένο από
αυτούς να έχει στα χέρια της η ιστορία αυτήν τη στιγμή. Ο εμφύλιος στο Ρέθυμνο δεν είχε
πάρει μεγάλες διαστάσεις γιατί το Ρέθυμνο έχει και κάποιες επαρχίες που είναι σκληρές, όπως
είναι ο Μυλοπόταμος, το Αμάρι, η Κοξαρέ η οποία λεγόταν στην κατοχή η «μικρή κόκκινη
Μόσχα». Βέβαια οι Γερμανοί το έκαναν στάχτη το χωριό, δεν έμεινε πέτρα πάνω στην άλλη.
Ευτυχώς δεν είχαμε θύματα εκεί. Το νοσοκομείο Ρεθύμνου  το οποίο έφτιαξε ο γιατρός Γιώργης
Αγγελιδάκης και επί των ημερών του γιατρού του Αγγελιδάκη, τον είχε τοποθετήσει εκεί
προσωπικά ο Γεώργιος Παπανδρέου. Το Ρέθυμνο, μια πόλη η οποία έχει τώρα χιλιάδες κόσμο
στους δρόμους του και περπατούν, είχε πάρει την έγκριση -ο Πεπονής την είχε δώσει όταν ήταν
υπουργός με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ- για την απόκτηση αξονικού τομογράφου. Δεν είχε
αξονικό τομογράφο ένα από τα πολύ καλά νοσοκομεία της επαρχίας. Αυτό είναι πολύ
σπουδαίο έργο του Αγγελιδάκη, κι εάν αρχίσουμε να λέμε τα έργα αυτών των ανθρώπων θα
πρέπει να μείνουμε αρκετές ώρες. Έχουν γραφεί και είναι τα περισσότερα ήδη γνωστά. Γράφει
για τον πατριάρχη Αθηναγόρα, γράφει για τον Γιάννη Μαθιουδάκη τον πατέρα μου, γράφει για
την Βαγγέλα Κλάδου, που εγώ τη θεωρώ ότι κατά κάποιον τρόπο ήταν η Ζαν Ντ’ αρκ της
Κρήτης. Επίσης γράφει για τον Νικία Σταυρουλάκη και τον Παντελή Πρεβελάκη ο οποίος είναι ο
μεγάλος μας συγγραφέας. Και εδώ είναι το περίεργο. Ο Αγγελιδάκης στην κατοχή ήταν
φοιτητής της Ιατρικής. Ο πατέρας μου είχε πάρει τότε το δίπλωμά του και δίδασκε ως
καθηγητής. Δεν του άρεσε να τον λένε «καθηγητή». Όταν τον ρωτούσαν τι δουλειά κάνει, έλεγε
«ε ένας δασκαλάκος είμαι». Το θεωρούσε πολύ μεγάλη τιμή να του λένε ότι είναι δάσκαλος και
όχι καθηγητής. Αυτές ήταν οι απόψεις που είχαν τότε. Βέβαια, το βιβλίο, τη συνέντευξη αυτήν

που τη δημοσίευσαν τα Ρεθεμνιώτικα Νέα την πήρε ο Θόδωρος Πελαντάκης. Αυτά τα τρία
ονόματα αλληλοσυνδεόνται. Μπορεί να πει κανείς ότι είναι κρίκοι, ανάμεσα και σε άλλους
πολλούς κρίκους, καθώς δεν σταματάει σε αυτούς τους τρείς ανθρώπους η Αντίσταση στην
Κρήτη. Αντίσταση έκανε και εναντίον των Γερμανών και ο απλός κρητικός λαός. Για το τι
σημαίνει για εμένα ο Γιάννης Χαλκιαδάκης, ήταν πατέρας μου, αδελφός μου, δάσκαλός μου. Ο
Γιάννης Χαλκιαδάκης είχε τελειώσει την ακαδημία διδασκάλων στο Ηράκλειο. Εθεωρείτο ένας
από τους πολύ καλούς δασκάλους της δημοτικής παιδείας. Πατέρας μου. Ο πατέρας μου
δίδασκε τα μαθήματα της τελευταίας τάξης γυμνασίου στο Ρέθυμνο. Ήταν κάνα δύο-τρία
χρόνια πριν καταλάβουν οι Γερμανοί την Κρήτη, που υπήρχαν κάποιες ενδείξεις πολέμου, κάτι
σαν την Ουκρανία τώρα, και εξελίχθηκε σε παγκόσμιος πόλεμος. Ήταν φίλος και αγαπούσε
τόσο πολύ τον δάσκαλο του, τον πατέρα μου, και κατά αντανάκλαση παίρναμε και εμείς μέρος
–η υπόλοιπη οικογένεια- από την αγάπη και από τη μεγάλη καρδιά που είχε ο Γιάννης
Χαλκιαδάκης. Εάν το αξίζαμε ή δεν το αξίζαμε είναι μια άλλη ιστορία. Για εμάς ήταν ο φίλος, ο
αδερφός, ήταν αυτός που θα ερχόταν να έβλεπε την μάνα μου να της μιλήσει και κάθε φορά
που κατεβαίναμε στην Κρήτη για τις καλοκαιρινές διακοπές -αυτές που δεν παίρναμε καμιά
φορά καθόλου οι δημοσιογράφοι-. Ο Γιάννης Χαλκιαδάκης και ο Γιώργης Αγγελιδάκης πάντα
θα μου έλεγαν «Μανώλη», τους έπαιρνα εγώ και τους έλεγα «είμαι κάτω». Ο Χαλκιαδάκης με
αποκαλούσε πάντα «ο αδελφός μου Μανώλης», έλεγαν θα πάρει όλη σου την οικογένεια και
θα πάμε σε ένα εστιατόριο όπου πήγαιναν αυτοί για να φάμε και να κουβεντιάσουμε. Έκανα
παρέα μαζί τους όλο το καλοκαίρι στα Ρεθεμνιώτικα Νέα, την εφημερίδα του Χαλκιαδάκη, μια
πάρα πολύ σημαντική επαρχιακή εφημερίδα. Τι επαρχιακή; Τέτοιες ούτε αθηναϊκές δεν
βγαίνουν. Κάτι πατσαβούρες που κυκλοφορούν, τα Ρεθεμνιώτικα Νέα είναι Times της Νέας
Υόρκης μπροστά τους. Αυτό με έφερε κοντά τους με τον Χαλκιαδάκη και τον Αγγελιδάκη η
φιλία και το ότι ήταν ομοϊδεάτες, με αυτούς τους οποίους η αγαπημένη μου Εύα Λαδιά μου
ανέθεσε το πολύ μεγάλο βάρος, γιατί όταν μιλάς όχι απλώς για αξίες, αλλά για διαμάντια που
δεν τα βρίσκεις πουθενά, τότε έχεις λίγη υπευθυνότητα, πρέπει να προσέχεις και τις αναπνοές
σου, μήπως ταράξουμε την ησυχία τους, μήπως αλλοιώσουμε εκείνο που προσέφεραν και το
οποίο περνάει και το ανθρώπινο ακόμη. Μεγάλωσα και εγώ σιγά-σιγά και μπήκα στα
Ρεθεμνιώτικα Νέα, όπου δούλεψα 55 χρόνια και μια μέρα μου λέει ένα καλοκαίρι ο
Χαλκιαδάκης «Μανώλη έλα εδώ να κουβεντιάσουμε». Πήγα στα γραφεία, ένα παραδοσιακό
ενετικό κτίσμα που ήταν δικό του, από την περιουσία της γυναίκας του και πήγαμε εκεί και μου
λέει θα βγάλω τα Ρεθεμνιώτικα Νέα, που ήταν μια εφημεριδούλα τόση δα, τέσσερις σελίδες,
σαν αυτές που βγάζουν στις ενορίες τώρα, μικρή εφημερίδα. Μου λέει «θέλω να την κάνω
μεγάλη εφημερίδα, και σκέφτομαι να της βάλω τον τίτλο «Ρέθυμνο». Του λέω καλός είναι ο
τίτλος αλλά νομίζω ότι καλύτερος θα ήταν «Ρεθεμνιώτικα Νέα» και αυτό είναι πυξίδα για να
ακολουθήσεις αυτόν τον δρόμο που ακολουθεί στα ρεθεμνιώτικα νέα. Τα αθηναϊκά νέα τα
μαθαίνει ο κόσμος από τις τηλεοράσεις, από τις εφημερίδες, είναι νέα που έχουν παγκόσμιους
μηχανισμούς που έχουν ενημέρωση, εσύ θα προσφέρεις τις δημοσιογραφικές σου υπηρεσίες
στο τι γίνεται στο Ρέθυμνο. Του λέω «Γιάννη, εάν δεν διαφωνείς, θα βάλουμε από κάτω «στην
υπηρεσία του Ρεθέμνου και της Δημοκρατίας», ήταν ο ανένδοτος αγώνας. Η εφημερίδα αυτή
κυκλοφορεί ακόμη. Επίσης εκείνο που με έφερε πολύ κοντά του ήταν ότι μπορούσες αυτήν την
εφημερίδα να γράφεις ό,τι ήθελες. Όχι να βωμολοχίες, να βρίζεις κ.λπ., αλλά να γράψεις την
άποψή σου. Βέβαια εκεί θα τον πήγαινε τον φασισμό, που δεν πρέπει να τον πηγαίνει κανένας
μας. Υπάρχει ακόμη αυτή η εφημερίδα που στο συντακτικό προσωπικό, όταν με είχαν ρωτήσει
και όταν έγινα πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ και με ρώτησαν δημόσια, από τη δημόσια τηλεόραση, του
λέω «εγώ είμαι περήφανος και την αγαπάω τη δημοσιογραφία, όχι για να πηγαίνω ταξίδια,
αλλά γιατί την έχω μέσα στο πετσί μου. Τίποτα δεν είμαι, πάρα ένας εργάτης που
πληροφορούσε τον κόσμο. Μπορεί να τον πληροφορούσα εγώ και καμιά φορά να έκανα το

λάθος μου εσφαλμένα, αλλά ποτέ δεν πήρα ούτε μια επιστολή διαμαρτυρίας να επανορθώσω
μια είδηση που δεν την είχα γράψει σωστά. Γιατί την έλεγχα τη δημοσιογραφία. Όταν με
φώναζαν κάνα δύο φορές σε σχολές ιδιωτικές δημοσιογραφικές, όχι μόνο δημοσιογραφία δεν
μαθαίνουν, αλλά τίποτα δεν μαθαίνουν. Όταν ακούσω εγώ ότι με έκαναν πρύτανη του
Πανεπιστημίου Αθηνών, εάν έχω φιλότιμο θα την χάσω, εμένα βρήκαν να κάνουν; Δεν το λέω
για να δείξω ότι είμαι ταπεινόφρων. Αντί να μάθουμε τη δημοσιογραφία, στραβώνουμε τα
μάτια των παιδιών. Ο Χαλκιαδάκης το ήθος του, ο τρόπος της σκέψης του -δεν το κρίνω
πολιτικά, αλλά δημοσιογραφικά-. Ο Χαλκιαδάκης θα έπρεπε να έχει καταγραφεί ως υπόδειγμα
δημοσιογράφου που τηρούσε την ηθική, τηρούσε την αλήθεια. Καμία φορά η προσέγγιση με
την αλήθεια είναι ό,τι πιο δύσκολο υπάρχει, υπάρχουν πολλές αλήθειες. Τα ψέματα τα βγάζουν
αμέσως και πάρα πολύ εύκολα. Ήταν ηθικός άνθρωπος, αυτά που έγραφε τα έχει ελέγξει,
βοηθούσε την εργατική τάξη. Ο Χαλκιαδάκης εν συνεχεία πολιτεύτηκε, πήγε στην Ένωση
Κέντρου, ήταν στενός φίλος του Μαύρου του σπουδαίου πολιτικού ήταν του Κέντρου, είχε
κατέβει και υποψήφιος βουλευτής στο Ρέθυμνο με την Ένωση Κέντρου, είχε ενταχθεί στην
Ένωση Κέντρου ο Χαλκιαδάκης. Στο ΠΑΣΟΚ δεν πήγε ποτέ, ούτε με το ΚΚΕ κατέβηκε στους
συνδυασμούς τους, αλλά όταν ερχόταν ηγετικό στέλεχος του Κουμουνιστικού Κόμματος στο
Ρέθυμνο για να μιλήσει ο Χαλκιαδάκης και έκανε το χρέος του, και ως δημοσιογράφος.
Εξέφραζε πάντως ποιες είναι οι ρίζες της πολιτικής γενιάς του κατά κάποιον τρόπο. Όμως δεν
ήταν αστός, ήταν ο Γιάννης Χαλκιαδάκης από τις Ατσιπάδες, ο άνθρωπος που ακολουθούσε τον
δάσκαλό του, εκεί θύμισε από τις γραφές -δεν τους συγκρίνω- όπως ακολουθούσαν οι μαθητές
τον Χριστό, έτσι ακολουθούσε ο Χαλκιαδάκης τον πατέρα μου, τον καθηγητή του, ήταν και
χωριανοί. Υπήρξε εμβληματική μορφή. Θυμάμαι όταν γινόταν η μάχη τη «Ουκρανίας» -το λέω
αλληγορικά-, γινόταν χαμός. Υπήρχε μια αντιδικία ανάμεσα στα Ζωνιανά και στα Ανώγεια, που
είναι δίπλα, 7 χιλιόμετρα απέχει το ένα από το άλλο, για το πως θα οριοθετηθούν οι δήμοι.
Βάζουν στον δήμο Ανωγείων, τα Ανώγεια, είναι σαν να βάζεις φωτιά στο μπαρούτι. Και έγινε
χαμός τότε πήγε η υπουργός Βάσω Παπανδρέου, δεν την άφησαν να μπει μέσα στα Ανώγεια ή
στα Ζωνιανά. Έγινε χαμός. Εν πάση περιπτώσει ο Χαλκιαδάκης ήταν υπέρ του ενιαίου δήμου,
να είναι και τα Ζωνιανά μέσα. Ο Χαλκιαδάκης ήταν αυτής της άποψης. Επειδή οι Ανωγειανοί
είναι από τις καλύτερες φυλές στον κόσμο. Αρθρογραφούσαν εκεί. Ο Χαλκιαδάκης έχει πάει
ένα ταξίδι στο εξωτερικό αφού έγραψε ένα άρθρο υπέρ αυτού, ότι πρέπει να είναι ένας ενιαίος
δήμος. Στη μέσα σελίδα εγώ ήμουν με τους άλλους, με αυτούς που υποστήριζαν να είναι
ξεχωριστός δήμος. Γιατί τα Ανώγεια έχουν μια ιστορία. Και τα άλλα χωριά έχουν ιστορία, και το
δικό μου χωριό. Αλλά ήμουν υπέρ των ξεχωριστών δήμων. Δεν το θεωρούσα. Επειδή ήταν
κάποιοι βουλευτές, ο καθένας ήθελε να πάρει το χωριό του και να το κάνει πρωτεύουσα του
δήμου. Έγραψα ένα άρθρο υπέρ της άποψης ότι τα Ανώγεια θα πρέπει να παραμείνουν
ξεχωριστά. Όταν γυρίζει από το ταξίδι ο μακαρίτης ο Γιάννης μου λέει «καλά, τι πράγματα είναι
αυτά;» Του λέω «ποια ρε Γιάννη;» Μου λέει «εγώ που βγάζω την εφημερίδα γράφω ένα
άρθρο, και εσύ στις μέσα σελίδες γράφεις αντίθετο άρθρο από αυτό που λέει η γραμμή της
εφημερίδας». Του λέω «ακόμη δεν το ‘πιάσες ρε; Εμένα και να με πλήρωνες, έπρεπε να με
είχες χρυσοπληρώσει γι’ αυτό που έκανα». Μου λέει «τώρα με δουλεύεις μωρέ από πάνω;
Γιάντα να σε πληρώσω». Του λέω «γιατί με αυτό που έγραψα εγώ, που είναι αντίθετο προς
εσένα που βγάζεις την εφημερίδα, μου δίνεις τα λεφτά, δείχνει ότι πράγματα είναι
πολυφωνική και δημοκρατική εφημερίδα, δεν το κατάλαβες». Γυρίζει έτσι όπως ήταν με τα
γυαλιά και μου κάνει «ωραία, σαν να μου φαίνεται ότι έχεις δίκιο». Αυτό είναι το ένα του
Χαλκιαδάκη. Όταν ήθελαν τίποτα κάτω, επειδή ήταν και λίγο τσαμπουκάς ο Γιάννης
Χαλκιαδάκης. Καλή ψυχή, αλλά ήταν λίγο ζογάθας;;;. Εάν δεν ήθελε κάποιον του έλεγε «φεύγα
και μη μου ξανά έρθεις», όμως για τους φίλους του θυσιαζόταν. Κι ένας από τους αγαπημένους
φίλους του Γιάννη Χαλκιαδάκη, κολλητοί δηλαδή, ήταν ο γιατρός ο Αγγελιδάκης. Κάθε πρωί

έφευγαν από την εφημερίδα και στα 100 μέτρα ήταν ένα καφενείο, έπαιζαν ζάρια, τάβλι κ.λπ.
Πήγαιναν εκεί, έπιναν το καφεδάκι τους. Αυτή είναι μια πολύ όμορφη εικόνα την οποία είχα
ζήσει πάρα πολλές φορές. Μια άλλη εικόνα με τον Γιάννη Χαλκιαδάκη ήταν το ότι με πήγαινε
σε ένα μαγέρικο, το οποίο είχε ένας από τις Ατσιπάδες το χωριό τους, και ήθελα δεν ήθελα
έτρωγα ντολμαδάκια, γεμιστά, γιατί έτσι τα έφτιαχνε λέει η γυναίκα που είχε το καφενείο και
του θύμιζε τη μάνα του. Δεν τους κυνηγούσε τους εργάτες, διατηρούσε το φιλικό συναίσθημα
που είχε προς το κουμουνιστικό κόμμα, χωρίς να ψηφίζει κουμουνιστικό κόμμα -από ό,τι ξέρω-
. Δεν τον ρώτησα τον άνθρωπο, αλλά το είχα καταλάβει. Ο Γιάννης Χαλκιαδάκης βραβεύτηκε
όταν εγώ ήμουν γενικός γραμματέας της ΠΟΕΣΗ, Πανελλήνια Ένωση Δημοσιογραφικών
Ενώσεων και δεν είμαστε μέλη εμείς ως άτομο. Εγώ είμαι της ΕΣΗΕΑ μέλος. Η ΕΣΗΕΑ μετέχει
όμως στην ΠΟΕΣΗ, ως σωματείο. Είναι κάτι σαν τη ΓΕΣΕΕ που είναι οι μεταλλωρύχοι, οι
διάφοροι. Τον εβρέβευσε ως τον καλύτερο δημοσιογράφο της επαρχίας και την εφημερίδα του
ως υποδειγματική εφημερίδα. Μια φορά που με έβαλε και μου είπε «βγάλε την εφημερίδα
εσύ». Του τη βγάζω εγώ αυτά που ήξερα δηλαδή, στου κασίδη το μαλλί πήγα να μάθω κι εγώ
μπαρμπέρης. Την άλλη μέρα γράφει ένα σημείωμα «απολαύσατε εχθές τι σημαίνει αθηναϊκή
δημοσιογραφία» και έλεγε μέσα διάφορα καρδιάς μεν λόγια, αλλά εγώ τα θεωρούσε ότι ήταν
λίγο υπερβολικά για εμένα. Κανένας δημοσιογράφος στην Ελλάδα, εκτός από λίγους. Όταν
λέμε δημοσιογράφος εννοούμε ολοκληρωμένοι δημοσιογράφοι. Η δημοσιογραφία δεν είναι να
ξέρεις να γράφεις. Θυμάμαι μια θεία μου στην Κρήτη, με είχε ρωτήσει στο Ρέθυμνο «Μανώλη,
πως έγινες δημοσιογράφος, εσύ πρέπει να ήσουν ο πρώτος μαθητής στην έκθεση στο
γυμνάσιο». Της λέω «θεία, η δημοσιογραφία δεν έχει καμία σχέση με την εκθεσογραφία. Άλλο
έκθεση, κι άλλο δημοσιογραφία. Εγώ είμαι γραφιάς, γράφω». Υπήρξε μια εμβληματική μορφή
για το Ρέθυμνο ο Γιάννης μας, διότι εμάς κάτω όταν θέλουμε έναν άνθρωπο, τον αγαπάμε. Για
παράδειγμα με πήρε μια δεύτερη μου ξαδέρφη προχθές, η Ελένη, στο τηλέφωνο να δει τι
κάνουμε και μου λέει «η Μαριάννα μας καλά είναι;» Θα πουν «ο Μανώλης μας», δηλαδή σε
θεωρούνε δικό τους άνθρωπο. Εγώ για τον Γιάννη ήμουν ο Μανώλης του, ο αγαπημένος φίλος
του, ο αδερφός όπως έλεγε, και για εμένα ήταν ο αδερφός, ο πατέρας, με όλα αυτά τα
χαρίσματα που είχε. Επρόκειτο για το πιο φιλότιμο άντρα που έχω γνωρίσει εγώ στη ζωή μου,
στα 90 μου χρόνια. Ο Χαλκιαδάκης, όχι απλώς βοήθησε το Ρέθυμνο, αλλά έδωσε τη δύναμη να
απογειωθεί το Ρέθυμνο. Απογειώθηκε τουριστικά, πνευματικά, απέκτησε πανεπιστήμιο. Έχει το
περίφημο Αυγουστιάτικό του καλοκαίρι που παρουσιάζει έργα τα οποία πολλές φορές είναι
καλύτερα και οι θίασοι από του Εθνικού Θεάτρου σε ποιότητα κ.λπ. Ίσως λένε ότι είναι το
δεύτερο. Στο καρναβάλι για παράδειγμα, μετά της Πάτρας είναι του Ρεθύμνου, αυτό μας το
έχουν αναγνωρίσει. Είναι μια πόλη που είναι πρωτοπόρα. Είναι πρωτοπόρα γιατί η πόλη αυτή
είχε τον Γιάννη Χαλκιαδάκη, κυρίως είχε τον Αγγελιδάκη, τον Πελαντάκη, τους αδερφούς
Μπιρλιράκη, είχε τον Βαγγέλη Στεφανάκη που έχει κάνει αντιδήμαρχος, είχε τον Γιώργη Σχοινά
ο οποίος έχει φτιάξει το αμφιθέατρο του πανεπιστημίου κάτω στο Ρέθυμνο. Είναι μια πόλη που
πηγαίνει όλο και περισσότερο πιο μακριά και μπροστά. Και η πόλη αυτή είναι λάθος μέχρι
σήμερα, έχει πεθάνει μερικούς μήνες ο Αγγελιδάκης, κάποιοι άλλοι που είναι επίσης
σημαντικοί, θα έπρεπε ήδη ο κ. δήμαρχος να έχει τις προτομές στην κεντρική πλατεία του
Ρεθύμνου, και του Χαλκιαδάκη και των άλλων που προσέφεραν μόρφωση, αγάπη, ειρήνη, που
δεν κομματίστηκαν. Είχαν τις ιδεολογίες τους, αλλά είναι οι άνθρωποι που πήραν στα χέρια
τους τη σκυτάλη που τους παρέδωσαν οι πρόγονοί μας, για τους οποίους είμαστε υπερήφανοι.
Χαλκιαδάκης, Αγγελιδάκης και Μαθιουδάκης, είναι δύσκολο να αναφέρεσαι στον γονιό σου
όταν άλλοι τον θεωρούν -καλώς ή κακώς- ότι ήταν ο πρώτος από τους καλύτερους και ως
επιστήμονας και ως αγωνιστής. Ήταν 36 χρονών όταν σκοτώθηκε ο πατέρας πολεμώντας τους
Γερμανούς. Εάν έβγαινε και μίλαγε στους Γερμανούς, που τα γερμανικά τα ήξερε καλύτερα από
τη γλώσσα του χωριού του, εκεί που τους είχαν κυκλώσει στη σπηλιά ένας λόχος Γερμανοί και

ήταν τέσσερις όλοι κι όλοι, δεν θα είχε σκοτωθεί κανένας. Θα είχαν πεθάνει οι μισοί στις
εξορίες και οι άλλοι δεν ξέρω τι θα είχαν γίνει. Σωθήκαν κάποια βιβλία του. Πριν κάψουν το
χωριό είχε κατεβάσει κάποια βιβλία, μαρξιστικά κυρίως κάτω στην Κοξαρέ στο χωριό του, αλλά
αυτά ήταν πολύ λίγα. Είχε γράψει πολλά διηγήματα, έχει γράψει το θεατρικό έργο που
ενδιαφέρθηκε το εθνικό θέατρο μαζί με την Κατσέλη τη μάνα της υπουργού και βουλευτή.
Αυτοί είναι οι δικοί μας άνθρωποι, που όταν καθόσουν μαζί τους νόμιζες ότι ήσουν με έναν
άνθρωπο ο οποίος ήταν σαν και εσένα. Ποτέ δεν σου έκαναν επίδειξη ότι το μπόι τους είναι
τεράστιο και με τίποτα δεν θα μπορέσουμε να το φτάσουμε εμείς. Στην πορεία μου, για να το
πούμε καθαρά και ξάστερα, με βοήθησαν πάρα πολύ και τους είμαι ευγνώμων. Ο Βαγγέλης
Ανδρουλιδάκης Ρεθεμνιώτες από τους κορυφαίους δημοσιογράφους στην Ελευθερία και
πολλοί άλλοι. Εγώ αισθάνομαι πολύ μεγάλη ευγνωμοσύνη για αυτούς που στάθηκαν στη μάνα
μου, στην οικογένειά μας, σε εμένα. Δεν χρησιμοποίησα μέσα για να πάω στην εφημερίδα,
ούτε τελείωσα καμία σχολή δημοσιογράφου. Όλοι είμαστε αυτοδίδακτοι, εδώ που τα λέμε.
Όταν έγινε η δημοσιογραφική σχολή στο Πάντειο, εγώ μετείχα εκεί των διεργασιών από την
πλευρά της ΕΣΗΕΑ ως γραμματέας του σωματείου. Αυτό όμως δεν σημαίνει τίποτα. Πιο
τιμητικό το θεωρώ ότι ήμουν φοιτητής της Παντείου, παρά να με κάνανε πρύτανη, που δεν
μπορούσα να γίνω. Δεν είναι απόλυτα σωστό το ότι εγώ ήμουν ο μοναδικός ή ο πρώτος
κρατούμενος από τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήμουν στην
ηλικία των 10 χρονών, όμηρος των Γερμανών, για δύο μήνες στις φυλακές. Ήταν η αδερφή του
πατέρα μου η μακαρίτισσα Στελιαννή, ήταν η θεία μου η Βαγγελιώ η αδερφή του παππού μου
του Μανωλάκη, ήταν κι άλλοι Κοξαριανοί. Οι Γερμανοί ήρθαν και κύκλωσαν την Κοξαρέ γιατί
είχαν μια πληροφορία ότι ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν ήδη στο βουνό. Ο πατέρας μου δεν
κυνηγήθηκε για να βγει στο βουνό. Ο πατέρας μου άφησε την έδρα του δασκάλου και πήγε να
πολεμήσει για την πατρίδα του, γι’ αυτό και το δίπλωμα που του έχει δώσει η πολιτεία στη
μητέρα μου, είναι δίπλωμα εκπαιδευτικού, καθηγητή. Είχε 11 χρόνια καθηγητής και του τα
αναγνώρισαν όλα για να τον τιμήσει το κράτος για τον αγώνα και τη θυσία του. Είχαν μια
πληροφορία ότι θα κοιμόταν ένα βράδυ στο χωριό μας. Και κύκλωσαν το χωριό, αλλά το ΕΑΜ
που είχε τις πληροφορίες, γιατί είχε γραμματείς του διοικητού του ΕΑΜ ήταν δύο οργανωμένες
στην ΕΠΟΝ, που ήταν η ΚΝΕ της εποχής εκείνης. Τις έδιναν όλες τις πληροφορίες που
δακτυλογραφούσαν για τον Γερμανό φασίστα και πέρα. Και μας έπιασαν. Εμένα με έπιασαν όχι
γιατί έκανα κάτι, τίποτα δεν έκανα. Απλώς με έπιασαν για να εκβιάσω τον πατέρα μου να
παραδοθεί. Ούτε στον φούρνο της γειτονιάς μου δεν έχω πλησιάσει, όχι στους φούρνους που
είχαν κάνει οι Γερμανοί. Αυτό δεν σημαίνει ότι αμφισβητώ τους φούρνους, σημαίνει ότι ο
φασισμός θα πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μην το ζήσουν τα παιδιά μας. 55
εκατομμύρια νεκρούς είχαμε, δεν χρειάζεται να έχουμε άλλους νεκρούς. Φασισμός δεν είναι
μόνο να πάρει ο άλλος το πιστόλι και να σε σκοτώσει, φασισμός είναι να σε αφήσει να
πεθάνεις από την πείνα, φασισμός είναι να βάλει ο ένας να σκοτώνει τον άλλον, φασισμός
είναι αυτό που γίνεται στην Ουκρανία -όχι από τους Ρώσους ή από τους Ουκρανούς- και από
τους Ρώσους και από τους Ουκρανούς κάτω από την ευλογία και τη σκέπη της CIA και των
Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Αυτοί είναι που σου μιλάνε για δημοκρατία που κρατάνε
τα αρχαία ελληνικά γράμματα μέχρι προχθές. Αυτός είναι ο φασισμός, και ο φασισμός δεν
αστειεύεται. Εμείς έχουμε θύματα από τον φασισμό. Ο μπάρμπας μου ο Αλέκος, καπετάνιος
του Β’ λόχου, του συντάγματος που είναι στο Ρέθυμνο τον κράτησαν, τον έπιασαν. Ο αδερφός
του πατέρα μου κάθισε 20 χρόνια στη φυλακή, στην Αίγινα, στα Χανιά στο Καλάμι επειδή
έλεγαν ότι είναι πράκτορας, άκουσον, της Σοβιετικής Ένωσης στην Κοξαρέ. Η Κοξαρέ είναι σε
ένα οροπέδιο 400 μέτρα, τι τους έλεγε; Πόσες κατσίκες έχουμε; Πότε βγαίνουν τα μανιτάρια;
Ήταν 24 χρονών και έφυγε στραβός από τα δωμάτια από τα βασανιστήρια. Το σπίτι μας το

έκαψαν. Πρώτα έκαψαν το σπίτι των Μαθιουδάκιδων και εν συνεχεία έκαψαν την εκκλησία,
την έκαναν στάχτη την Κοξαρέ.

Αφήστε μια απάντηση