της Εύας Λαδιά

Ήταν σοφός πράγματι ο Γεώργιος Χατζηδάκις. Αναρίθμητες πηγές στο διαδίκτυο το επιβεβαιώνουν με εκτενέστατες αναφορές.
Βλέπουμε την προτομή του μπροστά στο δημαρχείο. Κάποιους ακούσαμε να απορούν. Ποιος να είναι αυτός; Ίσως δεν έμεινε καιρός να διαβάσουνε την επεξηγηματική επιγραφή. Κι αν έτυχε, περιμένοντας σειρά για το ΑΤΜ της παρακείμενης τράπεζας, πόσοι άραγε να έχουν συνειδητοποιήσει τι σήμαινε για το Ρέθυμνο ο Γεώργιος Χατζηδάκις και πόσοι επιστήμονες διεθνώς υποκλίθηκαν στο μεγαλείο της επιστημοσύνης του;
Θεμελιωτής του νεοελληνικού λόγου
Σύμφωνα με τον επίσης μεγάλο γλωσσολόγο Γεώργιο Κουρμούλη η προσφορά τού Γ. Χατζιδάκι στην επιστήμη δεν συνίσταται τόσο στο ότι πρώτος αυτός εισήγαγε τη γλωσσική επιστήμη στην Ελλάδα, πράγμα επίσης σημαντικό, όσο κυρίως στο ότι ήταν ο πρώτος που θεμελίωσε τον νεοελληνικό λόγο, καθορίζοντας τη βάση και τη μεθοδολογία ερεύνης του.
Ποιος ήταν
Ο Γεώργιος Νικολάου Χατζιδάκις ο θεμελιωτής της επιστήμης της γλωσσολογίας στην Ελλάδα και πρώτος καθηγητής της Γλωσσολογίας και της Ινδικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γεννήθηκε στη Μύρθιο Αγ. Βασιλείου, στις 12 Νοεμβρίου 1848.
Το επώνυμο της οικογένειας ήταν «Χατζή Χαρκιάς», αλλά σύμφωνα με τον καθηγητή Μπαμπινιώτη από την ιδιορρυθμία κάποιου σχολάρχη του Ρεθύμνου μετατράπηκε σε «Χατζιδάκις» και γενικεύτηκε για όλη την οικογένεια.
Τα πρώτα γράμματα που έλαβε, ήταν στο μικρό σχολείο της πατρίδας του. Όμως, το 1869 ως μετανάστης στην Αθήνα, λόγω της επανάστασης, φοιτά στο ιδιωτικό σχολείο Μανούσου και έπειτα στο Β’ Γυμνάσιο Αθηνών, όπου δέχτηκε μεγάλη επιρροή από τους καθηγητές του και άρχισε να αντιλαμβάνεται την κλίση του για τη γλωσσολογία.
Πώς όμως έφθασε στην Αθήνα; Από τις τόσες αναφορές επιλέξαμε αυτή του κ. Μανόλη Κούνουπα, επειδή όπως ισχυρίζεται ο γνωστός μας λόγιος και συγγραφέας σε δημοσίευμά του στα «Ρεθεμνιώτικα Νέα» προέρχεται από προσωπική μαρτυρία του ίδιου του γλωσσολόγου. Και αναφέρει σχετικά:
Λαθρεπιβάτης
«Κάποια μέρα στα μέσα της δεκαετίας του 1860-70, στην απομονωμένη εκείνα τα χρόνια, αλλά πάντοτε μαγευτική παραλία του Πλακιά, ένα μεγάλο καΐκι ξεφόρτωνε εισαγώγιμα, εδώδιμα προϊόντα και φόρτωνε εξαγόμενα κρητικά.
Ένα παιδί από τη Μύρθιο το πολύ μέχρι δεκαπέντε ετών στεκόταν στην προβλήτα και χάζευε το ασυνήθιστο θέαμα της φορτοεκφόρτωσης και τον κοπιαστικό μόχθο των μεροκαματιάρηδων.
Όταν αργά το βράδυ έφτασε το τέλος του ωραρίου και οι εργάτες είχαν σχολάσει, το παιδί αφού έριξε μια ερευνητική ματιά γύρω και σιγουρεύτηκε ότι δε υπήρχε ψυχή ζώσα, σάλταρε πάνω από την κουπαστή του καϊκιού και τρύπωσε εν ριπή οφθαλμού στα ενδότερα».
Και ο κ. Κούνουπας με το γνωστό του λογοτεχνικό ύφος περιγράφει τον εντοπισμό την επομένη του μικρού λαθρεπιβάτη και τον τρόμο του όταν βρέθηκε μπροστά στον καπετάνιο συρόμενος από το γιακά. Την αγωνία του, στη συνέχεια, μέχρι να επιτύχει χάρη και να βρεθεί στον Πειραιά όπου απαξιωτικά τον παράτησαν ολομόναχο, ενώ ο καπετάνιος τον αποχαιρετούσε με τα λόγια, μαχαιριές, στην καρδιά του περήφανου Κρητικόπουλου:
«Άμε δα στο καλό και τράβα να πας όπου θες. Χάσου και ξεφορτώσου με».
Αυτό ο κ. Κούνουπας τονίζει στο δημοσίευμά του ότι το είχε διηγηθεί στον πατέρα του ο μεγάλος γλωσσολόγος σε μια πελατειακή επίσκεψη στο παλιό φαρμακείο.
Δύσκολα χρόνια
Ο Γεώργιος Χατζιδάκις σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με αφάνταστες στερήσεις. Το 1877, μετά από νίκη του σε πανεπιστημιακό γλωσσολογικό διαγωνισμό, του χορηγήθηκε υποτροφία από το Πανεπιστήμιο Αθηνών για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. Ο Χατζιδάκις ταξίδεψε στην Γερμανία (Πανεπιστήμια Λειψίας, Ιένας και Βερολίνου) και μαθήτευσε για τρία περίπου χρόνια δίπλα σε Γλωσσολόγους τεράστιου ακαδημαϊκού διαμετρήματος όπως ο Georg Curtius και ο μαθητής του στην Λειψία Karl Brugmann, ο Eduard Sievers και ο Berthold Delbrück στην Ιένα. Το 1880 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου αρχικά εργάστηκε στο Διδασκαλείο Αθηνών. Ένα χρόνο αργότερα, το 1881, και σε ηλικία 33 ετών, ο Χατζιδάκις ανακηρύσσεται διδάκτορας (ο ίδιος μάλιστα, γι’ αυτό το λόγο, χαρακτήριζε τον εαυτό του «οψιμαθή») με την διατριβή: «Περὶ τῶν εἰς -ους Συνηρημένων τῆς Β΄ Κλίσεως καὶ τῶν εἰς -ος Οὐδετέρων Ὀνομάτων τῆς Γ΄ ἐν τῇ Νέᾳ Ἑλληνικῇ». Το ίδιο έτος διορίστηκε υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το 1885 προήχθη σε έκτακτο καθηγητή, ενώ το 1890 εξελέγη τακτικός καθηγητής της Γλωσσολογίας και της Ινδικής Φιλολογίας και ανέλαβε την ομώνυμη έδρα. Το 1906 εξελέγη Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Εκλέχτηκε διδάκτορας του πανεπιστημίου της Λειψίας, αντεπιστέλλον μέλος των Ακαδημιών Βερολίνου, Βιέννης, Μονάχου, Βουδαπέστης, καθώς και των Επιστημονικών Εταιρειών Γκέτιγκεν και Λονδίνου.
Μαζί με τον Κωνσταντίνο Κόντο ίδρυσε το περιοδικό «Αθηνά», όπου δημοσίευσε τις περισσότερες εργασίες του. Εισήγαγε στην Ελλάδα την επιστημονική ιστορικοσυγκριτική μελέτη των γλωσσών και υπήρξε ο πρώτος καθηγητής γλωσσολογίας σε ελληνικό πανεπιστήμιο και από κοινού με τους Κωνσταντίνο Κοντό, Σπύρο Βάση και τον Πέτρο Παπαγεωργίου ίδρυσαν το 1888 την «Επιστημονική Εταιρεία Αθηνών», ενώ ήταν από τους ιδρυτές του συλλόγου «Αδαμάντιος Κοραής», που είχε στόχο τη συλλογή γλωσσικής ύλης.
Προώθησε την ιδέα της δημιουργίας του Κέντρου Συντάξεως του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής Γλώσσης, το οποίο στην πορεία του χρόνου διαμορφώθηκε ως Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων-Ι.Λ.Ν.Ε. και με τους επιστημονικούς του αγώνες απέδειξε την ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων και της διαλέκτου τους. Μαθητές του ήταν ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο Αχιλλέας Τζάρτζανος, ο Γ. Αναγνωστόπουλος και ο Κ. Φάβης.
Αποσύρθηκε το 1923.
Κρητική επανάσταση
Πολέμησε δύο φορές στις κρητικές εξεγέρσεις, τη μία σε νεαρή ηλικία το 1866 και την άλλη το 1897, ήδη καθηγητής της έδρας της Γλωσσολογίας και της Ινδικής Φιλολογίας. Αναφέρεται μάλιστα ότι ο Ιταλός ναύαρχος Canevaro έκπληκτος από την παρουσία ενός Πανεπιστημιακού καθηγητή στις τάξεις των επαναστατών, ζήτησε να γίνει ανακωχή για να τον γνωρίσει και με συνοδεία οδηγήθηκε στο Ιταλικό πλοίο. Η συνάντηση βοήθησε στην υπογραφή συνθηκολογήσεως και στην άρση του ναυτικού αποκλεισμού του νησιού.
Κάτι διαφορετικό διαβάζουμε στον ιστότοπο Ερευνητικών Εργασιών μαθητών του Αρσάκειου Γενικού Λυκείου Ψυχικού αλλά εξίσου ενδιαφέρον.
«Ο αρχηγός του γερμανικού στόλου, ο όποιος έκπληκτος άκουσε το Γεώργιο Χατζιδάκι, γέροντα πλέον με την παραδοσιακή κρητική στολή, να του απευθύνει το λόγο λέγοντάς του, σε άπταιστα γερμανικά, ότι θεώρει ντροπή το γερμανικό έθνος να φέρεται με αυτόν τον τρόπο απέναντι στον κρητικό λαό που διεκδικεί την ελευθερία του, με αποτέλεσμα να αποσύρει τον γερμανικό στόλο».
Δημιούργησε και εχθρούς
Άνθρωπος που λάτρευε την αλήθεια δεν δίσταζε να καταγγέλλει ότι θεωρούσε επιλήψιμο και «αγκάθι» στην πρόοδο και εξέλιξη της επιστήμης που υπηρετούσε.
Η τοποθέτησή του, ότι ο Γιάννης Ψυχάρης αγόρασε και δημοσίευσε σαν δική του μελέτη, την οποία είχε γράψει κάποιος φοιτητής του, είχε ως αποτέλεσμα να τον καλέσει ο Ψυχάρης σε μονομαχία με πιστόλια, την οποία αρνήθηκε, όπως προκύπτει από επιστολή του Ψυχάρη, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις», του Βλάση Γαβριηλίδη. Ήταν σε διαρκή διαμάχη για τη γλώσσα με τους δημοτικιστές της εποχής του και ο Δημήτριος Ταγκόπουλος, εκδότης του περιοδικού Νουμάς, τον αποκαλούσε περιπαικτικά «Κασσιδάκι», παραφράζοντας το επίθετό του.
Τεράστιο επιστημονικό έργο
Το επιστημονικό έργο του υπήρξε μεγάλο σε όγκο και τεράστιο σε σημασία. Δημοσίευσε περί τις 650 λογοτεχνικές μελέτες, σε ξένα και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά, όπως η «Εστία», η «Εβδομάδα» και ο «Παρνασσός».
Τιμήθηκε από το κράτος με:
• Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος,
• Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος,
• Σταυρό των Ανώτερων Ταξιαρχιών του Τάγματος του Φοίνικα, ενώ ανακηρύχθηκε
• «Άρχων Μέγιστος Διδάσκαλος του Γένους» από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ο Νέστωρ των γλωσσολόγων
Το πόσο σημαντικός ήταν ο Γεώργιος Χατζηδάκις αποδεικνύεται από τα παρακάτω περιστατικά:
«Το 1928, αναφέρει ο κ. Μανόλης Κούνουπας, στο σχετικό του αφιέρωμα, όταν ο Χατζηδάκις μεταβαίνει στο Α’ Διεθνές Γλωσσολογικό Συνέδριο της Χάγης, στο οποίο προεδρεύει ο μέγιστος γίγας της γλωσσικής επιστήμης ο πολύς Paul Kretschemer, αναγγέλλεται ως εξής η είσοδός του από τον πρόεδρο:
«Αυτή τη στιγμή καταφθάνει ο Νέστωρ των γλωσσολόγων». Αμέσως μετά δημιουργείται μια ενθουσιώδης ατμόσφαιρα με το ακροατήριο να χειροκροτεί με ενθουσιασμό και ρίγη συγκίνησης τον σοφό καθηγητή»
Σεβαστέ διδάσκαλε – πολύτιμε φίλε
Ένα άλλο επίσης σημαντικό περιστατικό αναφέρει ο καθηγητής Γιώργος Μπαμπινιώτης:
«Στις 29 Φεβρουαρίου τού 1929, στην Αίθουσα της Ακαδημίας Αθηνών, το καύχημα της Κρήτης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός τότε της χώρας, με σεβασμό και με φωνή παλλόμενη από συγκίνηση προσφωνούσε μιαν από τις μεγαλύτερες μορφές του Νέου Ελληνισμού, τον Γεώργιο Χατζιδάκι, μ’ αυτά τα λόγια:
«Σεβαστὲ διδάσκαλε, πολύτιμε φίλε,
Δὲν ἔχεις ἀνάγκην νὰ σὲ βεβαιώσω μὲ πόσην ἐξαιρετικὴν χαρὰν ἐδέχθην τὴν πρόσκλησιν τῆς Ἀκαδημίας, ὅπως παραστῶ εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασίν της, ἵνα ἐπὶ τῇ ευκαιρίᾳ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς ὀγδοηκοστῆς ἐπετηρίδος σου σοῦ φέρω τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἐκτιμήσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ μέγα ἐπιστημονικὸν ἔργον σου καὶ τῆς ευλαβείας με τὴν οποίαν χαιρετίζει αύτη τὴν ἐπὶ τόσας δεκάδας ἐτών ἐξαίρετον διδακτικήν σου δράσιν.
Υπῆρξες ἐκ των διδασκάλων ἐκείνων του Εθνικού, καὶ τελευταῖον τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Πανεπιστημίου, οἵτινες συνετέλεσαν ὅπως λαμπρυνθοῦν τὰ ἀνώτατα ἐπιστημονικά μας ἱδρύματα καὶ ἡ ἑλληνικὴ ἐν γένει ἐπιστήμη ἔξω τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅλος ὁ βίος σου, ὄχι μόνον ὁ ἐπιστημονικός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἄλλος, ἀποτελεῖ λαμπρὸν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἠμποροῦμεν νὰ δεικνύομεν πρὸς μίμησιν εἰς τὴν σπουδάζουσαν νεολαίαν.
Διότι δὲν ὑπῆρξες ἱεροφάντης ἁπλῶς τῆς ἐπιστήμης, ἥτις ἀναγκαίως ἔχει διεθνῆ μᾶλλον χαρακτῆρα, ἀλλὰ καὶ πατριώτης θερμουργός, ὅστις προήσπισε τὰ ἑλληνικὰ δίκαια ὄχι μόνον διὰ τῆς γραφίδος, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ ὅπλου, ὁσάκις παρουσιάσθη ἀνάγκη.
Ἡ Κυβέρνησις εὔχεται ἐκ βάθους ψυχῆς ὅπως ζήσῃς ἔτη μακρὰ ακόμη, ὅπως ὑπερβῇς καὶ αὐτὰ τὰ ἔτη τοῦ πατρός σου καὶ ὅπως πρὶν ἀπέλθεις ὁριστικῶς τοῦ κόσμου ἴδῃς τὴν Ἑλλάδα τοιαύτην ὁποίαν ἡ πατριωτική σου ψυχὴ τὴν ὠνειροπόλησεν».
Με τα λίγα μεστά αυτά λόγια ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν τιμούσε απλώς τον άνδρα που από χρόνια σεβόταν και θαύμαζε, αλλά σκιαγραφούσε συγχρόνως το πρότυπο τού Έλληνα πανεπιστημιακού διδασκάλου, όπως το συνελάμβανε η ευρύτητα του νου του, ως την εξαιρετική δηλαδή εκείνη προσωπικότητα που συνδυάζει τον επιστήμονα με τον άνθρωπο, τον ερευνητή με τον αφοσιωμένο δάσκαλο, τη γενναία επιστημονική προσφορά με το υψηλό εθνικό φρόνημα, τον υπερασπιστή της επιστημονικής αλήθειας με τον αγωνιστή της ελευθερίας της πατρίδας με δυο λόγια: την προσωπικότητα που μπορεί κανείς υπερήφανα να δείξει για παράδειγμα στους νέους.
Ένα κοντό συνεσταλμένο γεροντάκι
Αυτό το σοφό δάσκαλο μας περιγράφει από τη δική του οπτική ο Κώστας Μαμαλάκης στο αφιέρωμά του: «Η πόλη που δεν σβήνει».
«Ένα κοντό, συνεσταλμένο γεροντάκι, με τρόπους απλούς, ανεπιτήδευτους, αγαθού, άσημου ανθρώπου. Δεν προκαλεί την προσοχή. Απαρατήρητη περνά η παρουσία του. Τίποτα δεν δείχνει τη μεγαλοσύνη του!
Αθόρυβα δειλά προχωρούσε, σύριζα τοίχο τοίχο όπως συνήθιζε και ο Παλαμάς.
Σε κάθε χαιρετισμό απαντούσε με τη λεπτή, αδύνατη, χαρακτηριστική φωνή του όλο ευγένεια:
«Τι κάνετε κύριε Καθηγητά;».
«Γηράσκω αεί διδασκόμενος».
«Τι νεότερα;».
«Εν οίδα ότι ουδέν οίδα».
Λιτή, απέριττη, απλή ήταν η ζωή του. Μια φορά την εβδομάδα έμενε νηστικός. Πίστευε ότι έτσι ξεκούραζε τον οργανισμό του και τον αποτοξίνωνε. «Αυτό να κάνετε συμβούλευε» «για να γίνετε μακρόβιοι επί της γης».
Και έφθασε σε γήρας βαθύ, με πλήρη διαύγεια πνεύματος και χωρίς κατάπτωση των σωματικών του δυνάμεων.
Είχε βρει την ουσία της ζωής, είχε ανακαλύψει την ευτυχία και τον προορισμό του ανθρώπου κατά το πρόσκαιρο αυτό πέρασμα από την κοιλάδα των οδυρμών» όπως μας τόνιζε, όταν μας έκανε την τιμή να μας δεχτεί εδώ και χρόνια στο σπίτι του στην Αθήνα.
«Σε έβλαψαν;» συνέχιζε. «Ανταπόδωσε με το καλό. Έτσι κατά τρόπο χριστιανικού μεγαλείου τιμωρείς τον εχθρό σου. Ενώ συγχρόνως τον διδάσκεις και τον κάνεις να χαμηλώνει τα μάτια από ντροπή και συντριβή άμα σε συναντήσει.
Απλή και λιτή διαβίωση. Όλα αυτά παιδιά μου δίνουν τη λύτρωση και την αληθινή ευτυχία και την τελείωση στον άνθρωπο. Μετά το θεό πρέπει να λατρεύουμε τη φύση που είναι πηγή τόσων αγνών ηδονών του βίου. «Όχι στην Επικούρειο φιλοσοφία και τους δακτύλους λείχειν εκ της ηδονής».
Την ηδονή την βρίσκω όταν πίνω νεράκι του Θεού, κατάκρυο από φυσικού του από το σιδερένιο τάσι που βρίσκεται κρεμασμένο με αλυσιδίτσα στη βρύση του χωριού για το διψασμένο περάτη, δεν την αισθάνομαι στο πιο ακριβό κρυστάλλινο ποτήρι. Στα «Μαστραπαδάκια της μακρινής εποχής που είχε το φτωχικό πατρικό σπίτι στο χωριό μου εύρισκα την αληθινή χαρά και όχι τα κρυστάλλινα ποτήρια και σερβίτσια του τραπεζιού αυτού που βλέπεις του σπιτιού μου της Αθήνας».
Ο Γεώργιος Χατζηδάκις πέθανε στην Αθήνα το 1941, σε ηλικία 92 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο έργο, που πρόσφερε το μέγιστο στον ελληνικό λαό και πολιτισμό, απολαμβάνοντας τις τιμές ενός μεγάλου δασκάλου που υπηρέτησε με πάθος την επιστήμη του κατακτώντας τον οικουμενικό σεβασμό και την απόλυτη καταξίωση από τους διεθνείς ακαδημαϊκούς κύκλους.
ΕΥΑ ΛΑΔΙΑ
Όταν συνάντησα τον γλωσσολόγο Γ.Ν Χατζιδάκι
Του Γ. Π. Μαθιουδάκη
Φιλολόγου, Λυκειάρχη
Κολωνάκι. Οδός Αναγνωστοπούλου 49. Η πόρτα του σπιτιού τότε ήταν πάντα ανοιχτή. Μια
σκάλα μετά την πόρτα ξύλινη, ψηλή και κάπως απότομη. Στο τέρμα της, δεξιά, ένας διάδρομος,
στενός και σκοτεινός, και στο τέλος του διαδρόμου μια πόρτα ανοιχτή αριστερά, οδηγούσε σένα
δωμάτιο μακρόστενο. Αριστερά του ένα υψηλό γραφείο και δεξιά του στο βάθος ένα κρεβάτι και
τρεις καρέκλες, δίπλα στο κρεββάτι. Πάνω στο κρεββάτι, με το κεφάλι προς την πόρτα ήταν
ξαπλωμένος ένας άνθρωπος, αποσκελετωμένος, ημιπαράλυτος. Χρόνια στο ίδιο δωμάτιο, χρόνια στο
ίδιο κρεββάτι. Κι ήταν εκείνο <<το απολειφάδι άντρα>> -επαναλαμβάνω τα ίδια του τα λόγια- ο
μεγάλος δάσκαλος, ο γλωσσολόγος Γ.Ν. Χατζιδάκις.
Τον Απρίλη του 1939, περαστικός από την Αθήνα, ένοιωσα την ανάγκη να τον δω. Δεν με
γνώρισε στην αρχή. Είχα καιρό να τον επισκεφθώ. Η φωνή μου όμως με πρόδωσε. Κι ήταν τόση η
χαρά του –ευσυγκίνητος όπως ήταν τελευταία- που δάκρυσε. Του θύμιζα πατρίδα, την Κρήτη και
ιδιαίτερα το χωριό, την Μύρθιο. Ρωτούσε, ρωτούσε, ρωτούσε. Και τι δεν ρωτούσε. Αράδιαζε
ονόματα Μυρθιανών πούχαν πεθάνει και που δεν γνώριζα, και τοποθεσίες στην περιφέρεια που δεν
είχα πάει ποτέ. Η μνήμη του είχε συρρικνωθεί, συντηρούσε όμως επίμονα τα βιώματα της παιδικής
και εφηβικής ηλικίας. Άκουα και συμφωνούσα. Μια στιγμή γέλασε φωναχτά πιάνοντάς με σφιχτά
από το χέρι. Παραξενεύτηκα. <<Τον κουρκουζάνη, είπε, πάντα γελώντας, τάκαμε στη βράκα του στο
Απάνω Αρκαλονέρι>>. Πήγαν, είπε, τρία χωριανάκια δεκαπεντάχρονα να μαζέψουν αλάτσι στου
Καράβου το σκουρί. Έδωκαν στον ένα πούξεραν πως ήταν κουρκουζάνης να φάει, το μεσημέρι,
χαρούπια. Προσποιήθηκαν πως έφαγαν κι αυτοί. Φυσικά σε λίγο ο Βρέξης – έτσι έλεγαν τον
σύντροφό της- δίψασε. Νερό ήταν μόνο σε μια υπόγεια λίμνη πούμπαινες καβρουλιστός από μια
τρύπα. Μέσα σαν κατέβαινες ήταν χειροπιαστό σκοτάδι. Μόνο ψηλαφώντας μπορούσες να βρεις το
νερό. Ήταν Αύγουστος, ζέστη πολλή και η δίψα βασάνιζε τον Βρέξη. Οι άλλοι αδιαφορούσαν. Έτσι ο
Βρέξης τόλμησε να κατέβει στο σκοτεινό νερό, στο Απάνω Αρκαλονέρι. Ήταν όμως κρυμένος εκεί κι
ένας τέταρτος της παρέας και φυσικά ο Βρέξης δεν τόξερε. Κι όταν με χίλια χτυποκάρδια ήπιε
βιαστικά με τις φούχτες νερό, και γύριζε για να βγει από την υπόγεια σπηλιά, εκείνος τον τράβηξε
από τη βράκα. Ήταν φοβερό, ο Βρέξης παράλυσε από το φόβο του, κι όταν τον βγάλανε με χίλια
βάσανα έτρεμε σύγκορμος. Από τότε, πρόσθεσε μας έκοψε και το καλημέρα. Γελούσε και τα
εξιστορούσε με λεπτομέρειες. Και ξαφνικά χαϊδεύοντάς μου το χέρι λέει: <<Όταν θα περνάς από τη
Γραί Σκιανιά να πας στο Αρκαλονέρι να προσέχεις. Είναι επικίνδυνο το πέρασμα>>. Τον κοίταζα και
χαμογελούσα. Σκεπτόμουνα πως δεν είχα πάει ποτέ στα μέρη εκείνα. Σηκώθηκα μετά και πριν τον
αποχαιρετήσω του ζήτησα να μου πει τι θάθελε να του κρατώ από το χωριό, όταν θα γύριζε. Με
κοίταξε μένα βλέμμα παράξενο. Είχε πόνο, παράπονο, νοσταλγία το χαμόγελο έσβυσε, ξαφνικά από
το πρόσωπό του. άνοιξε το στόμα του και με τρεμουλιαστή φωνή είπε: <<Αν μάθεις, όταν γυρίσεις,
πως είμαι ζωντανός φέρε μου χαμομήλι από την περδικόκοιτη, φασκομηλέ από τσι κάτω ρίζες κι έναν
αγκούργιαλο από το παλιόγκρεμνο>>. Του φίλησα το χέρι και έφυγα μόλις συγκρατώντας τα δάκρυά
μου. Κράτησα την υπόσχεσή μου, κι όταν το Μάρτη του 1940 γύρισα, μέσα στις αποσκευές μου ήταν
κι ένα κομψό δέμα. Περιεχόμενο του ήταν ένα κουτί με μαδημένη σφακομηλέ από τσι κάτω ρίζες,
ένα δεύτερο κουτί με χαμομήλι από την περδικόκοιτη κι ένας μεγάλος ποικιλόχρωμος αγκούργιαλος
από τον παλιόγκρεμνο. Μέσα το περιεχόμενο και απ’ έξω γραμμένο το είδος και η προέλευσή του.
πήγα τη δεύτερη μέρα τοπρωΐ. Πάντα στην ίδια θέση. Λαγουδοκοιμόταν. Κάθισα δίπλα του. άνοιξα
το δέμα και τοποθέτησα το περιεχόμενό του σε μια καρέκλα κοντά του, για να το δει μόλις ανοίξει τα
μάτια του. μια μετακίνησή μου απρόσεκτη κι ένα τρίξιμο της καρέκλας τον ξύπνησε. Με κοίταξε,
μου χαμογέλασε, μούπιασε σφιχτά το χέρι, μα δεν με γνώρισε. Μετά είδε τα κουτιά. Τάπιασε, τάφερε
κοντά του, τα τοποθέτησε στο στήθος του κι όταν με την τρίτη προσπάθεια είδε και τον αγκούργιαλο
ταράχθηκε σύγκορμος. Τα χέρια του έσφιγγαν τον αγκούργιαλο και τα μάτια πλημμύρισαν δάκρυα.
Έκλαιγε με αναφυλλητά. Τάχασα. Και νάναι στο σπίτι μόνο η υπηρέτρια. Προσπάθησα να τον
παρηγορήσω. Του ζήτησα να με συγχωρέσει που έγινα αφορμή να λυπηθεί τόσο, και κείνος
κρατώντας πάντα με το ένα χέρι τον αγκούργιαλο και με τ’ άλλο χαϊδεύοντάς με είπε με
τρεμουλιαστή φωνή: <<Παιδί μου ένας τέτοιος αγκούργιαλος σημάδεψε τη ζωή μου. Πόσα θάθελα
να πάω πίσω. Να πεθάνω εκεί. Να ταφώ εκεί. Στη Μύρθιο ανήκω>>. Κι έκλαιγε κι έκλαιγε και μου
κρατούσε σφιχτά το χέρι κι έκλαιγα κι εγώ κι έκλαιγε κι η υπηρέτρια. Μα ο Γεώργιος Ν. Χατζιδάκις
δεν γύρισε στη Μύρθιο. Πέθανε στην Αθήνα, πριν από 42 χρόνια στις 26 – 6 – 41, σαν σήμερα.
Το κείμενο αυτό θάναι ίσως το μόνο μνημόσυνο ευγνωμοσύνης και τιμής για το μεγάλο
επιστήμονα. Και γράφω <<το μόνο ίσως>> γιατί στην εποχή μας και οι μεγάλοι επιστήμονες
λησμονούνται γρήγορα. Θεωρούμε, βλέπετε, σπουδαίους μόνον τους ποδοσφαιριστές και τις
τραγουδίστριες. Γιαυτό και τείνει να ρυθμίζει τις ευχές του <<ελεύθερου>> κόσμου ένας
αποτυχημένος θεατρίνος.
Υ.Γ.: Λεπτομέρειες για τον αγκούργιαλο θα βρείτε στην διάλεξή μου για τον Χατζιδάκι
όταν… δημοσιευθεί.