Ο ΑΤΣΙΠΟΥΛΙΑΝΟΣ ΠΡΩΤΟΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ

του Μανόλη Κουτσουράκη
(Προλεγόμενα)
Τα στοιχεία που ακολουθούν, τα βρήκα γραμμένα σ’ ένα τετράδιο, τα είχε δε
συλλέξει ο πατέρας μου Μιχαήλ Χαραλάμπους Κουτσουράκης, εγγονός του Γεωργίου
Κουτσούρη, άγνωστο πριν από πόσα χρόνια (70, ίσως και περισσότερα), από διηγήσεις
γεροντότερων. Τα στοιχεία τούτα, ασφαλώς και είναι αληθινά, για να αποκτήσουν όμως
ιστορική βαρύτητα και αξία, πρέπει να τεκμηριωθούν, να επαληθευτούν και να
συσχετισθούν με άλλα γενικότερα γεγονότα. Το κυριότερο κενό της αφήγησης τούτης, είναι
η έλλειψη χρονολογιών που ασφαλώς δεν θα μπόρεσε να συλλέξει και αναφέρει.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν την Επανάσταση του 21 στην Κρήτη, οι φοβερές
καταστροφές, η πυρπόληση χωριών, οι τρομερές σφαγές των αμάχων, οι λεηλασίες από τα
Τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα, οι αιχμαλωσίες γυναικόπαιδων και η διάθεσή των στα
σκλαβοπάζαρα της ανατολής, ασφαλώς πολύ λίγο περιθώριο άφηναν για τη συλλογή
γραπτών ιστορικών στοιχείων και ντοκουμέντων για την αναμφισβήτητη χρησιμοποίησή
των. Πολύ περισσότερο, εφόσον ο Γεώργιος Κουτσούρης, δεν ήταν ένας από τους μεγάλους
στρατιωτικούς ηγέτες των Κρητικών αγώνων, οπότε θα ήταν ευρύτατα γνωστός και θα
είχαμε μαρτυρίες από πολλές πηγές, αλλά από τους λεγόμενους, μικροκαπετάνιους, επί
κεφαλής μικρών και ευέλικτων στρατιωτικών τμημάτων, αποτελούμενα κυρίως, από
στρατιώτες συγχωριανούς και από γειτονικά χωριά. Γεγονός πάντως αναμφισβήτητο είναι
ότι ο Γεώργιος Κουτσούρης, ο παππούς του πατέρα μου Μιχαήλ Χαρ. Κουτσουράκη, που
πέθανε το 1938 εις ηλικίαν 60 ετών, περίπου, ήταν ο πρωτοκαπετάνιος του χωριού του, του
Ατσιπόπουλου, στο μεγάλο σηκωμό του 1821, και όπως αναφέρει και ο Κριτοδουλίδης,
στην Ιστορία των Επαναστάσεων της Κρήτης, στη σελίδα 799 και πληρεξούσιος της
επαρχίας Ρεθύμνης. Ο πατέρας μου μάλιστα είχε στα χέρια του ομόλογα της
επαναστατικής επιτροπής, που αντιπροσώπευαν σεβαστά χρηματικά ποσά, με τα οποία ο
Γ. Κουτσούρης είχε δανείσει τον Κρητικό αγώνα. Αυτά του τα ζήτησε κάποτε συγγενικό του
πρόσωπο, για να ρωτήσει τι αντιπροσώπευαν, χωρίς όμως και να του τα επιστρέψει,
προφασιζόμενος ότι τα έχασε.
Αντιγράφω στη συνέχεια, από το τετράδιο τα σχετικά στοιχεία, όπως ακριβώς είναι
γραμμένα, αλλάζοντας μόνο το καθαρευουσιάνικο λεκτικό και διορθώνοντας και την
ορθογραφία.
ΜΑΝΩΛΗΣ Μ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΑΚΗΣ
ΑΘΗΝΑ 1993
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΗΣ
Κατά το έτος 1821, πολλοί Χριστιανοί που δεν μπορούσαν να υποφέρουν τα τόσα
μαρτύρια που τους έκαναν οι Τούρκοι, αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, να
παίρνουν τα βουνά και να ενώνονται με τους επαναστάτες. Κείνο τον καιρό, σώματα των
Οθωμανών, οι λεγόμενες Ζουρίδες, αποτελούμενα από 8 έως 10 άνδρες, με αρχηγό ένα
Γιαννίτσαρο, έμπαιναν στα διάφορα χωριά, υποχρέωναν τους χωρικούς να σφάζουν
πρόβατα, προσκαλούσαν τους κατοίκους με τις γυναίκες και τα κορίτσια τους, έστηναν
χορό στο καλύτερο σπίτι του χωριού, ανάγκαζαν τις μεν πιο όμορφες από αυτές να
διασκεδάζουν μαζί των, τους δε άνδρες να τους περιποιούνται.
Κείνη την εποχή οι Ατσιπουλιανοί, Γεώργιος Κουτσούρης και Ιωάνης Σκορδίλης,
άφησαν τα σπίτια τους, πήραν τα όπλα τους και ενώθηκαν με τους επαναστάτες, που είχαν
αποκλείσει τους Οθωμανούς στο φρούριο της Ρεθύμνης. Μετά την άφιξη οκτώ χιλιάδων
Αλβανών, που ήρθαν σε ενίσχυση των πολιορκουμένων, έσπασαν τον κλοιό και απώθησαν
τους Χριστιανούς μέχρι τα βουνά της Ασή Γωνιάς, φονεύοντες, πυρπολούντες και
λεηλατούντες. Ο Θεός όμως που πάντα βοηθάει τους Χριστιανούς, έστειλε μια ομίχλη τόσο
πυκνή, που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να διακρίνουν το δάκτυλό τους. Οι Τούρκοι
σταμάτησαν την περαιτέρω καταδίωξη των Χριστιανών, παίρνοντες μαζί τους υπέρ τα
εκατό γυναικόπαιδα, αφού άφησαν εις το πεδίο της μάχης πάνω από 150 νεκρούς.
Μεταξύ των αιχμαλώτων ήταν και η Σοφία Καλογένητου, από το Ατσιπόπουλο, η
μητέρα της, (δεν αναφέρεται το όνομά της) και ο μικρός αδελφός της, ενός έτους.
Την επομένη, οι μεν Χριστιανοί μπήκαν στην επαρχία Σφακίων, οι δε Οθωμανοί στα
Χανιά. Και τα μεν λάφυρα τα μοιράστηκαν μεταξύ τους, τους δε αιχμαλώτους τους
πούλησαν στην αγορά. Μεταξύ των αγοραστών ήταν και ένας Αλβανός Γιαννίτσαρος,
Μπεκίρης ονομαζόμενος (Μπεκίραγασής) περίφημος για την ανδρείαν του, που αγόρασε
τη Σοφία Καλογένητου μαζί με τη μητέρα της και τον αδελφό της. Μη υποφέροντας όμως
τα κλάματα του παιδιού, το έσφαξε και τόδωσε στη μητέρα του. Ο Μπεκίρης έμαθε πως η
Καλογένητου κατάγονταν από το Ατσιπόπουλο και ότι ήταν κάτοχος αρκετής περιουσίας.
Ανεχώρησε αμέσως για το Ρέθυμνο, άφησε τη μητέρα στο Ατσιπόπουλο, για να επιτηρεί
την περιουσίας της και ήρθε με τη μικρή Σοφία στην Επισκοπή Ρεθύμνης, επί κεφαλής 600
Αλβανών.
Ο Γεώργιος Κουτσούρης περιφερόμενος μετά των επαναστατών των επαρχιών
Σφακίων και Κισσάμου, έλαβε μέρος εις την πολιορκία της Γραμπούσας και ήταν από τους
πρώτους που μπήκαν στο φρούριο.
Μετά την κατάληψη της Γραμπούσαν, γύρισε στο Ατσιπόπουλο, από δε το χωριανό
του Χατζή-Γιώργη Παπαλέξη έμαθε περισσότερα για την κατάσταση στην επαρχία
Ρεθύμνης, όσο και για την αιχμαλωσία της Σοφίας Καλογένητου από το Μπεκίρη. Αφού
εσυζήτησαν με ποιο τρόπο θα μπορέσουν να πάρουν πίσω τη Σοφία Καλογένητου,
εσυμφώνησαν πως ο μοναδικός τρόπος ήταν να φονευθεί ο Μπεκίρης πρώτα. Ο Γ.
Κουτσούρης έστειλε το Χατζή Γιώργη Παπαλέξη για να προσπαθήσει να έρθει σε
συνενόηση και επαφή με τη Σοφία.
(σημ: η κατάληψη της Γραμπούσας έγινε στις 20 Αυγούστου του 1924, επομένως η
Σοφία έπρεπε να ήταν τότε γύρω στα 11-12 χρόνια). Εκείνος δε εσχημάτισε μικρό σώμα
από τους Ιωσήφ Γουμενάκη από το Ροδάκινο, Μηνά Παπαδάκη από το Μούντρος και
Μιχάλη Φουντουλάκη από τα Ρούστικα, και αναχώρησαν για την Επισκοπή.
Το σπίτι του Μπεκίρη ήταν στο μέσον του χωριού, είχαν δε συνεννοηθεί με τη μικρή
να περιμένουν να κοιμηθεί ο Μπεκίρης για να αρχίσει η επιχείρηση. Πέρασαν από το σπίτι
δυο φορές και η μικρή τους έλεγε το σύνθημα «πορτοκάλι», σημείον κινδύνου. Την Τρίτη
όμως τους είπε το αναμενόμενο «λεμόνι», σημείον πως ο Γιαννίτσαρος είχε κοιμηθεί.
Μπήκαν στο σπίτι, πήραν τη μικρή, μαζί με άλλες δυο γυναίκες σκλάβες από την Κάσσο κι
έφυγαν.
Σαν έφτασαν εις τη θέση μεζάρια, η μικρή ερώτησε αν εσκότωσαν τον Μπεκίρη. Σε
αρνητική δε απάντηση, η Σοφία, δείχνοντας αρκετή οριμότητα, είπε ότι θα γυρίσει πίσω,
γιατί ο Μπεκίρης θα σκοτώσει τη μάννα της και τις υπόλοιπες σκλάβες που είχε στην
κατοχή του. Ο Γ. Κουτσούρης, φαίνεται πως εξεπλάγη από τη φρόνιμη σκέψη της Σοφίας
και είπε στους συντρόφους του να τον περιμένουν για ορισμένη ώρα κι αν δεν γυρίσει
μέχρι τότε, να φύγουν… Γυρίζει πίσω, μπαίνει στο σπίτι του Γιαννίτσαρου, τον βρίσκει
κοιμώμενο και με το γιαταγάνη του του κόβει την κεφαλή του.
Το αίμα έτρεξε ποτάμι και πέρασε στο υπόγειο που είχε κλεισμένες τις σκλάβες, και
που νόμισαν, όπως ήταν σκοτάδι, πως ο Γιαννίτσαρος έπαιρνε το λουτρό του. ο Γ.
Κουτσούρης έφυγε, κρατώντας στο χέρι του μόνο τη λαβή του γιαταγανιού του, γιατί ο
γιαννίτσαρος, πριν πεθάνει, πρόλαβε κι άρπαξε το γιαταγάνι από την κόψη, πάλαιψε
απεγνωσμένα, σπάζοντάς το με το χέρι του. Στη συνέχεια, βρίσκει τους συντρόφους του και
αναχωρούν για τον Κάστελλο Αποκορώνου, σε λίγες μέρες δε, αναχωρούν για τη Μήλο.
(Σημ: δεν αναφέρεται πόσον καιρό έμειναν στη Μήλο, καθώς και το ότι, η Σοφία
Καλογένητου, ήταν η μετέπειτα Σοφία, σύζυγος Γεωργίου Κουτσούρη. Εντεύθεν και το πολύ
συνηθισμένο όνομα, Σοφία, που συναντάται σε όλες τις οικογένειες – απογόνους του Γ.
Κουτσούρη).
Κατόπιν επέστρεψε από τη Μήλο και ενώθηκε με τους επαναστάτες. (Δεν
αναφέρεται μετά από πόσον καιρό και ποια χρονολογία).
Κατά τον χρόνο τούτο, (σημ: δηλαδή κατά το 1821) έφτασε από την Ελλάδα
εθελοντής, του οποίου το όνομα δεν μπόρεσα να μάθω, επικεφαλής 70 ανδρών.
Οι εθελοντές αυτοί ήρθαν στου Γάλλου και ενώθηκαν με το επαναστατικό σώμα των
Ρεθεμνιωτών, υπό την αρχηγία του Γεωργίου Τσουδερού, Γεωργίου Κουτσούρη, Ιω.
Σκαλίδη, Μανούσου Μανουσάκη και άλλων. Το σώμα τούτο αποτελούνταν από τους
εκλεκτότερους αγωνιστές της επαρχίας Ρεθύμνης. Η συνάντηση έγινε στο σπίτι του
Συνάναγα, στου Γάλλου, για να συζητήσουν με ποιο τρόπο θα αντιμετωπίσουν τους
Οθωμανούς, που, με ορμητήριο το φρούριο Ρεθύμνης, έκαναν επιδρομές, στα χωριά και
ερήμωναν την ύπαιθρο από την αρχηγία του Αλμπάνη. Στη σύσκεψη τούτη αποφασίστηκε,
ο μεν Τσουδερός και Σκορδίλης να καταλάβουν την επίκαιρη θέση Μοναχή Ελέ, έξω από το
χωριό Σωματά, για να αποκόψουν την υποχώρηση των Τούρκων, ο αρχηγός των εθελοντών
με τους 70 να καταλάβουν τη θέση Τράπεζα, έξω από το χωριό Κάστελλο είκοσι περίπου τη
θέση Αρμό, μεταξύ Ατσιποπούλου – Γάλλου, μόλις δε διαβεί το σώμα των Τούρκων να
σηκώσουν σημαία συνθηματικά, για να ειδοποιηθούν οι λοιποί, ο δε Γεώργιος
Κουτσούρης, με 21-30 να καταλάβει τη θέση Ξερόκαμπος και να αναπτύξει τους πολεμιστές
του αραιωμένους, μετά δε την έναρξη της μάχης να σηκώσει καθένας τους σημαία, ώστε
να παραπλανήσουν τους Τούρκους και να νομίσουν ότι μάχονταν με πολλούς πολεμιστές.
Μερικοί ήσαν κρυμμένοι σε διάφορες θέσεις κι έβλεπαν τους Τούρκους να πλησιάζουν,
που τους υπολόγιζαν πάνω από 1.500, έχοντες επικεφαλής του Αλμπάνη και το Σούμπαση.
Άμα τελείωσε η διάβαση των Οθωμανών, οι ευρισκόμενοι εις τη θέση Αρμός, ύψωσαν τη
σημαία, το συμφωνημένο σημείο και αμέσως οι λοιποί περί την Τράπεζα, ύψωσαν και
αυτοί σημαία, σημείο έναρξης της μάχης. Οι Τούρκοι αμέσως παρατάχτηκαν σε μάχη,
βλέποντας όμως τόσες πολλές σημαίες εις τη θέση Ξερόκαμπος και νομίζοντες πως έχουν
να αντιμετωπίσουν χιλιάδες επαναστάτες και πως από παντού είναι περικυκλωμένοι,
ετράπησαν σε άτακτη φυγή, καταδιωκόμενοι και φονευόμενοι από τους Χριστιανούς. Εις
την θέση Μοναχή Ελέ, οι Τούρκοι, επικεφαλής έχοντες τον Αλμπάνη, επροσπάθησαν
επανειλημμένως να σπάσουν τον κλοιό, αλλά αποκρούστηκαν από το σώμα των
Τσουδερού και Σκορδίλη. Βλέποντες οι Οθωμανοί πως ήσαν από παντού κυκλωμένοι και
πως ήταν αδύνατον να φύγουν από το μέρος εκείνο, κατευθύνθηκαν προς Αρμένους και
από μέρος αφύλακτο, μέσω του χωριού Καρέ, έφυγαν για το Ρέθυμνο. Ο Αλμπάνης, σαν
έφτασε στο Ρέθυμνο, ξαναγύρισε πίσω και πήρε μέρος ξανά στη μάχη. Βρέθηκεν όμως
αντιμέτωπος με τον Βασίλειο Μυστρή, ο οποίος άδειασε το όπλο του εναντίον του
Αλμπάνη, χωρίς να τον βλάψει εκείνος όμως πρόλαβε και αντιπυροβόλησε και σκότωσε τον
δυστυχή Μυστρή.
Στη μάχη τούτη σκοτώθηκαν περισσότεροι από 150 Τούρκοι, έφησαν στο πεδίο της
μάχης (σημ: προφανώς, λάφυρα). 400 άλογα, έπιασαν δε ζωντανό το Σούμπαση, τον οποίο
και στη συνέχεια εφόνευσαν. Από τους Χριστιανούς σκοτώθηκαν 4-5. Στη συνέχεια
αποσύρθηκαν στα Ρούστικα που και μοιράστηκαν τα λάφυρα. Κατά την εποχήν εκείνη
1821; Εις το Ρέθυμνο είχε πέσει φοβερή επιδημία πανούκλας κι εθέριζε τους κλεισμένους
στην πόλη, Χριστιανούς και Τούρκους.
Ο Οσμάν πασάς έστησε τις σκηνές του έξω από την πόλη στο λόφο του Ευληγιά, με
στρατό και με τις οικογένειές τους, για να φύγουν από τη μολυσμένη ατμόσφαιρα της
πόλης. Οι Επαναστάτες, χίλιοι περίπου τον αριθμό, επετέθησαν εναντίον τους και τους
ανάγκασαν να μπουν στην πόλη, χωρίς να μπορέσουν να αντιπαραταχθούν. Τόση ήταν η
σύγχυσή τους, ώστε άφησαν ανοιχτή την ανατολική πύλη, της άμμος την πόρτα. Στη μάχη
τούτη πήραν μέρος και οι Γεώργιος Κουτσούρης, Ι. Σκορδύλης, Γεώργιος Σκανδάλης, Πέτρος
Μαρκουλάκης και Μιχαήλ Φουντούλης, που κυνηγόντας τους Τούρκους, μπήκαν μέσα στην
πόλη από την ανοιχτή πύλη κι έφτασαν μέχρι τα νταπακαριά. (Σημ: είναι περίεργη αυτή η
αναφορά, αφού γνωρίζουμε πως τα νταπακαριά βρίσκονταν στην περιοχή του Κουμπέ, στα
δυτικά της πόλης. Πως έγινε, ώστε περπατώντας, μες στην πόλη, να βρεθούν στα
νταπακαριά, που βρίσκονται δύο χιλιόμετρα περίπου δυτικά της πόλης. Μόνη λογική
εξήγηση θα ήταν η ύπαρξη νταπακαριών και ανατολικά της πόλης.) Φοβήθηκαν όμως την
καταστρεπτική αρρώστεια και γύρισαν πίσω, παίρνοντας μαζί τους και αρκετά μεγάλη
ποσότητα δερμάτων. Για να επισημοποιήσουν δε και την επιτυχία τους τούτη, άδειασαν τα
όπλα τους εις την κεντρική πύλη της πόλης, την καλουμένη Μεγάλη Πόρτα, τα δε σημάδια
τους φαίνονται ακόμη και σήμερα.; (Σημ: δεν αιτιολογείται πως έφτασαν από της άμμος
την πόρτα, στη μεγάλη πόρτα, αν πήγαν από το εσωτερικό, ή εξωτερικό του τείχους, αλλά
ούτε και από ποια πύλη βγήκαν από την πόλη.)
Οι επαναστάτες κατά την αναχώρησή τους από την Ευληγιά, έκαψαν τη σκηνή του
Οσμάν Πασά. (σημ: όχι μόνο τη σκηνή του πασά, αλλά και πάντα όσα ανήκαν στους
Τούρκους, από το φόβο της αρρώστειας.) Παρόλ’ αυτά, λέγεται ότι μόνο από τα δέρματα
μεταδόθηκε η αρρώστεια στην επαρχία. Για το λόγο τούτο, 60 γυναικόπαιδα από το
Ατσιπόπουλο, είχαν κατασκηνώσει έξω από το χωριό, εις την θέση, Άγιο Πνεύμα, που
βρίσκεται και η ομόνυνη εκκλησία.
Περνώντας η ζουρίδα, υπό τον Αλβανό Μπελιβάνη, με οκτώ άνδρες, βρήκαν την
ευκαιρία και κατέσφαξαν τα γυναικόπαιδα. Την επομένη, περνώντας ο Ατσιπουλιανός
Εμμανουήλ Δαλέντζας, είδε την καταστροφή, ειδοποίησε το χωριό και πήγαν αρκετοί και
τους έθαψαν σε κοινό λάκκο. Άμα το έμαθε ο Γεώργιος Κουτσούρης, αποφάσισε εκδίκηση
και με τους Ατσιπουλιανούς Ιωάννη Σκορδίλη, Γεώργιο Σκανδάλη, Πέτρο Μαρκουλάκη,
Μανούσο Μανουσάκη, από τη Γωνιά Παντελή Καλούδη και Ιω. Κατζουράκη από τον Πρινέ,
και Μιχαήλ Φουντούλη από τα Ρούστικα, αναχώρησαν από το Ατσιπόπουλο και νύχτα
πήραν θέση στις Γαλιανές Πλακούρες, περιμένοντας τον Μπελιβάνη να φανεί από το
Ρέθυμνο, παραξενεύτηκαν όμως πολύ, σαν αντιλήφτηκαν τον Μπελιβάνη να κατεβαίνει
από του Γάλλου αντί να βγαίνει από το Ρέθυμνο. Ο Μπελιβάνης με τη ζουρίδα του είχε βγει
μέχρι τη σκάλα της Γωνιάς, χωρίς να συναντήσει κανένα και γυρίζοντας έπεσε στην ενέδρα
του Γ. Κουτσούρη. Μόλις έφτασε στη μέση της ενέδρας, όλοι μαζί άδειασαν τα όπλα τους
πάνω του, που έπεσε κεραυνόπληκτος, με επτά σφαίρες πάνω του. Οι υπόλοιποι τράπηκαν
σε φυγή, κατέφυγαν στο Ρέθυμνο, παίρνοντας μαζί τους και ένα τραυματία. Στη συνέχεια,
οι επαναστάτες ξαρμάτωσαν τον σκοτωμένο Μπελιβάνη κι αναχώρησαν για Ρούστικα.
Σε καιρό πληροφορήθηκαν πως εις τα Ρούστικα, ο περίφημος για την ανδρεία του
Γιανίτσαρος Κακόβαλος, έχοντας σύντροφο τον Οθωμανό Σκαλίδη, κατατυραννούσαν τους
Χριστιανούς. Η ίδια ομάδα που αναφέρουμε, αποφάσισε και πάλι να τους εξοντώσει.
Πράγματι, ξεκίνησαν από τα Ρούστικα και τους συναντούν ανάμεσα Παλαίλημνο και
Καλονύχτη, τους σκοτώνουν και γυρίζουν στα Ρούστικα για να μοιραστούν τα όπλα του. Και
του μεν Κατζούρη έδωσαν το όπλο του Κακόβολου και το οποίον έχουν μέχρι σήμερα οι
απόγονοί του;, ο δε Γ. Κουτσούρη, πήρε τη μπιστόλα του, έλεγαν μάλιστα ότι την εποχή
εκείνη δεν υπήρχε καλύτερη σόλη την Κρήτη, γι’ αυτό κι ο Κουτσούρης την έλεγε
Κακοβολίνα.
Από τα Ρούστικα αναχώρησαν μαζί με άλλους κι έφτασαν στο Ροδάκινο. Εκεί
ενώθηκαν με τον αρχηγό του χωριού Βαρδή Μαρκάκη ή Δημητρακάκη και αναχώρησαν
πενήντα περίπου, για το Μαλεβύζι. Από το Ηράκλειο είχαν βγει περί τους 1.000 Οθωμανοί,
για να χτυπήσουν εις τον Κρουσώνα τους εκεί από διάφορες περιοχές συγκεντρωμένους
επαναστάτες. Στη μάχη εκείνη οι Τούρκοι ηττήθηκαν, κατόρθωσαν δε οι επαναστάτες να
εγκλωβίσουν σε μια εκκλησία, περί τους 300 Αλβανούς. Οι επαναστάτες τους καλούν να
παραδοθούν αλλά εκείνοι αρνούνται. Αποφασίζουν τότε να τους κάψουν μέσα στην
εκκλησία. Από την κορυφή ανοίγουν μια τρύπα για να ρίξουν μέσα εύφλεκτες ύλες. Από
αδεξιότητα όμως, σκοτώθηκαν δύο… Τότε, ο Γ. Κουτσούρης με τον Μ. Φουντούλη, που
βρίσκονταν στο δώμα της εκκλησίας, απαγόρευσαν στους άλλους να πλησιάσουν, με ένα
δε μακρύ κοντάρι, μεγαλώνουν την τρύπα, φέρνουν πανιά, στρώματα κλπ., τα περιχύνουν
με λάδι και μπαρούτι, και τα ρίχνουν μέσα στην εκκλησία. Οι Αλβανοί, μπροστά σε τούτο
τον κίνδυνο, αφαιρούν τα σίδερα από τα παράθυρα της εκκλησίας κι αρχίζουν να βγαίνουν
ένας ένας. Οι πολιορκητές τους άφηναν να απομακρυνθούν και σκότωναν έναν έναν. Έναν
όμως την ώρα που βγήκε, τον σκότωσε κάποιος από το δώμα και οι υπόλοιποι γύρισαν
πίσω, ταμπουρώθηκαν στην εκκλησία και αρνούνταν να βγουν έξω. Προτίμησαν να
πεθάνουν από τους καπνούς και τη φωτιά. Από τους 300, σώθηκαν μόνο δύο ή τρεις.
Εις το καινούργιο χωριό, τη σημερινή Νεάπολη, ο Γ. Κουτσούρης ήταν μεταξύ των
πολεμιστών, είχε δε μεταξύ των ανδρών του και τους Ατσιπουλιανούς Κων. Ροδινό και
Μύρο Δημητρακάκη. Σε κείνη τη μάχη; ο αριθμός των Οθωμανών περνούσε τους 1.000 των
δε επαναστατών, πολύ μικρότερος. Σε κείνη τη μάχη λαβώθηκε επικίνδυνα ο Μύρος
Δημητρακάκης. Ο Γ. Κουτσούρης, αφού του περιποιήθηκε την πληγή, τον έκρυψε σε
ασφαλές μέρος, μετά δε τη μάχη τον παρέλαβε και τον έστειλε στη Σμύρνη, όπου και
θεραπεύτηκε. Στη μάχη κείνη έκαψαν ζωντανούς 400 Τούρκους, μαζί με τον αρχηγό τους
Παπούτσαλη. Το όπλο του το πήρε ο Γ. Κουτσούρης, έλεγαν δε πως σ’ όλη την Κρήτη λίγα
όπλα είχαν την αξία που είχε το όπλο του Παπούτσαλη. Οι πολεμιστές άρχισαν να
φιλονικούν για το όπλο και προσπάθησαν να το πάρουν από τον Κουτσούρη, επενέβη δε ο
Γενικός αρχηγός, για να αποφευχθεί η συμπλοκή και είπε πως το όπλο ανήκει πράγματι
στον Γ. Κουτσούρη, γιατί πρώτος το αφαίρεσε από τον φονευθέντα Παπούτσαλη,
απευθυνόμενος σ’ αυτόν του είπε, χάρισμά σου και να το τιμήσεις.
Εν τω μεταξύ στο Ατσιπόπουλο είχαν μαζευτεί πολλοί από διάφορα χωριά μεταξύ
των οποίων πολλοί Σφακιανοί, έγινε δε συμπλοκή με 400 Τούρκους και εκατό επαναστάτες
από το Ατσιπόπουλο, Πρινέ, Γωνιά και Σφακιά. Αρχηγός των επαναστατών ήσαν οι, Γ.
Κουτσούρης, Ι. Σκορδύλης, Ιω. Κατζούρης, Μ. Μανουσάκης, Μ. Φουντούλης, Δρουλίσκος,
καθώς και ο Μανούσακας από τα Σφακιά.
Στη μάχη αυτή οι Τούρκοι σκόρπισαν κι αναγκάστηκαν να κλειστούν στο Ρέθυμνο.
Κάτω από του Γάλου υπήρχε σε μια ρεματιά, ένας μύλος. Εκεί κατέφυγε ένας Τούρκος,
ονομαζόμενος Κοντός, ξακουστός για την παλληκαριά του, μαζί με άλλους τρεις, που
αναγκάστηκαν να παραδοθούν, στη συνέχεια δε τους σκότωσαν. Στη συμπλοκή δε που
αναφέρουμε πιο πάνω, σκοτώθηκαν περίπου δέκα Τούρκοι ενώ από τους επαναστάτες
μόνον ένας, Σφακιανός.
Από τα Ρούστικα ξεκίνησαν 36 επαναστάτες με αρχηγούς τους Γ. Κουτσούρη, Ι.
Κατζούρη, Ι. Σκορδίλη, Φουντούλη, με σκοπό να εμποδίσουν τους Τούρκους που έβγαιναν
από το Ρέθυμνο και λεηλατούσαν το Ατσιπόπουλο, έπιασαν δε τις εξής θέσεις σε απόσταση
πέντε λεπτών η μια από την άλλη. 6 έπιασαν την επίκαιρη θέση κοντά στο χωριό; 10 τη
θέση Ριγολέ, 10 τη θέση Βιολή Χαράκι και 10 την Ατσιπουλιανή Καμάρα. Οι Τούρκοι βγήκαν
από το Ρέθυμνο υπό την αρχηγεία ανδρείου τινός Οθωμανού, του οποίου το όνομα αγνοώ,
και επροχώρησαν μέχρι το Ατσιπόπουλο, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα.
Εις το Ατσιπόπουλο όμως τους επιτέθηκαν οι 6 και έτρεψαν σε άτακτη φυγή επειδή
αγνοούσαν τον ακριβή αριθμό των επαναστατών. Διερχόμενοι τη θέση Ριγολέ, τους
επετέθησαν οι εκεί ενεδρεύοντες, που τους κατεδίωξαν μέχρι τη θέση Βιολί Χαράκι. Η
ενέδρα στου Βιολί Χαράκι, τους αιφνιδιάζει και τους απωθεί μέχρι την Ατσιπουλιανή
Καμάρα. Εκεί ο επί κεφαλής των Τούρκων, στην προσπάθειά του να συγκεντρώσει τους
υποχωρούντες άνδρες του, φονεύεται, δεχόμενος 7 σφαίρες στο στήθος. Στη μάχη αυτή
σκοτώθηκαν πολλοί Τούρκοι, τους πήραν δε και 36 άλογα και μουλάρια, ενώ από τους
επαναστάτες δεν έπαθε κανείς τίποτα. Στη συνέχεια, 20 από τους επαναστάτες πιάνουν
επίκαιρη θέση στο Κουμπέ, με τους Σκορδίλη, Κατζούρη, Σκανδάλη και Φουντούλη, πέντε
δε από αυτούς, ο Κουτσούρης, Σκανδάλης, Κατζούρης, Μαρκουλάκης και Φουντούλης,
προχώρησαν με το Γαλιανό ποταμό, σε απόσταση πέντε λεπτών από το Ρέθυμνο.
Εφοβήθηκαν όμως μήπως τους αντιληφτούν από τη Φορτέτζα και τους αρχίσουν με το
πυροβολικό και μετατοπίστηκαν στον Κουμπέ, απέναντι στην άλλη ενέδρα. Σε λίγο
φάνηκαν οι υπόλοιποι Τούρκοι να κατεβαίνουν και όταν επλησίασαν, τους χτυπούν και
σκοτώνονται επτά και τραυματίζεται ένας. Μετά τη μάχη ο Πέτρος Μαρκουλάκης,
ερευνούσε μήπως ανάμεσα στους σκοτωμένους υπήρχε κάποιος ζωντανός. Ο
τραυματισμένος σηκώνεται και φωνάζει, «Για το Θεό, μη με σκοτώνετε και πάρετε με
σκλάβο σας». Ο Τούρκος αναγνωρίζεται πως ήταν αυτός που κάποτε είχε σώσει ένα
Χριστιανό από τη σφαγή, μετά δε την επίδεση του τραύματός του, αφέθηκε ελεύθερος.
Κατά το 1823, τρεις Γιανίτσαροι από το Ρέθυμνο έφτασαν στους Γουργούθους
Αμαρίου, επροσκάλεσαν τους κατοίκους σε διασκέδαση σε κάποιο σπίτι τους ανάγκασαν
να σφάξουν πρόβατα και τους διατάζουν να φέρουν και τις γυναίκες με τις κόρες τους.
Κάποιος Παντεροφραγκιάς από τη Βισταγή, ειδοποιεί το Γεώργιο Κουτσούρη, παίρνει την
παρέα του, Σκορδίλη, Κατζούρη, Μαρκουλάκη, Σκανδάλη, Φουντούλιο, Δρουλίσκο και
Μανουσάκη και την ίδια νύχτα φτάνουν στους Γουργούθους, έξω από το σπίτι που
γίνονταν το γλέντι των Γιανιτσάρων. Ανεβαίνουν στο δώμα και από το φεγγίτη
παρατηρούσαν τα γινόμενα στον οντά. Ο ένας από τους Γιανιτσάρους, ο σπουδαιότερος
από την παρέα, κρατούσε στα γόνατά του μια κοπέλα, που φαίνεται να αντιλήφτηκε
κάποια κίνηση στο φεγγίτη και λέει μια μαντινάδα:
Κάθου καλά που κάθεσαι, μα εγώ καλά θωρώ σε
Κι απ’ ούλα τ’ άστρη τ’ ουρανού το λαμπηρότερό σαι.
Ένας άλλος εκρατούσε στον κύκλο του χορού, ο δε τρίτος εχόρευε με τρίτη κοπέλα.
Λύσσα έπιασε τότε αυτούς που βρίσκονταν στο δώμα, ο δε Φουντούλης ετοιμάστηκε να
πηδήσει από το φεγγίτη και να τιμωρήσει μόνος του τους Γιανιτσάρους. Συγκρατήθηκε
όμως από τους άλλους, γιατί κινδύνευε να σκοτωθεί και να αποτύχει η αποστολή τους.
Κατέβηκαν τότε από το δώμα και περίμεναν να βγει κάποιος από την πόρτα, για να
ορμήσουν όλοι μέσα. Σε λίγο η πόρτα ανοίγει και βγαίνει μια γυναίκα, την έπιασαν και της
έκλεισαν το στόμα για να μην φωνάξει, την απομάκρυναν και όλοι μαζί εισορμούν στο
σπίτι, αιφνιδιάζουν τους Γιανιτσάρους, τους δένουν και τους παίρνουν μαζί τους. Από
αυτούς, τους μεν δύο εσκότωσαν τον δε άλλο, πάντα δεμένο, τον έσερναν μαζί των. Οι
Τούρκοι όταν το έμαθαν, επρόσφεραν 500 λίρες για λύτρα, αλλά οι επαναστάτες
αρνήθηκαν να τον δώσουν. Αύξησαν το ποσόν αλλά και πάλι αρνήθηκαν (σημ: δεν
εξηγείται ο λόγος της αιχμαλωσίας του Γιανιτσάρου, αντί να τον εκτελέσουν με τους
άλλους δύο, ούτε και ο λόγος που αρνήθηκαν τα λύτρα. Ίσως να ζητούσαν υπέρογκα λύτρα,
που οι Τούρκοι δεν τα έδιναν).
Στο τέλος βαρέθηκαν να τον τραβούν, τον έστησαν σε κάποιο μέρος κι άδειασαν τα
όπλα τους πάνω του. Εκείνος, εντελώς σώος, ετράπη σε φυγή και μόνο ύστερα από
καταδίωξη δύο ωρών, συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε επί τόπου.
(Εδώ τελειώνουν οι σημειώσεις από το τετράδιο του πατέρα μου. Απομένει τώρα,
στους ιστορικούς ερευνητές η διακρίβωση της αλήθειας των γραφομένων.
Για την αντιγραφή, Μανώλης Μ. Κουτσουράκης.
Νοέμβριος 1993
ΑΡΧΕΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΑΜΨΩΝ ΑΝΤΙΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ε.α