του ΓΙΑΝΝΗ Γ. ΦΟΥΣΚΑΚΗ
Υπολοχαγού Πεζικού ε.ά.
Η κήρυξη του πολέμου βρήκε τον Γιάννη Γ Φουσκάκη φοιτητή στη Σχολή Ευελπίδων Οι μαρτυρίες του έχουν μεγάλη ιστορική σημασία γιατί επιβεβαίωνουν άλλες μαρτυρίες ( Ε Ρυακωτάκη κ.α ) ως προς την αντιμετώπιση των κομμουνιστών που πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή
Αναφέρει για τα γεγονότα στο βιβλίο του ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ο ηρωικός αξιωματικός :
“Ξαφνικά, χαράματα της 28ης Οκτωβρίου ακούμε από τα ραδιόφωνα το πανελλήνιο βροντερό Όχι! Όχι στην υποταγή και την υποδούλωση στον απαίσιο εισβολέα. Την μοιραία εκείνη ημερομηνία και προτού καλά – καλά δοθεί η απάντηση στον κακό δαίμονα Πρεσβευτή Γκράτσι της φασιστικής Ιταλικής κυβέρνησης από τον Έλληνα Πρωθυπουργό, τον Ιωάννη Μεταξά, οι φασιστικές ορδές είχαν παραβιάσει κι όλας τα σύνορα και πατούσαν τα άγια και ιερά χώματα της αδούλωτης πατρίδας μας στην Ήπειρο, πιέζοντας τρομερά την VIIη Μεραρχία μας με Διοικητή τον Υποστράτηγο Κατσιμήτρο Χαράλαμπο. Επειδή τον ήξερα, γιατί υπηρέτησα κάτω από τις διαταγές του, πίστευα ότι θα πολεμούσε ηρωικά όπως και το απέδειξε στην άνιση και τιτάνια αυτή σύγκρουση. Όπως ήταν φυσικό οι υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις οπλισμένες με όλα τα υπερσύγχρονα μέσα πυρός, επίλεκτες Μεραρχίες, μηχανοκίνητες, αεροπορία νεωτάτου τύπου και τέλεια όπλα, με τα 8 εκατομμύρια λόγχες όπως καυχιόνταν, τις πρώτες ώρες διέσπασαν τη μεθοριακή άμυνα και εισέδυσαν σε μεγάλο βαθμό τις πρώτες 2-3 μέρες.
Πολύ σύντομα όμως συγκεντρώθηκαν οι εφεδρείες μας, οι οποίες και επενέβηκαν και με θυελλώδεις αντεπιθέσεις τους απώθησαν στις γραμμές της εξόρμησής τους και στη συνέχεια άρχισε η ασταμάτητη καταδίωξη με τα γνωστά ηρωικά κατορθώματα των Ελλήνων πολεμιστών. Γράφτηκαν έτσι αθάνατες σελίδες δόξας και ξεσκεπάστηκε και το αήττητο των φανφαρώνων φασιστών που εκαυχόνταν ότι η κατάληψη της Ελλάδας θα ήταν ένας εύκολος κι ευχάριστος στρατιωτικός περίπατος. Όπως θα περιγράψομε παρακάτω κατέληξε σε μια στρατιωτική ήττα πρωτόφαντης ντροπής και καταισχύνης σε βάρος των Ιταλοφασιστών.
Εμείς στο μεταξύ, μετά τις πρώτες εντυπώσεις από την εισβολή, που όπως ήταν φυσικό μας είχαν κυριολεχτικά αναστατώσει και αφού καταλάγιασε η έξαψη και το ξάφνιασμα που μας προξένησε το μεγάλο γεγονός, ριχτήκαμε μ’ όλες μας τις δυνάμεις στην τεχνική προετοιμασία και την πλήρη ετοιμότητα. Πυρετός στον καταυλισμό, στους ελαιώνες της περιοχής του Ρισβάνη το μετόχι.
Με τις πρώτες κι όλας επιτυχίες των δυνάμεών μας ξέσπασε ακράτητος ο ενθουσιασμός μας κι αμέσως άρχισαν οι πρώτες αναφορές μας να προωθηθούμε στο μέτωπο για να μην υπολειφτούμε της δόξας και της τιμής των άλλων μονάδων που προωθούνταν συνεχώς και μπλεκόντουσαν στις επιχειρήσεις.
Όμως πέρασαν δύο περίπου μήνες ώσπου νάρθει η σειρά μας να μετακινηθούμε προς τα Χανιά, κοντά στο λιμάνι της Σούδας, για να επιβιβαστούμε στα πλοία για Σκαραμαγκά.
Καμιά φορά φθάσαμε και στρατοπεδεύσαμε στο Χαϊδάρι. Από κει με το τραίνο τραβήξαμε και βγήκαμε στο Πλατύ Θεσσαλονίκης και από εκεί οδικώς πλέον και πεζοπορούντες ξεκινήσαμε για τις παραμεθόριες περιοχές.
Πριν από μας ακολούθησαν το ίδιο δρομολόγιο το 43ο Σύνταγμα Πεζικού Ηρακλείου και το 14ο Σύνταγμα Πεζικού Χανίων. Και στη συνέχεια τα δυό αυτά Συντάγματα προπορεύονταν από μας με 15-20 μέρες διαφορά για να τηρούνται και οι σχετικές αποστάσεις αλλά και διότι το μέτωπο ήταν στενό και δεν έπρεπε οι μετακινήσεις των προηγούμενων μονάδων να παρεμποδίζουν τις κινήσεις των επομένων μονάδων. Οι μετακινήσεις μας γίνονταν συνήθως τη νύχτα για να μη δίνομε στόχο στην εχθρική αεροπορία, η οποία σε αριθμό ήταν πολλαπλάσια της δικής μας.
Και με την ευκαιρία να πούμε λίγα λόγια για την πολεμική αεροπορία μας. Όλα τα χρόνια από το 1936 που έγινε η δικτατορία (4η Αυγούστου), γινότανε έρανος υπέρ της βασιλικής αεροπορίας. Συγκεντρώνονταν τεράστια ποσά τα οποία καθώς διαπιστώθηκε εκ των υστέρων τα διέθεταν οπουδήποτε αλλού εκτός από την ενίσχυση της αεροπορίας μας κι έτσι την κρίσιμη στιγμή βρεθήκαμε ξεβράκωτοι κι εκτεθειμένοι στα σκληρά χτυπήματα της εχθρικής αεροπορίας. Και καταντήσαμε ν’ αυλακώνουν τους αιθέρες του μετώπου τα ιταλικά αεροπλάνα ενώ τα δικά μας στη χάση και στη φέξη εμφανίζονταν για μια στιγμή κι ύστερα πάλι εξαφανίζονταν. Τί γινόντουσαν αλήθεια τόσα λεφτά και που τα διέθεταν; Σε οπλισμό; Οπλισμός απηρχαιομένος, άρματα ελάχιστα κι από κανόνια και οβίδες όλα μίζερα και με το σταγονόμετρο, άσε δε τα οπλοπολυβόλα του 1915!
Κι έτσι πορευόματαν προς το μέτωπο με την υπερηφάνεια να πάρομε κι εμείς μέρος στην τιτάνια σύγκρουση που σιγά – σιγά κατέληγε σε συνεχή καταδίωξη του εχθρού, ο οποίος μόλις αντίκριζε τμήματά μας έριχνε μερικά πυρά κι ύστερα τόβαζε στα πόδια και μην τους είδατε.
Φυσικά καθώς διαπίστωσα ο ίδιος αργότερα, το 30-40% των Ιταλών πολεμιστών εμάχετο με πείσμα και φανατισμό, αλλ’ ήταν αδύνατο να συγκρατήσουν τους άλλους που τόβαζαν στα πόδια κι έτσι παρασύρονταν κι αυτοί τελικά στην άτακτη φυγή.
Η δραματική τελετή στο χωριό Βασιλειάδα
Στη διάρκεια της πορείας μας προς συνάντηση του εχθρού συνέβη το εξής πρωτόφαντο και συγκλονιστικό περιστατικό:
Είχαμε επισταθμία στο χωριό Βασιλειάδα κοντά στα σύνορα. Το χωριό καλυπτόταν από χιόνια και έκανε διαβολεμένο κρύο. Ένα μεσημέρι, ύστερα από εντολή του Τάγματος, ο Λόγος μου συγκεντρώθηκε σ’ ένα μεγάλο σπίτι κοντά στο Σχολείο.
Μετά τις αναφορές και τις αναγκαίες προετοιμασίες, μέσα στο σπίτι εμφανίστηκαν, ο Διοικητής Μεραρχίας Υποστράτηγος Γεώργιος Παπαστεργίου, ο Επιτελάρχης Μεραρχίας Αντισυνταγματάρχης Ιωάνν. Τσεραβίνης κι άλλοι επιτελείς Αξιωματικοί, ο Διοικητής του Συντάγματος Αντισυνταγματάρχης Πεζικού Ξενοφών Θειακός, ο Υποδιοικητής εξ Εφέδρων Αντισυνταγματάρχης Πεζικού Σταμάτης Κραουνάκης, ο Ταγματάρχης Πεζικού Αριστείδης Παναγιωτάκης Διοικητής του 1ου Τάγματός μου, ο γιατρός του Συντάγματος Υπίατρος Λυράκης Ν. και ο παπάς του Συντάγματος. Προηγούμενα είχε συγκεντρωθεί ο Λόχος με όλους τους Αξιωματικούς και Υπαξιωματικούς του και φυσικά ο υποφαινόμενος μόνιμος Υπολοχαγός Πεζικού. Στη συνέχεια καλέσαμε μέσα στο σπίτι τους κομμουνιστές του Λόχου που νωρίτερα τους είχαμε συγκεντρώσει σε ξεχωριστό τμήμα του Λόχου στο προαύλιο. Αφού μπήκαν όλοι μέσα και κλείστηκαν οι πόρτες ακολούθησε η ακόλουθη αναπάντεχη κι απρόσμενη ιεροτελεστία…
Ο Διοικητής της Μεραρχίας με όλη τη σοβαρότητα της στιγμής είπε περίπου τα εξής,απευθυνόμενος προς όλους μας, αλλά ιδιαίτερα στους κομμουνιστές. «Ακούστε αυτά που θα σας πω και βάλτε τα καλά στο μυαλό σας. Μετά από λίγο θα εμπλακούμε σε πολεμικές επιχειρήσεις με τον φασίστα εισβολέα, τον άσπονδο εχθρό που έβαλε σαν στόχο του την κατάληψη και υποδούλωση της αθάνατης πατρίδας μας και την ενσωμάτωσή της στο Ιταλικό Ιπέριουμ σαν ένα υποδουλωμένο προτεκτοράτο, καταλύοντας κάθε ίχνος ελευθερίας αι ανεξαρτησίας μας. Καλούμεθα όλοι μας να δώσουμε και την τελευταία σταγόνα του αίματός μας προς υπεράσπισιν βωμών και εστιών. Γι’ αυτό θα πρέπει να πειθαρχείτε και να υπακούετε στις διαταγές και εντολές των βαθμοφόρων σας ακολουθώντας το παράδειγμά των. Εάν παρατηρηθεί οποιαδήποτε διστακτικότητα ή ανυπακοή και εις πάσαν περίπτωσιν, καλείσαι Λοχαγέ Φουσκάκη και εξουσιοδοτείσαι την επίσημη τούτη στιγμή, να κάνεις χρήση του όπλου σου εναντίον οιουδήποτε ήθελεν απειθαρχήσει και δεν θα επροθυμοποιείτο να θυσιαστεί εάν οι συνθήκες το επιβάλλουν. Τούτο επαφίεται στην προσωπική σου κρίση της στιγμής. Εσύ γιατρέ, να υπογράψεις από τώρα τα εισιτήριά τους για τον άλλον κόσμο και συ παπά να τους μεταλάβεις από τώρα ώστε νάναι έτοιμοι για την αιώνια ζωή». Και απευθυνόμενος στους κομμουνιστές τους τόνισε λέξη προς λέξη: «Ακούσατε καλά, αυτές είναι οι εντολές μου». Και διέταξε να λύσουν τους ζυγούς. Πριν όμως γίνει αυτό, εγώ πήρα το λόγο κάτι να πω. Μου επετράπηκε. Και αμέσως είπα: «Στρατηγέ μου: Η ευθύνη μου είναι πάρα πολύ σοβαρή, μα λέω τούτα τα λόγια. Πιστεύω πως δεν θαχρειασθώ να κάμω χρήση του όπλου μου γιατί αφού εγώ με τους Αξιωματικούς και βαθμοφόρους μου θα πολεμάμεστην πρώτη γραμμή στην ίδια σειρά με τους φαντάρους μας, δεν είναι δυνατόν και σε καμία περίπτωση να μην ακολουθήσουν το παράδειγμά μας για την υπέρτατη θυσία υπέρ της αγαπημένης πατρίδας μας». Ευχήθηκε να πορευθούμε έτσι σαν ένας άνθρωπος και μ’ αυτό τον τρόπο διαλύθηκε η ιστορική αυτή τελετή. Αυτό αποτέλεσε την απαρχή και σ’ όλη τη διάρκεια της πορείας μας προς συνάντηση του εχθρού, γινόταν ανακρίσεις επί ανακρίσεων, έως ότου επί τέλους ήρθε η 12η Φεβρουαρίου 1941 και πήραμε την πρώτη επαφή με τον εχθρό και το βάφτισμα του πυρός σε υψόμετρο περίπου 2.000 μ. στην κορυφή της Τρεμπεσίνας. Αλλά ας επανέλθουμε στη Βασιλειάδα να δούμε ποιες οι εντυπώσεις των Αξιωματικών, Υπαξιωματικών και στρατιωτών του Λόχου από τη συνταραχτική αυτή τελετουργία.
Όλοι μας είχαμε πάθει αρχικά ένα σοκ από το οποίον σιγά – σιγά με το πέρασμα του χρόνου συνήλθαμε, βάλαμε κάτω τα πράματα, τα μελετήσαμε και καταλήξαμε στις παρακάτω αποφάσεις:
Πρώτα – πρώτα συγκεντρώσαμε τους κομμουνιστές σε μια ξεχωριστή διμοιρία με διοικητή ειδικό Αξιωματικό, οργανώσαμε το Α2 Γραφείο Πληροφοριών και το πλαισιώσαμε με τους πιο έμπιστους και πιστούς βαθμοφόρους με εντολή να παρακολουθούν κρυφά νύχτα μέρα τις συζητήσεις, τις κινήσεις και τις παρέες και όλες γενικά τις εκδηλώσεις τους και ν’ αναφέρουν με ειδικές εκθέσεις κάθε δραστηριότητά τους όσο γίνεται πιο αντικειμενικά. Τη νύχτα κάναμε ταχτικές εφόδους για να βρούμε τίποτε γιάφκες ή να κλέψουμε καμιά ύποπτη κουβέντα τους και γενικά τούς κάναμε ένα κλοιό έτσι που να μην μπορούν ν’ ανασάνουν. Έτσι λοιπόν καταντήσαμε να κάνουμε σε κάθε χωριό και φθάναμε, σε κάθε επισταθμία ανακρίσεις επί ανακρίσεων για να μάθουμε τα μυστικά τους, τον τρόπο συνεννόησής τους και φυσικά να εξαρθρώνουμε κάθε μηχανισμό τους, μα ωστόσο ποτέ ή σχεδόν ποτέ δε βρίσκαμε ούτε ύποπτες κινήσεις τους ούτε και πολύ περισσότερο συνωμοσίες τους. Εννοείται ότι για τα πάντα ενημερώναμε το Τάγμα και όλες τις προϊστάμενες Διοικήσεις μας. Ομολογώ ότι δεν θυμάμαι κανένα αξιόλογο επεισόδιο. Αντίθετα, μια μέρα κοντά πλέον στο μέτωπο, στην αναφορά του Λόχου παρουσιάστηκε ο κομμουνιστής Λοχίας Τρουλινός Τίτλος, λαδέμπορος Ρεθύμνου, και μου δήλωσε με τον πιο επίσημο και κατηγορηματικό τρόπο τα εξής: «Θα πιάσω και θα σου παραδώσω τον πρώτο αιχμάλωτο με τον οπλισμό και την εξάρτησή του σαν δείγμα για την πίστη μου στον ιερό μας αγώνα καιστη συνέχεια θα βρίσκομαι παντού στην πρώτη γραμμή συμπαρασέρνοντας και τους στρατιώτες μου σε κάθε περίπτωση». Περιττό να πούμε ότι τήρησε το λόγο του. Κι έτσι στην ανεμοζάλη της μάχης της Άρτζα-Ντι-Σόμπρα αιχμαλώτισε και μου παρέδωσε τους τρεις πρώτους αιχμαλώτους της θρυλικής και ιστορικής αυτής μάχης. Αλλά γι’ αυτήν θα μιλήσουμε πιο κάτω και με πλήρη την εξιστόρηση της ιστορικής αυτής σύγκρουσης. Και ας επανέλθουμε πάλι στην περιγραφή του οδοιπορικού μου.
Η περιπέτειά μας στο πέρασμα από το χωριό Ιεροπηγή
Μετά το σημαδεμένο χωριό, τη Βασιλειάδα, προχωρήσαμε στην Ιεροπηγή αφού περάσαμε προηγούμενα από μικρότερα ή μεγαλύτερα χωριά. Στο χωριό αυτό αντιμετωπίσαμε μια φριχτή κατάσταση. Κοκκάλωσαν όλοι οι δρόμοι κι η περιοχή από το δριμύτατο ψύχος και γινόταν σχεδόν αδύνατο το πέρασμά μας από τα στενοσόκακα του χωριού. Γλιστρούσαμε στο κοκαλιασμένο χώμα εμείς και τα μεταγωγικά μας, απροετοίμαστοι όπως είμασταν και δεν μπορούσαμε να σταθούμε στα πόδια μας, πέφταμε, σηκωνόμαστε, ξαναπέφταμε κι ώσπου να ξεφύγουμε απ’ αυτό το απαίσιο πέρασμα είδαμε και πάθαμε, περπατώντας πολλές φορές με τα τέσσερα. Κάναμε πολύ ώρα να ξεφύγουμε από το φοβερό σφιχταγκάλιασμα του ψύχους. Στην υπεράνθρωπη προσπάθειά μας να ξεγλιστρήσουμε επιτέλους από το καταραμένο αυτό πέρασμα εγκαταλείψαμε πολλά είδη μας στους δρόμους, που ήτανε σπαρμένοι από μπαούλα, αποσκευές, ατομικά είδη κ.λπ., που τα είχαν εγκαταλείψει άλλα τμήματα που προηγήθηκαν από μας. Στην άκρη ενός δρόμου βρέθηκε πεπατημένη μια λύρα (μουσικό κρητικό όργανο) και παρά τις δυσκολίες για το κουβάλημά της, τη συμμάζεψα με τη σκέψη να τη χρησιμοποιήσουμε για ψυχαγωγία όταν θα τα καταφέρναμε. Πραγματικά ύστερα από κάμποσες μέρες βρήκαμε την ευκαιρία κι ένας καλός λυράρης μας, μας ψυχαγώγησε κάμποσες φορές προτού μπούμε στις μάχες.
Καμιά φορά κοντά από την Καστοριά μπήκαμε στο Αλβανικό έδαφος. Εκεί πλέον πιστέψαμε ότι κοντοζυγώνουν οι μέρες της ένταξής μας σ’ ένα τομέα του μετώπου για να δρέψουμε κι εμείς τις δάφνες της νίκης, περήφανοι ότι επιτέλους κι εμείς θα δώσουμε το αίμα μας για την πατρίδα.
Το πέρασμά μας από την Κορυτσά
Πάντα με σύντομες πορείες φθάσαμε επί τέλους στην Κορυτσά. Πολύ ωραία πόλη, με φαρδιούς δρόμους, ωραία ρυμοτομία, πολυτελή καταστήματα, πάρκα και πολύ κόσμο. Ο περισσότερος πληθυσμός μιλάει ελληνικά. Νομίζαμε ότι βρισκόμαστε σε ελληνικό έδαφος. Μείναμε 2-3 μέρες,ανασυνταχθήκαμε, ανεφοδιαστήκαμε, συμπληρωθήκαμε και ξεκινήσαμε για το Πόγραδετς και εκ των υστέρων διαπιστώσαμε ότι είχαμε αποσπασθεί από τη Μεραρχία μας κι εντασσόμεθα σε άλλη Μεραρχία. Όμως δεν είχαμε προχωρήσει περισσότερο από μία μέρα κι έρχεται άλλη διαταγή να ανακόψουμε πορεία, να επιστρέψουμε και να κατευθυνθούμε στον κεντρικό τομέα, Κλεισούρα, Τρεμπεσίνα, Μάλι Σεντέλι, Χάνι Μπαλαπάνι, Τρία Αυγά. Φυσικά την κατεύθυνση και την πορεία μας την αγνοούσαμε, μόνο οι μεγάλες μονάδες και οι Διοικήσεις τους γνώριζαν τον προορισμό μας. Αυτά εμείς τα μαθαίναμε εκ των υστέρων. Ένα βράδυ ξεκινώντας από την Κορυτσά, τραβήξαμε για το χωριό Λουμπόνια που βρίσκονται ΒΑ. Για λίγο κινηθήκαμε σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο, μετά στρίψαμε και μπήκαμε σ’ ένα στενό χωματόδρομο που παρ’ ολίγο ναγίνει ο τάφος μας.
Η δοκιμασία μας στο χωριό Λουμπόνια
Μόλις είχαμε προχωρήσει κανένα χιλιόμετρο και πέσαμε σ’ ένα τέλμα που παρά λίγο να μας διαλύσει τελείως. Ο δρόμος μεταβλήθηκε σε μια πηχτή αργιλώδη λάσπη που περπατώντας χωνόμαστε μέχρι πάνω από το γόνατο και κυριολεκτικά κολλήσαμε. Το Σύνταγμα είχε αναπτυχθεί κατά μήκος 4-5 χιλιομέτρων και τσαλαβουτούσε μέσα στη φοβερή κι απαίσια λάσπη που κυριολεκτικά μας άρπαξε σαν ένα χταπόδι με τεράστια πλοκάμια και μας κόλλησε κάτω στο έδαφος.
Ήταν μεσάνυχτα και ξαφνικά μια τραγική φωνή ακούσθηκε να ν’ αναζητά. Ήταν ο Γιατρός του Συντάγματος, ο Λυράκης, ο οποίος μας ακολουθούσε, άκουσε, όπως μου διηγήθηκε σαν συνήρθε, το τραγούδι μας, γιατί στην απελπισία μας εγώ με μερικούς φαντάρους ξεκινήσαμε σιγά – σιγά ένα τραγούδι, που σε λίγο μεταδόθηκε σ’ όλη τη φάλαγγα κι αυτό άρχισε να καταλαγιάζει την αγκουσεμένη φάλαγγα, που είχε αρχίσει τους άσκοπους πυροβολισμούς με κίνδυνο να σκοτωθούμε μεταξύ μας. Με πλησίασε λοιπόν μέσα στο πηχτό σκοτάδι κι αφού μ’ αγκάλιασε και μ’ έσφιξε με τα δυό του χέρια κατασυγκινημένος, μου ζήτησε λίγο κονιάκ να συνέλθει. Τούδωσα και συνέχεια παρέμεινε κοντά μου μέχρι που ξημερώνοντας φθάσαμε στο μοιραίο χωριό Λουμπόνια που η κανονική διαδρομή του δεν ήταν παραπάνω από 2-3 ώρες. Ο απολογισμός από τη φριχτή αυτή πορεία ήταν ότι οι περισσότεροι στρατιώτες έμειναν ξυπόλυτοι ή με μίαν αρβύλα, γιατί τις έχασαν μέσα στη λάσπη. Επίσης από τα μεταγωγικά μας ένα χάθηκε όπως ήταν φορτωμένο μέσα σε μια χαράδρα. Πολλά τρόφιμα, πυρομαχικά, ολόκληρα σάγματα με τα φορτία τους κόλλησαν μέσα στο τέλμα. Εκεί μέσα χάθηκε και το σπαθί μου που βούλιαξε με τις αποσκευές μου στην απαίσια λάσπη. Στην είσοδο του χωριού σε μια γωνιά του δρόμου φάνηκαν καραβοτσακισμένοι και ο Διοικητής και Υποδιοικητής του Συντάγματος κι ο Διοικητής του Τάγματος μας δακρυσμένοι και σε άθλια κατάσταση. Τους βοηθήσαμε όσο μπορούσαμε. Μπήκαμε επιτέλους στα χαμόσπιτα του χωριού σκεπασμένα με χιόνια κι αρχίσαμε, αφού συνήρθαμε λίγο από το ολονύχτιο δράμα μας, να ετοιμαζόμαστε για την αναφορά, για τον τελικό απολογισμό σε απώλειες κάθε λογής υλικού, για την αντικατάστασή του. Εκεί μείναμε ώσπου να συνέρθουμε και να φτιαχτούμε 5-6 μέρες.
Κατά την πρωινή αναφορά του Λόχου αναφέρονταν ορισμένα περιστατικά ή επεισόδια που προέκυπταν από την άγρυπνη παρακολούθηση των κομμουνιστών, δίνοντας λύσεις ή συνεχίζονταν ανακρίσεις στο Λόχο για ξεκαθάρισμα κάθε λογής συμβάντων. Ουσιαστικά δεν φαινότανε κανένα ύποπτο και πολύ περισσότερο επικίνδυνο σημάδια για απειθαρχία, ανυπακοή ή άρνηση εκτέλεσης των διαταγών του Λόχου.
Η παραμονή μας στην Κλεισούρα
Μετά από σύντομες πάντα νυχτερινές πορείες περάσαμε κοντά από την Πρεμετή και τέλος φθάσαμε στην Κλεισούρα. Είναι μια μικρή κωμόπολη με ελληνικό επίσης πληθυσμό σεβαστό, που βρίσκεται στα ανατολικά κράσπεδα της Τρεμπεσίνας, πλάι στον Αώο ποταμό και στην είσοδο των στενών Κλεισούρας – Τεπελενίου μήκους 12 χιλιομέτρων περίπου, που σχηματίζονται ανατολικά από το όρος Νεμέρτζινι και δυτικά από τα όρη Τρεμπεσίνα και Μάλι Σεντέλι (Προφήτης Ηλίας).Ανάμεσα απ’ αυτά τα στενά κυλάει ο ποταμός Αώος που χύνεται κοντά στην Αυλώνα στο Ιόνιο Πέλαγος. Τον Ιούλη του 1942 οι Ιταλοί με μετέφεραν μέσω Κακαβιάς, Αργυροκάστρου, στο Τεπελένι, αλλά για το περιστατικό αυτό θα γράψω παρακάτω. Και συνεχίζουμε.
Μετά από παραμονή 2-3 ημερών στην περιοχή της Κλεισούρας συνεχίσαμε την πορεία μας με άξονα τον αμαξωτό δρόμο Κλεισούρα – Χάνι Μπαλαμπάνι – Τρία Αυγά έχοντας πάντα στο αριστερά μας δηλ. νότια τον ορεινό όγκο της θρυλικής και στρατοφάγου Τρεμπεσίνας.
Σαν φτάσαμε στο Χάνι Μπαλαμπάνι που εκεί γύρω βρίσκονταν και ο εφοδιασμός των μαχομένων στην Τρεμπεσίνα τμημάτων του Κεντρικού κυρίως τομέα, στρίψαμε αριστερά και καταυλιστήκαμε κοντά στο χωριό Ψάρι Εκεί ανεφοδιαστήκαμε με τροφές και κτηνοτροφές, φτιάξαμε τα παπούτσια μας, συμμαζευτήκαμε, ξεψειριστήκαμε λίγο και μετά από τρεις μέρες αρχίσαμε ν’ ανηφορίζουμε στα βόρεια κράσπεδα του βουνού με τελικό μας στόχο πλέον το σπάσιμο στη φωτιά του πολέμου. Ήταν απογεματάκι που περάσαμε από το χωριό Ψάρι.
Μικρό και κακορίζικο χωριό, δεν είχε να μας προσφέρει τίποτα, ούτε νερό, γιατί πέρασαν και πέρασαν απ’ αυτό τμήματα και σχηματισμοί προχωρώντας προς το μέτωπο!
Από κείνο το χωριό αρχίσαμε ν’ ακούμε βαθιά τις πρώτες κανονιές που σήμαιναν ότι όλο και ζυγώναμε το χώρο των συγκρούσεων.
Ανηφορίζοντας και δρασκελώντας τ’ αλλεπάλληλα αντερίσματα και χαράδρες φθάσαμε στον αυχένα 1.308 υψόμετρο, όπου σκοτώθηκε από βομβαρδισμό ο Λοχαγός Πεζικού Πραξιτέλης Κονδύλης που υπήρξε Λοχαγός κι εκπαιδευτής μου στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων το 1936-37. Λυπήθηκα πάρα πολύ. Στην Ολυμπία από όπου καταγόταν τιμής ένεκεν έχουν δώσει το όνομά του στον κεντρικότερο δρόμο της πόλης. Προωθούμενοι συνεχώς φθάσαμε και καταυλιστήκαμε στην τελευταία επισταθμία μιας σ’ ένα απυρόβλητο ύψωμα γύρω στα 1.600 μέτρα, πάνω στη χιονισμένη Τρεμπεσίνα. Κάναμε τις τελευταίες προετοιμασίες μας, πήραμε πυρομαχικά, ξερή τροφή, ανασυντάξαμε το Λόχο και πρωί – πρωί ξεκινήσαμε για να διώξουμε ιταλικά τμήματα που εμπόδιζαν την παραπέρα προέλασή μας.
Στα 1.950 μ. περίπου που συναντήσαμε τον εχθρό κάναμε μια αψιμαχία και απωθήσαμε τις εχθρικές προφυλακές που με αραιά διαστήματα κατείχαν την τοποθεσία με αυτόματα όπλα, ολμίδια και όλμους. Και αυτό υπήρξε για μας το λεγόμενο βάφτισμα του πυρός. Είχαμε 3-4 τραυματισμούς χωρίς άλλες απώλειες. Αλλά είχαμε περιστατικά με κρυοπαγήματα από μια τρομερή χιονοθύελλα που έπιασε ξαφνικά και η οποία τις απογευματινές ώρες μας διέλυσε κυριολεχτικά. Η Διοίκηση πληροφορήθηκε τα καθέκαστα και μας ανεκάλεσε με συνδέσμους. Φθάνοντας νύχτα πια στον καταυλισμό είχαμε κυριολεχτικά εξουθενωθεί. Είχαν εγκαταλειφτεί κιβώτια πυρομαχικών, ολόκληροι γυλιοί και με μεγάλους κόπους μεταφέραμε κάμποσους στρατιώτες, οι οποίοι ξεπάγιασαν κυριολεκτικά με άμεσο κίνδυνο να κοκκαλώσουν και να χαθούν μέσα στη χιονοθύελλα που όλο και δυνάμωνε και λυσσομανούσε. Στον καταυλισμό απαγκιάσαμε και συνήλθαμε κάπως.
Δεν πέρασαν 1-2 ώρες κι ακούω τη φωνή του Συνταγματάρχη που με καλούσε. Έτρεξα, και βρέθηκα μπροστά σ’ ένα πολύ καταβεβλημένο άνθρωπο που με παρακάλεσε να ετοιμαστώ για σύντομη ειδική αποστολή. Συγκέντρωσε, μου λέει, το Λόχο σου ή όσους μπορέσεις και με οδηγό θα κατευθυνθείς σε προωθημένη θέση του μετώπου για αντιμετώπιση εχθρικής διείσδυσης στις γραμμές μας.
Φυσικά δεν μου δόθηκε ούτε χάρτης της περιοχής, γιατί δεν υπήρχε, ούτε αναγνώριση είχε προηγηθεί, ούτε καν υπήρχε κάποια γνώση της μορφολογίας του εδάφους λόγω του πηχτού σκοταδιού, που κάπως έσπαζε από τις νιφάδες που πέφτανε ακατάπαυστα και με ορατότητα μόνο 4-5 μέτρων.
Η μάχη της θρυλικής Άρτζα-Ντί-Σόμπρα
Ξεκινήσαμε μόνο ε τις τρεις Διμοιρίες του Λόχου γιατί η τέταρτη είχε αποκοπεί και βραδυπορούσε και με ολονύχτια πορεία μέσα από χίλια δύο εμπόδια και δυσκολίες ξημερώσαμε μέσα σε μια χαράδρα κοντά στο ρημαγμένο από τον πόλεμο μικρό χωριό που επρόκειτο να γίνει θρύλος, την Άρτζα-Ντί-Σόμπρα. Πέρα από μερικά ερειπωμένα σπίτια δεν ξεχώρισα τίποτ’ άλλο.
Δίπλα του ακούγονταν το κελάρισμα ενός μικρού ρυακιού που έτρεχε και σιγομουρμούριζαν τα κρουσταλιασμένα του νερά. Από κείνο το μέρος που λουφάξαμε για λίγο και με το ξύπνημα της ημέρας άρχισα να βλέπω το χώρο με την παράξενη μορφολογική του εμφάνιση.
Αριστερά και βορινά μας ο ορεινός όγκος της Τρεμπεσίνας, μπροστά μας ένας ψηλός αυχένας που συνέδεε Τρεμπεσίνα και Μάλι-Σεντέλι (Προφήτη Ηλία), που βρίσκονταν δεξιά μας και νότια, που συναγωνίζονταν σε ύψος το ένα όρος το άλλο. Άπειρες πτυχώσεις του εδάφους, βαθύτερες ή λιγότερο βαθιές, το καθιστούσαν δύσβατο αλλά ταυτόχρονα δημιουργούσαν και πολλές απυρόβλητες ζώνες. Τα βουνά ήταν γυμνά από δέντρα, μόνο χαμόκλαδα ή κάπου κάπου καμιά αγριογκορτσά μαρτυρούσαν ότι δεν ήταν εντελώς έρημα και αποψιλωμένα.
Εκεί κοντά βρήκαμε και μερικά πρόχειρα πολυβολεία και άλλες πρόχειρες οχυρώσεις που οργάνωσαν προηγηθέντα τμήματα. Η πρώτη δουλειά μου μετά την πρώτη ανάσα ήταν να μελετήσω προσεκτικότερα την περιοχή, να προσανατολιστώ και να δω αν υπήρχαν τμήματα φιλικά ή εχθρικά στον χώρο, πως ήταν διαταγμένα, για να σχηματίσω γνώμη προς ποια κατεύθυνση βρίσκονταν ο εχθρός. Σ’ αυτό με βοήθησε το γεγονός ότι η Διμοιρία του Εφ. Υπολοχαγού Γιάννη Δουλγεράκη, που με διαταγή μας κινήθηκε δεξιά μας, δηλ. προς Μάλι-Σεντέλι για να καταλάβει θέση μάχης, φυσικά προς τον ανύπαρκτο ως τότε εχθρό, δέχτηκε ξαφνικά καταιγιστικά πυρά Πυροβολικού που προέρχονταν από τα Τρία Αυγά (τρία υψώματα διαδοχικά σε βάθος) που βρίσκονταν 2-3 χιλιόμετρα δυτικά μας και από τα οποία φάνηκαν οι κινήσεις του τμήματός μας.
Αμέσως προσκολλήθηκαν στο έδαφος, πιάσανε ασφαλείς θέσεις και αναγκάστηκαν α παραμείνουν εκεί προστατευόμενοι από το συνεχή βομβαρδισμό μέχρις αργά το απόγευμα που άρχισε να σκοτεινιάζει. Συνδέθηκα μαζί τους, πήρα αναφορά κι ευτυχώς δεν υπήρχαν απώλειες, ούτε τραυματισμοί, και διέταξα να έρθουν κοντά μας και να ενταχθούν δεξιά, νότια πάντα της ρεματιάς σε επαφή εξ όψεως μαζί μας.
Αυτά συνέβαιναν στις 13 Φλεβάρη 1941 στην Άρτζα-Ντί-Σόμπρα. Παρέλειψα να πω ότι οι άλλες δύο διμοιρίες του Λόχου μου ευθυγραμμίστηκαν στις πρόχειρες οχυρώσεις σ’ ένα πεδίο 300-400 μ. με μέτωπο προς τον αυχένα Μετζικόρανης, γιατί απ’ εκεί άρχισαν να φαίνονται αραιές κινήσεις του εχθρού σε αργή πορεία προς το χωριό. Τις κινήσεις αυτές τι; ξεκαθάρισα με τα κιάλια ξου κι όπως φαίνεται ο εχθρός δεν είχε αντιληφθεί την ύπαρξή μας ή έβλεπε κι αυτός σκόρπιες κινήσεις μας και κινήθηκε κατά το απόγευμα για αναγνώριση.
Εγώ προώθησα μερικούς παρατηρητές για να ελέγχουν την κατεύνθυνση των κινουμένων εχθρικών τμημάτων και να μου αναφέρουν. Ζητώ συγνώμη που προσωπικά, εγώ κι εγώ είπα ή έκανα τούτο ή εκείνο. Όλα αυτά τα έκανα γιατί βρισκόμουν στην ίδια ακριβώς παράταξη με τους άνδρες μου χωρίς το προβλεπόμενο από τους κανονισμούς βάθος του σταθμού Διοικήσεως του Λόχου, γιατί διαισθανόμουν την τρομερή πίεση που θα ακολουθούσε μετά από λίγο. Πραγματικά το βραδάκι άρχισαν σιγά – σιγά να κατηφορίζουν προφυλακτικά ομάδες – ομάδες από τους κατσικόδρομους προς το χωριό. Είχα δώσει αυστηρές εντολές να μην πυροβολήσει κανείς πριν πλησιάσουν 100-150 μ. Ωστόσο σκοτείνιασε και δε βλέπαμε πια τις κινήσεις τους, που τις νιώθαμε μόνο από το περπάτημα και το θρόισμά τους στους θάμνους.
Σε λίγο βρεθήκαμε κυριολεκτικά ανακατεμένοι έτσι που Ιταλοί μπαίνανε στις γραμμές μας κι εμείς στις δικές τους. Ξαφνικά διάκρινα μπροστά μου το Λοχία μου Τρουλινό με τον πρώτο του αιχμάλωτο με τον οπλισμό και το πιστόλι του και μου υπενθύμισε την υπόσχεσή του, ότι θα μου έφερνε τον πρώτο αιχμάλωτο. Τον συγχάρηκα θερμά και τον έστειλα πάλι στη θέση του γιατί φθάνανε κρίσιμες στιγμές. Σε λίγο και άλλοι στρατιώτες και άλλοι κομμουνιστές έπιασαν κι έφεραν άλλους αιχμαλώτους, η δουλειά δε αυτή συνεχίστηκε όλη τη νύχτα. Καμιά φορά ακούω και ξεχωρίζω μέσα στο σκοτάδι, όπως καθόμουν στο πολυβόλο, το μονόλογο Μαρίνο Σολντάτο Ταλιάνι, Μαρίνο Σολντάτο Ταλιάνι, ήταν ως φαίνεται το σύνθημα, κι ένας Ιταλός στρατιώτης ακούμπησε το γυλιό του απάνω στο πολυβολείο μου χωρίς νάχει συναίσθηση τού τι έκανε. Τον συνέλαβα φυσικά με μια ξαφνική κίνησή μου, τον αφόπλισα και τον έστειλα με συνοδό πίσω μαζί με τους άλλους αιχμαλώτους που για την ώρα ξεπερνούσαν τους 15 όπως μου ανέφεραν. Χαράματα πια είχαμε μαζέψει καμιά 25αριά αιχμαλώτους και τους βάλαμε με φρουρούς σε μια διπλανή σπηλιά που κατά τύχη βρέθηκε εκεί κοντά μας.
Την ώρα εκείνη και πριν χαράξει ήρθε και η τέταρτη Διμοιρία μου με τους βραδυπορούντες των άλλων Διμοιριών, με τον Διοικητή της Εφ. Ανθυπολοχαγό Αγγελάκη Στέλιο από τα Ρούστικα Ρεθύμνου, καλό παλικάρι. Φυσικά του έκανα αυστηρές παρατηρήσεις γιατί καθυστέρησε 24 ολόκληρες ώρες και τον διέταξα με τη Διμοιρία του να αναπτυχθεί στο ίδιο ύψος με μας και στο δεξιό μας.
Σε λίγο κατέφθασαν μια Διμοιρία πολυβόλων με Διοικητή το μόνιμο Ανθυπασπιστή Μιχάλη Κοκολογιαννάκη, φίλο μου του 43ου Συντάγματος Πεζικού, και μια Διμοιρία Πεζικού του ίδιου Συντάγματος, που τη συνόδευε ο Λοχαγός της ο ίδιος Γιάννης Κουσουνάδης, φίλος μου επίσης που αφού παρέδωσε αποσύρθηκε στη θέση που κατείχε πιο πίσω και δυτικά από μας. Η Διμοιρία πολυβόλων έφερε μαζί της μόνο τρία πολυβόλα Σέντ Ετιέν με ανάλογα πυρομαχικά και την διέταξα ν’ αναπτυχθεί αριστερά και βορειοανατολικά από μας και να εγκατασταθεί σε κάτι αντερίσματα που είχα αναγνωρίσει από την προηγούμενη μέρα και τα οποία εδέσποζαν της γραμμής μας, έτσι που τα πυρά τους να είναι εμπηκτικά για τους Ιταλούς. Στο διάστημα της νύχτας, καθώς εξακριβώθηκε αργότερα, ένα ολόκληρο ιταλικό τάγμα είχε κυριολεκτικά πλημμυρίσει όλες τις χαραδρούλες και τις ρεματιές και βρίσκονταν πολύ κοντά μας, 100-15 μ. συνολικού βάθους από τις θέσεις μας.
Και τώρα μια ανακεφαλαίωση της διάταξής μας. Αριστερά και βορειοανατολικά η Διμοιρία πολυβόλων Κοκολογιαννάκη με δύο πολυβόλα, αμέσως και στη συνέχειά τους δύο ομάδες της Διμοιρίας του 43ου Συντάγματος γιατί την Τρίτη ομάδα την τοποθέτησα αριστερά της Διμοιρίας πολυβόλων για ενίσχυσή της και για το κλείσιμο του δρόμου από τους ερχόμενους προς πλευροκόπησή μας από την κατεύθυνση αυτή. Στο κέντρο εγώ, χειριστής του τρίτου πολυβόλου της Διμοιρίας, με ανά ένα οπλοπολυβόλο αριστερά και δεξιά μου της Διμοιρίας ΑγγελάκηΣτυλιανού, στη συνέχεια ηΔιμοιρία Βαλαβάνογλου Άρη Εφ. Ανθυπασπιστήκαι πιο δεξιά μου οιΔιμοιρίες του Εφ. Υπολοχαγού Δερμιτζάκη Ανδρέα, υπαλλήλου της Τράπεζας Ελλάδας στενότατου φίλου και συμπατριώτη μου, και στο άκρο δεξιά μας η Διμοιρία του επίσης Εφ. Υπολοχαγού Δουλγεράκη Ιωάννη δικηγόρου, ιππαστί επί της ρεματιάς με μια προωθημένη ομάδα του στο άκρο δεξιά μας.
Η ομάδα Διοικήσεως του Λόχου λίγο πιο πίσωαπό εμένα, ο σαλπιγκτής δίπλα μου για το σάλπισμα της εξόρμησής μας και επίσης κάμποσοι καθυστερημένοι και ξεκομμένοι από τα τμήματά τους που, ακούγοντας τους πυροβολισμούς και τις εκρήξεις τωνχειροβομβίδων όλη τη νύχτα, έτρεξαν να βοηθήσουν την προσπάθειά μας και συγχωνεύτηκαν με τα τμήματά μας. Όπως θυμάμαι ήταν κι ένας Επιλοχίας ανάμεσά τους κι ένας – δύο Υπαξιωματικοί.
Υπαξιωματικούς στο Λόχο μου είχα τους 1) Τζίβη Ευάγγελο Λοχία, που έκανε χρέη Επιλοχία του Λόχου. 2) Λοχία Ξηρουχάκη Ηλία που έκανε χρέη σιτιστή του Λόχου. 3) Λοχία Σουσάρη Κων/νο ομαδάρχη, αργότερα Διμοιρίτης. 4) Λοχία Λύτινα Ιωάννη ομαδάρχη. 5) Λοχία Κατσολεδάκη Ευαγγελο ομαδάρχη, που τραυματίστηκε από τους πρώτους. 6) Λοχία Τρουλινό Τίτο, κομμουνιστής, ομαδάρχη. 7) Λοχία Γεϊτζίδη Χριστόφορο ομαδάρχη. 8) Λοχία Γιανιωτάκη…
Δεκανείς είχα: 1) Δεκανέα Τσύγκα Νικόλαο με χρέη ομαδάρχη. 2) Δεκανέα Πατακό Μιχαήλ, κομμουνιστή, που καθώς έμαθα αργότερα ήταν ο υπεύθυνος του Λόχου από πλευράς κομμουνιστών. 3) Δεκανέα Σταυριανάκη… 4) Δεκανέα Γλενταδάκη ομαδάρχη και 5) τον Μανώλη Μπαγουράκη και άλλους που δε θυμούμαι από τους οποίους ζητώ και παρακαλώ να με συγχωρέσουν γι’ αυτό. Ζητώ επίσης να με συγχωρέσουν όλοι, μα όλοι γενικά, που δεν τους μνημονεύω, γιατί γράφω εντελώς από μνήμης και πέρασαν ωστόσο σαράντα ολόκληρα χρόνια και που να τους θυμηθώ όλους!
Όλα ήταν έτοιμα για την εξόρμηση: πριν όμως την αποφασίσω έστειλα μια περίπολο για να κάνει την τελευταία αναγνώριση για διαπίστωση της εχθρικής περιμέτρου. Σε λίγο επέστρεψε και μου αναφέρει ο επικεφαλής της: οι ρεματιές και οι χαραδρούλες είναι γεμάτες, ξέχειλες από Ιταλούς, οι οποίοι αναδεύονταν, ίσως και αυτοί να ετοιμάζονται για επίθεση.Έκανα μια γρήγορη επιθεώρηση της γραμμής και διέταξα όλους τους άντρες που θα έμεναν στη βάση εξόρμησης να κάνουν υπερκείμενα πυρά για την προστασία της εξόρμησης και κάλεσα τον σαλπιγκτή να σαλπίσει έφοδο και προχωρείτε, προχωρείτε, προχωρείτε. Αμέσως όλη η παράταξη σαν ένας άνθρωπος άρχισε να βάλει κατά του απέναντι εχθρού που τον καθήλωσε κυριολεκτικά στις θέσεις του και το πρώτο ακάθεκτο άλμα έγινε. Με απερίγραπτη αγωνία μα και ανησυχία περίμενα πάνω στο πολυβόλο, το άγνωστο αποτέλεσμα. Κατεχόμενος από ανείπωτη έξαψη και συγκίνηση σε πολύ λίγαλεπτά που μου φάνηκαν ολόκληρος αιώνας, είδα τους πρώτους αιχμαλώτους με άσπρα πανιά στις ξιφολόγχες τους και πάνω στις κάνες των όπλων τους, να οδηγούνται στη βάση εξόρμησής μας, ν’ αφοπλίζονται και να παραδίνονται στην ομάδα Διοικήσεως του Λόχου που τους συγκέντρωνε σ’ ένα χωράφι γύρω μας. Όλο και πλήθαιναν κι όλο και μεγάλωνε ο αριθμός τους. Σε λίγο γέμισε το χωράφι και η γύρω περιοχή από 230 και πάνω αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων πιάστηκαν 13 Αξιωματικοί, ένας Γιατρός, κι ο Ταγματάρχης – Διοικητής του Τάγματος, ένας μονόχειρας Αυστριακός, που όπως πληροφορήθηκα αργότερα είπε ανακρινόμενος στον ανακριτή της Μεραρχίας: Τούτα τα δυό βουνά, η Τρεμπεσίνα και το Μάλι-Σεντέλι είναι δυό δίκοπα μαχαίρια, τα οποία θα μπηχτούν στην καρδιά της Ελλάδας.
Διέταξα τον Ιταλό Γιατρό και το νοσοκόμο του Λόχου μας να επιδέσουν και να φροντίσουν τους τραυματίες Έλληνες και Ιταλούς και να τους οδηγήσουν μαζί με τους αιχμαλώτους στον Σταθμό Διοικήσεως του Συντάγματος για τα παραπέρα. Εμείς συνεχίσαμε την καταδίξωση και σε μια ώρα περίπου βρισκόμασταν ιππαστί στον αυχένα Μετζικόρανης, τον οποίον οι Ιταλοί είχαν πρόχειρα ηχυρώσει, ανατρέψαμε με θυελλώδη επίθεση όλες τις εκεί αντιστάσεις, πιάσαμε κι άλλους 20-30 αιχμαλώτους και καταλάβαμε 3-4 πολυβόλα Μπρέντα βαριά, και πολλά οπλοπολυβόλα και διάφορα άλλα όπλα, ολμίδια, όλμους κ.λπ. μέχρι τηστιγή που επιτέλος μας βρήκε το Τάγμα και μου κοινοποιούσε με σύνδεσμο μια διαταγή του που έλεγε: «Άμα τη καταλήψει του αυχένος Μετζικόρανης εγκατασταθείτε αμυντικώς αναμένοντες διαταγάς μας. Αρίστ. Παναγιωτάκης, Ταγματάρχης Πεζικού».
Ανακάλεσα τα προωθημένα τμήματά μου, εγκατέστησα πρόχειρη αμυντική γραμμή στον αυχένα και έκανα προσκλητήριο για τις απώλειές μας. Διαπιστώσαμε: Απώλειες δικές μας: Νεκροί 32 μαζί με τους νεκρούς των φιλίων τμημάτων που έσπευσαν για ενίσχυσή μας κι άλλοι τόσοι περίπου τραυματίες και στις δύο μάχες, τους οποίους θάψαμε την επομένη. Μεταξύ των νεκρών μας ήταν οι 1) Βασιλάκης Νικόλαος, Λοχίας από το χωριό μου τη Βαϊνιά Ιεράπετρας συγγενής μου, ομαδάρχης στη Διμοιρία του 43ου Συντάγματος Ηραλείου που μας εστάλη προς ενίσχυς. 2) Κλάδος Γ. 3) Πούλακας -. 4) Καλιωράκης -. 5) Ανδρεουλάκης Ανδρέας από το Μυριοκέφαλο. 6) Μανούσακας Νικ. από την Αργυρούπολη. 7) Μανταδάκης Αδρέας από το Μυριοκέφαλο. 8) Ελισαίος Ζαμπετάκης (καλόγερος). 9) Αντωνογιαννάκης Νικ. από τα Ακούμια Αγ. Βασιλείου και 10) ο αδελφός του Μανώλης Αντωνογιαννάκης. Ο Καλεογρίδης έπαθε βαριάς μορφής κρυοπαγήματα κι έφυγε για νοσοκομείο. Τους υπόλοιπους που δεν μνημονεύω δεν τους θυμάμαι γιατί έχουν περάσει 40 χρόνια περίπου από τότε, όπως γράφω και πιο πάνω. Απώλειες του εχθρού: 100 και πάνω νεκροί και 230 και πάνω οι αιχμάλωτοι.
Λάφυρα πήραμε πάρα πολλά και κυρίως οπλοπολυβόλα που μας ενδιέφεραν και με τα οποία αντικαταστήσαμε όλα τα δικά ας που ήταν του 1915, τελείως άχρηστα. Έτσι που πολλές ομάδες των Διμοιριών μας είχαν από δύο οπλοπολυβόλα με άφθονα πυρομαχικά, ολμίδια, χειροβομβίδες κ.λπ. υλικά. Στο πεδίο της μάχης καθώς το διέτρεχα στην καταδίωξη, διαπίστωσα ότι οι νεκροί τους οι περισσότεροι προέρχονταν από εκρήξεις χειροβομβίδων που τις έριχναν μεταξύ τους μέσα στο σκοτάδι της νύκτας. Έτσι όπως είχαμε ανακατωθεί δεν ήξεραν τι έκαναν. Κι ένα επεισόδιο που προς στιγμή μας προκάλεσε μια ανησυχία και σύγχυση: Χαράματα, τότε που ξεκίνησε η επίθεσή μας, διακρίναμε να κατεβαίνει μια κορδέλα από στρατιώτες από μονοπάτια της Τρεμπεσίνας. Λόγω του σκότους δεν μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε τις στολές τους και στην αρχή νομίσαμε ότι ήταν Ιταλοί, οι οποίοι θα ανέκοπταν την προέλασή μας και θ’ άλλαζαν την εξέλιξη της επιχείρησης. Ύστερα από προσεγμένη παρατήρηση με κιάλια διαπιστώσαμε σε λίγο που άρχισε να φέγγει, ότι ήταν ένας Λόχος του 14ου Συντάγματος Χανίων που κατέβαινε κι αυτός, πολύ καθυστερημένα βέβαια, προς συνάντηση του εχθρού και λίγο αργότερα συναντηθήκαμε με τον Διοικητή του Υπολοχαγό Μπουλνταδάκη Παναγιώτη, φίλο μου και για την ενίσχυσή μας έφτασαν τμήματα των άλλων μονάδων μόλις εγκατασταθήκαμε για άμυνα, όπως η διαταγή του Τάγματος στον αυχένα Μετζικόρανης. Επέστρεψαν στις μονάδες τους με την τιμή της συμμετοχής τους στην ηρωική αυτή μάχη. Τους ευχαρίστησα καιτους συγχάρηκα θερμά.
Την επομένη το απόγευμα έφτασαν στον αυχένα ορισμένα τμήματα του 14ου Συντάγματος Χανίων με τον Υποδιοικητή του Συντάγματος Αντισυνταγματάρχη Σέρβο Ιωάννη, που υπήρξε και πρώην Διοικητής μου στα Χανιά και οοποίος μόλις με είδε, έτρεξε, μ’ αγκάλιασε καιμε φίλησε λέγοντας: Χαιρετώ τον μεγάλο ήρωα Λοχαγό Φουσκάκη Γιάννη και άλλα παρόμοια, κι εγώ συγκινημένος πάρα πολύ, τον ευχαρίστησα για τα θερμά του λόγια. Αλλά εδώ που τα λέμε εγώ δεν είχα συνειδητοποιήσει το λαμπρό αυτό επίτευγμα της θρυλικής μάχης της Άρτζα-Ντι-Σόμπρα, για την οποία καθώς έμαθα αργότερα ο αρχηγός Μεραρχιακού Πεζικού Συνταγματάρχης Παπαδόγγονας Διονύσιος με απεκάλεσε σωτήρα της Μεραρχίας και μου έκανε πρόταση προαγωγής επ’ ανδραγαθία παρά το ότι δεν επιτρεπόταν από το Γενικό Στρατηγείο τέτοιες προτάσεις για τους μονίμους Αξιωματικούς. Ο λόγος ήταν ότι εξουδετέρωσα το ιταλικό αυτό Σύνταγμα το οποίο κινιόταν από τον αυχένα για να κόψει στα δυό τη Μεραρχία που τα τμήματά της βρίσκονταν ιππαστί πάνω στην Τρεμπεσίνα και στο Μάλι-Σεντέλι.
Μεταξύ των τραυματιών του Λόχου ήταν και ο Εφ. Υπολοχαγός Δερμιτζάκης Ανδρέας, ο Λοχίας Κατσολεδάκης Βαγγέλης, ο στρατ. Σταυρακάκης, ο στρατ. Ρουμελιωτάκης Εμμ. Κομμουνιστής, ο οποίος ενώ διατάχθηκε να παραμείνει, συνέχισε τον αγώνα ισχυριζόμενος ότι το τραύμα του ήταν επιπόλαιο, αλλά που τελικά έχασε το δεξί του χέρι στις 8 του Μάρτη, παραμονή της εαρινής επίθεσης, και άλλοι.
Στη μάχη αυτή διεπίστωσα και το εξής. Στρατιώτες μου με μεγάλα λόγια, δείλιασαν και χάθηκαν, ενώ άλλοι, πολύ σεμνά κι αθόρυβα αγροτόπαιδα πολέμησαν ηρωικά σαν τίμιοι Έλληνες κι άξια παλικάρια. Αιώνια η μνήμη τους κι ας είναι βέβαιοι πως η θυσία τους θα παραμείνει λαμπρό παράδειγμα στους νεότερους.
Με διαταγές του Συντάγματος και του Τάγματος εγκατασταθήκαμε και οργανωθήκαμε αμυντικά στον αυχένα Μετζικόρανης με αποστολή την παρεμπόδιση της διάβασής του από τις ιταλικές δυνάμεις, οι οποίες ποτέ δεν παραιτήθηκαν του πρωταρχικού τους σκοπού, που ήταν η διάσπαση και η δημιουργία ρήγματος ανάμεσα στα τμήματά μας που πολεμούσαν στην Τρεμπεσίνα και στο Μάλι – Σεντέλι.
Στις θέσεις αυτές παραμείναμε μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του 1941 και στο διάστημα αυτό αντιμετωπίσαμε τρεις απόπειρες διάσπασης της γραμμής μας, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα, ενώ προκαλούσαμε σημαντικές απώλειες στους επιτιθέμενους. Με νυχτερινή επιδρομή μας πέσαμε στον ανεφοδιασμό τους στις 14-2-41 μέσα σε κάτι σπηλιές κι αρπάξαμε αρκετά εφόδια, ιδίως σε κονσέρβες και πανιότες (μικρά άσπρα ψωμάκια) που τα είχαμε τόση μεγάλη ανάγκη στις δύο πρώτες μέρες που είχαμε μείνει εντελώς νηστικοί γιατί είχαμε αποκοπεί από τον εφοδιασμό μας, με τη θυελλώδη επίθεση που απέφερε την αιχμαλωσία και τη διάλυση του Τάγματος στην Άρτζα-Ντι-Σόμπρα και στη συνέχεια της Διλοχίας ανατολικά στον αυχένα της Μετζικόρανης. Κατά την παραμονή μας στον αυχένα δεχθήκαμε κατά διαστήματα 4-5 αεροπορικούς βομβαρδισμούς ευτυχώς χωρίς απώλειες.
Πούντα – Νορ
Περί τα τέλη Φεβρουαρίου ένα απόγεμα πήραμε διαταγή να κινηθούμε προς κατάληψη του Πούντα-Νορ, υψώματος στη μέση περίπου του Μάλι-Σεντέλι με υψόμετρο κάπου 750 μέτρα. Πλησιάζοντάς το απωθήσαμε ελαφρά εχθρικά τμήματα και το ίδιο βράδυ τόχαμε καταλάβει. Εγκατασταθήκαμε αμυντικά και πρόχειρα λόγω της νύχτας και ξημερώνοντας βελτιώσαμε κάπως τις θέσεις και τη διάταξή μας και βρεθήκαμε μπροστά σ’ ένα καταπληκτικό θέαμα. Νοτιοανατολικά μας απλωνόταν το Ιστορικό Τεπελένι (έδρα του Αλή Πασά, τρομερού διώκτη των αγωνιστών της Εθνικοαπελευθερωτικής Επανάστασης του 1821) χτισμένο πάνω στις όχθες του Αώου, που χύνεται στο Ιόνιο ¨Πέλαγος κοντά στην Αυλώνα, και στη έξοδο ακριβώς των στενώνΚλεισούρας-Τεμπελένι που έχουμε περιγράψει και προηγούμενα.
Σταματώ λίγο εδώ για να πω ότι στις αρχές Ιουλίου του 1942 οι Ιταλοί καταχτητές με πήγαν άρον άρον εκεί, για να τους δείξω σε ποιο σημείο σκοτώθηκε ο Διευθυντής της μυστικής φασιστικής αστυνομίας, καθώς μου έλεγαν,Ταγματάρχης Νικολό Γκιάνι που συμμετείχε στην εφταήμερη επίθεση από 9-15Μαρτίου, τότε με την άφιξη του ίδιου του Μουσολίνι στην Αλβανία που ήρθε για να τονώσει και να εψυχώσει τον υπό διάλυση στρατό του. Αλλά για το επεισόδιο αυτό θα επανέλθω με λεπτομερή περιγραφή μου παρακάτω.
Από το ύψος του Πούντα-Νορ λοιπόν διεκρίνετο νοτιοανατολικά μας το Αργυρόκαστρο και βορειοδυτικά μας τα Τρία Αυγά, από τα οποία σ’ όλητη διάρκεια της εκεί παραμονής μας δεχόμαστε, πολύ συχνά, και εντελώς ξαφνικά καταιγισμό πυρών πυροβολικού που μας ετραυμάτιζαν αρκετούς στρατιώτες παρ’ όλα τα μέτρα άμυνας που παίρναμε, και τούτο γιατί βρισκόμασταν ακριβώς φάτσα από αυτά ακάλυπτοι. Νοτιοδυτικά μας απλωνόταν ο κάμπος της Αυλώνας και βορεινά μας ο τρομερός όγκος της Τρεμπεσίνας που έφαγε τόσο κόσμο στη διάρκεια του πολέμου.
Αγκιστρωθήκαμε λοιπόν στο θρυλικό εκείνο ύψωμα που μόλις και μετά βίας μας προστάτευε από τα εμπηκτικά πυρά των Ιταλών που βρίσκονταν 100-200 μέτρα πιο ανατολικά μας, σ’ ένα άλλο ύψωμα που δέσποζε του δικού μας. Από τη θέση αυτή μας ρήμαζαν με τα ολμίδιά τους. Ήταν τρομερά όπλα καμπύλης τροχιάς και μας προκαλούσαν πολλές απώλειες χωρίς να μπορούμε ν’ αντιδράσουμε ενεργητικά.
Έκανα πολλές αναφορές στο Τάγμα να μου επιτρέψει να ενεργήσω ένα coupdemain, μια επιδρομή, για να τους απωθήσω και να γλιτώσουμε από τα καταστροφικά πυρά τους αλλά μου το αρνήθηκαν επίμονα. Κι έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να φθειρόμαστε συνεχώς, προσπαθώντας να είμαστε κολλημένοι σαν βδέλες μέσα στα βράχια για να σωθούμε. Πέρναγαν οι μέρες κι έφθασε η 9η Μαρτίου 1941.
Τα χαράματα ακριβώς μας ξύπνησε ένα υπόκωφο βουητό από ομοβροντίες πυροβολικού απ’ όλες τις κατευθύνσεις, με βροχή βλημάτων που ανέσκαβαν χώματα, βράχια και χιόνια δημιουργώντας μιαν αφόρητα τρομερή κατάσταση. Την ώρα ακριβώς εκείνη είδαμε κάτι σκιές να έρχονται όρθιες σχεδόν προς τις θέσεις μας, να χτυπάνε με χειροβομβίδες τα αντίσκηνα και τις πρόχειρες εγκαταστάσεις μας και να μας σκοτώνουν. Φώναξα στα όπλα και με εφ’ όπλου λόγχη τους εκδιώξαμε σε λίγα λεπτά από τις θέσεις μας, που μέσα στο σκοτάδι τις είχαν καταλάβει αφού αιχμαλώτισαν δύο προωθημένους προς τις θέσεις τους παρατηρητές μας. Στη συμπλοκή αυτή είχαμε ευτυχώς λίγες απώλειες γιατί τους πήραμε γρήγορα μυρουδιά, αλλά αυτοί χάσανε αρκετούς μεταξύ των οποίων και τον Ταγματάρχη τους Νικολό Γκιάνι, που είχε έρθει με το Μουσολίνι. Από το Τεπελένι κινήθηκε προς το Πούντα-Νορ για να δοξαστεί και να πάρει γαλόνια και τιμές.
Μαζί μας τότε δύο – τρεις μέρες βρέθηκε κι ο 3ος Λόχος του 14ου Συντάγματος ξεκομένος, που μπλέχτηκε στη μάχη και μάλιστα ο Λοχίας Κων/νος Μπαγουράκης από το χωριό Άνω Μέρος Ρεθύμνου, αυτού του Λόχου, ξαφνικά είδε μπροστά του τον Ταγματάρχη Νικολό ΓΚιάνι, όρθιο σε λίγα μέτρα απόσταση, που φαινόταν αμυδρά γιατί η ώρα ήταν 4-5 πρωινή στις 14 Μαρτίου ημέρα Παρασκευή. Ο Μπαγκουράκης είχε πάρει τον χαρτοφύλακα με τα χαρτιά του, φωτογραφίες, έγγραφα κ,λπ. Τους έρριξα μια ματιά και τα προώθησα στο Τάγμα του Παναγιωτάκη για τα παραπέρα. Με εντυπωσίασε όμως μια φωτογραφία του που την πρόσεξα τόσο πολύ ώστε είναι ακόμη χαραγμένη στη μνήμη μου ολοζώντανη και με την οποία τον υπέδειξα στο Ναύπλιο στους Ιταλούς, όταν ήρθαν και με βρήκαν ρωτώντας από εδώ και από εκεί, ξεχωρίζοντάς την από διάφορες άλλες που μου έδειξαν.
Μετά την εκκαθάριση της περιοχής ανακαταλάβαμε τις θέσεις μας και κάναμε ακόμη πιο συμπληρωμένη οργάνωση. Το βραδάκι μόλις μπορέσαμε και σκεπάσαμε πρόχειρα με χώματα, πέτρες και χιόνια, όλους τους νεκρούς μας και σε λίγο τους κάλυψε το χιόνι που έπεφτε συνεχώς.
Εφτά ολόκληρα μερόνυχτα κρατήσαμε το φοβερό αυτό ύψωμα, που το ονόμασε νέο Παρθενώνα της Ελλάδας, αντιμετωπίζοντες μικροεπιθέσεις σε διάφορες ώρες του εικοσιτετραώρου και είμασταν υποχρεωμένοι με καθημερινές απώλειες να το κρατάμε με τα δόντια και με τα νύχια χωρίς να επιτρέπουμε τη διάσπαση του μετώπου στον ευαίσθητο αυτό τομέα. Αν δεν αντέχαμε θα επακολουθούσε κατάρρευση στον κρίσιμο αυτό χώρο. Στη φοβερή αυτή αναμέτρηση ενισχύθηκα με δύο διμοιρίες από Ηπειρώτες των Εφεδριών κλάσεως 1926-1927, και κρατήσαμε γερά. Μπροστά μου ένας στρατιώτης από τους Ηπειρώτες καθώς βρίσκονταν σε θέση μάχης πίσω από μια πετρούλα, δέχτηκε ένα βλήμα ολμιδίου κατάραχα που του έφαγεόλο το πάνω μέρος του κορμιού του, χωρίς να πει ούτε μια λέξη ή να βγάλει ένα βόγγο. Δύο μέτρα επίσης μακριά ο Κωνσταντίνος Ηγουμενάκης, υποκόμος μου, που ξεμάκρυνε λίγο από κοντά μου για να μη σκοτωθούμε κι οι δυό μαζί, όπως μου είπε, δέχτηκε κι αυτός βλήμα μεγάλου όλμου ανάμεσα στα σκέλια του που τον έσκισε στα δυό και πρόλαβε μόλις να φωνάξει: «λοχαγέ μου» κι έσβησε. Αυτή την κραυγή δεν θα την ξεχάσω ποτέ μου.
Την στιγμή εκείνη πήγα να τρέξω από την ταραχή μου, να εξοντώσω όποιον θάβρισκα μπροστά μου, αλλά ο στρατιώτης Θεοδωράκης μ’ έπιασε από τα πόδια και μ’ έριξε κάτω και σώθηκα από ριπή που πέρασε πάνω από το κεφάλι μου. Άλλη φορά πάλι, ήταν βραδάκι και πήγαμε κάτι να φάμε, δηλαδή λίγες ελιές, τυρί ή κορμπίφ που τάχαμε σκυλοβαρεθεί, ένα μήνα τώρα τα ίδια και τα ίδια κι όπως άνοιξε την κονσέρβα του ο καλός στρατιώτης μου Λυμοτυράκης, που όλοι τους ήταν ο ένας καλύτερος του άλλου από κάθε πλευρά, έσκασε βλήμμα ολμιδίου μπροστά του και του έφαγε το μισό κεφάλι. Αμέσως έγειρε κι έσβησε χωρίς ούτε έναν αναστεναγμό. Την ίδια ώρα με άλλο βλήμα ολμιδίου τραυματίστηκε δίπλα μου και ο Εφ. Ανθυπολοχαγός Αγγελάκης Στυλιανός και τον διακομίσαμε τη νύχτα μαζί με τους άλλους στρατιώτες στο σταθμό επίδεσης πρώτα, κι από εκεί στα μετόπισθεν.
Στη φάση αυτή τραυματίστηκα κι ο υποφαινόμενος ελαφριά. Ευτυχώς δέθηκα με επίδεσμο στον αριστερό μου μηρό κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Δεν ήταν δυνατό να πάω πουθενά γιατί είχα μείνει ο μόνος αξιωματικός του Λόχου μ’ έναν έφεδρο Ανθυπολοχαγό που μου είχε έρθει με τους Ηπειρώτες τελευταία. Αυτό το δράμα αντιμετωπίζαμε σ’ όλο το διάστημα της επταήμερης επίθεσης,δηλαδή είχαμε κληρωθεί σαν τμήμα θυσίας για να κρατηθεί πάση θυσία το απαίσιο, φαλακρό αυτό ύψωμα το Πούντα-Νορ. Ο απολογισμός αυτός της πεισματικής μας αντίστασης ήταν: Απώλειες δικές μας περίπου το 35-40% της δύναμής μου, που τελικά με μικροενισχύσεις που έπαιρνα κατά καιρούς είχε μετατραπεί σε συγκρότημα χωρίς στελέχη. Διμοιρίτες, έγιναν οι λοχίες και οι δεκανείς ύστερα από τον τραυματισμό και την αποχώρηση όλων των Αξιωματικών. Ισάριθμες, και περισσότερες απώλειες είχαν οι Ιταλοί, οι οποίοι πολεμούσαν όρθιοι χωρίς να κάνουν χρήση των προκαλυμμάτων και προπετασμάτων όπως διδάσκει ο κανονισμός και προς το συμφέρον τους. Δυό μέρες μετά τον ανηλεή βομβαρδισμό των 7 ημερών κι όπως καταλάγιασε κάπως ο γδούπος και ο ορυμαγδός διετάχθη η αντικατάστασή μας από άλλο τμήμα. Φυσικά ελαττώθηκαν κατά πολύ οι βομβαρδισμοί κατά κάθε λογής πυρά, με αποτέλεσμα να κρατήσουμε και να παραδώσουμε το καταραμένο Πούντα-Νορ.
Εδώ πρέπει να πω δύο λόγια για ένα ρόλο ανθρώπινο που έπαιξα κατά τη διάρκεια όλης αυτής της υπέρτατης δοκιμασίας. Ήμουν υποχρεωμένος να τρέχω από θέση σε θέση, να συμπαρασταθώ στον τραυματία στρατιώτη, να τον βοηθήσω σαν γονιός, σαν αδελφός, να του πω δυό λόγια παρηγοριάς στο ψυχορράγημά του.
Αυτή μου τη συμπεριφορά οδήγησε στο να με λατρεύουν κυριολεκτικά και να με ονομάζουν θεό τους, πατέρα, μάνα και αδελφό τους. Οι εκδηλώσεις αυτές με υποχρέωναν να δένομαι μαζί τους και να υποχρεώνομαι ακόμη περισσότερο να εκτίθεμαι σε μεγαλύτερο κίνδυνο, χωρίς να τον λογαριάζω και χωρίς να παθαίνω τίποτε, ίσως γιατί είχα να πληρώσω βαριές αμαρτίες, όπως αυτό φάνηκε στα μεταγενέστερα χρόνια με τις φυλακίσεις καιεξορίες μου επί 15, κατά περιόδους, ολόκληρα χρόνια.
Συμπτυχθήκαμε νύχτα για να μη γίνει ορατή η απαγκίστρωσή μας και κατεβήκαμε σε μια απυρόβλητη χαραδρούλα για ανασύνταξη και απολογισμό σε απώλειες ανδρών και υλικού, ύστερα από την τρομερή αυτή δοκιμασία του εφταημέρου.
Εν τω μεταξύ, εκεί κατά μέσα στις χιονισμένες ρεματιές και μέσα στους πάγους μας δόθηκε η ευκαιρία να ξεψειριαστούμε λιγάκι γιατί μας είχαν τρελάνει κυριολεκτικά οι τόσες ψείρες και η ψώρα σε μεγάλη έκταση.
Η κατάρρευση
Μετά λίγες μέρες κι αφού συνήλθαμε λίγο, ήπιαμε ένα ζεστό τσάι και φάγαμε λίγο φαγητό ζεστό, μετακινηθήκαμε πάλι κοντά στον αυχένα Μετζικόρανης για να ελέγχομε τη διάβαση σε κάτι αλώνια κοντά και παραμείναμε εκεί μέχρι τις αρχές Απριλίου, οπότε διετάχθηκε και πάλι η επανεγκατάστασή μας στο Πούντα Νορ, όπου και μας βρήκε η διαταγή της σύμπτυξηςπου μας κοινοποιήθηκε στις 13 Απριλίου, με κάτασπρα από χιόνιατα βουνά Τρεμπεσίνα και Μάλι Σεντέλι.
Άρχισε η σύμπτυξη και η κατάρρευση και όταν πλησιάσαμε στα σύνορα πήρε τη μορφή τραγικής υποχώρησης με δυσμενείς εξελίξεις.”
*Απόσπασμα από το βιβλιο του Φουσκάκη ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ Εκδόσεις:Πλανητης Έτος: 1982