ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΛΥΣΣΑΝΔΡΑΚΗ*

Για τον Πρώτο Νεκρό Έλληνα Αξιωματικό που έπεσε το πρωί της 9
ης Μαρτίου, της πρώτης
ημέρας της ενάρξεως της εαρινής επίθεσης στο μέτωπο της Αλβανίας επάνω και γύρω από το
ύψωμα 731.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Στρατηγού Γεωργίου Τζουβάλα «Ύψωμα 731», ένα βιβλίο που
καταγράφει τις μεγαλειώδεις εκείνες νίκες του Ελληνικού Στρατού κατά το έτος 1940, στη σελίδα
που έχει καταχωρήσει τους Έλληνες Αξιωματικούς που πέσανε νεκροί την πρώτη μέρα στο
ύψωμα 731, είναι το όνομα του έφεδρου Ανθυπολοχαγού Κωνσταντίνου Κανακάκη από το χωριό
Αγία Παρασκευή της επαρχίας Αμαρίου Ρεθύμνης της 5ης
μεραρχίας Κρήτης.
Ήταν ο πρώτος νεκρός της ενάρξεως της επιθέσεως.
ΚΑΤΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ
Πότε και πώς γνώρισα τον γενναίο αυτό αξιωματικό.
Τον Σεπτέμβριο του 1940 θα πήγαινα και πάλι στο δημοτικό σχολείο στο χωριό μου Πλάτανος
(από το χωριό Αγία Παρασκευή απείχε 7 χιλιόμετρα).
Ο μεγαλύτερος αδελφός μου Νικήστρατος ήταν δάσκαλος όπως και ο Κώστας Κανακάκης.
Είχαν την ίδια ηλικία και είχαν τελειώσει την Ακαδημία μαζί. Είχαν διορισθεί και οι δυο το 1938, ο
αδελφός μου σε ένα σχολείο της Επαρχίας του Μυλοποτάμου και ο Κανακάκης στην Επαρχία
μας στο χωριό Νίθαυρη, 8 χιλιόμετρα από το χωριό μας.
Φεύγοντας ο αδελφός μου για το σχολείο του στις αρχές Σεπτεμβρίου μού είπε ότι μόλις
φτάσει στο Ρέθυμνο θα αγόραζε τα βιβλία της τάξης μου και θα μου τα έστελνε. Ήθελε, λέει, αν
μπορέσω και εγώ να σπουδάσω κάποια μέρα όταν μεγαλώσω.
Μετά από δυο μέρες μας ειδοποίησαν ότι στο δημοτικό σχολείο Νιθαύρεως είναι ένα δέμα με
βιβλία για μένα και να πάμε να τα παραλάβουμε. Εγώ όλο χαρά που θα ήμουν σχεδόν ο μόνος
στην τάξη μου που θα είχα τα βιβλία, έτρεξα ένα πρωινό να διανύσω 8 χιλιόμετρα κατσικόδρομο
για να φθάσω στο σχολείο για πρώτη φορά. Φθάνοντας στην αυλή τα παιδιά είχαν διάλειμμα και
προχώρησα προς το γραφείο του Δασκάλου. Αντίκρισα έναν ωραίο νέο – μελαχρινό που
φορούσε κρητικά υποδήματα – στιβάνια – καλής ποιότητας, κιλότα, καπαρντίνα χακί ιππικού και
πουκάμισο μακρυμάνικο μαύρο από μετάξι επεξεργασμένο στα εργαστήρια του χωριού της
εποχής εκείνης.
Δεν πέρασε και πολύς καιρός από τον Σεπτέμβριο, είχε προχωρήσει ο Οκτώβριος, μια
Δευτέρα και ο μήνας είχε 26, χτύπησε η καμπάνα της εκκλησίας του χωριού μας και άκουσα
φωνές. Πόλεμος, πόλεμος, έχουμε πόλεμο. Η Ιταλία μάς κήρυξε τον πόλεμο. Οι Κρητικοί πήραν
φόρα, έφυγαν όλοι οι έφεδροι για το μέτωπο έφυγε και ο Κώστας Κανακάκης ο δάσκαλος, έφυγε
και ο αδελφός μου ο Νικήστρατος. Πέρασε ο χειμώνας από νίκη σε νίκη ο ελληνικός στρατός
όταν φθάσαμε στον Μάρτιο 1941.
Καθόμουν και άκουγα ιστορίες απίστευτου μεγαλείου. Κάποια στιγμή βλέπω να έρχεται από
τον κήπο ένας στρατιωτικός με χλαίνη και γυλιό στην πλάτη, κουτσαίνοντας και βαδίζοντας πολύ
αργά. Εγώ δεν τον γνώρισα. Είπα όμως στην γιαγιά μου ότι κάποιος της κόβει τις αγκινάρες από
τον κήπο. Εκείνη γέλασε και μου είπε «Βρε Δημητράκη, ο αδελφός σου ο Δάσκαλος είναι, δεν
τον γνώρισες;».
Όπως εγώ καθόμουν δίπλα του τού λέω ότι είχα πάει το Σεπτέμβριο και μου έδωσε τα βιβλία
ο φίλος του ο δάσκαλος Κανακάκης. Εκείνος με κοίταξε καλά και λυπημένα και μου είπε σιγανά,
«ο φίλος μου ο Κώστας που είμασταν μαζί στο μέτωπο ήταν ο πρώτος που σκοτώθηκε
ξημερώματα της 9
ης Μαρτίου μιας μεγάλης επίθεσης που μας έκαναν οι Ιταλοί. Μην το πεις
όμως σε κανένα και μαθευτεί στα χωριά μας πριν ο Στρατός στείλει επίσημο έγγραφο στους
δικούς του. Πρέπει να το μάθουν πρώτα οι γονείς του ̈.
- Ο Δημήτρης Αλυσσανδράκης, είναι τακτικό μέλος της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικής
Ιστορίας