Καλώς τον τον Καρνάβαλο!
Καλώς μας ήρθες πάλι.
Πάλι με χρόνια, με καιρούς,
με γλέντια, γέλιο και χορούς.
-Έλα και σε προσμέναμε μ’ ολάνοικτη αγκάλη!
-Που ήσουν και μας έλειπες;
Στη φέξη κι εις τη χάση!
Και σ’ είχαμε ξεχάσει.
-Εμείς σε περιμέναμε κι εσύ «ήξεις – αφήξεις»
Και παρ’ ολίγο, φίλε μας, στο τέλος να μας πρήξης!
-Έλα, λοιπόν, να σε χαρούμε!
Μα μια που ήρθες, θεωρούμε
Πως πρέπει, να σου δώσωμε, φίλε μας, όλοι κι όλοι
ΑΝΑΦΟΡΑ τι γίνεται στη φτωχική μας πόλι.
Την πόλι μας αυτή τη μακαρία,
Που συνεμοιάζει τόσο με χοχλιό,
Όπου κοιμάται μέρα – μεσημβρία
Και που ψοφάει για κουτσομπολιό.
Την πόλι που «φθίνει»
Και μας «ψήνει».
-Άκουσε, φίλε, το λοιπόν, να μάθης τα «κνεκνά» μας
Μα, προσοχή! Να μην τα πης πειο πέρα συμφορά μας
-Ω Θεέ μου, που μας κουβαλάς
Κάθε τόσο τα βαπόρια κατάφορτα,
Αλήθεια, και πως τα βαστάς
Τα κεραμίδια, λέει, ξεκάρφωτα!
Εδώ φίλε μου, τα πάντα σβήνουν άδοξα
Και συμβαίνουνε πολλά παράδοξα.
-Εδώ είν’ η πόλις των μεγάλων ιδεών και των σχεδίων.
Και, μ’ όλα τούτα, οι πλείστοι βρίσκονται ει τον «ίον».
-Εδώ πρωτοφάνηκε το αυτοκίνητο
Και εφευρέθηκε το «αεικίνητο».
-Η φημισμένη πόλις των Γραμμάτων!
Των μορφωμένων και των αγραμμάτων!
-Η πόλις των προσπαθειών και των απογοητεύσεων.
-Η πόλις των ελπίδων και των διαψεύσεων!
-Για να τα πούμε πιο απλά και πιο συγκεκριμένα,
Δεν ξέρω αλλού αν θα βρίσκωνται μυαλά πιο φουσκωμένα.
-Οι πλείστοι ασχολούνται περί «ανέμων και υδάτων»
Και είναι παροιμιώδης η τσιγκουνιά των.
Πολλοί δεν ήπιαν ποτέ το καφέ στο καφενείο
Εκτός αν τους κεράσουνε: Πίνουν τότε και δύο.
-Εδώ, στο μακάριον ουτό τόπο,
δίδει ο Θεός αλληλομαχιά των ανθρώπω.
-Η πόλις του ραχατιού και της ρουτίνας!
-Εδώ ξυπνάν οι άνθρωποι κάθε που μπαίνει ο μήνας.
-Η πόλις του δισταγμού και της αναποφασιστικότητος.
Η πόλις της αναβολής και της εκκεντρικότητος.
-Εδώ οι νέοι ονειρεύονται «Βασιλοπούλες»
κι εις το τέλος καταλήγουνε σε φτωχοπούλες.
Είτε μένουνε γεροντοπαλήκαρα-γεροντάκια
και καταντούν λίαν συμπαθή ανθρωπάκια.
Η νέες πάλι ονειρεύονται πρίγκηπες από άλλα εδάφη,
κάνουν ένα παφ-πουφ και κάθονται εις το ράφι.
Ευτυχώς δεν λείπουν και τα «αισθήματα»
κι έτσι γίνονται και μερικά συνοικέσια,
Γιατί αλλοιώς-βλαστήμα τα,
θάταν όλα αποκαρδιωτικά και απαίσια.
Στα λέω έτσι γενικά, αλλά δεν αμφιβάλλω
πως πρέπει δίχως άλλο
για τον καθένα χωριστά, φίλε μου, να τα ψάλλω.
-Εδώ μερικοί επιμένουν να κάνουν ακόμη τσάρκες
και πάνε στο λιμάνι, να δούνε αν κουνιούνται η βάρκες.
-Για τις γυναίκες λέγεται, πως βρήκαν κάποια λύσι
που θα μπορέση το «ισχυρόν» το φύλον να ξυπνήση
που, καταπώς γροικάται,
όρθιο, λέει κοιμάται.
-Εσχάτως πολλά λέγονται στην πόλι μας καινούρια.
Θρυλούνται, με την άνοιξι, πρόωρα γεννητούρια.
Δεν λείπουνε και τα «φαιδρά» των αρραβωνιασμένων.
Και τα μαλλιοτραβήγματα καμπόσων παντρεμένων!
Ήθελα κι άλλα να σου πω κι άλλα πολύ χειρότερα
Μα, πίστεψέ με, δεν μπορώ να πω και περισσότερα.
Νομίζω πως το στόμα μου θα πρέπη να κλειδώσω,
Καρνάβαλέ μου, ωστόσο.
Γιατί εδώ στο Ρέθεμνος είναι πολύ επικίνδυνο
να πης πιο πέρα κατιτί. Για τούτο «μεταξύ μας»
Τα λέμε πάντα «μυστικά». Κι ανοίγει, έτσι η ψυχή μας.
Και λείπαμε απ’ τον κίνδυνο.
-Έτσι περνάει ο καιρός και ξαφνικά θωρούμε,
Χωρίς να το σκεφτούμε
-Για δόσε λίγη βάσι-
Πως έχομε γεράσει
ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1960